/*--

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Λειτουργημένη ζωή Η επιλογή του ανθρώπου για ένα πέρασμα από την ταραχή στην ειρήνη, από το σκοτάδι στο φως

    
Αντι προλόγου

Αν στη ζωή του ανθρώπου από τη μια πλευρά παρατηρούνται αδυναμίες, δυσκολίες, κόποι, θλίψεις, φόβοι, προβλήματα, πόνοι, αποτυχίες, κίνδυνοι, διαφορές, αντιθέσεις, διχασμοί, επιθυμίες κακές και άλλες πολλές αρνητικές πλευρές, που συνιστούν ένα πλαίσιο εσωτερικής ταραχής, ανασφάλειας ή και απόγνωσης, είναι ανάγκη από την άλλη να εξαρθεί με ιδιαίτερη έμφαση, ότι έχει δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, τόσο η δυνατότητα, όσο και η δύναμη της μετάβασης, του περάσματος, από την ταραχή στην ειρήνη, από το σκοτάδι στο φως.


Η δυνατότητα και η δύναμη αυτή πηγάζει, αναδύεται, βγαίνει, μέσα από τον ίδιο το Θεό, μέσα από τη φιλάνθρωπη και εκούσια θυσιαστική του αγάπη για το τελειότερο δημιούργημά του, τον άνθρωπο· προσφορά του Θεού, που βιώνεται κατά την ιερουργία του μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας. Η ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να συμπορευθεί στη Θεία Λειτουργία με τον Χριστό, αναθέτοντας όλα τα της ζωής του σ’ Αυτόν που σαρκώνεται, παθαίνει και ανασταίνεται μυστηριακά, νικώντας ουσιαστικά όλες τις αντίρροπες δυνάμεις της αμαρτίας, οδηγεί τελικά τον άνθρωπο στον παραμερισμό της απελπισίας, στο ξεπέρασμα της ταραχής, στην υπέρβαση του σκότους, στη νίκη όλων των αντιθέτων.

Συνεπώς, μια ζωή εκκλησιασμένη στη Θεία Λειτουργία, μια λειτουργημένη ζωή, κατακλύζεται κυριολεκτικά από τη δύναμη του θείου ελέους και διαθέτει όλες τις δυνατότητες ενεργοποίησης και  επέκτασης των δωρεών του Θεού, όλες τις δυνατότητες του περάσματος από την ταραχή στην ειρήνη, από το σκοτάδι στο φως, διασφαλίζοντας έτσι και την πορεία του ανθρώπου προς τη σωτηρία. 

Αν οι προσπάθειες, που καταβάλλονται για πνευματικό αγώνα προς την σωτηρία, τείνουν να πάρουν ή έχουν επικεντρωθεί σε μια ηθική κυρίως βάση, μέσα σ’ ένα πλαίσιο πνευματικών καθηκόντων και επιταγών, και αν αυτό το πλαίσιο των καθηκόντων και των επιταγών έχει δημιουργήσει, ιδιαίτερα σήμερα, αντίρρηση ή και αντίδραση στους περισσότερους ανθρώπους, σύμφωνα και με τα σύγχρονα δεδομένα της ανθρώπινης ζωής, ίσως έχει αξία να διερωτηθούμε· μήπως θα ήταν πιο ελεύθερο, πιο φυσικό, πιο εύκολο, πιο υπεύθυνο και πιο αποτελεσματικό να συνδέσουμε άμεσα την πνευματική πορεία, που θέλει να ακολουθήσει ένας άνθρωπος, με εκείνη τη θυσιαστική πορεία που ακολούθησε προς χάριν του ο ίδιος ο Χριστός και η οποία βιώνεται μυστηριακά και συνέχεια με την ιερουργία της θείας Οικονομίας, με τη Θεία Λειτουργία; Μήπως η λειτουργημένη ζωή είναι τελικά και ειδικά σήμερα, η πρώτη πνευματική ανάγκη για όλους μας;

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί πατέρες, Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.
Στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε το θέμα αυτό και με γνώμονα τον προβληματισμό που αναφέραμε, επιχειρούμε να περάσουμε από τα τέσσερα μέρη αυτής της ομιλίας, ώστε, με τις ευχές όλων και προπάντων με τον φωτισμό του Θεού, να εννοήσουμε το μέγεθος της αξίας που έχει η Λειτουργημένη ζωή, σ’ ένα κόσμο γεμάτο από ταραχή και αδιέξοδα. 

Έτσι, από το πρώτο μέρος θα αντλήσουμε στοιχεία, σχετικά με το γεγονός της Θείας Λειτουργίας, που αποτελεί την αδιάκοπη ιερουργία της θείας Οικονομίας. 
Από το δεύτερο μέρος θα πάρουμε στοιχεία που αφορούν το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού, τον κατακλυσμό του θείου ελέους, το οποίο παρέχεται στον άνθρωπο με τη Θεία Λειτουργία. 
Από το τρίτο μέρος θα προσπαθήσουμε να δούμε πως επιτυγχάνεται η μεταβολή των δυσκολιών, η καλή αλλοίωση όλων των προβλημάτων που ταράζουν τη ζωή μας, μέσα από τη λειτουργημένη ζωή. 
Από το τέταρτο μέρος θα λάβουμε υπόψη μας κάποιες ενέργειες, οι οποίες μπορούν ασφαλέστερα να μας οδηγήσουν στην ανταπόκριση της αγαπητικής πρόσκλησης, που προσφέρει ο Θεός σε μας , δηλαδή στην επιλογή της λειτουργημένης ζωής. Aς αρχίσουμε, λοιπόν από το πρώτο μέρος.

Α..Η αδιάκοπη ιερουργία της θείας Οικονομίας

Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να σημειώσουμε ευθύς εξ αρχής είναι ότι η Λειτουργημένη ζωή έχει δοθεί στους ανθρώπους ως επιθυμία και θέλημα του ίδιου του Τριαδικού Θεού. Την Λειτουργημένη ζωή θέλει και προσφέρει ο Χριστός ως τρόπο συνύπαρξης με τον άνθρωπο, ως τρόπο συμπόρευσης με τον άνθρωπο, ως τρόπο πραγματικής κοινωνίας και ένωσης μαζί του, ως τρόπο αποδοχής του φορτίου του και ελάφρυνσης του κόπου του. 

Αυτή την κατάσταση, αυτή τη δυνατότητα παρέδωσε ο ίδιος ο Χριστός στους μαθητές του και κατ’ επέκταση σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ιερουργώντας και επιτελώντας, αυτός πρώτος, με τα ίδια τα άχραντα χέρια Του την πρώτη επί της γης Θεία Λειτουργία λέγοντας: «Τῇ νυκτὶ ᾖ παρεδίδοτο ὁ Κύριος, λαβὼν τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἴπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμα μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἑμὴν ἀνάμνησιν· καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γὰρ ἐστὶ τὸ αἷμα μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, (τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἐὰν πίνητε εἰς τὴν ἑμὴν ἀνάμνησιν)». (Ματθ. 26, 26-29, Μαρκ. 14, 22-25, Λουκ. 22, 15-20, Α΄Κορ. 11, 23-26)

Αυτή τη δυνατότητα συμμετοχής στη θυσία Του άφησε στα παιδιά Του, για να συνεχίσουν να είναι ενωμένα πάντα μαζί Του, για να διατηρούν μέσα τους ζωντανή την ανάμνηση της φρικτής προσφοράς Του, για να συνδέουν τη ζωή τους μ’ αυτή την ολοκληρωτική θεϊκή προσφορά, για να εναποθέτουν πάνω στο Χριστό κάθε βάρος, δυσκολία ή πρόβλημα, για να ακουμπούν όλη τη ζωή τους στη Θεία Λειτουργία, για να παίρνουν δύναμη στην αντιμετώπιση κάθε αντίθετου και αρνητικού, για να πραγματοποιούν το πέρασμα από την ταραχή στην ειρήνη, από το σκοτάδι στο φως.

