/*--

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Σχόλιο στό Κοντάκιο τοῦ Μεγάλου Κανόνα

   
"Ψυχή μου, Ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;
Τό τέλος ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι∙
ἀνάνηψον οὖν ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός
ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν".

(Κοντάκιον Μ. Κανόνος)


Τό κατανυκτικό αὐτό τροπάριο, πού κουδουνίζει κάθε μεγάλη Σαρακοστή στήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας καί τήν καλεῖ ν’ἀφυπνιστεῖ ἀπό τή χειμωνιάτικη νάρκη τῆς ἁμαρτίας, στήν ἀνοιξιάτικη χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνα συγκλονιστικό ἐγερτήριο. Γιατί πολλές καί διάφορες εἶναι οἱ πτώσεις-ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου. Μά ἡ πιό ὕπουλη εἶναι σίγουρα ἡ ἁμαρτία τῆς πνευματικῆς ἀδράνειας καί ἀδιαφορίας. Μιά ἀδιαφορία, πού ἀρχίζει συχνά ἀπό μικρά καί ἀσήμαντα πράγματα, προχωρεῖ ὅμως σιγά-σιγά σέ μεγαλύτερα καί φτάνει στήν ἠθική παχυδερμία καί τήν πόρωση τοῦ ἀνθρώπου. Σέ μιά κατάσταση πού οὔτε ἡ τελειότητα μᾶς συγκινεῖ, οὔτε ὁ βόρβορος μᾶς ἀ ποτρέπει. Σ έ μιά κατάσταση βαθειᾶς ψυχικῆς ἀδράνειας, πού ἡ Ἐκκλησία τήν ὀνομάζει θάνατο ἠθικό. «Δεινόν ἡ ραθυμία - μεγάλη ἡ Μετάνοια», λέγει ἡ ὑμνολογία τοῦ Τριωδίου. Συγκλονιστικό λοιπόν τό ἐγερτήριο σάλπισμα τοῦ τροπαρίου μας. 

Καί τό συγκλονιστικό ταρακούνημα τό κάνουν ἀσφαλῶς οἱ φοβερές λέξεις: Τό τέλος ἐγγίζει, τό τέλος δηλ. ὁ θάνατος. Ἡ Ἐκκλησία δέ φοβερίζει τόν ἄνθρωπο μέ τό θάνατο. Τόν ὑπενθυμίζει ὅμως σάν μιά ἀδήρητη καί μαστιγωτική πραγματικότητα. «Μέ άπειλεῖς μέ θάνατο ἔλεγε ὁ φιλόσοφος Σενέκας στό Ρωμαῖο Καίσαρά του, ἀλλά μέ τό ἴδιο ὅπλο ἀπειλεῖ καί σένα ἡ φύση». Τό τέλος τῆς ζωῆς μας μολονότι χρονικά τό περιμένουμε στή γεροντική ἡλικία μας, δέν εἶναι ποτέ καθορισμένο. Κι αὐτή ἡ ἀοριστία μᾶς ἀπειλεῖ κάθε στιγμή, γιατί κάθε στιγμή μπορεῖ νά ἔλθει τό τέλος. Ἀλλά πέρα ἀπό τό τέλος τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, ὑπάρχουν στή ζωή μας σταθμοί καί ὅρια, πού σημαδεύουν τή ζωή μας καί γίνονται συχνά τέλος πρίν ἀπό τό τέλος της.

Ὅλοι ξέρομε σήμερα πόση μεγάλη σημασία ἔχει ἡ πρώτη παιδική ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη πενταετία ἤ δεκαετία τῆς ζωῆς μας, πού πρέπει νά μάθομε καί νά βιώσομε τήν παιδική μας παρθενικότητα. Κι ὅταν τελειώνει ἡ δεκαετία αὐτή χωρίς νἄχομε ζήσει τόν παιδικό μας κόσμο, τότε φτάνει στή ζωή μας ἕνα τέλος πρίν ἀπό τήν ὥρα του. Κι ὅταν ἔρχεται τό τέλος τῆς ἐφηβείας μας στά εἴκοσι χρόνια, ἤ καί νωρίτερα, χωρίς νἄχομε ζήσει τίς εὐαισθησίες καί τά ὀνειροπολήματά της γιά τά μεγάλα καί τά ἅγια τῆς ζωῆς, τότε φτάνει ἀκόμη ἕνα τέλος καί χάνεται ἕνας ὄμορφος κόσμος. Κι ὅταν ἔρχεται τό τέλος τῆς ὥριμης, γιά δράση καί πράξη ἡλικίας χωρίς ἀγαθά ἔργα καί δημιουργήματα, τότε φτάνει ἀκόμη ἕνα τέλος στή ζωή μας. Ἕνα τέλος, πού κάνει τόν τελευταῖο ἀσπασμό τῆς ζωῆς καί βαρύνει ἀκόμη πλειό πολύ τό θάνατό μας. 

