/*--

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ἡ Κ α σ σ ι α ν ή

   
Η βυζαντινή ἀρχοντοπούλα Κασσιανή ἤ Κασσία ἤ Εἰκασία, ὅπως ἦταν τό πραγματικό της ὄνομα, ἔγινε πασίγνωστη στόν ὀρθόδοξο χριστιανικό κόσμο ἀπό τό ἰδιόμελο Δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τῆς Μεγάλης Τρίτης τό βράδυ (Ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τετάρτης), τό ὁποῖο συνέθεσε καί μελοποίησε ἡ ἴδια. Στήν ἱστορία δέ τό ὄνομα της ἔγινε γνωστό, ἐξ αἰτίας τῆς εὐφυΐας της, τῆς παρρησίας καί τῆς ἰσχυρῆς προσωπικότητάς της, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.


Κόρη ἀνώτερης οἰκογένειας τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας γεννήθηκε μεταξύ τοῦ 805 καί 810, ὅπως ὑποστηρίζουν ὁ βυζαντινολόγος Κρουμπάχερ καί ὁ δικός μας ἱστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος. Ἔτυχε ὑψηλῆς μόρφωσης καί ἀγωγῆς, γι᾽αὐτό, σύμφωνα πάλι μέ τόν Κρουμπάχερ, εἶχε «ὥριμον νοῦν». Συγχρόνως στολιζόταν, ὅπως μαρτυροῦν οἱ χρονογράφοι τῆς ἐποχῆς, μέ ἔκπαγλη ὀμορφιά. Τά δύο αὐτά χαρακτηριστικά τῆς Κασσιανῆς χάραξαν ἁδρά τήν πορεία της στή ζωή, μιά πορεία πού κινεῖται μεταξύ ἱστορίας καί θρύλου, μεταξύ πραγματικοῦ καί φανταστικοῦ.

Τά ἐξακριβωμένα ἱστορικά στοιχεῖα θέλουν τήν Κασσιανή, ὅταν ἦταν στήν ἡλικία τῶν 24 ἐτῶν περίπου, νά πῆρε μέρος στήν ἐπιλογή συζύγου τοῦ Αὐτοκράτορα Θεόφιλου (829-842), πού ἦταν γιός τοῦ Μιχαήλ Β´ Τραυλοῦ καί ἐπιτροπευόταν ἀπό τή μητρυιά του Εὐφροσύνη, κόρη τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Στ´. Ὅταν λοιπόν ὁ Θεόφιλος θέλησε νά ἐπιλέξει τή σύζυγό του (830) ἡ μητρυιά του Εὐφροσύνη, ἀκολουθώντας τήν παράδοση τῶν Ἀσιατῶν αὐτοκρατόρων, κάλεσε τίς πιό ὄμορφες νέες νά ἔλθουν στά ἀνάκτορα γιά νά ἐπιλέξει ὁ Αὐτοκράτορας Θεόφιλος τή γυναίκα, πού θά ἔκανε σύζυγό του, τήν Αὐτοκράτειρα.

Προσῆλθαν τελικά δώδεκα ὄμορφες νέες στήν αἴθουσα Τρίκλινον τοῦ Ἱεροῦ Ἀνακτόρου, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες ἦταν ἡ Κασσιανή καί ἡ Θεοδώρα ἀπό τήν Παφλαγονία. Ἡ Εὐφροσύνη ἔδωσε στό Θεόφιλο ἕνα χρυσό μῆλο, νά τό δώσει σ᾽ αὐτή πού θά ἐπέλεγε γιά γυναίκα του. Ὁ Θεόφιλος πέρασε μπροστά ἀπό τίς ὑποψήφιες Αὐτοκράτειρες, κοιτάζοντάς τις προσεκτικά καί ἐκτιμώντας τήν ὀμορφιά καί τά κάλλη τῆς κάθε μιᾶς. Ὅταν ἔφτασε μπροστά στήν Κασσιανή ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τή σωματική της ὀμορφιά καί σταμάτησε. Πρίν ὅμως τῆς δώσει τό μῆλο, θέλησε νά ἐλέγξει τήν εὐφυΐα της, κάνοντάς της τήν ἐρώτηση:

-Ἐκ γυναικός ἐρρύη τά φαῦλα, ὑπονοώντας τήν παρακοή τῆς Εὔας.