Μια τέτοια κατάσταση Λειτουργημένης ζωής ζούσε ο ευαγγελιστής της Αποκαλύψεως όταν έλεγε: «Ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ καὶ ἀδελφὸς ἡμῶν … ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ… καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινὴν». Μας αποκαλύπτει, δηλαδή, ότι έζησε, ότι είδε τη ζωή του ενταγμένη μέσα στην ατμόσφαιρα της ουράνιας Λειτουργίας, ότι άφησε τη ζωή του να πορεύεται στα βήματα του Χριστού, ότι λειτουργήθηκε ολόκληρος την ημέρα του Κυρίου, ότι ενώθηκε με τον Κύριο της δόξης, ότι αισθάνθηκε τη ζωή του λειτουργημένη, έξω από κάθε αρνητικό και μέσα στη νέα πνευματικότητα του ουρανού και της γης.

Η πρώτη Θεία Λειτουργία, που τέλεσαν τα άχραντα χέρια του Κυρίου και παρέδωσαν στους ανθρώπους, συνεχίστηκε έκτοτε αδιάκοπα στην ιστορία:
Η ευχαριστιακή σύναξη των αποστολικών χρόνων, με τα δείπνα αγάπης και την Τράπεζα της Ευχαριστίας.
Η από του τέλους του 1ου μ.Χ. αι. ξέχωρη επιτέλεση της Θείας Ευχαριστίας από τα δείπνα αγάπης.
Η επιτέλεση της Θείας Ευχαριστίας επί των τάφων των μαρτύρων κατά τους μετέπειτα 2ο και 3ο αιώνες των διωγμών.
Η επιτέλεση της Θείας Ευχαριστίας με την ίδια περίπου μορφή και διάταξη, όπως καταγράφηκε και μαρτυρείται στη Διδαχή των Αποστόλων (100 μ.Χ.), στα κείμενα του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου
(150 μ.Χ.), του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας (113 μ.Χ.) και του αγίου
Ιππολύτου Ρώμης (217 μ.Χ.).
Αλλά και από τον 4ο μ.Χ. αι. κ.ε. η οριστικοποίηση του κειμένου της Θείας Λειτουργίας με την ύπαρξη και χρήση κυρίως πέντε Λειτουργιών:

Αποστολικών Διαταγών ή του αγ. Κλήμεντος- Συρία, Αγ. Ιακώβου αδελφοθέου-Ιεροσόλυμα, Αγ. Αποστόλου Μάρκου-Αλεξάνδρεια, Μ. Βασιλείου-Καισάρεια, Κων/πολη, Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου-Κων/πολη, από τη μια πλευρά αποδεικνύουν την αδιάκοπη συνέχεια της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας του Χριστού στους αιώνες και από την άλλη επιβεβαιώνουν την πρωταρχική θέση της Θείας Λειτουργίας στην καθημερινή εν κόσμω πορεία των πιστών, εφόσον, ως ζωντανά μέλη της Εκκλησίας, ενώνονται με τον Χριστό και ακολουθούν τα ίχνη του ίδιου του φιλάνθρωπου Θεού. Θεία Λειτουργία, δηλαδή, σήμαινε και σημαίνει Ευχαριστία. 

Θεία Λειτουργία σημαίνει Εκκλησία, που συγκροτείται από την κεφαλή που είναι ο Χριστός και από τα μέλη που είναι ο λαός. Θεία Λειτουργία και Εκκλησία δεν αποτελούν αποκλειστική επέμβαση του Θεού στα ανθρώπινα με όριο το άγγιγμα στην εφαπτομένη του κύκλου του κόσμου και του ανθρώπου και απομάκρυνση, κατά τις προτεσταντικές αντιλήψεις. Θεία Λειτουργία και Εκκλησία είναι το σημείο του δεσμού του Θεού με τον άνθρωπο, το σταυρικό σημείο της συνάντησης του καθέτου με το οριζόντιο, το θεανδρικό σημείο της εισόδου του θείου στο ανθρώπινο, ώστε να επεκτείνεται η οριζόντια συνέχιση, ώστε να επιτρέπεται η αποστολική διαδοχή, ώστε να έχουν θέση τα μυστήρια, που συνεχίζουν την ορατότητα, που συνεχίζουν την επίσκεψη του Χριστού στον κόσμο, που ενσωματώνουν τους πιστούς στο ένα σώμα της Εκκλησίας, στο Σώμα του Χριστού.

Το μυστήριο της θείας Οικονομίας, δηλαδή, η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η επί Ποντίου Πιλάτου σταυρική θυσία Του, η θεόσωμος ταφή, η Ανάσταση και η Ανάληψή Του, καθώς και η μόνιμη παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία Του και η επάνοδος του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού, αφορούν μια συλλογική πραγματικότητα και όχι μεμονωμένα άτομα· αφορούν την ευχαριστιακή κοινότητα, που συμμετέχει στη Θεία Λειτουργία· αφορούν την Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, όλους εμάς.

Έτσι, Χριστιανοσύνη σημαίνει Ευχαριστία, Σύναξη, Κοινότητα, Σώμα Χριστού, Εκκλησία Χριστού, Θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό, Χριστιανός είναι αυτός που ανήκει στην κοινότητα των αδελφών· αυτός που μπορεί να είναι στο χορό είτε τωνμετανοούντων, είτε τωναπολωλότων, είτε των αγίων· αυτός που ενσωματώνεται στην αποστολική κοινωνία· αυτός που εντάσσεται στο Σώμα Χριστού· αυτός που ακολουθεί τα ίχνη του Χριστού· αυτός που συμμετέχει ενεργά στη Θεία Ευχαριστία· αυτός που ζει στη Θεία Λειτουργία το μυστήριο της θείας Οικονομίας· αυτός που ενώνεται μυστηριακά με τον θυσιαζόμενο διηνεκώς Κύριο· αυτός που έχει Λειτουργημένη ζωή.

Μέσα στη Λειτουργημένη ζωή, λοιπόν, πραγματοποιείται και βιώνεται: η θεία Οικονομία, η ένωση με τον Χριστό, η αγάπη, η ελπίδα, η ειρήνη, η νίκη των αντιθέτων. Με τη Θεία Λειτουργία και τη Λειτουργημένη ζωή απεικονίζεται η ουράνια Ευχαριστία, επανευρίσκεται ο απωλεσθείς Παράδεισος, αγκαλιάζονται και όλες οι πλευρές της εν κόσμωβιωτής και αναστροφής μας. Κάθε άνθρωπος μπαίνει και εντάσσεται μυστηριακά και όχι κατ’ εξοχήν ηθικά στην Εκκλησία, στο Σώμα του Χριστού με το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος, αναπλασμένος κατ’ εικόνα του αρχετύπου του· δέχεται τα δώρα του Αγίου Πνεύματος με το μυστήριο του Χρίσματος, για να συνεχίσει να απλώνεται, να ξεδιπλώνεται και να ανθίζει η νέα του ζωή, η καινή πλέον κτίση, και πάλι μυστηριακά, μέσα στη Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία.

