/*--

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Γελοῖοι καί θλιβεροί

                           
«Ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σηκωνόταν στὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ, μόνο γιὰ εἰκοσιτέσσερις ὧρες, καὶ παρατηροῦσε τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴ γῆ, θὰ ἔπρεπε δώδεκα ὧρες νὰ γελᾶ καὶ δώδεκα ὧρες νὰ κλαίει. Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι εἶναι μὲ τὸ μισό τῆς ζωῆς τους γελοῖοι, μὲ τὸ μισὸ θλιβεροί».


Ἔτσι ἀρχίζει ἕνα κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Καὶ συνεχίζει: «Καὶ ὅταν εἶναι γελοῖοι, δὲν καταλαβαίνουν πόσο θλιβεροὶ εἶναι, ἐνῶ ὅταν εἶναι θλιβεροί, δὲν καταλαβαίνουν πόσο γελοῖοι εἶναι. Εἶναι γελοῖοι οἱ ἄνθρωποι ὅταν δίνουν ὑπερβολικὴ σημασία στὴ σοφία τους, στὸν πλοῦτο καὶ στὴν εὐτυχία. Εἶναι θλιβεροὶ, ὅταν ἀπελπίζονται ἐξαιτίας τῆς φτώχειας καὶ τῆς ἀδικίας καὶ τοῦ θανάτου… Εἶναι γελοῖοι οἱ ἄνθρωποι στὴν εἰρήνη καὶ θλιβεροὶ στὸν πόλεμο. Γελοῖοι ὡς ἀφέντες καὶ θλιβεροὶ ὡς ὑπηρέτες. Ὅμως σὲ τίποτα δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι τόσο γελοῖοι οὔτε τόσο θλιβεροὶ ὅπως στὴν ἄποψη, πού ὑποστηρίζουν ὁ καθένας μὲ πεῖσμα: σὲ ποιὸν ἀνήκει ἡ γῆ;».

Ὁ ἀδελφὸς σπρώχνει τὸν ἀδελφό: «Φύγε ἀπὸ τὴ γῆ μου!». Ὁ Κάιν σκοτώνει τὸν Ἄβελ, ἐφόσον δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀφεντικὰ τῆς ἴδιας γῆς. Καὶ τὰ παραδείγματα εἶναι ἄπειρα ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὴ γῆ ἴσαμε σήμερα… Μπορεῖ νὰ μὴ γίνονται πάντοτε φόνοι μὲ αἷμα, πάντοτε ὅμως τὸ μίσος ποὺ ἀναπτύσσεται στὶς καρδιὲς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, γιὰ ἕνα κομμάτι γῆς ἀνάμεσα σὲ γονεῖς καὶ παιδιά, σὲ ἀδελφοὺς καὶ φίλους, καμιὰ φορά, εἶναι τόσο θανάσιμο, ποὺ σύντομα, πρὶν τὴν ὥρα, τοὺς ὁδηγεῖ στὸν θάνατο. Καὶ ἡ ζωὴ συνεχίζεται μὲ τὸ ἴδιο πεῖσμα καὶ τὴν ἴδια ἢ χειρότερη ἔνταση, ὥστε ὁ καθένας νὰ διεκδικεῖ ἕνα κομμάτι γῆς ὅσο μπορεῖ μεγαλύτερο γιὰ νὰ στεγάσει τὴν ματαιοδοξία του.

Ταλαίπωροι ἄνθρωποι! Ἀποκαρδιωτικὰ ἀφιλοσόφητοι, γελοῖοι καὶ θλιβεροὶ συγχρόνως, ποὺ ἀγνοοῦν τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή, δύο ἐπὶ ἕνα μέτρο γῆς μᾶς ἀνήκει κι αὐτὸ πρόσκαιρα, ὡσότου μᾶς διώξουν, γιὰ νὰ φιλοξενήσουν κάποιον ἄλλον. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι μὲν ἀνθρώπινη ἀλλὰ μισή, συμπληρώνει τὸ εὐαγγέλιο.

