/*--

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία καί ἡ σημασία τῆς ἀσκήσεως στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας

   
Κατά τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστείων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ Πάσχα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τή μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας*. Ἡ τοποθέτηση τῆς ὁσιακῆς μνήμης τῆς ἐν λόγῳ ἁγίας δέν εἶναι καθόλου τυχαία. Ἡ περίοδος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, καθώς εἶναι περίοδος προετοιμασίας γιά τήν μετοχή στά τίμια πάθη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, προβάλει ὡς πρότυπα ἀσκητές τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἐκδήλωσαν ἐμπράκτως τήν ἀγάπη τους στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. 


Ἔτσι παρατηροῦμε πώς ἐκτός ἀπό τήν πρώτη Κυριακή τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς πού εἶναι ἀφιερωμένη στήν Ὀρθοδοξία, καθώς οἱ πιστοί πρέπει νά καταρχήν νά μάθουν ποιά εἶναι ἡ ἀκριβῶς ἡ πίστη τους, γιά νά ἀγωνιστοῦν κατόπιν ὀρθά, ἀλλά καί τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, κατά τό μέσον τῆς Σαρακοστῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιερωμένη στόν Τίμιο Σταυρό, καθώς ὁ πιστός στόν δύσκολο ἀγώνα του χρειάζεται ἕνα σταθμό γιά νά ξεκουραστεῖ (καί ὁ πιό κατάλληλος εἶναι ὁ Σταυρός), οἱ ὑπόλοιπες τρεῖς Κυριακές εἶναι ἀφιερωμένες σέ μεγάλες ἀσκητικές μορφές. Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τή Β΄ Κυριακή, ὁ Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος) τήν Δ΄ Κυριακή καί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τήν Ε΄ καί τελευταία Κυριακή, ἡ ὁποία καί μᾶς εἰσάγει στήν ἑβδομάδα τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου.

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στήν Αἴγυπτο μᾶλλον τό 345 μ.Χ. ἀλλά σέ ἡλικία δώδεκα (12) ἐτῶν ἔφυγε ἀπό τό σπίτι της καί ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια, μία κοσμοπολίτικη καί λαμπερή πόλη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μακριά ἀπό τό σπίτι της, στή νεαρή αὐτή ἡλικία ἄφησε τήν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, ἄρχισε νά ζεῖ ἄσωτα καί νά ἀσκεῖ τό ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, μέ ἀποτέλεσμα νά βουτηχτεῖ στήν ἁμαρτία, στήν ἀνυποληψία τοῦ κόσμου καί νά μείνει ἀγράμματη. Ὕστερα ἀπό 18 χρόνια βουτηγμένη σέ αὐτή τή ζωή στήν ἡλικία τῶν τριάντα (30) ἐτῶν, κάποια στιγμή παρατήρησε πολλούς ἀνθρώπους νά μπαίνουν στά πλοῖα στό λιμάνι τῆς πόλεως, ὅπου ἔμενε, στήν Ἀλεξάνδρεια. Ρωτώντας τούς περαστικούς ἔμαθε πώς πήγαιναν στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσουν τόν Τίμιο Σταυρό.

Ἀπό περιέργεια, κυρίως, ἀποφάσισε νά τούς ἀκολουθήσει, ἐπιβιβάστηκε σέ ἕνα μικρό πλοῖο καί καθώς δέν εἶχε λεφτά ἀποφάσισε στή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ νά ἐκμεταλλευθεῖ τό ἐπάγγελμα τῆς πόρνης γιά νά καλύψει τά ἔξοδά της. Μάλιστα τό συναξάρι ἀναφέρει πώς καθώς ἔφθασε στά Ἱεροσόλυμα συνέχισε νά ἐργάζεται ὡς πόρνη γιά νά μπορεῖ νά καλύπτει τά ἔξοδα της, καθώς δέν εἶχε καθόλου χρήματα, δέν τήν ἐνδιέφεραν τά χρήματα παρά μόνο ἡ ἡδονή. Τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ βλέποντας πολύ κόσμο νά εἰσέρχεται στό ναό, ἀποφάσισε νά τούς ἀκολουθήσει γιά νά δεῖ ἀπό κοντά τό Σταυρό ὅπου σταυρώθηκε ὁ Κύριος. Φτάνοντας ὅμως στό ναό στάθηκε ἀδύνατον νά εἰσέλθει, καθώς στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ τήν ἐμπόδιζε μία ἀόρατη δύναμη. Προσπάθησε ἐπανειλημμένως νά εἰσέλθει ὅμως μάταια. Ὅλοι οἱ προσκυνητές μποροῦσαν νά εἰσέλθουν ἐκτός ἀπό τήν Μαρία.

Κουρασμένη ἀπό τήν προσπάθεια κάθισε σέ μία γωνία ἔξω ἀπό τό ναό γιά νά ξεκουραστεῖ, ὅταν θεία φώτιση τῆς ἔδωσε νά καταλάβει πώς δέν ἔμπαινε στό ναό λόγῳ τῆς ἀνήθικης καί ἔκλυτης ζωῆς πού ἔκανε. Συγκλονισμένη ἐκείνη τήν στιγμή ἄρχισε νά προσεύχεται στήν Παναγία ζητώντας της μέ δάκρυα νά τῆς ἐπιτρέψει νά εἰσέλθει στό ναό ἔχοντας τήν ὑπόσχεσή της πώς στό ἑξῆς θά ζοῦσε ἐνάρετα. Πράγματι ἀμέσως μετά προσπάθησε νά εἰσέλθει στό ναό καί ἡ προηγούμενη ἀόρατη δέν ξαναεμφανίστηκε. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία προσευχήθηκε μπροστά στόν Τίμιο Σταυρό μετανοημένη γιά τή ζωή πού διῆγε μέχρι ἐκείνη τή στιγμή. 