Φθάνοντας, λοιπόν στο τέλος του πρώτου μέρους της ομιλίας μας, Κρατήσαμε στην καρδιά και στο νου μας ότι η Λειτουργημένη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η μυστηριακή και συνεχιζόμενη αδιάκοπα  εφαρμογή του έργου της θείας Οικονομίας, που ενώνει τον άνθρωπο με τον θυσιασθέντα Χριστό, οδηγώντας τον στην τελείωση και στη σωτηρία.

Β.Ο κατακλυσμός του θείου ελέους

Μέσα στην πραγματικότητα αυτής της αλήθειας, μέσα στην πραγματικότητα της θυσίας του Θεού και της ανταπόκρισης του ανθρώπου, ο άνθρωπος, καθένας μας και όλοι μαζί, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας Θεού, μπροστά σε μια πλημμύρα θείας αγάπης, μπροστά σ’ ένα κατακλυσμό θείου ελέους. Από τη θέση αυτή, έχοντας στο χέρι τη δυνατότητα να επιλέξουμε τη Λειτουργημένη ζωή, προέχει να αισθανθούμε το μέγεθος και το ύψος του ελέους, της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού. 

Το θείον έλεος, η θυσιαστική αγάπη και η χωρίς όρια φιλανθρωπία του Θεού δεν είναι οίκτος του Θεού για τους ταλαίπωρους· δεν είναι συμπόνια του Θεού για τους πεσμένους· δεν είναι μια από μακριά παροχή ενίσχυσης της ανθρώπινης αδυναμίας· δεν είναι μια ευγενής από μέρους του Θεού ανοχή των αντιθέτων· είναι η θυσία του ίδιου του Θεού· είναι η προσφορά του ίδιου του εαυτού Του· είναι η βασιλική αγάπη Του· είναι η αποκλειστική για τον καθένα μας αγάπη Του, που επιζητεί αποκλειστική και προσωπική ανταπόκριση· είναι η χωρίς όρια αναμονή αυτών που έχουν απομακρυνθεί, αυτών που έχουν εναντιωθεί, αυτών που πολεμούν, αυτών που πέφτουν, αυτών που λιποψυχούν, αυτών που αδυνατούν, αυτών που αγνοούν. 

Αυτό το θείον έλεος κατακλύζει κυριολεκτικά την ανθρώπινη παρουσία στη Θεία Λειτουργία. Αυτές οι θείες δωρεές, προερχόμενες από την Τριαδική θεότητα, εκ του Πατρός, που είναι η πηγή των δωρεών, δια του Υιού,που είναι η οδός, εν Αγίω Πνεύματι, που ενεργεί την κοινωνία και τη σύναξη, γεμίζουν τη Λειτουργημένη ανθρώπινη ζωή.

Η πρωτοβουλία και η αρχή δεν είναι του ανθρώπου. «Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὔχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεὸν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α΄Ιω. 4, 9- 10). Ο Θεός ενεργεί, ο Θεός κινείται, ο Θεός προσφέρεται, ο Θεός αναζητεί τον άνθρωπο, όχι γιατί έχει ανάγκη, αλλά γιατί είναι αγάπη και ως αγάπη δίδεται, προσφέρεται, θυσιάζεται εκούσια ο ίδιος· γίνεται,και θύτης και θύμα και θυσιαστήριο· είναι συγχρόνως και Θεός και άνθρωπος, και αρχιρεύς και πρόβατον· προσφέρει το Σώμα Του και το Αίμα Του, για να προσλάβει μέσα Του τον άνθρωπο, για να μείνει μέσα Του, μέσα στην αγάπη Του ο άνθρωπος. «Ὁ τρώγων μου τὸ Σῶμα καὶ πίνων μου τὸ Αἷμα ἐν ἑμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ».

Αυτό το έλεος, αυτήν την αγάπη του Θεού δεχθήκαμε και δεχόμαστε καθημερινά οι άνθρωποι, γιατί, ενώ είμαστε σε άθλια κατάσταση, μας συμπόνεσε και μας συμπονεί, μας συμμερίστηκε και μας συμμερίζεται, χωρίς να μας περιφρονεί, μας πήρε μέσα Του και μας παίρνει μέσα Του μυστηριακά, στη Θεία Λειτουργία, μας έβγαλε και μας βγάζει ανασταίνοντάς μας από τη θλιβερή πτώση, μας αξίωσε και μας αξιώνει της βασιλείας Του και των αγαθών Του, δηλαδή μας ελέησε και μας ελεεί. (Βλ. Καβάσιλας PG 150, 405 , Ψλμ. 91,3). Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί τόσες πολλές φορές στη Θεία Λειτουργία φωνάζουμε στον γεμάτο έλεος Θεό «Κύριε ελέησον», γιατί σ’ Αυτόν, που ως χαρά αληθινή έρχεται στη Θεία Λειτουργία, φωνάζουμε «Αλληλούια» και προσφέρουμε την Αγία Αναφορά «ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας»!

Αποτελεί πραγματικότητα. Είναι αλήθεια. Η Λειτουργημένη ζωή είναι η ζωή που δέχεται το εκκενωθέν μύρον, τον Χριστό. Στη Λειτουργημένη ζωή κενώνεται, χύνεται, αδειάζει όλο το θείο μύρο, όλος ο Χριστός. Πριν από την σάρκωση ο Χριστός ήταν το μύρον «τὸ ἐφ’ ἑαυτοῦ μένον» (Καβάσιλας PG 150, 569 C). Με την ενσάρκωση, το Πάθος και την Ανάστασή Του ο Χριστός είναι «τὸ ἐκκενωθὲν μῦρον» (Άσμα 1,3), το μύρον που κενούται, που αδειάζει όλο στη ζωή του ανθρώπου.

Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος λέει ότι «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν» (Β΄Κορ. 2,15), εφόσον ο Χριστός χύνεται μέσα μας, αλλά και εφόσον ο καθένας μας, ως μια σταγόνα νερού, βυθίζεται μέσα στο απέραντο πέλαγος του θείου μύρου και μεταβάλλεται τελικά σε μύρον. (Καβάσιλας PG 150, 593 C B). Ο άνθρωπος ενωμένος με τον Χριστό μυστηριακά, είναι ο λειτουργημένος άνθρωπος, που γίνεται μύρον, που ευωδιάζει. Από τη Λειτουργημένη ζωή, τη χριστοποιημένη ζωή, την ευωδιασμένη ζωή εξαφανίζεται, χάνεται, φυσικώ τω τρόπω, και η δυσοσμία των παθών και όλων των αρνητικών στοιχείων.