Γιατί ἡ ἀλήθεια ὁλοκληρωμένη εἶναι ὅτι: ὅλα εἶναι μάταια σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ παροδικά, «ὅσα οὖχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον!» Ὑπάρχουν ἑπομένως καὶ ἄλλα ποὺ ζοῦν καὶ βασιλεύουν καὶ πέραν τοῦ τάφου στὴν αἰωνιότητα, μαζὶ μὲ τὸν Αἰώνιο, στὸν Μόνο ποὺ ἀνήκει «ἡ γῆ καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ!». Ἕνα μᾶς προστάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ:«μὴ μεριμνᾶτε, δηλαδὴ μὴν ἀγχώνεστε, τί θὰ φᾶτε, τί θὰ πιεῖτε καὶ τί θὰ ντυθεῖτε, ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαισύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»!

Βέβαια δὲν ἀγνοοῦμε ὅτι στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κλειστεῖ μέσα στὴν ἀδράνεια καὶ τὴ φτώχεια, οὔτε ν’ ἀναπαυθεῖ σὲ μία μικρὴ καὶ μίζερη ζωὴ καὶ ὁ καθένας ζητᾶ νὰ πάρει ἐκεῖνο ποὺ τοῦ λείπει καὶ νὰ βρεῖ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ χρειάζεται, ὅμως ἀνάμεσα σ’ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ ἔχει καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ τὴν μηδενίσει, τότε αὐτὸ τὸ κενὸ τὸ καλύπτει μὲ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀγωνία, ψυχολογικὲς συγκρούσεις καὶ ἀντιπαλότητες καὶ τὸ μόνο ποὺ πετυχαίνει εἶναι νὰ κάμει τὴ ζωὴ του βασανιστικὴ καὶ μίζερη.

Στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι σωτήριο αὐτὸ ποὺ μᾶς προστάζει ὁ Χριστὸς νὰ κάμομε: «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ», μᾶς λέει. Γιατί στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν μόνα ἁπλά, ἁγνὰ καὶ ταπεινὰ πράγματα, ποὺ στολίζουν καὶ ὀμορφαίνουν τὴ ζωή. Ἕνα μικρὸ ἀνθάκι, ποὺ φυτρώνει πάνω στὴ γυμνὴ ράχη ἑνὸς βράχου, ἔχει τόσα χρώματα κι εὐωδία, ποὺ μόνο ἡ ἄσοφη ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ τοῦ στερήσει τὸ ἄρωμα καὶ τὴν ὀμορφιά, προσπαθώντας τάχατες νὰ τὸ μεταλλάξει στὸ καλύτερο! 

Κι ἕνα μικρὸ στρουθὶ μὲ τὸ ταπεινὸ κελάδημά του μπορεῖ νὰ ξυπνήσει μέσα μας παραδεισένιες μελωδίες, τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς. Καὶ σὲ ὅλη τὴν πλάση ὑπάρχουν τόσα ἀγαθὰ σὲ ποικιλία καὶ πλοῦτο, ποὺ τὰ ’χει δώσει ἁπλόχερα ὁ Ἀφέντης Θεός, ὥστε, ἐὰν μὲ τὴ δικαιοσύνη Του τὰ μοιράσουν οἱ ἀφεντάδες τῆς γῆς, δὲν θὰ ὑπάρχει ἄνθρωπος γυμνός, ἀνυπόδητος καὶ πεινασμένος.

Ἂς τὸ πάρομε ἀπόφαση: «ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ Αὐτὸν μόνο ἀνήκει. Ἁπλὰ τὴν ἔχει παραχωρήσει σ’ ἐμᾶς νὰ τὴ διαχειριστοῦμε μὲ φρόνηση καὶ δικαιοσύνη. Καὶ ἐπειδὴ ὁ θάνατος θὰ ἔρθει μία μέρα καὶ μάλιστα «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί», ἂς φροντίσωμε τὸ κομμάτι ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας νὰ τὸ διαχειριστοῦμε ὡς πιστοὶ καὶ φρόνημοι οἰκονόμοι.

Τοῦ Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη,
Ἀρχιερ. Ἐπιτρόπου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πέτρας καί Χερρονήσου

πηγή : ΧΡΙΣΤΟΣ & ΚΟΣΜΟΣ
Διμηνιαῖο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου & Σελίνου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...