/*--

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Τα ιερά κείμνα της Μεγάλης βδομάδος και η επίδρασή τους στο νεοελληνικό λόγο

  
Mέσα στήν ἑαρινή εὐδία οἱ πιστοί γιά μιά ἀκόμη φορά κατέκλυσαν τούς καλλιμάρμαρους ναούς καί μέ κατάνυξη καί εὐλάβεια παρακολούθησαν τίς ἱερές Ἀκολουθίες τοῦ Πάθους. Κάτω ἀπό τούς θόλους τῶν ναῶν ἀντήχησαν οἱ μελίρρυτοι ὕμνοι, πού ἡδύνουν τήν ἀκοή καί πλημμυρίζουν τήν καρδιά ἀπό αἰσθήματα λυτρωτικά καί εὐφρόσυνα. Τίς ἡμέρες αὐτές, κατά τόν ὑμνωδό, καλοῦνται οἱ Χριστιανοί «νά ἀφήσουν πάντα λογισμόν πολυμέριμνον καί νά προσκολληθοῦν εἰς τά γεγονότα τοῦ Σταυροῦ».

Φυσικό εἶναι τά μεγάλα καί θαυμαστά γεγονότα τοῦ Πάθους νά ἔχει πρεπόντως ἐξυμνήσει ἡ Ἐκκλησία μας μέ ἔξοχους ὕμνους, πού συνέθεσαν ἄγνωστοι καί γνωστοί ὑμνογράφοι στούς βυζαντινούς καί μεταβυζαντινούς χρόνους.

Αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες πού διανύσαμε νιώσαμε ἔντονη τήν ἀνάγκη νά ἐντρυφήσομε στό βαθύτερο νόημα τῶν λέξεων, πού ἀκούγονται στούς ναούς. Τίς ἀκοῦμε κάθε χρόνο καί κάθε φορά ἀνακαλύπτομε ὅλο καί καινούργια νοήματα! Κάθε φορά προσεγγίζομε μέ περισσότερη περιέργεια, μυστικισμό καί κατάνυξη τό κάλλος καί τό εὖρος τῶν ὡραιολογιῶν τῶν ὕμνων. Τό μαρτύριο τοῦ Ἰησοῦ δέν περιοορίζεται στό «στέφανον ἐξ ἀκανθῶν», στό «φραγγέλωμα», στό «ράπισμα» καί στόν «ἐμπτυσμόν», πού ἐμφαντικά τονίζουν οἱ Εὐαγγελιστές. Οἱ ὑμνογράφοι προχωροῦν παραπέρα σέ μιά ρεαλιστική περιγραφή τῆς συνολικῆς εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ.

Μιά τέτοια «εἰκονογράφηση» τοῦ θείου Μαρτυρίου ἔχομε στό θαυμάσιο ἰδιόμελο τοῦ ὑμνωδοῦ Θεοδ. Στουδίτη, πού ψάλλεται μεταξύ τοῦ 9ου καί 10ου Εὐαγγελίου τή Μεγάλη Πέμπτη:

«Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι᾿ ἡμᾶς ὑπέμεινε. Τάς ἀκάνθας ἡ κεφαλή, ἡ ὄψις τά ἐμπτύσματα, αἱ σιαγόνες τά ραπίσματα, τό στόμα τήν ἐν ὄξει κερασθεῖσαν χολήν τῇ γεύσει, τά ὦτα τάς δυσεβεῖς βλασφημίας, ὁ νῶτος τήν φραγγέλωσιν καί ἡ χείρ τόν κάλαμον. Αἱ τοῦ ὅλου σώματος ἐκτάσεις ἐν τῷ σταυρῷ. Τά ἄρθρα τούς ἥλους καί ἡ πλευρά τήν λόγχην…».

Εἰκόνες πού δέν ἀπέχουν ἀπό ἕνα χρωστήρα τοῦ Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, τοῦ Montegna ἤ τοῦ Holbein… Ὁρισμένα ποιητικά μέσα, πού ὑπάρχουν στά «Ἐγκώμια» τῆς Μ. Παρασκευῆς, κλείνουν μέσα τους κάτι ἀπό τήν πεμπτουσία τῶν λέξεων μιᾶς ἀνεπανάληπτης θρησκευτικῆς ὑμνητικῆς ποιητικῆς τέχνης. Λέξεις δυνατές πού συνδυάζουν θρῆνο καί αἶνο, πάθος προσώπων καί φύσης. 

