/*--

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Ἡ εἰκονογραφία τοῦ μεγαλομάρτυρος στρατιωτικοῦ Ἁγίου Γεωργίου

    
Ὑπάρχουν δύο ἀπεικονίσεις τοῦ 19ου αἰώνα τοῦ μεγαλομάρτυρα καὶ στρατιωτικοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὸ Παραλίμνι. Καὶ οἱ δύο ἀπεικονίσεις –  ἡ τοιχογραφία στὸ τύμπανο τῆς μεγάλης καμαρωτῆς ἐσοχῆς στὸ βόρειο τοῖχο καὶ  μία εἰκόνα (S. Sophocleous, Paralimni. Nicosia 2009, ill. pp 36, 41, 44, 45 (wall paintings) and pp 88, 99 (icon), – δείχνουν τὸν ἅγιο πάνω στὸ ἄλογο νὰ σκοτώνει τὸ δράκο. Παρόλο ποὺ αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερη, τουλάχιστο γιὰ ἕνα ἱστορικὸ τέχνης, εἶναι μία εἰκόνα ποὺ εἶναι κατανοητὴ γιὰ πολλοὺς αἰῶνες σὲ ὅλο τὸν κόσμο – ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὴν Ἀνατολὴ καὶ Δύση, καὶ ἐπίσης ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὸν Dshirdshis (Ντσίρντσις), ὅπως ὀνομάζεται ὁ στρατιωτικὸς ἅγιος στὰ ἀραβικά.


Ποῖος εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ αγίου Γεωργίου, εἰδικὰ ἡ ἀπεικόνισή του πάνω στὸ ἄλογο νὰ σκοτώνει τὸ δράκο, ἔγιναν τόσο δημοφιλεῖς, καὶ ἕνεκα τούτου, κατανοητὲς ἀπὸ ὅλους; Ἔχουμε ἀκούσει ἤδη στὶς ἄλλες εἰσηγήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὰ θαύματα τοῦ αγίου Γεωργίου. Ἡ διήγηση τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία ἀνάγεται στὸν 5ο αἰώνα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴ Ζωὴ καὶ τὰ Πάθη του (] K. Krumbacher, Der heilige Georg in der griechischen Uberlieferung ( Abhandl. der Konigl. Bayer. Akademie der Wissenschaften. Philos.-philol. und hist. Klasse. XXV. Bd. 3. Abt.) Munchen 1911) καὶ τὰ Θαύματά του, συνελέγησαν σὲ γραπτὴ μορφὴ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα (J. B. Aufhauser, Miracula S. Georgii. Leipzig 1913), καὶ εἶναι παρόμοια μὲ αὐτὰ ἄλλων μαρτύρων καὶ στρατιωτικῶν ἁγίων, ὅπως οἱ δύο Θεόδωροι, ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ἅγιος Μερκούριος, ἢ ὁ ἅγιος Προκόπιος, γιὰ νὰ ἀναφέρουμε μόνο τοὺς κυριότερους στρατιωτικοὺς ἁγίους. Ὅλοι ὑπέστησαν τὸ μαρτύριο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς περιόδου τῶν μεγάλων διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ αὐτοκράτορες ὅπως ὁ Δέκιος, ὁ Μαξιμίνος ἢ ὁ Διοκλητιανός. Ὅλοι ἔχουν τελέσει θαύματα.

Ὅμως, κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔχει τιμηθεῖ τόσο πολὺ – ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τοπικὴ σημασία του – σὲ μεγάλης παγκόσμιας ἐμβέλειας τιμὴ ὅπως ὁ ἅγιος Γεώργιος. Στὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τοῦ ἀποδόθηκε ὁ τίτλος τοῦ μεγαλομάρτυρα καὶ ἡ ὕψιστη θέση μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν ἁγίων (H. Delehaye, Les Legendes Grecques des Saints Militaires. Paris 1909). Ἐπίσης, μεγάλη τιμὴ τοῦ ἀποδόθηκε στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, ὅπου εἶχε συμπεριληφθεῖ τὸν 14ο αἰώνα στὴν ὁμάδα ἀπὸ τῶν πλέον δημοφιλῶν ἁγίων, τῶν ὀνομαζομένων δεκατεσσάρων βοηθῶν τῶν ἐν ἀνάγκῃ (Nothelfer), (Lexikon fur Theologie und Kirche 4 (1960), pp 960-961). Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, ὁ ἅγιος Γεώργιος ἔγινε ὁ προστάτης ἅγιος τῶν στρατιωτῶν, τῶν ὁπλουργῶν, τῶν σταυροφόρων, τῶν προσκόπων καὶ τῶν χωρικῶν. Ἱπποτικὰ τάγματα ἱδρύθηκαν γιὰ νὰ τὸν τιμήσουν. Ἦταν ὁ κύριος ἅγιος πόλεων, ὅπου ὑπῆρχε ἀρχαία τιμή του, ὅπως τὴ Φεράρα, ἢ παραθαλάσσιων πόλεων ὅπως ἡ Γένουα. 