Ἡ Κασσιανή ἐρυθρίασε καί ἀπάντησε, χωρίς νά χάσει τόν αὐτοέλεγχό της, μέ ἑτοιμότητα, σεμνότητα, στόν Αὐτοκράτορα.

-Ἀλλά καί ἐκ γυναικός πηγάζει τά κρείττω, ὑπονοώντας τήν Παναγία μέ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Αὐτοκράτορας θεώρησε τήν ἀπάντηση τῆς Κασσιανῆς ὑπερφίαλη καί ἐγωιστική, τήν προσπέρασε κι ἔδωσε τό μῆλο στή Θεοδώρα, ἡ ὁποία κέρδισε τό βυζαντινό θρόνο. Τό γεγονός, ὅπως ἦταν φυσικό, λύπησε βαθύτατα τήν Κασσιανή, ἡ ὁποία ἀποφάσισε νά μονάσει, ἐγκαταλείποντας τά ἐγκόσμια. Ἔκτισε μία μονή στά Ὑψωμάθεια τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου καί μόνασε.

Αὐτά εἶναι τά ἀποδεδειγμένα ἱστορικά στοιχεῖα γιά τήν Κασσιανή. Ἡ ζωή της ὅμως περιπλέχθηκε στό μύθο καί τό θρύλο, πού παρουσιάζουν τό Θεόφιλο νά μή μπορεῖ νά ἀπαλλαχθεῖ ἀπό τόν σφοδρό ἔρωτα, πού τοῦ ἐνέπνευσε ἡ Κασσιανή καί νά ἐξακολουθεῖ νά τήν ποθεῖ παράφορα. Ἔτσι, κατά τήν παράδοση ἐπισκέφθηκε τή Μονή της γιά νά τή συναντήσει. Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Κασσιανή βρισκόταν στό κελλί της καί συνέθετε τό τροπάριο πού ψάλλεται κάθε Μεγάλη Τρίτη τό βράδυ στούς χριστιανικούς ναούς καί τόν εἶδε νά προσέρχεται στή Μονή. 

Ἐγκατέλειψε τότε τό κελλί της καί κρύφθηκε, γιά νά μήν τήν συναντήσει ὁ Αὐτοκράτορας. Ὁ Θεόφιλος μπῆκε μέσα στό κελλί καί βρῆκε στό τραπέζι της πάνω μισοτελειωμένο τό τροπάριο, τό ὁποῖο εἶχε ἀφήσει στό σημεῖο ἐκεῖνο, πού ἀναφέρει: «...καταφιλήσω τούς ἀχράντους Σου πόδας, ἀποσμήξω δέ τούτους πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν...» διάβασε τό ποίημα καί πρόσθεσε: «κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη...» ἀποτυπώνοντας ἔτσι τή φυγή τῆς Κασσιανῆς στόν ἐρχομό του. 

Σέ μετάφραση τοῦ Ἰωάννη Πολέμη οἱ στίχοι αὐτοί ἔχουν ὡς ἑξῆς: « ...τ᾽ ἀνέγγιχτα τά πόδια Σου ἄφες νά τά φιλήσω καί νά σφογγίσω τά φιλιά μέ τά πλεχτά μαλλιά μου. Τά πόδια πού σάν ἄκουσε τόν κρότο τους ἡ Εὔα τό δειλινό μές τήν Ἐδέμ... ἐκρύφτηκε ἀπό φόβο...».