Λέξεις πού σέ κάνουν νά θαυμάζεις τόν ἀστείρευτο πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τή μοναδική γλωσσοπλαστική ἱκανότητα τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ ταφή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι «ἄφραστος, ἄφατος, ἄρρητος». Ὁ νεκρός Ἰησοῦς εἶναι «ἀνείδεος, ἀνέσπερος, φωσφόρος, γλυκασμός τοῦ παντός, ζωοβρύτης καί ζωοδότης, πλαστουργός, ποθεινότατος, παντάναξ καί παμβασιλεύς, μανναδότης, φωταυγής, ὁ συνθλάσας ἅδου τούς μοχλούς, ὁ θάνατον θανάτῳ θανατώσας, ὁ ζωτικός κρουνός».

Ὁ λαός τῶν Ἑβραίων εἶναι «μιαιφόνος καί φονουργός». Τό γένος τῶν Ἑβραίων εἶναι «σκολιώτατον». Ὁ «σκοτασμός τοῦ ἅδου» ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τό «ἀνέσπερον φέγγος» καί τή «χαρμονήν τῶν Ἀγγέλων». Ὁ τρισμάκαρ Ἰωσήφ κηδεύει τόν Ἰησοῦ «καινοπρεπῶς», «νεκροπρεπῶς» καί οἱ μυροφόρες μέ «ἀκένωτον μύρον» καί «θεοπρεπεῖς ὕμνους ἐξοδίους». Ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι «ἀπείρανδρος, πανάφθορος, πανάμωμος», πού κλαίει μέ «δακρυρόους θρήνους». Ἡ ζωή παραμένει «ζωή θανάτου γευσαμένη». Ὁ Σατανάς θεωρεῖται «καταρώτατος», κ.λ.π.

Πολλά στοιχεῖα ἀπό τόν ἀρχαιοπρεπή λόγο τῶν κειμένων τῆς Μ. Ἑβδομάδας ἔχει ἀφομοιώσει τό λαϊκό μας ὄργανο. Πολλές φράσεις καί λέξεις, εἴτε κατά κυριολεξία εἴτε μεταφορικά, διανθίζουν τόν καθημερινό μας λόγο στίς μεταξύ μας σχέσεις καί συναναστροφές.

Ἔτσι μπῆκαν στή λαϊκή προπάντων γλώσσα ἤδη ἀπό τά μεσαιωνικά χρόνια πολλές λέξεις καί φράσεις ἀπό τίς Ἀκολουθίες τοῦ Πάθους. Ἐνδεικτικά ἀναφέρομε τίς παρακάτω:

 Νυμφών (αἴθουσα γάμου),
Νυμφίος (γαμπρός),
Κουστωδία (συνοδεία κάποιου),
Σπείρα (ρωμαϊκή στρατιωτική μονάδα, ὁμάδα κακοποιῶν),
Κορβανᾶς (ταμεῖο, θησαυροφυλάκιο),
Καταπέτασμα (παραπέτασμα, διαχωριστικό),
 Αγγαρεύω (ἐπιφορτίζω κάποιον μέ ἀνεπιθύμητη ἐργασία ἤ ἐξυπηρέτηση),
Ψευδομάρτυρες (μάρτυρες δίκης πού ψεύδονται συνειδητά),
Οὐαί (ἀρχαιοπρεπές ἐπίρρημα, ἀλίμονο),
Τετέλεσται (ἔχουν τελειώσει ὅλα).

Ὑπάρχουν ἀκόμη λέξεις καί φράσεις μέ ἀλληγορικό νόημα, ὅπως οἱ παρακάτω: 