Ἐπίσης, καθιερώθηκε ὡς ἐθνικὸς ἅγιος ἀπὸ χῶρες ὅπως ἡ Ρωσία, ἡ Σουηδία ἡ Γεωργία καὶ ἡ Ἀγγλία, ὅπου ἡ ἡμέρα μνήμης τοῦ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὶς ἡμέρες μεγάλων ἑορτῶν μέχρι τὸν 13ο αἰώνα. Φυσικά, δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναφέρω ἐδῶ τὴ μεγάλη δημοτικότητά του στὴν Κύπρο. Ὅμως, εἶναι ἴσως ἐνδιαφέρον νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ Κύπρος, μαζὶ μὲ τὴν Καππαδοκία καὶ τὴ Γεωργία, ἀνήκει στὶς περιοχὲς καὶ στὶς χῶρες μὲ τὴ μεγαλύτερη διάδοση τῆς τιμῆς του. Φαίνεται πὼς ἡ μεγάλη αὐτὴ τιμὴ τοῦ Ἅγιου Γεώργιου ἀπὸ τὸν 5ο αἰώνα καὶ μετὰ (LCI Lexikon der christlichen Ikonographie. Allgemeine Ikonographie. Rom, Freiburg, Basel, Wien, vol. 6 (1974), 365-390) ἔχει ὁδηγήσει σὲ γρήγορα ἀναπτυσσόμενη εἰκονογραφία καὶ - ἀντιθέτως – αὐτὴ αὕτη ἡ εἰκονογραφία, δηλαδὴ οἱ ἀπεικονίσεις του χαραγμένες σὲ ἐλεφαντόδοντο, πέτρα καὶ ξύλο, ζωγραφισμένες σὲ εἰκόνες καὶ στοὺς τοίχους ἐκκλησιῶν ἢ καὶ κεντημένες, ἔχει συνεισφέρει στὴν ἐξάπλωση τῆς τιμῆς του σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Μὲ τὴν εἰσήγησή μου, θέλω νὰ παρουσιάσω ἕνα δεῖγμα ἀπὸ αὐτὴ τὴν εἰκονογραφία, πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴ Δύση. Εἶναι εἰκονογραφία ποὺ συνιστά παράλληλο παράδειγμα μὲ αὐτὴ τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀλλὰ μοναδικὴ ὅσον ἀφορᾶ στὴν γενικὴ κατανόησή της. Ἡ διαμόρφωση τῆς εἰκονογραφίας τοῦ Ἅγιου Γεώργιου εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς τιμῆς του. Ἡ τιμὴ αὐτὴ προφανῶς ἄρχισε στὶς ἀνατολικὲς ἐπαρχίες τοῦ Βυζαντινοῦ κόσμου, πιθανὸ στὴ Λύδδα, ὅπου ἐτιμάτο ὡς μάρτυρας ἤδη τὸν 5ο αἰώνα. Τὰ ἀρχαιότερα κείμενα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του, ἀναγόμενα σὲ αὐτὴ τὴν περίοδο, τὸν περιγράφουν ὡς νέο, ὑψηλόβαθμο ἀξιωματικὸ στὸν αὐτοκρατορικὸ στρατό. Ἡ ὁμολογία του γιὰ τὴ Χριστιανική του πίστη καὶ ἡ ἄρνησή του νὰ θυσιάσει στοὺς παλαιοὺς παγανιστικοὺς θεοὺς ἔγινε αἰτία νὰ ἀρχίσει ἕνα διαρκὲς μαρτύριο καὶ τελείωσε μὲ τὸ θάνατό του.

Ἔτσι, οἱ παλαιότερες σωζόμενες ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γεώργιου ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα τὸν παρουσιάζουν ὡς ἅγιο μάρτυρα, ἀλλὰ σὲ μὴ τυποποιημένη ἀκόμα εἰκονογραφία. Εἰκονογραφεῖται μόνος, ὅπως στὸ Μπαουὶτ (Bawit) στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἤδη ἀπεικονίζεται ὡς στρατιώτης μάρτυρας σὲ κολόνα στὸ βόρειο τμῆμα τῆς ἐκκλησίας (Ch. Walter, The Warrior Saints in Byzantine Art and Tradition. Aldershot 2003, 123. Ill. From S. Braunfels- Esche, Sankt Georg. Legende, Verehrung, Symbol. Munchen 1976, ill. 27 p 40). Ἄλλοτε τὸν βλέπουμε μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους  ὅπως πάνω σὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ 6ου αἰώνα ἀπὸ τὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ ὅρος Σινά. Ἡ ἐγκαυστική, καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, πολὺ «ζωντανὴ» εἰκόνα, ζωγραφίστηκε προφανῶς στὴν Κωνσταντινούπολη (K. Weitzmann, Die Ikone. 6. bis 14. Jahrhundert. Munchen 1978, ill. 2, p 42), καὶ δείχνει δύο ἁγίους μάρτυρες νὰ στέκονται δίπλα στὴν Θεοτόκο μὲ τὸ παιδί, καθὼς ζεῦγος ἀγγέλων βρίσκονται στὸ φόντο. Παρόλο ποὺ αὐτὴ ἡ εἰκόνα δὲ ἔχει ἐπιγραφές, οἱ μάρτυρες γενικὰ καθορίζονται ὡς ὁ ἅγιος Θεόδωρος στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ – ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴ μυτερή του γενειάδα – καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος στὴ δεξιὰ πλευρά, ὁ ὁποῖος εἶναι χωρὶς γενειάδα μὲ πυκνὸ σγουρὸ μαλλί, μία εἰκονογραφικὴ τυπολογία ποὺ βρίσκεται ἐπίσης σὲ μεταγενέστερες ἐποχὲς (LCI 8 (1976), 444-446 (Theodore Stratelates), 447-451 (Theodore Tiron), 6 (1974), 366-369. Ἡ ταυτοποίηση τῶν δύο ἁγίων ἀπὸ τὸν Weitzmann ἔχει συζηττηθεί δεδομένου ὅτι καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐπίσης εἰκονογραφεῖται νέος καὶ χωρὶς γενειάδα. 

Γιὰ τὴ συζήτηση αὐτὴ βλέπε: Walter, Warrior Saints, σελ. 124). Οἱ δύο ἅγιοι φορᾶνε μακριὰ βασιλικὴ ἐνδυμασία καὶ κρατᾶνε τὸ σταυρὸ τοῦ μάρτυρα στὸ δεξί τους χέρι. Αὐτὸ σημαίνει πῶς παρουσιάζονται ἐδῶ ὡς ἅγιοι μάρτυρες ποὺ προστατεύουν τὸ θρόνο τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία βαστάζει τὸν Λόγο.  Ἄλλη ἀπεικόνιση τοῦ 6ου αἰώνα παρουσιάζει τὸν ἅγιο Γεώργιο μὲ ἕνα ἄλλο ἅγιο καὶ σὲ διαφορετικὸ πλαίσιο. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν συναντοῦμε νὰ εἰκονίζεται μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Χριστοφόρο πάνω σὲ πήλινη πλάκα ἡ ὁποία βρέθηκε στὴν Οὔνικα (Unica), ἕνα ἀρχαιολογικὸ χῶρο ἐντός τῆς πρώην Ρωμαιο - Βυζαντινῆς ἐπαρχίας τῆς Μακεδονίας Σεκούνδας, νοτιοανατολικὰ τῶν Σκοπίων (K. Balabanov und C. Krstevski, Die Tonikonen von Vinica. Fruhchristliche Bilder aus Makedonien. Munchen
1993, ill. 2, p 10.). 