Μόλις βγῆκε ἀπό τό ναό ἔτρεξε στό σημεῖο πού προσευχήθηκε πρίν μπορέσει νά μπεῖ στό ναό, καί ζήτησε ἀπό τήν Παναγία νά τή φωτίσει γιά νά δεῖ τί θά κάνει ἀπό ἐδῶ καί πέρα. Τότε ἄκουσε μία φωνή πού τῆς ἔλεγε νά περάσει τόν Ἰορδάνη ποταμό καί νά κατευθυνθεῖ πρός τήν ἔρημο, καί ἡ Μαρία ὑπακούοντας βγῆκε ἀπό τόν περίβολο τοῦ ναοῦ. Ἕνας ἄγνωστος περαστικός, χωρίς κανένα προφανή λόγο, τῆς ἔδωσε τρία χάλκινα νομίσματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πού λέγονταν φολεῖς. Μέ αὐτά τό νομίσματα ἀγόρασε τρία ψωμιά καί κατευθύνθηκε πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό. Στό ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, πού βρίσκεται κοντά στό Ἰορδάνη, κοινώνησε, ἔφαγε μισό ψωμί καί κοιμήθηκε στήν ὕπαιθρο. Τήν ἑπόμενη μέ ἕνα πλοῖο πέρασε τόν ποταμό καί ἄρχισε νά ὁδεύει πρός τήν ἔρημο.

Σέ αὐτήν τήν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτά (47) ὁλόκληρα χρόνια χωρίς νά συναντήσει οὔτε ἕναν ἄνθρωπο καί οὔτε ἕνα ζῶο, ὥσπου συνάντησε τόν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἦταν ἕνας ἐνάρετος μοναχός πού διῆγε ὅλη του τή ζωή σέ μοναστήρι. Λίγο καιρό πρίν νά συναντήσει τήν Μαρία εἶχε ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι στό ὁποῖο ἔζησε ἀπό νήπιο, πού βρισκόταν στήν Παλαιστίνη καί ἐγκαταστάθηκε σέ ἕνα ἄλλο μοναστήρι κοντά στό Ἰορδάνη ποταμό. Στό νέο αὐτό μοναστήρι ὑπῆρχε ἡ ἑξῆς συνήθεια: Κατά τίς ἡμέρες τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τοῦ Πάσχα σχεδόν ὅλοι οἱ μοναχοί ἄφηναν τό μοναστήρι καί ἀσκήτευαν μόνοι τους στήν ἔρημο. Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων ἐπέστρεφαν στό μοναστήρι ὅπου ἔμεναν μέχρι τήν ἑπόμενη Σαρακοστή. Ἐνταγμένος σέ αὐτό τό μοναστήρι ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἦταν ὑποχρεωμένος νά βγεῖ περιπλανώμενος στήν ἔρημο μία φορά τό χρόνο γιά τή Σαρακοστή μέ λιγοστή τροφή καί συνεχή προσευχή.

Ὕστερα ἀπό εἴκοσι ἡμέρες περιπλάνησης συναντήθηκε μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ὅπου ὁ Ἀββᾶς ζήτησε ἀπό τήν Ὁσία νά τοῦ διηγηθεῖ τή ζωή της. Ἡ Μαρία τοῦ εἶπε τά πάντα μέ πλήρη εἰλικρίνεια ζητώντας του ὅμως νά μή φανερώσει τίποτα σέ κανέναν ὅσο ἦταν ἡ ἴδια ἐν ζωῇ. Εἶναι ἀξιοπρόσεχτο πώς ἡ Μαρία, χωρίς τῆς πεῖ τίποτα ὁ γέροντας γνώριζε τό μοναστήρι του, τό ὄνομα τοῦ ἡγουμένου, τόν κανόνα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, σημάδια πού τοῦ ἔδωσαν νά καταλάβει μέ εὐκολία πώς ἡ γυναίκα πού εἶχε ἀπέναντι του ἦταν ἁγία. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀποχωριστοῦν, ἡ Ὁσία ζήτησε ἀπό τόν Ἀββᾶ τήν ἑπόμενη χρονιά νά μήν ἀκολουθήσει τόν κανόνα τοῦ μοναστηριοῦ γιά τήν Σαρακοστή καί νά ἀνήκει στούς ἐλάχιστους πού θά μείνουν μέσα στό μοναστήρι. Τή Μεγάλη Τετάρτη νά τή συναντήσει σέ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο τῆς ὄχθης τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ καί νά τήν κοινωνήσει. Ἀποχωρίστηκαν χωρίς νά ρωτήσει ὁ Ἀββᾶς τό ὄνομα τῆς Μαρίας.

Πράγματι ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔπραξε ὅπως τοῦ εἶπε ἡ Ἁγία, καί τήν Μεγάλη Τετάρτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶς πῆγε μέ λίγα τρόφιμα καί τή Θεία Κοινωνία στήν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ. Κάποια στιγμή ἐμφανίστηκε ἡ ἁγία ἀπό τήν ἀπέναντι ὄχθη, ὅμως δέν ὑπῆρχε κάποιο πλοιάριο γιά νά τήν περάσει ἀπέναντι, ὅπου βρισκόταν ὁ γέροντας. Τότε ἡ Μαρία σταύρωσε τόν ποταμό καί πέρασε σάν νά περπατοῦσε ἐπάνω σέ δρόμο, χωρίς νά τῆς προξενεῖ αὐτό κάποια ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Ἀφοῦ μετέλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἔφαγε μόνο τρία σπυριά φακῆς λέγοντας πώς καί αὐτά ἦταν ἀρκετά. Κατά τή δεύτερη συνάντησή τους ἡ Μαρία εἶπε στόν Ζωσιμᾶ τήν ἑπόμενη χρονιά νά ἀκολουθήσει τόν κανόνα τοῦ μοναστηριοῦ καί νά τήν συναντήσει στήν ἔρημο στό σημεῖο, ὅπου συναντήθηκαν τήν πρώτη φορά. 