ταν ἔφυγε ὁ Αὐτοκράτορας, κατά τό θρύλο πάντοτε, καί ἡ Κασσιανή γύρισε στό κελί της, βρῆκε τόν πρόσθετο στίχο στό ποίημά της, τόν ὁποῖο καί δέν ἀφαίρεσε, ἀλλά συνέχισε καί τελείωσε τό ἔργο της, πού ἔμελλε νά τήν κάμει γνωστή ἀνά τούς αἰῶνες. Ἀνάμεσα στά στοιχεῖα πού παρεισέφρησαν στήν ἱστορία τῆς Κασσιανῆς εἶναι καί τό ὅτι τό τροπάριο αὐτό ἀφοροῦσε τήν ἴδια. Αὐτό εἶναι ἀναληθέστατο.

Ἡ Κασσιανή ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἀρετῆς σ᾽ ὅλη της τή ζωή. Τό τροπάριο ἀναφέρεται στή Μαγδαληνή, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρα τά πόδια τοῦ Χριστοῦ δύο μέρες πρίν ἀπό τόν ἐνταφιασμό του καί ὕστερα τά σφούγγισε μέ τά μαλλιά της. Τό τροπάριο αὐτό, πού ἔγινε τό ἰδιόμελο δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τῆς Μεγάλης Τρίτης καί κατέστη περιλάλητο στόν ὀρθόδοξο κόσμο, ἀποτελεῖ, ἀναντίρρητα, τήν κορωνίδα τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας.

Ἡ Κασσιανή ὅμως δέν ἔγραψε μόνο αὐτό τό ποιητικό βυζαντινό ἀριστούργημα, ἀλλά συνέθεσε καί πλῆθος ἄλλων θρησκευτικῶν ποιημάτων, πού ἔχουν ἄφθαστο ἐπίσης λυρισμό καί μεγάλη ποιητική δύναμη. Ἀπ᾽ αὐτά ξεχωρίζει τό δοξαστικό τῶν Χριστουγέννων «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπί τῆς γῆς...», τό ὁποῖο ὁ Κρουμβάχερ κατονομάζει «σφόδρα πρωτότυπον». Σ᾽ αὐτή ἐπίσης ἀποδίδονται οἱ τέσσερις πρῶτοι εἱρμοί τοῦ κανόνα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθώς καί πλῆθος ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, γνωμικῶν καί ἐπι- γραμμάτων.

Τό ἔξοχο τροπάριο τῆς Κασσιανῆς δέν μποροῦσε νά ἀφήσει ἀσυγκίνητους τούς μεγάλους νεοέλληνες ποιητές, οἱ ὁποῖοι, γοητευμένοι ἀπό τήν τέχνη του, τό μετέφεραν στή νεοελληνική ποίηση ἐπίσης μέ ἐπιτυχία. Τά σπουδαιότερα ἀπ᾽ αὐτά εἶναι δύο τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ καί τοῦ Ἰωάννη Πολέμη, τά ὁποῖα καί παραθέτομε.

1. Κωστῆ Παλαμᾶ

Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τά κρίματά μου.
Μά, ὦ, Κύριε πῶς ἡ θεότη Σου μιλᾶ
μές στήν καρδιά μου.
Κύριε, προτοῦ Σέ κρύψει ἡ ἐντάφια γῆ,
ἀπό τή δροσαυγή λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾽ τῆς λατρείας τήν τρίσβαθη πηγή
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μέ σέρνει ἀκολασίας. Νυχτιᾶς
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μέ ζώνει
τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Φωτιά μέ καίει,
μέ λυώνει.
Ἐσύ, πού ἀπό τά πέλαα τά νερά
τά ὑψώνεις νέφη, πᾶρέ τα, Ἔρωτά μου.
Κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερά τά δάκρυά μου.
Γύρε σ᾽ ἐμέ. Ἡ ψυχή μου πῶς πονεῖ!!
Δέξου μέ, Ἐσύ, πού δέχτηκε καί γεῖραν
ἄφραστα ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί
καί σάρκα πῆραν.
Στ᾽ ἄχραντά Σου τά πόδια, Βασιλιά
μου Ἐσύ, θά πέσω καί θά στά φιλήσω
καί μέ τῆς κεφαλῆς μου τά μαλλιά
θά τά σφουγγίσω.
Τ' ἄκουσε ἡ Εὔα μές στό ἀποσπερνό
τοῦ παραδείσου φῶς ν᾽ ἀντικυπᾶνε
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε. Πονῶ
σῶσε, ἔλεος κάνε.
Ψυχοσώστη οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
τ᾽ ἀξεδιάλυτα ποιός θά ξεδιαλύσει
ἀμέτρητό Σου τό ἔλεος ὁ Θεός
ἄβυσσο ἡ κρίση.