Τεκμήριο, απόδειξη της εκχυνομένης αυτής θείας αγάπης, του κατακλυσμού του θείου ελέους, είναι η κάθοδος και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη Θεία Λειτουργία, στη Λειτουργημένη ζωή μας.Μαζί με την εντολή προς τους μαθητές να επιτελούν την ιερουργία του θείου Δείπνου ο Χριστός προσφέρει και τη δύναμη για να το κάνουν. Η δύναμη αυτή είναι η συνέχιση της θυσίας, του ελέους,της θείας Αγάπης. Η δύναμη αυτή είναι το Άγιον Πνεύμα, που έρχεται «ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα Δώρα», η δύναμη που συνάγει το λαό σε Εκκλησία, που συγκροτεί το θεσμό της Εκκλησίας, που δίδει τις δωρεές, που ενώνει και ζωοποιεί, που προσλαμβάνει τα αιτήματα και τις καρδιές των πιστών, που ενεργεί στη φωνή και στις επικλήσεις των ιερέων και λειτουργών, που το βιώνουν και το βλέπουν ως άκτιστο φως οι άγιοι, μπρος στο άγιο θυσιαστήριο, που παραμένει μόνιμα και ζωντανά στη Λειτουργημένη ζωή μας.

«Ρωτήθηκε κάποτε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, πώς οφείλει να είναι ο ιερέας και απάντησε λέγοντας· εγώ δεν είμαι άξιος να είμαι ιερεύς, πλην όμως πώς οφείλει να είναι αυτός που μέλλει να ιερουργήσει στο Θεό έχω μάθει. Κατά πρώτον οφείλει να είναι αγνός όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή και μέσα απ’ αυτά να είναι αμέτοχος σε κάθε αμαρτία. Δεύτερον να είναι ταπεινός και στο εξωτερικό ήθος και στον εσωτερικό χώρο της ψυχής. Έπειτα όταν βρίσκεται μπροστά από την Αγία Τράπεζα, οφείλει αναμφιβόλως να βλέπει νοερώς μεν την θεότητα, αισθητώς δε τα προκείμενα άγια· και όχι μόνο, αλλά και αυτόν που είναι αοράτως παρών στα δώρα, οφείλει να τον έχει τοποθετήσει ενοικούντα μέσα στην καρδιά του και να τον γνωρίζει· ώστε να μπορεί με παρρησία να προσφέρει τις ικεσίες· και ως φίλος προς φίλον να συνομιλεί, λέγοντας·

Πάτερ ημών … Τέτοιους πρεσβυτέρους είδα, συγχωρείστε με, πατέρες και αδελφοί. Και το έλεγε αυτό, δήθεν για κάποιον άλλο, κρύβοντας έτσι τον εαυτόν του και αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων …Άκουσα, είπε, από κάποιο ιερομόναχο, ο οποίος μου είχε το θάρρος και με αισθανόταν ως φίλο του, ότι ουδέποτε λειτούργησα, χωρίς να δω το Άγιον Πνεύμα, όπως το είδα να έρχεται πάνω μου, την ημέρα της χειροτονίας μου, λέγοντας ο μητροπολίτης τις ευχές της χειροτονίας, ενώ πάνω στο άθλιο κεφάλι μου είχε το Ευχολόγιο. Και αφού τον ρώτησα πώς είδε το Άγιο Πνεύμα, με τι είδους μορφή, είπε· Αφενός το είδα απλό, αφετέρου χωρίς μορφή, πλην όμως ως φως.

Και καθώς το θαύμαζα, αφού ουδέποτε μέχρι τότε το είχα δει, και καθώς διαλογιζόμουνα τότε τι ήταν αυτό, Εκείνο μου έλεγε μυστικώς, σαν να μου μιλούσε με φωνή· Εγώ, μ’ αυτό τον τρόπο επιφοιτώ σ’ όλους τους προφήτες και αποστόλους και αυτούς που τώρα είναι εκλεκτοί του Θεού και στους αγίους· επειδή εγώ είμαι το Άγιον Πνεύμα του Θεού….» (Συμεών Νέου Θεολόγου, Κεγάλαια Πρακτικά, Θεολογικά, Ηθικά, PG 120, 685-688)

Αν απόδειξη της έκχυσης του θείου ελέους στον άνθρωπο, κατά την Θεία Λειτουργία, είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, η ωραιότητα, το κάλλος και η γλυκύτητα των παρεχομένων δωρεών, των αγαθών και του θείου ελέους φανερώνεται και εκφράζεται με τη γλυκύτητα της ψαλμωδίας. Έτσι η ψυχή βοηθιέται να αποκτήσει φτερά, να παραμερίσει τους κόπους, και να επιζητήσει την απόκτηση και άλλων, ακόμη περισσότερων και ανώτερων αγαθών. (Αγ. Μάξιμος Ομολογητής, Μυσταγωγία 182, 234).

Εφόσον, λοιπόν, κατά την Θεία Λειτουργία, προσφέρονται οι δωρεές του Θεού και τα αγαθά Του, αισθανόμαστε ευχαριστία και ευχαριστούμε τον Δοτήρα. Και αφού τον ευχαριστούμε, Εκείνος δίνει ακόμη περισσότερα. (Αββά Ισαάκ, σ. 126) Και αφού δίνει ακόμη περισσότερα, πλέουμε τελικά μέσα σ’ ένα πέλαγος θείων δωρεών. Η άνυδρη και ξηρή ψυχή μας δέχεται συνεχώς την ευεργεσία από μια πλημμύρα θείας αγάπης. Η Λειτουργημένη τελικά ζωή μας βρίσκεtαι μέσα σ’ ένα κατακλυσμό του θείου ελέους.

Γ. Η καλή αλλοίωση

Ο άνθρωπος, η ζωή και ο κόσμος ολόκληρος που τον περιβάλλει, μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό του θείου ελέους, δέχονται μυστηριακά και αόρατα τη μεταφορφωτική ενέργεια των δωρεών του Θεού. Στη Θεία Λειτουργία συντελείται η καλή αλλοίωση σ’ όλο το μήκος και το βάθος της ανθρώπινης υπόστασης. Η Λειτουργημένη ζωή γίνεται η πορεία εκείνη που υπερβαίνει κάθε εμπόδιο, κάθε αρνητικό παράγοντα, κάθε αδυναμία ή φραγμό.

Ας δούμε τα σημεία εκείνα στα οποία μπορεί να διακριθεί η καλή αυτή αλλοίωση, που δέχονται ο άνθρωπος, η ζωή του και όλος ο κόσμος:
1)Η ιστορία μεταστοιχειώνεται
2) Το σκοτάδι γίνεται φως
3)Αποδοχή ή απαλλαγή από τις θλίψεις
4) Το άγχος, οι φόβοι και η ανασφάλεια δίνουν θέση στην ελπίδα
5) Οι διαφορές και οι αντιθέσεις σταματούν και έρχεται η ενότητα
6) Η ταραχή μεταβάλλεται σε ειρήνη

1)Η ιστορία μεταστοιχειώνεται

Και πρώτα-πρώτα η ίδια η ιστορία μεταστοιχειώνεται λειτουργικά. Τα ιστορικά γεγονότα της θείας Οικονομίας, της θυσίας του Θεού, δεν είναι γεγονότα του παρελθόντος, περασμένα και κλειστά· είναι γεγονότα παρόντα και ενεργή, πραγματικά και ζωντανά. Οι συμμετέχοντες στη Θεία Λειτουργία πιστοί και αναφωνούντες το «Τοῦ Δείπνου Σου τοῦ Μυστικοῦ σήμερον Υἱὲ Θεοῦ…», παίρνουν μέρος πραγματικά και αληθινά στο Μυστικό Δείπνο του Κυρίου· συμπορεύονται το δρόμο του Γολγοθά· συσταυρώνονται και συνανασταίνονται με τον Παθόντα και Αναστάντα· δέχονται μαζί με τους Αποστόλους τον Παράκλητο. Όλα τα θεία γεγονότα δεν είναι γεγονότα του καιρού εκείνου, δεν ερμηνεύονται ιστορικά. Ο απόστολος Παύλος δεν ήταν ιστορικά παρών στην Πεντηκοστή, Όμως, στην εικόνα της Πεντηκοστής παριστάνεται ιδιαίτερα.