Οἱ ἅγιοι, ὁ ἅγιος Γεώργιος στὰ δεξιὰ καὶ ὁ ἅγιος Χριστοφόρος στὰ ἀριστερά, ἤδη ὀνομάζονται. Οἱ ἀπεικονίσεις τους ἀνήκουν σὲ ὁλόκληρο κύκλο ἀπὸ πλακάκια, ἢ καλύτερα, σὲ εἰκόνες ποὺ χρησιμοποιοῦνταν ὡς φαντώματα τοίχου σὲ ἱερὰ κτήρια. Οἱ ἄλλες εἰκόνες παρουσιάζουν ἁγίους καὶ μορφὲς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὁ σταυρός, ὁ ὁποῖος ἀπεικονίζεται ξανὰ ὡς ὁ σταυρὸς τοῦ μάρτυρα, εἶναι ἐπίσης τὸ κέντρο τῆς εἰκόνας αὐτῆς. Τὸν κρατάει ὁ ἅγιος Χριστοφόρος, ὁ μάρτυρας τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ βεβαιώθηκε ἀπὸ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος καὶ ἀνάγεται στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰώνα. Ὁ ἅγιος μὲ κεφάλι ζώου ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν Κυνοκεφάλων λέγεται πώς, μετὰ τὴ μεταστροφή του στὸν Χριστιανισμό, ἄσκησε ἱεραποστολικὸ ἔργο στὴ Σάμο τῆς Λυκίας (LCI 5 (1973), 496-508). Μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση συμβαδίζει καὶ ἡ ράβδος στὸ δεξί του χέρι καί, ὅπως γράφεται γιὰ τὴ Ζωή του, αὐτὸ ἀνθοφόρησε καὶ παρῆγε καρπούς. Σύμφωνα μὲ μεταγενέστερη ἔκδοση τῆς Ζωῆς του, ὅταν ἔκανε στρατιωτικὴ θητεία, τοῦ δόθηκε ἡ ἀνθρώπινη γλώσσα τρώγοντας οὐράνια φροῦτα.

Στὸ κεραμικὸ τῆς Οὔνικα αὐτὸ τὸ στρατιωτικὸ πλαίσιο φαίνεται νὰ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεώργιο, ὁ ὁποῖος εἶναι ντυμένος ὅπως τὸν ἅγιο Χριστοφόρο μὲ κοντὸ στρατιωτικὸ χιτώνα μὲ εἶδος χλαμύδας ἀπὸ πάνω. Κρατάει λόγχη καὶ ἀσπίδα. Μὲ τὴ λόγχη του λογχίζει ἀνθρώπινο κεφάλι. Αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ 6ου αἰώνα σὲ πήλινη πλάκα εἶναι δυνατὸ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς παράδειγμα γιὰ τὴ μακροβιότητα τῆς εἰκονογραφίας.  Ἐπειδὴ βλέπουμε τὸν ἴδιο συνδυασμὸ τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ τοῦ ἁγίου Χριστοφόρου σὲ εἰκόνα ἀπὸ τὸ 1745 ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴν Ἀρπέρα στὴν Κύπρο (Walter, Warrior Saints, XIII, pl. 42 (photo A. and J. A. Stylianou). Ὁ ἅγιος Χριστοφόρος εἰκονίζεται μὲ τὸ ραβδί του, μόνο ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ κρατάει τὸ παιδὶ Χριστός, ὅπως συμπίπτει μὲ τὴ μεταγενέστερη καὶ εἰδικὰ μὲ τὴ Δυτική του εἰκονογραφία.

Ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν εἰκονογραφία ἑνὸς ἁγίου, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἐξετάσουμε τὴν ἀνάπτυξη τῆς Χριστιανικῆς εἰκονογραφίας γενικά. Οἱ πρῶτοι αἰῶνες τῶν Χριστιανικῶν ἀπεικονίσεων – οἱ ὁποῖες ἄρχισαν τὸν 2ο – 4ο αἰώνα μὲ τὶς τοιχογραφίες τῶν κατακομβῶν, ἤ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὰ ἀνάγλυφα τῶν σαρκοφάγων, μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς εἰκονομαχίας τὸ 843, ἦταν μία περίοδος ἀναζήτησης τῶν μορφῶν καὶ τῶν τρόπων, τὸ πῶς καὶ τὸ τί νὰ ἀπεικονίσουν. Εἰδικότερα, οἱ εἰκονομαχικὲς ἔριδες, αὐτὸ σημαίνει τὶς ἐπιχειρηματολογίες ὑπὲρ καὶ ἐναντίον τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, δημιούργησαν πίεση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη θεολογίας, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ τὴ «δογματοποίηση» τῶν Χριστιανικῶν εἰκόνων, τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων. Εἰδικὰ κατὰ τὸν 10ο καὶ 11ο αἰώνα, ἐμφανίσθηκαν νέες ἀπεικονίσεις τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖες βασίζονταν πάνω σε ἀνεπτυγμένες θεολογικὲς βάσεις, ἔχοντας τὴν ἄριστα καθορισμένη θέση τους μέσα στὴν ἐκκλησία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, συναντοῦμε ἐπίσης τὴ νεοδημιουργηθεῖσα ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὡς μάρτυρος, περιλαμβάνοντας σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του.

 Ἕνα ἐντυπωσιακὸ παράδειγμα εἶναι ὁ σταυρὸς μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα (pre-altar cross) τοῦ 11ου αἰώνα στὴν ὀρεινὴ περιοχὴ τοῦ Σβανέτι (Svaneti) στὴ Γεωργία. (The cross from Seti / Svaneti will be published in B. Schrade (ed.), Svaneti – Georgian Treasury of Art (forthcoming). Αὐτοὶ οἱ σταυροὶ κάποτε τοποθετοῦνταν πάνω σὲ δοκοὺς μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπου φαίνονταν ἀμέσως μετὰ τὴν εἴσοδο στὴν ἐκκλησία.  Ὁ σταυρὸς τοῦ Σέτι (Seti) στὸ Σβανέτι δείχνει πάνω στὶς ἐπάργυρες ἀπεικονίσεις του, ἐννέα σκηνὲς ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Ὅλες αὐτὲς οἱ σκηνὲς – ἡ κεντρικὴ ἀπὸ αὐτὲς δείχνει τὸ μαρτύριό του ποὺ γδερνόταν μὲ σιδερένια δίχαλα – συμπίπτουν μὲ τὴ Μεταφραστικὴ ἀπόδοση τῆς Ζωῆς του. Αὐτὸ σημαίνει πὼς εἶναι σύμφωνες μὲ τὸ Μεταφραστικὸ Μηνολόγιο, τὸ ὁποῖο καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν Συμεὼν Μεταφραστῆ μεταξύ του 976 καὶ 1004. 