Ὁ χρόνος πέρασε καί ἦρθε ἡ ἑπόμενη Σαρακοστή, ὅπου ὁ Ἀββᾶς βγῆκε στήν ἔρημο. Τότε συνειδητοποίησε τήν παράλειψή του νά ρωτήσει τό ὄνομα τῆς ἄγνωστης γυναίκας. Φτάνοντας στό σημεῖο πού εἶχαν συναντηθεῖ τήν πρώτη φορά ἡ γυναίκα ἦταν νεκρή μέ σταυρωμένα τά χέρια καί μέ κατεύθυνση πού βλέπει πρός τήν Ἀνατολή. Δακρυσμένος, ἄρχισε νά ψέλνει τούς ψαλμούς καί τότε διαπίστωσε στό χῶμα ἡ Ἁγία εἶχε ἀφήσει σκαλισμένο ἕνα μήνυμα. Σέ αὐτό ἔγραφε τό ὄνομά της, τήν προτροπή της νά τή θάψει σέ ἐκεῖνο τό σημεῖο καί τό ὅτι εἶχε πεθάνει πρίν ἕνα χρόνο τήν ἡμέρα πού ἔλαβε τή Θεία Κοινωνία.

Τό Συναξάρι ἀναφέρει καί ἕνα ἀκόμα θαυματουργικό σημεῖο της λίγο πρίν τήν ταφή της. Τό ἔδαφος καθώς ἦταν πολύ σκληρό καί ὁ Ζωσιμᾶς ἦταν ἀδύνατον νά τό σκάψει ἄρχισε νά κλαίει. Τότε ἐμφανίστηκε ἕνα λιοντάρι καί στάθηκε στά πόδια τῆς Ἁγίας. Ὁ Ἀββᾶς τό θεώρησε σημάδι τοῦ Θεοῦ καί παρακάλεσε τό λιοντάρι νά σκάψει μέ τήν ὑπεροχική του δύναμη ἐκεῖνο τό ἔδαφος, ὅπως καί ἔγινε, ὅπου καί ἐνταφίασε τό σῶμα τῆς Μαρίας. Μόλις γύρισε στό μοναστήρι διηγήθηκε στούς μοναχούς τό τί συνέβηκε αὐτά τά τρία χρόνια. Ὁ Ζωσιμᾶς πέθανε στό μοναστήρι σέ ἡλικία ἑκατόν (100) ἐτῶν. Ἡ ἱστορία αὐτή διαδόθηκε ζωντανή στήν παράδοση ἀπό στόμα σέ στόμα γιά πάρα πολλά χρόνια, ὥσπου ἔφθασε στά αὐτιά τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος καί τήν κατέγραψε γιά πρώτη φορά. Ἡ μνήμη τῆς Ὁσίας ἑορτάζεται στήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν καί τήν 1η Ἀπριλίου.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς σκοπό νά ἁγιάσει τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, καί γι’ αὐτό ἐνδιαφέρεται πάντοτε γιά τόν ἄνθρωπο ὡς ἑνιαία ὕπαρξη. Ὁ νοῦς, ὁ λόγος, ἡ βούληση, ἡ θέληση καί ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἐκφράζονται μέ τό σῶμα καί ὅλα μαζί βρίσκονται σέ μία πλήρη ἑνότητα. Τά συναξάρια τῆς Ἐκκλησία μας εἶναι τά πρῶτα πού μαζί μέ τή συνολική διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας διδάσκουν αὐτήν τήν ἀλήθεια. Τά σαρκικά ἁμαρτήματα, λόγῳ τῆς ὑπαρξιακῆς ἑνότητας, εἶναι τά ὑπαρξιακά ἁμαρτήματα πού μολύνουν ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί τῆς στεροῦν τόν ἁγιασμό, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόοδος καί τελείωση. 

Ὅταν οἱ βίοι τῶν ἁγίων μιλοῦν γιά τή θεραπεία τῶν σαρκικῶν ἁμαρτημάτων, δέν κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά περιγράφουν τήν φυσιολογία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὁ Χριστός στή δημόσια διδασκαλία τοῦ ἀναφέρθηκε στή φθορά πού μποροῦν νά ἀφήσουν τά σαρκικά ἁμαρτήματα τά ὁποία εἶναι κυρίως δύο: ὁ θυμός καί ἡ πορνεία. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέ φέρεται ἀπό τόν βιογράφο τῆς Πατριάρχη Σωφρόνιο νά εἶχε τά ἁμάρτημα τοῦ θυμοῦ, εἶχε ὅμως σίγουρα τό ἁμάρτημα τῆς πορνείας καί τῆς σαρκικῆς λαγνείας, καί μάλιστα στόν μέγιστο βαθμό, καθώς μᾶς πληροφορεῖ ὅτι δέν τήν ἐνδιέφεραν τά χρήματα παρά μονάχα ἡ ἱκανοποίηση τῆς σάρκας.

Ἀναφερόμενος στά δύο αὐτά φοβερά ἁμαρτήματα, τοῦ θυμοῦ καί τῆς πορνείας, εἶπε ὁ Χριστός: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ φονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει»1. «Ἀκούσατε ὅτι εἶπαν στούς ἀρχαίους, μή φονεύσεις· ἐκεῖνος πού θά φονεύσει θά πρέπει νά δικαστεῖ». «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει»2. «Ἐγώ σᾶς λέγω, συνεχίζει ὁ Χριστός, ὅτι καθένας πού ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδερφοῦ του χωρίς λόγο θά εἶναι ἔνοχος στό δικαστήριο». Ἡ κουβέντα τοῦ Κυρίου εἶναι πολύ ἀληθινή. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ὀργισθεῖ πολύ μέ τόν πλησίον του, εἶναι ἱκανός ἐπάνω στά νεῦρα του νά κάνει ἀκόμα καί φόνο, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ὑπαρξιακῆς ἑνότητας νοῦ καί σώματος, δηλαδή λογισμοῦ καί ἐξωτερικῆς πράξεως. 