2) Το σκοτάδι γίνεται φως

Το σκοτάδι, που κυριαρχεί πριν από τον ερχομό του Χριστού, που δείχνει την άγνοια ή την αγνωσία του ανθρώπου για τον Θεό, τώρα αλλοιώνεται, αλλάζει και γίνεται φως. Ο ερχομός του Χριστού και η συνεχής μυστηριακή παρουσία Του στη Θεία Λειτουργία διαλύει το σκοτάδι και τη νύχτα· φέρνει το φως και δίδει τη θεογνωσία. Ο Χριστός είναι το φως και η γνώση. Ο σύνδεσμος και η μυστηριακή ένωσή μας με τον Χριστό, μας φέρει μέσα στο φως και μέσα στη γνώση. Ο λειτουργημένος άνθρωπος είναι ο φωτισμένος στην καρδιά άνθρωπος,εκείνος που γνωρίζει τον Θεό ή καλύτερα εκείνος τον οποίο γνωρίζει πρώτος ο Θεός, κατά τον απόστολο Παύλο: «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ». (Γαλ. 4,9) Με τον Χριστό, με το φως, με τη θεογνωσία, ερχόμαστε στην αληθινή ζωή, γευόμαστε την αιώνια ζωή, ξεπερνούμε το θάνατο, ζούμε στον παράδεισο.

Είναι άξιο προσοχής, η χρήση λαμπάδων, κεριών ή κανδηλιών στη Θεία Λειτουργία. Από την αποστολική εποχή ακολουθείται αυτή η λειτουργική πράξη. «Ἐν δὲ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων συνηγμένων τῶν Μαθητῶν κλάσαι ἄρτον … ἦσαν λαμπάδες ἱκαναὶ ἐν τῷ ὑπερώῳ οὗ ἦμεν συνηγμένοι» (Πράξ. 20,7-8) Μέσα σ’ αυτό το φως, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, πρέπει να βλέπουμε: τη δόξα του θεού, τη διάλυση του σκοταδιού, την επικράτηση της χαράς, την τιμή των Μαρτύρων και των Αγίων που έγιναν φως, τα ευάρεστα στο Θεό έργα μας αλλά και τη συγχώρηση των αμαρτιών μας (Βλ. Εορτοδρόμιον σ. 433) Στη Λειτουργημένη ζωή δεν χωράει σκοτάδι. Τα πάντα εδώ αλλοιώνονται και μεταβάλλονται σε φως, σε αληθινή ζωή.

3) Αποδοχή ή απαλλαγή από τις θλίψεις

Η ύπαρξη στην ανθρώπινη ζωή θλίψεων, πόνου και κόπου, από τη μια πλευρά αποτελεί γεγονός, που ήλθε ως συνέπεια της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον Θεό, και από την άλλη επιζητεί αντιμετώπιση και λύση. Μπροστά στο πρόβλημα αυτό, δύο δυνατότητες αντιμετώπισης συναντούμε, μέσα στην πνευματική πορεία της Εκκλησίας μας. Η πρώτη περίπτωση βασίζεται στην αγωνιστική και ολόθυμη διάθεση του ανθρώπου να αποδεχθεί τις θλίψεις ως φάρμακο θεραπείας της αμαρτίας· είναι η περίπτωση των τελείων και των δυνατών, η περίπτωση των αγίων. Η δεύτερη περίπτωση βασίζεται στη δυνατότητα απαλλαγής από τις θλίψεις, με την έννοια της μετάθεσης του βάρους των σ’ Εκείνον που ήλθε να τις σηκώσει. Ο Παθών και Αναστάς Κύριος, μυστηριακά, μέσα από τη Θεία Λειτουργία, αναμένει να του αποθέσουμε το βάρος και να ακολουθήσουμε έπειτα το δρόμο που μας υποδεικνύει. 

Έτσι η ψυχή μας, «κάμνουσα», ενώ πάσχει και πονά, «ἐγγὺς ἐστὶ Θεοῦ», κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο, πλησιάζει περισσότερο το Χριστό, και ο Χριστός, που θυσιάζεται, γίνεται η πέτρα της υπομονής, η αφορμή της παρακλήσεως, ο χορηγός της δύναμης, ο συναγωνιστής της ανδρείας, όπως διαβάζουμε στα λειτουργικά κείμενα (Ακολουθία μεγάλου μοναχικού σχήματος), γίνεται «ἡ ἀπαρεξόδευτος ὁδὸς», ο δρόμος, δηλαδή, που δεν ξεστρατίζει, κατά τον Μ. Βασίλειο, αλλά οδηγεί με ασφάλεια τον άνθρωπο στο Θεό. Έτσι, με τη Θεία Λειτουργία, με τη Λειτουργημένη ζωή ο άνθρωπος, ικετεύοντας «ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως …», παίρνει τη δυνατότητα να υπερβαίνει τις θλίψεις και τα αρνητικά, που δεν λείπουν από την καθημερινή πορεία του.

4) Το άγχος, οι φόβοι και η ανασφάλεια δίδουν θέση στην ελπίδα

Οι κίνδυνοι και οι απειλές από πολέμους, θεομηνίες, ατυχήματα, εγκλήματα, επιθέσεις, αποτυχίες, επιδιώξεις, ανάγκες, συμφέροντα κ.λ.π. που χαράσσουν και αφήνουν βαθειά στην ανθρώπινη ψυχή το άγχος, το φόβο, την ανησυχία και την ανασφάλεια ή και την απελπισία, μπορούν να μπουν κάτω από την αλλοιωτική και μεταμορφωτική δύναμη και ενέργεια της μυστηριακής Χάριτος του Χριστού στη Θεία Λειτουργία. Οι πιστοί, αν και φοβισμένοι, αγωνιώντες και απέλπιδες, με κλειστές και αμπαρωμένες τις πόρτες της καρδιάς, όπως οι μαθητές του Χριστού πριν την Ανάσταση, έχουμε τη δυνατότητα να πορευθούμε προς τον ζωοδόχο τάφο, να πλησιάσουμε μυστηριακά και με σιγουριά τον Αναστάντα, ώστε να καταπατηθεί κάθε δισταγμός και αμφιβολία, κάθε φόβος και ανησυχία. 

Μια τέτοια μυστηριακή πορεία μας, θα επιτρέψει την εμφάνιση του Αναστάντος Κυρίου, κεκλεισμένων των θυρών μας, ενώ εκ του τάφου θα αστράψει η όντως ελπίδα μέσα στην ύπαρξή μας. Είναι στο χέρι μας η δυνατότητα αυτή, αρκεί να αισθανθούμε μέσα στο μυστήριο της Θείας Λειτουργίας ως ταπεινοί μαθητές του Χριστού ή ως άνθρωποι με φρόνημα νηπίου, (βλ. Ψλμ. 114, 6) νοιώθοντας αληθινά την πατρική Του παρουσία, δεχόμενοι πραγματικά τη στοργική Του φροντίδα. Η Λειτουργημένη ζωή ανοίγει αυτή την προοπτική στο σημερινό πιεσμένο και από πολλές πλευρές ανήσυχο άνθρωπο.