Αὐτὸ τὸ Μηνολόγιο ἦταν σημαντικὸ ὄχι μόνο ἐπειδὴ περίεχει ἀναθεωρημένα κείμενα καὶ συλλογὴ ἀπὸ ἁγίους ποὺ ἐντάχθηκαν στὸ ἁγιολόγιο, ἄλλα ἀποτελοῦσε ἐπιπρόσθετα μὲ τὴ σειρά του τὴ βάση γιὰ εἰκονογραφημένα Συναξάρια. Οἱ εἰκόνες αὐτῶν τῶν Συναξαρίων ἢ μηνολογίων – τὸ πιὸ γνωστὸ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασίλειου Β΄, ποὺ δημιουργήθηκε στὸ τέλος τοῦ 10ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα (N. Patterson Sevcenko, Illustrated Manuscripts of the Metaphrastian Menologion. Chicago London, 1990), – ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένες καὶ χρησίμευσαν ὡς πρότυπα γιὰ τὶς ἀπεικονίσεις τῶν ἁγίων καὶ τὶς σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους. Ἔτσι, δὲν πρέπει νὰ διερωτόμαστε ὅταν βρίσκουμε ἀκόμα καὶ στὸ ἀπομακρυσμένο Σβανέτι τὸ Μεταφραστικὸ κύκλο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τεχνουργημένο μὲ λαμπρὸ Βυζαντινὸ ὕφος. Οἱ ἀπεικονίσεις εἶναι ταξινομημένες ὡς ἀκολούθως.

 Στὸν κάθετο βραχίονα τοῦ σταυροῦ, ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω, εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Γεώργιος νὰ τὸν κτυποῦν. Ὁ ἅγιος εἶναι δεμένος πάνω σε τροχὸ καὶ βασανίζεται. Τὸν ρίχνουν σὲ ζεστὸ ἀσβέστη. Μία βαριὰ πέτρα περνάει ἀπὸ πάνω του. Στὸν ἀριστερὸ ὁριζόντιο βραχίονα ὁ ἅγιος Γεώργιος εἰκονίζεται νὰ διαμοιράζει τὰ ἀγαθά του στοὺς φτωχούς. Στὴν ἑπόμενη σκηνὴ ἀνακρίνεται ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Διοκλητιανό. Στὸν δεξιὸ ὁριζόντιο βραχίονα ἀναπαρίσταται ἡ ἀνάσταση τοῦ ταύρου τοῦ Γλυκέριου. Στὸ τέρμα τοῦ βραχίονα ὁ ἅγιος Γεώργιος προσεύχεται προτοῦ ἀποκεφαλιστεῖ..Τὸ ἴδιο θέμα – Ὁ ἅγιος Γεώργιος καὶ τὸ Μαρτύριό του – συναντᾶται εἴτε στὴ Γεωργία εἴτε σὲ ἄλλα μέρη τοῦ Βυζαντινοῦ κόσμου σὲ τοιχογραφίες. Πρῶτα ἀπὸ ὅλα ὑπάρχει σὲ ἐκκλησίες ἀφιερωμένες στὸν ἅγιο Γεώργιο, ὅπως στὴν ἐκκλησία τοῦ Νακιπάρι στὸ Σβανέτι. Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφή, αὐτὴ ἡ τοιχογραφία – ἐδῶ ἕνα ἀντίγραφο μετὰ ἀπὸ συντήρηση – ἁγιογραφήθηκε τὸ 1096 ἀπὸ τὸν Τεβδόρε, ‘τὸν ζωγράφο τοῦ Βασιλιά’, ὅπως ὀνόμαζε τὸν ἑαυτό του (Restoration by Merab Buchukuri, published in Schrade, Svaneti.). 

Ἡ θεματολογία τῆς ἁγιογραφίας γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο ποὺ περιλαμβάνει σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωή του ἔγινε πολὺ δημοφιλὴς ἐπίσης πάνω σὲ μεγάλες φορητὲς εἰκόνες ἐκκλησιῶν. Ὅπως καὶ οἱ εἰκόνες τῶν ἄλλων ἁγίων μὲ τὴ ζωή τους, αὐτὲς φτιάχνονταν γιὰ νὰ παρουσιάζονται στὶς μεγάλες γιορτὲς τοῦ ἁγίου, δίνοντας ζωντανὴ μαρτυρία γιὰ ὅσα περιλάμβανε τὸ κείμενο τῆς ζωῆς του ποὺ διαβαζόταν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας. Πολλὲς ἀπὸ τὶς σωζόμενες εἰκόνες, ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ 13ου καὶ 14ου αἰώνων, ἀνήκουν σὲ μοναστήρια, ὅπως ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Γεώργιου ἀπὸ τὸ Οὔπισι (Ubisi) στὴν Γεωργία (N. Burtchuladze, The Ubisi Monastery. Icons and Wall painting – the 4th c. Tbilisi 2006, ill. 35.). Τὸ Οὔπισι ἦταν Μονή, ἡ ὁποία διατηροῦσε στενὲς σχέσεις μὲ τὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου οἱ Γεωργιανοὶ εἶχαν τὶς ἐκκλησίες τους καὶ λάμβαναν ἐνεργὸ μέρος στὴ ζωὴ τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Πάνω σὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ὑπάρχουν περισσότερες σκηνὲς ἀπὸ τὴ Ζωὴ τοῦ ἁγίου Γεώργιου παρὰ ἀπὸ αὐτὲς στὸ σταυρὸ τοῦ Σέτι στὸ Σβανέτι, ὅπως ἐπιπρόσθετα καὶ τὸ θαῦμα τοῦ δράκοντα, ποὺ ἐμφανίζεται σὲ Γεωργιανὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα τὸν 11ο αἰώνα.