Γι’ αὐτό μέ πολύ μεγάλη εὐκολία λέγει ὁ Κύριος πώς ἀκόμα καί ὁ θυμός δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τό φόνο, ἀφοῦ ὁ θυμός εἶναι ἡ αἰτία του. Μάλιστα ὁ Κύριος σημειώνει στήν ἴδια συνάφεια πολύ χαρακτηριστικά πώς καί μόνο πού θά ἐκστομίσει κάποιος τή λέξη βλάκα, «ῥακά», γιά τόν ἀδερφό του θά πρέπει νά παραδοθεῖ στήν πύρινη γενεά3. Ἡ κουβέντα πού ἐκστομίζεται ἁπλῶς ἀπό τό στόμα κάποιου γιά τόν ἀδερφό του, μέ τόν ὁποῖο γνωρίζεται πολύ καλά, φανερώνει ἐσωτερική κακία πού κατακλύζει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή του, τήν κρύβει χρόνια μέσα του, ἐνῶ ἄν τήν ἐκστομίσει γιά ἕναν ξένο, πού δέν τόν γνωρίσει, εἶναι ἁπλῶς μία κουβέντα τῆς κακῆς στιγμῆς χωρίς νά κρύβει ἐσωτερική κακία καί ἐμπάθεια.

Τήν ἴδια ὥρα ὁ Κύριος λέγει: «᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις. ᾿Εγώ δέ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρός τό ἐπιθυμῆσαι αὐτήν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ»4, δηλαδή «Ἀκούσατε ὅτι εἶπαν στούς ἀρχαίους, Μή μοιχεύσεις. Ἐγώ ὅμως σας λέγω ὅτι κάθε παντρεμένος ἄνθρωπος πού βλέπει μία γυναίκα καί τήν ἐπιθυμεῖ, ἤδη ἐμοίχευσε μέ αὐτήν μέσα στήν καρδιά του». Ἕνας παντρεμένος πού θά δεῖ μία ὡραία γυναίκα καί θά τήν ἐπιθυμήσει ἤδη ἐμοίχευσε μέσα στήν καρδιά του, καί πάλι λόγῳ τῆς πλήρους ὑπαρξιακῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πονηρός λογισμός ἑνός παντρεμένου γιά μία ξένη γυναίκα ἄν δέν θεραπευθεῖ, θά περάσει γρήγορα στήν πράξη, καί γι’ αὐτό πρέπει νά χτυπηθεῖ κυρίως ὁ λογισμός πού εἶναι ἡ θύρα τῆς ὑπάρξεως.

Φυσικά ἡ ἴδια διαδικασία συμβαίνει καί ἀντιστρόφως σέ ὅλες τίς ἁμαρτητικές ἐκφράσεις. Ὁ μεγαλύτερος ἁμαρτωλός πού ἔχει προβεῖ στίς πιό διαβρωτικές πράξεις γιά τήν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως ὁ ἐκ δεξιῶν τοῦ Κυρίου στό Σταυρό ληστής5, ὅταν ἀλλάξει νοῦ, ὅταν δηλαδή μετανοήσει, ἔχει ξεκινήσει ἤδη τή διαδικασία θεραπείας καί ἁγιασμοῦ ὁλόκληρης τῆς ὑπόλοιπης ὑπάρξεώς του, τήν ὁποία ὁ Χριστός, οὕτως ἄλλως, συνεχῶς τήν προσφέρει στούς ἀνθρώπους, ὅμως πρέπει οἱ ἴδιοι ἐλεύθερα νά τήν ἐπιθυμήσουν καί νά τήν καρπωθοῦν. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τόν ληστή πώς ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα θά ἦταν μαζί του στόν Παράδεισο6. 

Τά δέ λειτουργικά κείμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ὑπενθυμίζουν πώς αὐθημερόν ὁ Ληστής ἔγινε ὁ πρῶτος οἰκιστής τοῦ Παραδείσου καί πώς τήν ὥρα πού ὁ μεγαλύτερος ληστής ἔμπαινε πρῶτος στόν παράδεισο, ὁ καλύτερος μαθητής του, τόν ἀπαρνιόταν τρεῖς φορές. Ἡ Ἐκκλησία περιγράφει καί θεραπεύει τήν ἑνιαία ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί δέν περιγράφει τόν ἄνθρωπο ὡς πολίτη ἤ ὡς κοινωνικό ὄν, καί γι’ αὐτό ὁ λόγος της εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρος, καθώς ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια. Γι’ αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει πώς ὁ Χριστός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τή θεραπεύσει, καθώς εἶχε πάντοτε καί τή θεϊκή.

Δέν ἔχει κανένα πρόβλημα νά κατατάξει πρῶτο στόν παράδεισο τόν μεγαλύτερο ἁμαρτωλό ἤ τόν ἄνθρωπο τοῦ περιθωρίου, ἀφοῦ παράδεισος δέν εἶναι βέβαια ἕνας τόπος, ἀλλά ὁ πλήρης ἁγιασμός τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως πού προσφέρει ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καί νά κατατάξει στήν κόλαση τόν καλύτερο μαθητή πού τόν πρόδωσε, ἀφοῦ καί ἡ κόλαση δέν εἶναι φυσικά τόπος, ἀλλά ἡ πλήρης στέρηση τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό τό λόγο ἦρθε ὁ Χριστός στή γῆ, γιά νά ἁγιάσει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, γι’ αὐτό καί τήν προσέλαβε μέ τήν ἐνανθρώπιση. Ὁ,τιδήποτε διατύπωσε ὁ Χριστός καί μετέπειτα ἡ Ἐκκλησία του, ἀφορᾶ τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τόν ἁγιασμό της. Ἡ Ἁγία Τριάδα, τήν ὁποία φανερώνει στόν κόσμο ὁ Χριστός, δέν ἔχει ἀνάγκη τόν ἁγιασμό, ἀλλά ἡ ἴδια εἶναι ἡ πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς χάριτος.

Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο τό Εὐαγγέλιο πού ὅρισε ἡ Ἐκκλησία νά διαβάζεται τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου Ἰάκωβος καί Ἰωάννης, οἱ ὁποῖοι ἦταν τά παιδιά τοῦ Ζεβεδαίου, πλησίασαν τοῦ Κύριο καί τοῦ εἶπαν: «Δάσκαλε θέλουμε νά μᾶς κάνεις μία χάρη. Ὅταν θά ἔλθει ἡ ἡμέρα τῆς δόξης σου, βάλε μας νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καί ὁ ἄλλος στά ἀριστερά σου»7. Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ἀπάντησε: «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε ...τό δέ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καί εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμόν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται»8: «Δέν ξέρετε τί ζητᾶτε…τό νά σᾶς βάλω νά καθίσετε στά δεξιά μου ἤ στά ἀριστερά μου, δέν εἶναι δικαίωμά μου νά τό δώσω, ἀλλά εἶναι γιά ἐκείνους γιά τούς ὁποίους ἔχει ἑτοιμασθεῖ». 

Μέ ἄλλα λόγια τό νά καθίσει κάποιος στά δεξιά καί στά ἀριστερά σημαίνει ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη τόν ἁγιασμό, ἀλλά ὅτι ὁ ἴδιος παρέχει τόν ἁγιασμό. Γι’ αὐτό στά δεξιά καί στά ἀριστερά κάθεται μόνο ἡ Ἁγία Τριάδα πού δέν λαμβάνει τόν ἁγιασμό ἀπό κανέναν, ἀλλά ἡ ἴδια παρέχει τόν ἁγιασμό. Αὐτό θά πεῖ ἡ ἔκφραση γι’ αὐτούς πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ: Ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι ἄκτιστη δηλαδή δέν τή δημιούργησε κανείς, καί παρέχει τόν ἁγιασμό καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁλόκληρη ἡ δημιουργία ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα καί γιά νά ζεῖ, νά ὑπάρχει καί νά τελειώνεται πρέπει νά λαμβάνει τόν ἁγιασμό ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα. Λίγες μέρες ἀργότερα, καθώς ὁ Πιλάτος θά τόν ἀνακρίνει ρωτώντας τόν εἰρωνικά ἄν εἶναι ὄντως βασιλιάς, ὁ Χριστός θά ἀπαντήσει πώς ἄν ἦταν βασιλιάς, ὅπως τό ἐννοοῦσε ὁ Πιλάτος, θά ἔστελνε τό στρατό του νά τόν ἐλευθερώσει, ἀλλά φυσικά δέν καμία σχέση μέ αὐτά προσθέτοντας: «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»9. 

Ἡ φράση αὐτή σημαίνει πώς ἡ βασιλεία τοῦ Κυρίου ἀφορᾶ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί τόν ἁγιασμό της, καί ὄχι τόν πολίτη, τούς στρατούς καί τίς κοσμικές κυριαρχίες, ὅπως ὑποστήριζαν οἱ Φαρισαῖοι καί ὁ Πιλάτος. Ὅμως καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν ὑπογραμμίζει τήν ἴδια ἀλήθεια. Τό χωρίο ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή πού διαβάζεται τή συγκεκριμένη Κυριακή λέγει πώς ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἀρχιερέας τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, κατήργησε τό μέχρι τότε ἱερό τῶν Ἑβραίων γιατί μπῆκε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπό τήν μεγαλύτερη καί τελειότερη σκηνή, ἡ ὁποία δέν εἶναι χειροποίητη, δηλαδή δέν προέρχεται ἀπό αὐτόν τόν κόσμο: «Χριστός δέ παραγενόμενος ἀρχιερεύς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διά τῆς μείζονος καί τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως»10: «

Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστός ὡς ἀρχιερέας τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν μπῆκε ἀπό τή μεγαλύτερη καί τελειότερη σκηνή, ἡ ὁποία δέν εἶναι χειροποίητη, δέν εἶναι δηλαδή ἀπό αὐτόν τόν κόσμο». Ἡ προσφορά τοῦ Χριστοῦ, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν ἁγιασμό καί τήν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, δέν προέρχεται ἀπό αὐτήν τήν κτίση. Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, λαμπρός ἀσκητής καί δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ὁποίου ἡ θεολογία πρωταγωνιστεῖ τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, λέγει πώς «οἱ πονηροί λογισμοί μή διαλογιζόμενοι καρποφοροῦσιν φθοράν»11. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἐξομολογηθεῖ ἀμέσως τόν πονηρό λογισμό, τότε αὐτός δέν προλαβαίνει νά εἰσχωρήσει σέ ὁλόκληρη τήν ὑπόλοιπη ὕπαρξή του καί δέν προκαλεῖ φθορά καί διάβρωση. Ἀντιθέτως ἄν ὁ ἄνθρωπος γλυκαθεῖ ἀπό τό λογισμό καί τόν δεχτεῖ μέσα του μέ τό ἄλλοθι πώς εἶναι ἁπλῶς μία σκέψη πού δέν πρόκειται νά τοῦ κάνει κακό, τότε πολύ εὔκολα ὁ λογισμός θά κατακλύσει ὁλόκληρη τήν ὑπόλοιπη ὕπαρξή του καί κάποια στιγμή καί θά τόν καταστρέψει. 