5) Οι διαφορές και οι αντιθέσεις σταματούν και έρχεται η ενότητα

Στον τομέα της κοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων παρατηρούνται έκδηλα και εύκολα αντιθέσεις, διαφορές, διαιρέσεις, διαλεκτικές εξάψεις κ.ά, στοιχεία, που καλλιεργούν την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό, που απομονώνουν τον άνθρωπο μέσα σ’ ένα υπερφίαλο εαυτό, που γενούν την αντιπαλότητα, την αποστροφή ή και ακόμη το μίσος, που καταλύουν σταδιακά τη συνύπαρξη και τη συνεργασία. Στη Θεία Λειτουργία συντελείται ο σύνδεσμος και η συναρμογή του ενός προς τον άλλο, γιατί ο προσφερόμενος και θυσιαζόμενος Κύριος συγκεντρώνει μέσα στο Σώμα Του όλους που πιστεύουν σ’ Αυτόν, συγκροτεί την Εκκλησία, με κεφαλή τον ίδιο και μέλη τους πιστούς.

Ενοποιούσα δύναμη είναι η αγάπη, η οποία, όπως η φωτιά, όταν βρει ξερά ξύλα, ενώνεται μ’ αυτά και τα μετατρέπει όλα σε φωτιά, ενώ αν βρει υγρά ξύλα, δεν ενώνεται, αλλά και σβήνει, έτσι και η αγάπη του Χριστού, σαν φωτιά, μέσα στη Θεία Λειτουργία, με την υψηλή της θερμότητα συμπλέκει, συναρμόζει και συγκολλά τις ψυχές των πιστών (Βλ. Ιω. Χρυσόσομος PG 62, 72-73, 85). Ο ίδιος, λοιπόν, ο θυσιαζόμενος Χριστός επιτυγχάνει αυτήν την ενότητα και τη συναρμογή όλων, γιατί είναι η αγάπη και το θεμέλιο, η πέτρα «ἡ βεβαία, ἡ ἀρραγὴς καὶ ἀνάλωτος» (Ιω. Χρυσόστομος ΕΠΕ 11, 412-414).

Οπότε, μας προτρέπει, κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «όποιος στη φιλία με τον πλησίον βάζει πρώτα θεμέλιο Εμένα, θα βρίσκομαι μαζί του» (Ιω. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 11, 412). Ο Χριστός θυσιάστηκε και θυσιάζεται, η Εκκλησία ιδρύθηκε και λειτουργεί, η Θεία Λειτουργία παραδόθηκε και επιτελείται, όχι για να μαζευόμαστε και να είμαστε διαιρεμένοι, αλλά για να φθάνουμε στην ενότητα, όσοι ήμασταν διαιρεμένοι, (Βλ.Ιω. Χρυσοστόμου, 61, 228). Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε ότι αυτό το επίτευγμα, αυτή η δυνατότητα, αυτή η ευκαιρία, έχει τεράστια δύναμη, έχει πρωταρχική αξία.

Άλλο είναι η προσευχή στο σπίτι και άλλο εκείνη με τους αδελφούς, εκείνη που αναπέμπεται στο Θεό «ὁμοθυμαδὸν», που έχει μέσα της την ομόνοια, τη συμφωνία και το σύνδεσμο της αγάπης. (Ιω. Χρυσόστομος, 48, 725). Γι’ αυτό ο Χριστός, «ὁ καὶ δυσὶ καὶ τρισὶ συμφωνοῦσιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου», εισακούει τα αιτήματά μας· γι’ αυτό η φωνή αυτών που λειτουργούνται έχει τεράστια δύναμη· γι’ αυτό η φωνή των χριστιανών έχει τεράστια δύναμη. Ο συγγραφέας της Προς Διόγνητον επιστολής λέει κάτι πολύ σημαντικό για όλους μας, που πρέπει να το προσέξουμε: «Ό,τι είναι στο σώμα η ψυχή, αυτό είναι στον κόσμο οι χριστιανοί. Η ψυχή είναι διεσπαρμένη σ’ όλα τα μέλη του σώματος, και οι χριστιανοί σ’ όλες τις πόλεις του κόσμου… Οι χριστιανοί κρατούν τον κόσμο» (Β 2, 253-254) .

Αυτή η κοινή με αγάπη λειτουργική ικεσία των χριστιανών έχει να επιδείξει μέσα στην εκκλησιαστική μας ιστορία αμέτρητα παραδείγματα και αληθινές μαρτυρίες. Να θυμηθούμε μόνο το θαύμα της απαλλαγής των κατοίκων της Αντιόχειας το 387 μ.Χ. από την επαχθή φορολογία που είχε επιβάλλει ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, όταν ο μεν επίσκοπος Φλαβιανός παρακαλούσε τον αυτοκράτορα, ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε συναθροίσει το λαό, χρησιμοποιώντας αυτή τη δύναμη της ικεσίας του πλήθους (Ιω. Χρυσοστόμου 49, 172-173 και 211). Να μνημονεύσουμε και το θαύμα, επίσης, της κατάπαυσης του μεγάλου σεισμού στην Αντιόχεια, όταν και πάλι ο Ιωάννης Χρυσόστομος αντιπαρατάσσει στην από πάνω, από τον ουρανό οργή, την από κάτω λειτουργημένη φωνή και κοινή ικεσία των χριστιανών (ιω. Χρυσοστόμου, 50, 716).

Είναι, άρα, ξεκάθαρο. Έχουμε στα χέρια μας τη μεγαλύτερη ανάγκη που επιζητεί όλη η ανθρωπότητα. Να προσφέρουμε στο Θεό αυτό που σημειώνει ο θεοφόρος άγιος Ιγνάτιος: «μία προσευχή, μία δέηση, ένα νου, μία ελπίδα, εν αγάπη, εν χαρά, που είναι Ιησούς ο Χριστός» (Β 2, 270). Να ακολουθήσουμε τη λειτουργημένη ζωή, που μεταμορφώνει τα αντίθετα και ενώνει τα διαιρεμένα.

6) Η ταραχή μεταβάλλεται σε ειρήνη

Αν ο Δημιουργός Θεός τοποθέτησε όλη τη δημιουργία Του μέσα σ’ ένα περιβάλλον ειρήνης και ισορροπίας και αν έπλασε την ανθρώπινη φύση «άμαχη, ειρηνική και αστασίαστη, τόσο προς τον ίδιο το Θεό, όσο και προς τον εαυτόν της, σφιγμένη και δεμένη με την θεία αγάπη Του», (Μάξιμος Ομολογητής, 90, 1196 Β) η αδιαμφισβήτητη διατάραξη αυτής της κατάστασης και η κυριαρχία της ταραχής και της σύγχυσης στη ζωή του ανθρώπου και σ’ όλη τη φύση, ήλθε και υπάρχει με την πτώση και την απομάκρυνση του ανθρώπου από το γνήσιο και αυθεντικό δημιουργικό περιβάλλον.