Ἀλλά, αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα περισσότερο σημαντικό, ἡ εἰκόνα ἀποδεικνύει τὸ «ταξίδι» αὐτοῦ του θέματος.  Μία εἰκόνα ἀπὸ τὸν ὄρος Σινᾶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Οὔπισι, ἢ τὸ ἀντίθετο. Ὁ δωρητὴς τῆς εἰκόνας τοῦ Σινᾶ ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα ἦταν μοναχὸς καὶ ἱερέας ‘ὁ Ἰωάννης τῶν Ἰβήρων’ (Weitzmann, Ikone, 106, ill. 34, p 106.). Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἦταν Ἴβηρας, δηλαδὴ κάποιος Γεωργιανὸς ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ τῆς χώρας, ὅπου ἡ Μετσχέτη (Mcxeta) ἦταν ἡ Καθέδρα τοῦ Πατριαρχείου καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος τιμόταν ὡς ἐθνικὸς ἅγιος. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ καθ’ ἐαυτὴ πιθανὸν νὰ ἁγιογραφήθηκε ἀπὸ Ἕλληνα ἁγιογράφο, γιατί εἶναι περισσότερο ἑλληνικῆς παρὰ γεωργιανῆς τεχνοτροπίας, εἰδικὰ στὴν ἐπιμήκη μορφὴ τοῦ ἁγίου Γεώργιου. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἦταν φυσιολογικὸ μέσα στὴν πολυπολιτισμικὴ μοναστικὴ κοινότητα τοῦ ὄρους Σινᾶ.  Τὸ «ταξίδι» καὶ ἡ «μεταφορὰ ἰδεῶν καὶ εἰκονογραφιῶν» καθίστανται ἐπίσης προφανῆ καὶ ἀπὸ μία ἀνάγλυφη εἰκόνα ἀπὸ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο στὴν Ἀθήνα (Ibid, 109, ill. 35, p 109). Χρονολογεῖται ἐπίσης ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα. 

Ἔχει τὴν ἴδια θεματικὴ ὅπως οἱ δύο προηγούμενες εἰκόνες, ἀλλὰ ἀντικατοπτρίζει ἤδη κάποια ἐπίδραση ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη. Αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικό της περιόδου τῶν σταυροφόρων. Ἔτσι βλέπουμε τὸ στρατιωτικὸ ἅγιο Γεώργιο ὄχι μετωπιαία, ἄλλα, στραμμένο στὸ πλευρό, καθὼς ἐπίσης ἡ ἀσπίδα καὶ οἱ δύο ἄγγελοι στὸ πάνω μέρος τοῦ πλαισίου ἔχουν δυτική, ἴσως ἰταλική, τεχνοτροπία, ἐνῶ οἱ σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ ἡ συγκεκριμένη ἐπιλογή τους ἀνταποκρίνονται στὴ Βυζαντινὴ παράδοση. Ὁλόκληρους τοὺς κύκλους τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου εἶναι δυνατὸ νὰ τοὺς συναντήσουμε ἐπίσης στὴ Δύση, ὅπου ἀποδεικνύεται πὼς ἡ τιμή του ἀνάγεται ἤδη στὸν 6ο αἰώνα. Ἔτσι, ὁ Γρηγόριος τῆς Tours ἀναφέρεται στὴν ἀνακομιδὴ μερικῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου στὸ Le Mans καὶ στὴ Limoges (Braunfels- Esche, Sankt Georg, 78). Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καὶ ἔπειτα, πολλὲς ἐκκλησίες ἀφιερώθηκαν στὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ ἁγιογραφήθηκαν μὲ κύκλους ἀπὸ τὴ ζωή του, ὅπως στὴν Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεώργιου στὸ Rhazuns, περιοχὴ στὶς Ἑλβετικὲς Ἄλπεις. Ἡ τοιχογραφία ἀπὸ τὸ 1340 φαίνεται νὰ ἀντικαθιστᾶ παλαιότερη στὴν ἴδια θέση, στὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ Βήματος (Ibid, ills. 28-30).

Ὁ εἰκονογραφικὸς κύκλος στὸ Rhazuns βασίζεται, ὅπως καὶ ἄλλοι στὴ Δύση, στὸ βίο τοῦ ἁγίου Γεωργίου σύμφωνα μὲ τὴ Λατινικὴ ἁγιογραφικὴ συλλογὴ Legenda Aurea τοῦ Ἀρχιεπίσκοπου τῆς Γένουας, Ἰακώβου τῆς Voragine, ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 13ου αἰώνα (R. Benz, Die Legenda aurea des Jacobus de Voragine. Berlin 1963, 325-331). Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ κείμενο, βλέπουμε σπάνιες ἀπεικονίσεις, ὅπως τὸ μαρτύριο τῆς Βασίλισσας Ἀλεξάνδρας στὸ ἐπάνω μέρος, ὁ διαμελισμὸς στὰ δύο ἑνὸς ταύρου ἀπὸ τὸν ὁποῖο δραπετεύει ἕνας δαίμονας, στὴ μέση, καὶ τὸ κόψιμο μὲ μαχαίρια τοῦ ἁγίου Γεωργίου, στὸ κάτω μέρος. Ἔχω μιλήσει γιὰ νέες ἀπεικονίσεις, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ὑφιστάμενες ἔχουν ξεχαστεῖ. Πρῶτα ἀπὸ ὅλα, αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεώργιου ὡς στρατιωτικοῦ ἁγίου μὲ τὴν ἀντίστοιχη ἐνδυμασία καὶ σύμβολα, ὅπως τὸν ἔχουμε συναντήσει στὸ Μπαουὶτ (Bawit). Τὸ τί ἔχει ἀλλάξει στὸ μεσολαβοῦν διάστημα εἶναι μόνο ἡ ἔννοιά του.

Ἐνῶ τὸν 6ο αἰώνα ἡ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη ἦταν ὅτι ὁ ἅγιος Γεώργιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς στρατιώτης - μάρτυρας μεταξὺ ἄλλων στρατιωτικῶν μαρτύρων, τώρα ἔγινε ἤδη πλέον σημαντικός. Ἔχοντας γίνει ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἐξέχοντες στρατιωτικοὺς ἁγίους τῆς Οὐρανίου Στρατιᾶς, ἐκλαμβανόταν ὅλο καὶ περισσότερο ὡς ὁ πιὸ σημαντικός, ἴσως, προστάτης τοῦ λαοῦ σὲ εἰρηνικὲς καὶ λιγότερο εἰρηνικὲς περιόδους.  Αὐτὴ ἡ νέα σημαντικὴ θέση τοῦ ἁγίου Γεώργιου ἀντικατοπτρίζεται στὴν εἰκονογραφία καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν ἀριθμὸ τῶν ἀπεικονίσεών του ποὺ εἶναι ἁπλὰ ἀναρίθμητες. Βρίσκουμε τὸν ἅγιο Γεώργιο ὡς στρατιωτικὸ ἅγιο μὲ τὸ πορτραῖτο του μερικὲς φορὲς σὲ ἁπλοϊκὲς λαϊκὲς εἰκονογραφήσεις, ὅπως σὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ 14ου ἢ 15ου αἰώνα ἀπὸ τὸ Σβανέτι (K. Weitzmann, G. Alibegasvili, A. Volskaja, G. Babic, M. Chatzidakis, M. Alpatov, T. Voinescu, W. Nyssen, Die Ikonen. Freiburg/ Basel/Wien 1982, p 124).