Ὁ συγγραφέας τῆς διηγήσεως τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος γιά νά συμβολίσει τόν πονηρό λογισμό χρησιμοποιεῖ τό φίδι τυλιγμένο γύρω ἀπό ἕνα κορμό, τό ὁποῖο ἀθόρυβα πλησιάζει τόν ἄνθρωπο καί τόν τυλιγεῖ θανατικά χωρίς νά γίνει ἀντιληπτό. Ἡ Εὔα δέν ἔδιωξε ἀπό τήν ἀρχή τόν πονηρό λογισμό, τόν δέχτηκε καί ἦταν ἀναπόφευκτο νά περάσει πολύ γρήγορα στήν πράξη. Γι’ αὐτό ὁ βίος τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς τονίζει πώς 17 χρόνια ταλαιπωρήθηκε ἀπό τούς σαρκικούς λογισμούς, τούς ὁποίους ὅμως μέ πολύ κόπο δέν ἄφησε πλέον νά εἰσέλθουν στή βούληση καί στό σῶμα της.

Καθώς ἡ Ἐκκλησία βλέπει τόν ἄνθρωπο μόνο ὡς ὕπαρξη, καί ποτέ ὡς πολίτη, ἡ μόνο ψυχικό ὅν, ὅπως ἡ ψυχολογία ἤ μόνο βιολογικό ὄν, ὅπως ἡ ἰατρική, παρέχει συνεχῶς σέ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο τόν ἁγιασμό, χωρίς διάκριση. Ἄν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀρνηθεῖ, ἀφήνει τόν ἑαυτό του στερημένο ἀπό τήν πρόοδο, τή ζωή καί τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Δέν τόν τιμωρεῖ κανείς βάζοντας του κάποια ποινή, ἀλλά ὁ ἴδιος φέρνει στόν ἑαυτό του τήν φθορά καί τό θάνατο. Ἄν πάλι καρπωθεῖ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνει ἅγιος, δέν τόν βραβεύει κανείς, ἀλλά ὁ ἴδιος φέρνει στόν ἑαυτό του ἐλεύθερα τή ζωή, τόν ἁγιασμό καί τή θέωση, δῶρα πού χαρίζει ὁ Θεός.

Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος πού βρέχει ἐπί δικαίων καί ἀδίκων. Τά λειτουργικά κείμενα χαρακτηρίζουν τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος πού φανερώνει τήν Τριάδα στήν ἱστορία καί τόν κόσμο, ὡς ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος φωτίζει τούς πάντες, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ὑποχρεώσει κανέναν νά τόν δεχτεῖ ἐκβιαστικά. Ὅσοι ἀνοίγουν τά μάτια τους καί τόν βλέπουν, δηλαδή τόν καταλάβουν μέ ὅλη τους τήν ὕπαρξη, εὐφραίνονται καί χαίρονται. Ὅσοι τόν βλέπουν, ὄχι ὅμως μέ τή συνολική τους ὕπαρξη, δέν τόν καταλαβαίνουν καί μένουν ἄφιλοι καί μόνοι. 

Ἕνας μεγάλος Πατέρας τοῦ 7ου αἰώνα μ.Χ., ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής, λέγει πώς ὁ Θεός ἐφόσον χαρακτηρίζεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὡς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, φωτίζει ζῶντες καί κεκοιμημένους. Ὁ φωτισμός ἀκουμπᾶ τούς πάντες, ἀλλά κάποιοι τόν βλέπουν καί χαίρονται καί ἄλλοι τόν ἀποστρέφονται. Ἡ ἁγνή καρδιά, καθώς φωτίζεται ἀπό τό Θεό, γίνεται ἀκόμα πιό μαλακή, ὅπως τό κερί πού λιώνει μπροστά στόν ἥλιο. Ἡ σκληρή καρδιά, λέγει ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής, εἶναι ὅπως ὁ πηλός πού ὅσο φωτίζεται ἀπό τόν ἥλιο γίνεται ἀκόμα πιό σκληρός σάν τήν πέτρα. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν φίλο του Λάζαρο ἦταν παρόντες πολλοί γραμματεῖς, ἀπεσταλμένοι τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μόλις εἶδαν τόν ἐπί τέσσερις μέρες νεκρό Λάζαρο νά βγαίνει ζωντανός ἀπό τό μνῆμα εἶπαν: «εἶναι ἀνήκουστο τό Σάββατο νά κάνει θαύματα».

Ἀντιθέτως πάρα πολλοί Ἰουδαῖοι πού ἦταν παρόντες μόλις εἶδαν τόν Λάζαρο ζωντανό, πίστεψαν στόν Χριστό καί τόν δοξολόγησαν. Τό ἴδιο θαῦμα εἶδαν ὅλοι, ὅμως πολύ διαφορετικά τό δέχτηκαν οἱ καλοπροαίρετοι καί πολύ διαφορετικά οἱ κακοπροαίρετοι. Τό κριτήριο πού θά καθορίσει πώς θά δοῦμε τόν διπλανό εἶναι ἄν ἡ συνολική μας ὕπαρξη, ξεκινώντας ἀπό τό νοῦ, εἶναι καθαρή. Ἕνας ἄνθρωπος πού θά μαλώσει ὀξύτατα μέ τόν γείτονά του καί δέν τοῦ ἀπευθύνει οὔτε καλημέρα, ἄν μάθει αὔριο πώς ὁ συγκεκριμένος γείτονας ἔχασε τό παιδί του, ἀνθρώπινα θά λυγίσει καί θά πάει νά τοῦ πεῖ εἰλικρινῶς συλλυπητήρια -ἴσως νά ξεχάσει καί τήν παλιότερή τους διχόνοια. 