2. Ἰωάννη Πολέμη

Χριστέ, γυναίκα πού ἔπεσε σέ χίλιες ἁμαρτίες,
σάν ἄκουσε, σάν ἔνοιωσε τή θεϊκή σου χάρι,
μέ μυροφόρου φόρεμα, στά δάκρυα πνιγμένη,
πρίν νά Σέ θάψουνε στή γῆ, μύρα γλυκά σοῦ φέρνει.
Ὠιμέ, φωνάζει ὁλόγυρα, νύκτα ᾽νε, νύκτα μαύρη,
νύκτα π᾽ ἀνοίγει καί κεντᾶ τούς σαρκικούς μου πόθους,
καί σκοτεινή κι ἀσέληνη, τῆς ἁμαρτίας ἔρως.
Δέξου, Χριστέ, τά δάκρυα, τά δάκρυα πού χύνω.
Σύ, πού τραβᾶς στά σύννεφα, τῆς θάλασσας τό κύμα.
Λυγίσου, γύρε τή καρδιά στούς ἀναστεναγμούς μου,
Σύ, πού ᾽γυρες στούς οὐρανούς στή γέννησή Σου ἀπάνω.
Τ᾽ ἀνέγγιχτα τά πόδια Σου ἅφες νά τά φιλήσω
καί νά σφογγίσω τά φιλιά μέ τά πλεχτά μαλλιά μου.
Τά πόδια, πού σάν ἄκουσε τόν κρότο τους ἡ Εὔα.
Τό δειλινό μές στήν Ἐδέμ ἐκρύφτηκε ἀπό φόβο.
Ταῖς τόσαις ἁμαρτίαις μου, τή φοβερή Σου κρίση
ποιός νά μετρήσει δύναται, Σωτήρ μου ψυχοσώστη;
Μή μέ θωρεῖς ἀδιάφορη τήν ταπεινή Σου δούλη,
Ἐσύ, πού ἔχεις σάν θεός ἀμέτρητη εὐσπλαχνία.

( Ἡ ὀρθογραφία τῶν ποιητῶν)

Ἡ Κασσιανή κατέλαβε ἐξέχουσα θέση στήν ἐκκλησιαστική ὑμνολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί μπορεῖ ἐξ αἰτίας τῆς εὐστροφίας, τῆς ἑτοιμολογίας καί τῆς τόλμης της, νά ἔχασε τό βυζαντινό θρόνο, τόν ὁποῖον ἀπόλαυσε ἡ Θεοδώρα, κέρδισε ὅμως τόν θρόνο τῆς οὐράνιας βασιλείας. Ἔγινε ὑμνωδός καί μελωδός τοῦ Ὑψίστου. Ὡστόσο καί ἡ Θεοδώρα δέν ὑστέρησε. Συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ὁμαλή πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Στή Σύνοδο τοῦ 843 μ.Χ. ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στή ρύθμιση τοῦ προβλήματος τῆς εἰκονομαχίας καί εἰκονολατρίας, πού ἔφερε στό Βυζάντιο καί τήν Ἐκκλησία τήν ἡσυχία καί τήν ἠρεμία.

Δύο γυναῖκες μέ δύο διαφορετικές πορείες, ἀλλά μέ παρόμοιο στόχο καί σκοπό, τήν ἀνάταση τῆς ψυχῆς πρός τόν Ὕψιστο καί τήν καθησύχαση τῶν ἐρίδων στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.

Γιάννη Γ. Χρηστάκη,
Ἐπίτ. Σχολ. Συμβούλου

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...