Μωραί παρθένοι (σύμβολο ἀπρονοησίας καί μωρίας), 
Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι (σύμβολο ἀπροκάλυπτης ὑποκρισίας), 
Ἰούδας (αἰώνιο σύμβολο προδοσίας), 
Πόντιος Πιλάτος (σύμβολο ἀνεύθυνου καί ὕπουλου ἄρχοντα), 
Τριάκοντα ἀργύρια (σύμβολο ἐξαγορᾶς καί προδοσίας), 
Στέφανος ἐξ ἀκανθῶν (σύμβολο ἀβάστακτου μαρτυρίου), 
Πῦρ τό ἐξώτερον (σύμβολο τόπου τοῦ μαρτυρίου),
 Γολγοθᾶς, Σταύρωση, Ἀνάσταση (δηλωτικά τοῦ μαρτυρίου καί τελικά τῆς δικαίωσης),
 Πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι, τρεῖς ἀπαρνήσει με (φράση δηλωτική γιά τήν ἀθέτηση μιᾶς ὑπόσχεσης), Μνήσθητί μου Κύριε (ἔκφραση δηλωτική ἀπόγνωσης), 
Οἱ διυλίζοντες τήν κώνωπα, τήν δέ κάμηλον καταπίνοντες (ἔκφραση δηλωτική ὑποκρισίας).

Ὑπάρχουν ὅμως καί παροιμιακές φράσεις, πού δέν ἔμειναν ἀμετάβλητες, ἀλλά ἐκσυγχρονίστηκαν περισσότερο στή νέα ἑλληνική. Ἔτσι λέμε: «Νίπτω τά χέρια μου» ἀπό τό εὐαγγελικό χωρίο: «Ἰδών δέ ὁ Πιλάτος ὅτι οὐδέν ὠφελεῖ, ἀλλά μᾶλλον θόρυβος λέγεται, λαβών ὕδωρ ἀπενίψατο τάς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου» (Ματθ. 27, 3-32).

Ἐπίσης συχνά λέγεται: «ἔσχισε τά ἱμάτιά του» ἀπό τήν εὐαγγελική ρήση: «Τότε ἀρχιερεύς διέρρηξε τά ἱμάτια αὐτοῦ» (Ματθ. 27, 57-75). Ἄλλοτε πάλι ὁρισμένες φράσεις χρησιμοποιήθηκαν μέ κάπως παραλλαγμένη σημασία, ὅπως τό «ἆρον-ἆρον» πού σημαίνει «γρήγορα, βιαστικά», ἐνῶ ἡ ἀρχική του σημασία εἶναι «σήκωσέ τον, πάρ᾿ τον».

Ἄλλες φράσεις παρανοήθηκαν στόν τύπο καί τή σημασία τους, καθώς λ.χ. ὅταν λέμε: «Πέρασε ζωή χαρισάμενη», δηλαδή ζωή εὐτυχισμένη, ἐνῶ τό ἀναστάσιμο τροπάριο «καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» σημαίνει κάτι τό ἐντελῶς διαφορετικό. «Χαρισάμενος Ἰησοῦς ζωήν» σημαίνει χάρισε ζωή.

Μία ἄλλη παροιμιακή φράση, πού κι αὐτήν τήν ἀκοῦμε συχνά, εἶναι ἡ φράση: «Μετά φανῶν καί λαμπάδων». Τή λέμε ὅταν μιλοῦμε γιά κάτι πού γίνεται μέ λαμπρότητα, μέ λαμπρότητα γιορτῆς. Ἡ φράση εἶναι εὐαγγελική καί ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ οὖν Ἰούδας λαβών τήν σπεῖραν καί ἐκ τῶν Ἀρχιερέων καί Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ μετά φανῶν καί λαμπάδων καί ὅπλων» (Ἰωάν. 18, 3).

Καί πάλι ἀπό τήν Καινή Διαθήκη ἔχομε τήν παροιμιακή φράση: «Τό μέν σῶμα πρόθυμον, ἡ δέ σαρξ ἀσθενής» (Ματθ. 26, 41). Τή χρησιμοποιοῦμε, ὅταν θέλομε νά τονίσουμε ὅτι ὑπάρχει βούληση, ἀλλά τό σῶμα δυσκολεύει. Θέλομε νά κάνομε κάτι, ἀλλά τό σῶμα μας δέν μᾶς βοηθεῖ.

Ὅλα τά παραπάνω γλωσσικά δάνεια δείχνουν κατά τόν πιό ἀδιάψευστο τρόπο τήν ἐπίδραση πού ἄσκησε ὁ ἀρχαιοπρεπής λόγος τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἀλλά καί τή στενή σχέση τοῦ πιστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.


Μιχ. Γ. Καβουλάκη,
φιλολόγου, πρ. Λυκειάρχη

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...