 Πολὺ συχνὰ εἰκονογραφεῖται ὄρθιος ὁλόσωμος, ἱστάμενος καὶ κρατώντας μία λόγχη, μερικὲς φορὲς περιζωσμένος μὲ σπαθί, καὶ συχνὰ μὲ ἀσπίδα. Εἰδικὰ αὐτὸς ὁ τύπος βρίσκεται σὲ περιοχὲς μὲ Βυζαντινὴ ἐπίδραση, γιὰ παράδειγμα στὴ Γεωργία σὲ χρυσὸ τρίπτυχο ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα ποὺ ἀνῆκε στὸν Πατριάρχη Καθολικὸ τῆς Γεωργίας καὶ  ἐπίσης ἀργότερα, γιὰ παράδειγμα σὲ λαξευμένη εἰκόνα τοῦ 15ου αἰώνα (Θὰ δημοσιευθεῖ στό: Schrade, Svaneti). Τὸν βρίσκουμε στὴ Ρωσία  σὲ ζωγραφισμένη εἰκόνα ἀπὸ τὸ 14ο αἰώνα (K. Onasch, Ikonen, Berlin 1961, ill. 46), καὶ βέβαια στὴν Κύπρο  ὅπου ἀπεικονίζεται στὰ Λαγουδερᾶ σὲ 17ου αἰώνα εἰκόνα πλήρως ἐξοπλισμένος μὲ λόγχη, σπαθὶ καὶ ἀσπίδα στὸν ἀριστερὸ βραχίονα (Holy Bishopric of Morphou. 2000 Years of Art and Holiness. Nicosia 2002, ill. 48, p 340 (G. Philotheou). Πολὺ συχνά, ὁ ὄρθιος ἅγιος Γεώργιος συνδυάζεται μὲ ἄλλους στρατιωτικοὺς ἁγίους. Ὁ συνδυασμὸς ἐξηρτάτο ἀπὸ τὴν ἀφιέρωση τῆς ἐκκλησίας ἢ σὲ ποίους ἁγίους ὑπῆρχε προτίμηση σὲ συγκεκριμένη περιοχὴ ἢ χώρα. Ἔτσι, βρίσκουμε τοιχογραφίες ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 12ου αἰώνα στὴν Καστοριὰ μὲ τὸν ἅγιο Γεώργιο μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο, τὸν προστάτη ἅγιο τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ δημοφιλὴς στὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἐπίσης ἀνάμεσα στοὺς Σλάβους (Weitzmann et al, Die Ikonen, p 150).

 Στὴν Καππαδοκία καὶ στὴ Γεωργία βρίσκουμε τὸν ἅγιο Γεώργιο σὲ συνδυασμὸ περισσότερο μὲ τὸν ἅγιο Θεόδωρο, ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ Γεωργιανὴ εἰκόνα ἀπὸ τὸ Σβανέτι τοῦ 12ου αἰῶνος (Ibid, p 112). Ἄρχισα τὴν παρουσίασή μου μὲ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεωργίου πάνω στὸ ἄλογο νὰ σκοτώνει τὸ δράκοντα. Σὲ σύγκριση μὲ τὶς ἀπεικονίσεις ποὺ ἔχουμε δεῖ μέχρι τώρα, αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου ἐπάνω στὸ ἄλογο εἶναι ἡ πλέον διαδεδομένη. Βρίσκουμε αὐτὴ τὴν ἀπεικόνιση ὄχι μόνο σὲ Ὀρθόδοξες χῶρες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔχω δείξει τὰ περισσότερα παραδείγματα μέχρι τώρα, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ σὲ Δυτικὲς χῶρες, ἄσχετα μὲ τὴν ὁμολογία πίστεως τοῦ πληθυσμοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση εἶναι ἐπίσης ἰδιαίτερα δημοφιλὴς καὶ σὲ ἀνατολικὲς χῶρες, ὅπως στὴν Αἴγυπτο καὶ στὴν Αἰθιοπία. Ποιὸς εἶναι ὁ λόγος γι’ αὐτό;

Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε σὲ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση πρέπει νὰ κοιτάξουμε πίσω ἀκόμη μία φορὰ στὴν ἀνάπτυξη τῆς Χριστιανικῆς εἰκονογραφίας. Τὰ πρῶτα της βήματα σχετίζονταν μὲ παλαιότερα ὑφιστάμενα πρότυπα ἀπὸ τὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορικὴ καὶ ἀνατολικὴ εἰκονογραφία.  Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρότυπα ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ νικηφόρου αὐτοκράτορα πάνω στὸ ἄλογο νὰ σκοτώνει ἕνα ἐχθρὸ ἢ νὰ ἐπιστρέφει στὴ χώρα του μετὰ ἀπὸ νικηφόρο μάχη, ὅπως τὸ βλέπουμε στὸ λεγόμενο Βαρβερινὸ δίπτυχο ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο, ποὺ δείχνει πιθανὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἀναστάσιο (491-581). (S. Yerasimos, Konstantinopel. Istanbuls historisches Erbe. Paris 2000, p 69. Ὁ αὐτοκράτορας μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπίσης ὁ Ἰουστινιανός Α΄ ἀπὸ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ 6ου αἰώνα).  Ἕνα ἄλλο παρόμοιο πρότυπο ἦταν ὁ καβαλάρης ἅγιος ποὺ πολεμοῦσε ἐναντίον τοῦ κακοῦ, μία δημοφιλὴς εἰκόνα σὲ Αἰγυπτιακὰ φυλαχτά, τὰ ὁποῖα παρουσίαζαν μεταξὺ ἄλλων τὸν Βασιλέα Σολομώντα νὰ σκοτώνει θηλυκὸ δαίμονα (G. Schlumberger, Amulettes byzantins anciens, in: Revue des Etudes grecques V (1892), 73-93. C. Bonner, Studies in magical amulets. Ann Arbor/London 1950, esp. 208-211, dates these amulets to the 3rd c.).

Αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὴν ἰδέα τῶν Χριστιανικῶν στρατιωτικῶν ἁγίων. Ἔτσι, ἀπεικονίζονταν ἀπὸ πολὺ νωρὶς πάνω σὲ ἄλογο ὡς στρατιωτικοὶ ἅγιοι νὰ πολεμοῦν γιὰ τὴ νίκη τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὡς νικητὲς κατὰ τοῦ κακοῦ.  Αὐτὴ ἡ σύλληψη ὑποστηριζόταν ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση τῶν ἱππευόντων Χριστιανικῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως τὸ Μεγάλο Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐμφανίσθηκε ἐπάνω στὸ ἄλογο μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ – σύμβολο τοῦ θριάμβου τοῦ Χριστιανισμοῦ (A. Grabar, Byzanz. Baden-Baden 1964, ill. 7).  Τὸν ἅγιο Γεώργιο πάνω σε ἵππο τὸν συναντοῦμε σὲ πολλὲς ἀπεικονίσεις στὴν Καππαδοκία καὶ στὴ Γεωργία, ὡς συνήθως σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἅγιο Θεόδωρο. Καὶ οἱ δύο ἅγιοι ἐμφανίζονται σὲ τοιχογραφίες (Goreme, Church of St. Onouphrios, 10th c.) (32) καὶ στὰ ἀνάγλυφα γλυπτὰ στὴν πρόσοψη τῶν ἐκκλησιῶν (Eastern facade of Nikortsminda, 11th c., N. A. Aladashvili, Monumentalnaia skulptura Gruzii. Moskva 1977, ill. 146), καὶ πολὺ συχνὰ σὲ ἀντιθετικὲς ἀπεικονίσεις – ὁ ἅγιος Θεόδωρος νὰ σκοτώνει ἕνα φίδι ἢ ἕνα δράκοντα καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος νὰ σκοτώνει ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, τὸν 11ο αἰώνα στὴ Γεωργία ὀνομαζόταν ὁ ‘ἀσεβὴς αὐτοκράτορας Διοκλητιανός’.  Οἱ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεωργίου πάνω στὸ ἄλογο νὰ σκοτώνει τὸν Διοκλητιανὸ ἔγινε πολὺ δημοφιλὴς στὴ Γεωργία. 

Ὅπως οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Μερκουρίου νὰ σκοτώνει τὸν παγανιστὴ αὐτοκράτορα Ἰουλιανὸ τὸν Ἀποστάτη στὴν Αἴγυπτο (E. S. Bolman (ed.), Monastic Visions. Wall Paintings in the Monastery of St. Antony at the Red Sea. New Haven London 2002, ill. 7.19, p 114) καὶ (35) τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ ἐπιτίθεται στὸ Βούλγαρο τσάρο Κολιᾶν, ἢ –ὅπως σὲ βουλγαρικὴ εἰκόνα τοῦ 17ου αἰώνα – τὸ Λύσιο τὸ μονομάχο τοῦ παγανιστῆ αὐτοκράτορα, (K. Onasch / A. Schnieper, Ikonen. Faszination und Wirklichkeit. Munchen 2001, p 53), αὐτὴ ἡ εἰκόνα συμβολίζει τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἅγιος ἦταν ὄχι μόνο ἰδεολογικὸς ἀλλὰ καὶ ὁ φυσικὸς κατακτητὴς τοῦ ἐχθροῦ. Αὐτὸς ὁ ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ ἦταν πραγματικὸς ἀντίπαλος στὶς ἀτελείωτες μάχες τῆς ἐποχῆς ἢ συμβολικὸς ἀντίπαλος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως ἦταν ὁ Διοκλητιανός, γνωστὸς ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν διώκτης τῶν Χριστιανῶν στὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Ἡ αὐτὴ ἀντίληψή – το νὰ ἀπεικονίζεται ὁ στρατιωτικὸς ἅγιος ὡς νικητὴς τοῦ ἐχθροῦ ἢ τοῦ κακοῦ – μπορεῖ νὰ ἐντοπιστεῖ πίσω ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεωργίου νὰ σκοτώνει τὸ δράκοντα. 

 Ἔχω πάλι ἐπιλέξει μία Γεωργιανὴ εἰκόνα ἀπὸ σμάλτο ἀπὸ τὸν 11ο ἢ 12ο αἰώνα (Weitzmann et al, Die Ikonen, p 125. Also Onasch Schnieper, Ikonen, p 69 (left), ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ τέχνη ἀντικατοπτρίζει τὴ μετάβαση σὲ ἕνα νέο εἰκονογραφικὸ τύπο τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴ Γεωργία, ὁ ὁποῖος βασιζόταν στὸ θαῦμα τοῦ δράκοντα ποὺ γράφτηκε αὐτὴ τὴν ἐποχή. Ἡ ἱστορία εἶναι πολὺ γνωστή: Ὁ ἅγιος Γεώργιος σώζει μία πριγκίπισσα στὴ Λασία ποὺ θὰ θυσιαζόταν σὲ ἕνα δράκοντα. Ὑπερνικάει τὸ δράκοντα καὶ τελικὰ τὸν σκοτώνει, ἀφοῦ ὁ βασιλέας καὶ ὁ λαὸς του μεταστράφηκαν στὸ Χριστιανισμό. Αὐτὸς ὁ νέος εἰκονογραφικὸς τύπος τοῦ ἁγίου Γεωργίου θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία ἐπειδὴ ἀκολουθοῦσε τὴν ἤδη καθορισμένη παράδοση τῶν στρατιωτικῶν ἁγίων ποὺ πολεμοῦν ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Στὴ Γεωργία οἱ νέες ἀπεικονίσεις ἀντικατέστησαν τὶς παλαιότερες τοῦ ἁγίου Γεωργίου νὰ σκοτώνει τὸν Διοκλητιανό, τὸν διώκτη τῶν Χριστιανῶν. Οἱ ἀλλαγὲς δὲν ἦσαν πολὺ δραματικὲς ἀφοῦ ἤδη ὁ Διοκλητιανὸς συχνὰ ἐκλαμβανόταν ὡς θηρίο καὶ ὀνομαζόταν ‘ὁ δράκων τῆς ἀβύσσου’ σὲ Κοπτικὰ κείμενα, ἢ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν δράκοντα τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπως εἶπε στὴν εἰσήγησή του καὶ ὁ Μητροπολίτης Βασίλειος.