Ἄν ὅμως μάθει αὔριο πώς τό παιδί του πέρασε πρῶτο στό πανεπιστήμιο ἤ διορίστηκε ἐπιτυχῶς σέ μία πολύ καλή θέση τοῦ δημοσίου, τότε ἀποκλείεται νά χαρεῖ καί νά τοῦ πεῖ συγχαρητήρια. Ἀντιθέτως τότε εἶναι πού ἡ καρδιά του θά σκληρύνει ἀκόμα περισσότερο. Ἡ ἐπιτυχία σέ μία θέση, πού εἶναι σίγουρα ἕνα ἀγαθό γεγονός, κάνει τήν καρδιά πού ἔχει κρατούμενα (ὅπως τοῦ γείτονα τοῦ παραδείγματος πού ἀναφέραμε), νά γίνεται ἀκόμα πιό σκληρή, ἐνῶ τήν καρδιά πού δέν ἔχει κρατούμενα, ὅπως οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, νά χαίρεται, δικαιώνοντας τόν χαρακτηρισμό τοῦ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ πώς ἡ ἁγνή καρδιά εἶναι σάν τό κερί, ἐνῶ ἡ σκληρή καρδιά σάν τόν πηλό.

Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία εἶναι ἕνα παρόμοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ὅσο ζοῦσε στήν τύφλωση καί στόν πρότερο βίο πίστευε πώς εἶχε τά πάντα, ἀλλά καί ὁ Χριστός δέν ἦρθε ποτέ μέ ἐξουσιαστικά νά τῆς χτυπήσει τήν πόρτα. Ὅταν εἶδε τήν ἐλεύθερη διάθεσή της νά μπεῖ στό ναό Του, τῆς ἔδωσε ἕνα σημάδι, μήν ἐπιτρέποντάς της νά μπεῖ στό ναό, μήπως ἀνοίξουν τά μάτια της, καί ἡ Μαρία τό δέχτηκε.Δέν τῆς τό ἀπαγόρεψε λόγῳ ἁμαρτωλότητας (γιατί τότε πολλοί δέν θά ἔπρεπε νά μποῦν), ἀλλά καλοπροαίρετα τῆς ἔδωσε ἕνα σημάδι. Κατάλαβε τήν ἀλήθεια καί ὁ Χριστός ἔγινε ἡ ζωή της, ξεπερνώντας στά μέτρα τῆς ἀσκήσεως λαμπρούς μοναχούς καί ἀσκητές, ὅπως ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἡ καθαρότητα τῆς ὑπάρξεως πού ξεκινᾶ ἀπό τό νοῦ καί ἀκουμπᾶ ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη, μέχρι καί τή σάρκα, τῆς χάρισε ἀκόμα καί τό προορατικό χάρισμα καθώς ἀνέφερε στό Ζωσιμᾶ πράγματα ἀπό τή ζωή του χωρίς νά τῆς τά ἔχει ἀναφέρει.

Ἡ διήγηση τοῦ βίου περιέχει καί μία ἄλλη μεγάλη ἀλήθεια. Ὁ Χριστός πάντοτε περιμένει τή μετάνοιά μας, καί συγκεκριμένα μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ὅμως εἶναι δυνατό ἡ ὕπαρξή μας νά μήν ἐπιθυμεῖ τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄν ὁ ἄνθρωπος βάλει στή φύση του τό κακό, ξεκινώντας στήν ἀρχή ἀπό ἕνα ἀθῶο ψέμα, μέχρι τά μεγάλα πάθη τῆς κακίας καί τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, τότε θά δυσκολευθεῖ πολύ νά καρπωθεῖ τόν ἁγιασμό καί τή θεραπεία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα προϋποθέτουν ἁγνή καί καθαρή καρδιά. Χρειάζεται ἐπίπονος καί αἱματηρός ἀγώνας. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, σύμφωνα μέ τή διήγηση τοῦ βίου της, δεκαεπτά (17) ὁλόκληρα χρόνια, τά πρῶτα δεκαεπτά τοῦ βίου της στήν ἔρημο, βασανίστηκε φοβερά ἀπό τόν πόλεμο τῶν σαρκικῶν λογισμῶν. Δέν πρόσεξε τόν ἑαυτό τῆς μέχρι τά τριάντα της χρόνια, ἔγινε ἐπιρρεπής στό κακό καί στήν ἀσέλγεια καί ὅσο παραδόθηκε σέ αὐτά, τόσο ταλαιπωρήθηκε τά δεκαεπτά χρόνια γιά νά τά ἀποβάλλει. 

Ἦταν μόνη της στήν ἔρημο καί ὅμως οἱ λογισμοί τήν κυνηγοῦσαν συνεχῶς, γιατί ἡ ἴδια εἶχε ἐπιτρέψει ὅλα τά προηγούμενα χρόνια καί στό λογισμό της, ἀλλά καί στό σῶμα της, νά εἶναι ἐπιρρεπής σέ αὐτούς τούς λογισμούς. Μόνο κατόπιν σκληρῆς ἀσκήσεως κατάφερε νά ἀπαλλαγεῖ, ἀκριβῶς γιατί τό κακό πολύ εὔκολα εἰσέρχεται στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί πολύ δύσκολα φεύγει. Γι’ αὐτό ἡ ἐκκλησία, παρότι προσφέρει πλουσιοπάροχα στά μέλη της τή συγχώρεση μέ τό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, πάντοτε τά προειδοποιεῖ νά μήν ἁμαρτήσουν, γιατί ἄν ἐθιστοῦν στήν ἁμαρτία (ἄν ἡ ἁμαρτία γίνει ἡ δεύτερη φύση τους), πολύ δύσκολα θά μπορέσει νά φύγει ἀπό ἐπάνω τους. Δέν εἶναι θέμα τιμωρίας καί ἀμοιβῆς, ἀλλά θέμα ἀντίδρασης τήν ἀνθρώπινης φύσεως στόν ἁγιασμό.