Η επάνοδος της ειρήνης και της πνευματικής ισορροπίας στη ζωή του ανθρώπου και στο χώρο όλης της κτίσεως, έρχεται και πάλι από εκεί που προήλθε, από τον Θεό· «ἄνω ἐστὶν ἡ εἰρήνη ἡ ἀληθινὴ», θα μας πει ο Μ. Βασίλειος (PG 29, 376 ΒC). Έτσι, ο μόνος που φέρνει ξανά την ειρήνη στον άνθρωπο και τον κόσμο είναι ο Χριστός· και «όπως χωρίς το φως, το μάτι δεν μπορεί να δει, έτσι και χωρίς τον Χριστό δεν μπορεί να έλθει η ειρήνη και η αληθινή ζωή» (Καβάσιλας PG 150, 464 Β). Αυτό, πρέπει να σημειώσουμε, δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά είναι πραγματικότητα, που επιτυγχάνεται μυστηριακά. Το κατ’ εξοχήν μυστήριο με το οποίο ξαναέρχεται η ειρήνη στα ανθρώπινα είναι η Θεία Λειτουργία.

Όντως, ας φέρουμε στο νου μας πόσες φορές μέσα στη Θεία Λειτουργία ακούμε τις ιερατικές προτροπές, «ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν… ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης …» κ.λ.π. ή το «εἰρήνη πᾶσι»! Με τα αιτήματα αυτά, ουσιαστικά ζητάμε την παρουσία του Χριστού, επειδή, θα μας πει ο Μ. Βασίλειος «ὁ ζητῶν εἰρήνην Χριστὸν ἐπιζητεῖ, ὅτι αὐτὸς ἐστὶν ἡ εἰρήνη» (PG 29, 376 C). Επομένως, Αν η ειρήνη, «τὸ εἰρηνεύειν ἡμᾶς πρὸς τε ἀλλήλους καὶ Θεὸν» είναι η πηγή και η αρχή για κάθε καλό (Κύριλλος Αλεξανδρείας PG 74, 708 ΒC), και αν σήμερα, μπορούμε να δούμε τη ζωή μας σαν μια θάλασσα, στην οποία, σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου «ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσὸς οὐδαμοῦ, Χριστὸς καθεύδει» (PG 37, 153 C), τότε η μόνη λύση είναι ο Χριστός και η Λειτουργημένη ζωή, που μπορεί να μεταβάλλει την ταραχή σε ειρήνη, το σκοτάδι σε φως.

Δ. Η αγαπηική πρόσκληση του Θεού και η ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου

Αν σκεφθούμε αφενός τις δυνατότητες που έχουμε ως άνθρωποι, ως χριστιανοί, ως έθνος, ως παράδοση, ως Εκκλησία και αφετέρου τα θαυμαστά αποτελέσματα, που μπορούμε να αποκομίσουμε από τη Λειτουργημένη ζωή, μας μένει η ελεύθερη επιλογή και η ολόθυμη προτίμησή της. Απομένει στον καθένα μας να δει τη Λειτουργημένη ζωή, που προσφέρει ο Χριστός και η Εκκλησία μας ως μια αγαπητική πρόσκληση του ίδιου του Θεού σε κάθε ένα προσωπικά. Αν, λοιπόν, παραλαμβάνουμε την πρόσκληση και θέλουμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν, ίσως θα βοηθούσαν κάποιες ενισχύουσες το σκοπό αυτό ενέργειες.

1)Στην ανταπόκριση της πρόσκλησης αυτής μπορεί να βοηθήσει η λειτουργία των αισθήσεων της πίστεως μέσα μας. Η παρουσία του Χριστού στο μυστήριο της Θείας Λειτουργίας βιώνεται με την πίστη και ειδικότερα με τις αισθήσεις της πίστεως. Εδώ, στη Θεία Λειτουργία, συναντάμε, βλέπουμε και γνωρίζουμε με τις αισθήσεις της πίστεως τον Χριστό σιωπώντα, ομιλούντα, πάσχοντα, σταυρούμενον, αναστάντα, αναλαμβανόμενον ή πέμποντα την Χάριν Του. Αυτό σημαίνει ότι με τις αισθήσεις της πίστεως τον συναντάμε, τον βλέπουμε και τον γνωρίζουμε καθαρότερα από τους Ιουδαίους που τον είδαν μόνο με τις σωματικές αισθήσεις και χωρίς πίστη. Ο Χριστός δεν μακαρίζει την εξωτερική όψη, γιατί αυτή δεν βλέπει τα θαύματα, αλλά την εσωτερική, επειδή «σε τίποτε δεν βλάπτει η σωματική απουσία, αν υπάρχουν μάτια πίστεως, και σε τίποτε δεν ωφελεί η σωματική παρουσία, όταν δεν υπάρχουν μάτια πίστεως», θα σημειώσει ο άγιος Χρυσόστομος (PG 56, 273). Αν επιθυμούμε Λειτουργημένη ζωή, τότε είναι ανάγκη να ενεργοποιηθούν οι αισθήσεις της πίστεως.

2) Στην ανταπόκριση της πρόσκλησης του Θεού μπορεί να βοηθήσει, επίσης, η ακολουθία του δρόμου της μετανοίας. Πιστεύοντας ότι η αμαρτία έφερε τον θάνατο και η μετάνοια ανοίγει το δρόμο της ζωής, προτιμούμε την μετάνοια. Αν καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πάρει λάθος πορεία και κατεύθυνση, μπορούμε να αναζητήσουμε το δρόμο της επιστροφής, που είναι ο δρόμος της μετανοίας ως ο άσωτος υιός. Αν με φιλότιμο θέλουμε να προετοιμάσουμε τον δρόμο του Χριστού, για να εισέλθει στη ζωή μας, τότε ασχολούμαστε με τη μετάνοια. Αν με συναίσθηση ευθύνης αναμένουμε την παρουσία του Κυρίου, τότε ακολουθούμε τη μετάνοια. Αν επιλέγουμε να συμμετάσχουμε στη Θεία Λειτουργία αληθινά, τότε κινούμαστε με τη μετάνοια. Αυτό δείχνουν οι κινήσεις του ιερέως στη Θεία Λειτουργία, που επέχουν και θέση υπόδειξης προς το λαό. Αν δεν αισθανόμαστε άξιοι να προσεγγίσουμε ή να ενωθούμε με τον Χριστό, η μετάνοια μας δίδει τις κατάλληλες προϋποθέσεις γι’ αυτό, σύμφωνα με το κείμενο της Θείας Λειτουργίας των Αποστολικών Διαταγών: «εἴ τις ἅγιος προσερχέσθω· εἰ δε τις οὐκ ἔστιν, γενέσθω διὰ μετανοίας» (Β, 2, 125).

3) Αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση του Θεού, μπορεί να βοηθήσει η ταπείνωση. Μπροστά στη θεϊκή παρουσία, η θέση που αρμόζει στον άνθρωπο είναι η ταπείνωση· γι’ αυτό ο ιερέας προσπίπτει και εύχεται μυστικά κατά την Θεία Λειτουργία: «Πάλιν καὶ πολλάκις Σοὶ προσπίπτομεν καὶ Σοῦ δεόμεθα …». Μ’ αυτό το «προσπίπτοντες» του ιερέως και όλων των πιστών, ενδυόμαστε την κατάλληλη στολή. Ως προσκεκλημένοι του Δείπνου φοράμε την αρμόζουσα ενδυμασία, την ταπείνωση, που είναι στην ουσία δώρο του ίδιου του Θεού. Έτσι, γινόμαστε γνώριμοι του Χριστού, ως κανονικοί προσκεκλημένοι Του. Η συναίσθηση της ανθρώπινης αδυναμίας, η συντριβή μπροστά στο ανυπέρβλητο μεγαλείο της παρουσίας του Θεού μας εισάγει στο Δείπνο, αλλά και επιτρέπει στο Χριστό να εισέλθει μέσα στην ψυχή μας, να αλλοιώσει κάθε αντίθετο και αρνητικό.

4) Αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση του Θεού, μπορεί να βοηθήσει η απόθεση κάθε βιοτικής μας μέριμνας. Η συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία και η Λειτουργημένη ζωή επιτυγχάνονται με τη συμπόρευση με τον Χριστό. Κι αυτό σημαίνει ότι παραμερίζουμε κάθε βιοτική μας μέριμνα ή αποθέτουμε κάθε φροντίδα και σκέψη μας στα χέρια του Χριστού. Όλο το φορτίο των υποχρεώσεων, των φροντίδων και των αναγκών το φορτώνουμε στον ίδιο το Χριστό, που ανεβαίνει στο Γολγοθά. Γι’ αυτό ανεβαίνει στο Γολγοθά, για να σηκώνει τα ανθρώπινα φορτία, τις ανθρώπινες ανάγκες μας. 

5)Αν η δική μας φροντίδα στραφεί προς τον Θεό, ο Θεός δεν θα μας στερήσει και από αυτά που χρειαζόμαστε κάθε μέρα. (Ισαάκ ο Σύρος, σ. 15- Ματθ. 6,3 Έτσι ζουν και πορεύονται οι Άγιοι: «αφήνουν τα κάτω, στο Θεό και αρχίζουν να τρέχουν με όλες τους τις δυνάμεις άνω, χωρίς να σταματούν, μέχρι να ανεβούν στην κορυφή και πάλι συνεχίζουν» (Ιω. Χρυσόστομος PG 53, 259) . Με υπόδειγμα την τελειότητα και τη δύναμη των Αγίων, μπορούμε να παραμερίζουμε τα μικρά και βιοτικά, ποθώντας ή θαυμάζοντας τα ουράνια. Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις «κανένας να μην μπει στο Ναό έχοντας βιοτικές φροντίδες, κανένας περισπασμένος, κανένας φοβισμένος. Αλλά αφού όλα τα αφήσουμε έξω, μπροστά στις πόρτες του ναού, τότε ας μπούμε όλοι μέσα, γιατί μπαίνουμε στα ανάκτορα των ουρανών, πατούμε τόπους που αστράφτουν», θα σημειώσει ο άγιος Χρυσόστομος. (Ιω. Χρυσόστομος PG 56, 108-109).

6) Αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση του Θεού, μπορεί να βοηθήσει η βαθιά συναίσθηση της Θείας Μεταλήψεως. Το ιερατικό κέλευσμα «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», αφορά, βέβαια, εκείνους που είναι τέλειοι και άγιοι, αλλά αφορά και εκείνους που προσπαθούν και αγωνίζονται για την τελειότητα και δεν την έχουν φθάσει ακόμη σ’ αυτήν, (ι. Καβάσιλας), αλλά αφορά και εκείνους που πρέπει να καθαρθούν από τις πτώσεις με την εξομολόγση, αλλά αφορά και όλους τους βαπτισμένους χριστιανούς. 

Έτσι δίδεται η δυνατότητα σ’ όλους μας να βρισκόμαστε και άνω, στους κόλπους του Θεού και κάτω, στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου θυσιάζεται ο Χριστός. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε ενωμένοι και να γευόμαστε τον ίδιο Θεό, τον καθήμενο στους ουρανούς και προσκυνούμενο υπό των Αγγέλων, αλλά και τον ευρισκόμενο μυστηριακά μαζί μας στη γη. (Ιω. Χρυσόστομος PG 62, 27) Ο Χριστός είναι παρών, είναι μαζί μας, εισέρχεται μέσα μας, τον γευόμαστε, αλλά κρύπτεται.Και όπως κατά την Σάρκωση, το σώμα σκέπαζε την θεότητα, έτσι και κατά την Θεία Λειτουργία ο άρτος και ο οίνος κρύβουν την θεότητα (Βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, PG 63, 119). «Ὁ γὰρ ἄρτος οὗτος, οἷόν τι καταπέτασμά ἐστιν ἔνδον, κρύπτον τὴν θεότητα», θα σημειώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Οικονόμου, ομιλίες σ. 205)

Αντί επιλόγου

Η Θεία Λειτουργία ως η αδιάκοπη ιερουργία της Θείας Οικονομίας, η παρατεινόμενη θυσία του Θεού για τον άνθρωπο, τοποθετεί τον άνθρωπο μέσα σ’ ένα τεράστιο πέλαγος θείας φιλανθρωπίας, μέσα σ’ ένα περιβάλλον κατακλυσμού του θείου ελέους. Παραδόθηκε από τα Άχραντα χέρια του Κυρίου στους μαθητές και στα μέλη της Εκκλησίας Του. Επιτελείται για να ενώνεται ο άνθρωπος με τον Χριστό, για να προσλαμβάνεται η ζωή του ανθρώπου μέσα στη ζωή του Χριστού, ενώ δέχεται την καλή αλλοίωση με τη ζωοποιό Χάρη.

Ο οδοιπόρος της Θείας Λειτουργίας άνθρωπος, ο Λειτουργημένος άνθρωπος, έχει στη διάθεσή του τον Χριστό, που επιθυμεί να γίνεται τα πάντα τοις πάσι· «σ’ αυτούς που έχουν χαρά γίνεται άμπελος· σ’ αυτούς που επιζητούν να εισέλθουν κάπου, γίνεται θύρα· σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη τις προσευχές, γίνεται μεσίτης και αρχιερέας· σ’ αυτούς που έχουν αμαρτίες, γίνεται πρόβατο, έτοιμο να σφαγιασθεί προς χάριν τους· σε όλους γίνεται τα πάντα, ενώ μένει αυτός που είναι στη φύση του, δηλαδή Θεός» (Κύριλλος Ιεροσολύμων, PG 33, 665 ΑΒ)

Η Λειτουργημένη ζωή του ανθρώπου είναι η ζωή και η πορεία ανάβασης μιας ατέλειωτης κλίμακας, που στηρίζεται στο άγιο θυσιαστήριο με κορυφή όμως ατελείωτη και άφθαστη για τον άνθρωπο. Η αέναη κίνηση αυτής της ανάβασης ακολουθείται από τους Αγίους και από τους αγωνιζόμενους πιστούς. Σ’ αυτήν την κίνηση, σ’ αυτήν την πορεία, σ’ αυτήν την Λειτουργημένη ζωή, μας προσκαλεί ο Θεός αγαπητικά και αναμένει την αποδοχή και την ανταπόκριση.

Ευχηθείτε, Σεβασμιώτατε, σεβαστοί μου πατέρες και αγαπητοί μου αδελφοί, εν όψει και της επερχόμενης έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής, να εννοήσουμε την αξία και τη σημασία της Λειτουργημένης ζωής μας και να ανταποκριθούμε, κατά το δυνατόν έκαστος, στη θεϊκή αυτή πρόσκληση.

πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Ε. Κωστάκη

23 Φεβρουαρίου 2014
Κυριακή της Απόκρεω και μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Πολυκάρπου
Ι. Μ. Ν. Αγίου Νικολάου Αλεξανδρουπόλεως
Εν ιερεύσι ελάχιστος
π. Κωνσταντίνος Ε. Κωστάκης

πηγή :  Ιερά Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως & Τραϊανουπόλεως


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...