Ἀλλά καί πέρα ἀπό τούς σταθμούς τῆς ἡλικίας μας, ὑπάρχουν κι ἄλλα γεγονότα: ἀρρώστια, φτώχεια, πλοῦτος, ταπείνωση καί δόξα, ἁμαρτία, πού κομματιάζουν τή ζωή μας, τήν ἀποπλανοῦν, τή διαστρέφουν καί φέρνουν τέλος στά ὄνειρα καί τά προγράμματά της. Καί χρειάζεται τό δυνατό τράνταγμα τῆς Μετάνοιας, τῆς «ἀνάκαμψης», ὅπως λένε οἱ Κοινωνιολόγοι, γιά νά ἀνανήψωμε καί νά ξετυφλωθοῦμε. Οἱ σύγχρονες κοινωνίες ἀφοῦ γεμίσανε τόν κόσμο μέ στέκια τῆς ἁμαρτίας, προσπαθοῦνε τώρα μέ «ἄσυλα» νά γιατρέψουν τά ναυάγια καί τά συντρίμμια της. Μά αὐτό δέν εἶναι Θεραπεία. Ἡ σωτήρια λύση εἶναι νά κλείσομε τούς βόθρους τῆς ἁμαρτίας καί νά ἀνοίξωμε τούς κρουνούς τ ῆς σωτηρίας καί τ ῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ πανταχοῦ παρῶν καί τά πάντα πληρῶν». Τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ τή μαθαίνομε περίπου ἀπό τά παιδικά μας χρόνια. Ἀργοῦμε ὅμως νά μάθομε πώς ὁ Χριστός ποὖναι τό «πλήρωμα τῆς Θεότητος» (Κολοσ. 1,19), πληρώνει καί γεμίζει τή ζωή καί τήν ψυχή μας μέ στόχους καί σκοπούς πού δέν ἀφήνουν κανένα κενό σέ καμιά ἡλικία καί σέ καμιά κοινωνική λίστα. Τά ἐργοστάσια, τά Σοῦπερ Μάρκετ, τά κελλάρια σέ πολλές χῶρες τοῦ κόσμου εἶναι γεμᾶτα κι ὅμως ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀδειανή, εἶναι χωρίς νόημα. Οἱ μῆνες, οἱ ἡμέρες καί οἱ ὧρες τῶν ἀνθρώπων εἶναι τό ἴδιο γεμᾶτες ἀπό τρεχάματα, ἀκούσματα καί θεάματα. Κι ὅμως τό μέγα ψυχικό κενό μέσα των ἀντιβοᾶ σάν ξωτικό σπηλιάρι, γιατί λείπει Ἐκεῖνος, ποὖναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί τῆς χαρᾶς: «Ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν». Ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ὁ σοφός Ἅγιος Αὐγουστίνος ἄφησε τόν στεναγμό του. «Κύριε, ἡ καρδιά μου εἶναι ἀνήσυχη, ὥσπου νά ἀναπαυθῇ σέ σένα».

Θεέ μου, λυπήσου ἐκείνους πού παραπονιοῦνται γιά τή χαμένη των ζωή. Λυπήσου κείνους πού βουλιάζουν στό κενό τῆς ψυχῆς των καί πᾶνε νά τό γεμίσουνε μέ ματαιότητες καί ναρκωτικά... «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα...». Ποιός θά τολμήσει νά σημάνει τοῦτο τόν ἀπόκοσμο συναγερμό στ’αὐτιά τοῦ σημερινοῦ κόσμου; Ποιός μεγάλος προφήτης θά ἁρπάξει τό χωνί καί τό γυαλί τοῦ σημερινοῦ κόσμου νά βροντήξει τοῦτο τό σάλπισμα στ’αὐτιά του; Ἑνός κόσμου, ποὖναι μεθυσμένος ἀπό τήν ἔπαρση τῶν μηχανῶν καί τῶν πετρελαίων του; Ἑνός κόσμου πού κάθεται τετράπαχος καί ναρκωμένος στό τραπέζι τῆς κατανάλωσης καί καταβροχθίζει ἀναίσχυντα τά ἀγαθά τῆς δημιουργίας καί τό ψωμί τῶν παιδιῶν του. Καθημερινά βλέπομε καί ἀκοῦμε σημεῖα καί τέρατα. Κι ὅμως... 

Ἀναστημένε Κύριε ἀνάνηψε καί ἀνάστησε τόν πεθαμένο κόσμο μας...

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου ἀπό Κισάμου καί Σελίνου
κ.κ. Εἰρηναίου

πηγή : ΧΡΙΣΤΟΣ & ΚΟΣΜΟΣ
Διμηνιαῖο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου & Σελίνου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...