Ὁ ἁγιασμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ζήτημα ζωῆς καί θανάτου γιατί αὐτός τόν κρατάει στό εἶναι καί τή ζωή. Ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν λειτουργικῶν της κειμένων ἀλλά καί τῆς συνολικῆς της ζωῆς προτείνει τρόπους προσοχῆς στά μέλη της, γιά νά καρπωθεῖ τόν ἁγιασμό. Σημαντική βοήθεια στόν ἄνθρωπο γιά νά λάβει τόν ἁγιασμό εἶναι ὅλα τά δῶρα πού παίρνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία: ἡ συχνή μετοχή στά ἱερά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καί κυρίως τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τά λόγια πού ἀκούγονται στή λατρεία, οἱ παραστάσεις στίς βυζαντινές εἰκόνες ἀλλά καί ἡ συνολική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ ὅλα τά δυναμικά τῆς ἔργα, βοηθοῦν ἰδιαίτερα τόν ἄνθρωπο νά προσέξει τόν ἑαυτό του. 

Πολύ σπουδαῖο μυστήριο εἶναι ἐπίσης ἡ ἱερά ἐξομολόγηση, ἡ ὁποία βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά συνειδητοποιήσει ποιά εἶναι ἡ ματαιότητα, ἡ φθαρτότητα καί ἡ τραγικότητα πού τόν περιβάλλει. Στήν ἐξομολόγηση πρέπει νά ἀναφέρονται καί οἱ λογισμοί σάν νά ἦταν πράξεις, ἀκριβῶς γιά νά ἐξολοθρευτοῦν στό ἀρχικό τους στάδιο καί νά μήν περάσουν ποτέ στήν πράξη, νά μήν καρποφορήσουν ποτέ φθορά, ὅπως σημειώνει τόσο χαρακτηριστικά ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀνέφερε καί τούς πιό μύχιους λογισμούς της στόν Ἀββᾶ Ζωσιμά, καί στήν προηγούμενη ζωή της, ἀλλά καί κατά τά δεκαεπτά πιό σκληρά χρόνια τῆς ἐρήμου.

Μία ἄλλη σημαντική βοήθεια εἶναι σίγουρα ἡ προσευχή καί κυρίως οἱ μονολόγιστες εὐχές πού βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά προσηλώσει τό νοῦ του καί εἶναι πολύ εὔχρηστες κάθε στιγμή τῆς καθημερινῆς βιωτῆς τοῦ πιστοῦ. Ἔχει καταστεῖ περιώνυμη ἡ μονολόγιστη εὐχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἑορτάσαμε τή Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ἡ συγκεκριμένη εὐχή βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά προσέξει πρακτικά ποιοί λογισμοί εἰσέρχονται στόν ἑαυτό του, ἔχοντας προσηλωμένο τό νοῦ σέ ἀγαθό λογισμό μέ τή συνεχή ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς. Ὕστερα ἀπό σαράντα ἑπτα (47) χρόνια ἄσκησης ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία εἶχε γίνει ἕνα μέ τήν προσευχή καθώς μέ αὐτήν ξεκίνησε τήν πορεία της στήν ἔρημο καί αὐτή τή βοηθοῦσε στίς δύσκολες ὧρες νά πολεμήσει τούς σαρκικούς λογισμούς.

Η Ε΄ καί τελευταῖα Κυριακή τῶν Νηστειῶν φανερώνει πλήρως τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μία γυναίκα πρώην πόρνη, πού γιά τήν κοινωνία εἶναι ἀποβλητέα, γιά τήν Ἐκκλησία γίνεται τό καλύτερο πρότυπο ἁγιότητας καί ἀσκήσεως, γιατί ἡ Ἐκκλησία κοιτάζει τήν ὕπαρξη καί ὄχι τήν κοινωνική θέση. Δέν ντρέπεται νά ἀναφέρει τήν προηγούμενη ζωή της, γιατί ὁ ἁγιασμός εἶναι θεραπεία καί τελείωση καί ὄχι κοινωνική πρόοδος. Τοποθετεῖται τήν τελευταία Κυριακή τῶν Νηστειῶν, μόλις πρίν τό Πάσχα, σέ σαφῶς τιμητικότερη θέση ἀπό τόν Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, πού τιμῶνται βέβαια τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλά στήν ἀρχή αὐτῆς. Πρίν τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας τό καλύτερο πρότυπο μετάνοιας, ἀσκήσεως, ἁγιότητας, καί τελείωσης γίνεται ἀναμφισβήτητα ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, μέ τήν τοποθέτηση τῆς ὁσιακῆς μνήμης της, τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Ματθ. 5, 21-22.
2. Ματθ. 5, 22.
3. Ματθ. 5, 22-23.
4. Ματθ. 5, 27-29.
5. Στό κείμενο τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καί Μάρκου ἀποκαλεῖται «ληστής» (Ματθ. 27,38 καί Μάρκ. 15,27), ἐνῶ στό κείμενο τοῦ Λουκᾶ «κακοῦργος» (Λουκ. 23,39).
6. Λουκ. 23,43: «καί εἶπεν αὐτῷ (ἐνν. στόν ληστή) ὁ Ἰησοῦς· ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ».
7. Μάρκ. 10, 35-38.
8. Μάρκ. 10, 38, 40-41.
9. Ἰωάν. 18, 36.
10. Ἑβρ. 9,11.
11. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων διάλογος, PG 94, 158D.

*Ὁμιλία πού πραγματοποιήθηκε τήν Κυριακή 5 Απριλίου 2009, ἑορτή τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας.

Ἰωάννου Ν. Λίλη,
Δρος Θεολογίας Α.Π.Θ., Διδάσκοντος στήν Α.Ε.Α.Η.Κ.

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...