 Ἡ εἰκονογραφία τοῦ ἱππεύοντος ἁγίου Γεωργίου νὰ σκοτώνει τὸ δράκοντα ἐθνικοποιήθηκε καὶ συχνὰ ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλες μορφὲς τοῦ θαύματος τοῦ δράκοντα ἢ ἀκόμα συνδυάσθηκε μὲ ἄλλα θαύματα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔθνη καὶ ὁμολογίες ἐπεξεργάζονταν τὶς δικές τους ἀντιλήψεις γιὰ τὸν ἅγιο, δημιουργώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀκόμη μεγαλύτερη δημοτικότητα. Ὄντως, μία Αἰθιοπικὴ ἀπεικόνιση ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα δείχνει τὸ θαῦμα τοῦ δράκοντα μὲ τὴν πριγκίπισσα νὰ σώζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεώργιο. Ἐνῶ, ὅμως, τὸ ἄλογο εἶναι ἄσπρο, ὅπως στὶς περισσότερες περιπτώσεις, αὐτὸς ὁ ἅγιος Γεώργιος εἶναι Αἰθίοπας μὲ μαῦρο πρόσωπο καὶ μαῦρα μαλλιὰ καὶ ντυμένος μὲ ἐθνικὴ ἐνδυμασία (Onasch Schnieper, Ikonen, p 69 (right). (38) Σὲ ἕνα ἀρμενικὸ εἰκονογραφημένο χειρόγραφο ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα ὁ ἅγιος Γεώργιος ἀπεικονίζεται μὲ τὸ ἴδιο θαῦμα. Ὅμως, αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ἄλογό του εἶναι βαθὺ καστανὸ καὶ ὁ ἅγιος θυμίζει τὸν ἅγιο Θεόδωρο, ἢ καλύτερα ἕνα νέο Ἀρμένιο ἥρωα (Armenische Buchmalerei des 13. und 14. Jahrhunderts aus der Matenadaran- Sammlung Jerewan. Leningrad 1984, ill. 31).

 Ὁ διάσημος Ἰταλὸς ζωγράφος Ραφαὴλ ἀπεικόνισε τὸν ἅγιο Γεώργιο μὲ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς δυτικοῦ μεσαιωνικοῦ ἱππότη (Braunfels-Esche, Sankt Georg, ill. 108, p 112). Στοιχεῖα τῆς ἐνδυμασίας τέτοιων ἱπποτῶν, ὅπως ὁ σταυρὸς πάνω στὶς ἀσπίδες τους, βρίσκονται ἐπίσης σὲ νομίσματα καὶ σφραγίδες, ὅπως στὴ σφραγίδα τῆς Τράπεζας τῆς Γένουας, ποὺ ἔχει διατηρηθεῖ πάνω σὲ ἔγγραφο ἀπὸ τὶς 26 Ἰουλίου 1451 (Ibid, ill. 105, p 108), ἢ πάνω σε νόμισμα, τὸ Στέμμα τοῦ Γεώργιου Γ’, τοῦ ὁποίου ὁ προστάτης ἅγιός του ἦταν ὁ ἅγιος Γεώργιος (Ibid, ill. 96, p 96). Μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν ἱππεύοντα ἅγιο Γεώργιο μὲ τὸ δράκο καὶ σὲ διαφορετικὰ πλαίσια.  Σὲ μία ρωσικὴ εἰκόνα ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα ὁ ἅγιος Γεώργιος ἐμφανίζεται μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Νικήτα (Nowgoroder Ikonen des 12. bis 17. Jahrhunderts. Leningrad 1981, ill. 237). Ὁ ἅγιος Νικήτας, ἕνας Χριστιανὸς στὸ στρατὸ τῶν Γότθων ποὺ πολεμοῦσαν ἐναντίον τῶν Βυζαντινῶν στὸ Δούναβη, ἀπεικονίζεται στὴν ἑλληνικὴ ἐκκλησία κυρίως ὡς μάρτυρας. Στὴν ἴδια εἰκόνα, ὅπως σὲ πολλὲς ἄλλες ρωσικὲς εἰκόνες, πα- ρουσιάζεται ὡς ἅγιος στρατιώτης καὶ στρατηγός, ἕνας ἀξιωματικὸς ποὺ νικάει τὸ κακό. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὑποστηρίζει τὸν ἅγιο Γεώργιο στὸν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ.

 Μιὰ ὁλόκληρη ρομαντικὴ ἱστορία γιὰ τὸν ἅγιο Γεώργιο περιγράφεται ἀπὸ ἕνα σχέδιο γύρο στὸ 1430 ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Bodensee (Μποτένση) στὴ νότια Γερμανία (Braunfels- Esche, Sankt Georg, ill. 17, p 27). Μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἥρωα τὸν ἅγιο Γεώργιο, τὴν πριγκίπισσα νὰ προσεύχεται καὶ τὸ παλάτι τοῦ πατέρα της στὸ φόντο, κοντὰ σὲ λίμνη μὲ πλοῖα καὶ γύρω ἕνα ρεαλιστικὸ τοπίο.  Πιὸ ἁπλὸ καὶ ἐπικεντρωμένο στὰ οὐσιαστικότερα εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴν πρόσοψη ἑνὸς ἀγροτικοῦ σπιτιοῦ στὸ Tirol. Αὐτὴ ἡ εἰκονογραφία ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα δείχνει τὸν ἅγιο Γεώργιο σὲ μοντέρνα ἐνδυμασία ἑνὸς στρατιώτη, ἐνῶ ὁ δράκοντας δὲν ἔχει ἀλλάξει καὶ πολὺ ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε εἰσαχθεῖ στὴν εἰκονογραφία (Ibid, ill. 206, p 207).  Μὲ αὐτό, θέλω νὰ ἐπιστρέψω, καὶ ἐπίσης νὰ τελειώσω μὲ τὴν τοιχογραφία στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὸ Παραλίμνι.

Ὑπάρχει πολὺ καλὴ περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ἀπεικόνισης ἀπὸ τὸν Σοφοκλῆ Σοφοκλέους στὸ βιβλίο του γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ νομίζω πὼς δὲν χρειάζεται νὰ τὴν ἐπαναλάβω ἐδῶ. Αὐτὸ ποὺ θὰ ἤθελα νὰ πῶ ἐπιπρόσθετα εἶναι, πὼς αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὸ Παραλίμνι εἶναι κατανοητὴ στὴν Κύπρο. Ἀλλά, θὰ ἦταν κατανοητὴ ἐπίσης καὶ στὴ Γερμανία, στὴν Ἰταλία, στὴ Γεωργία, στὴν Ἀρμενία καὶ στὴ Ρωσία. Ἔστω καὶ ἐὰν δὲ γνωρίζουν ὅλοι γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ δράκοντα καὶ τὸ ρόλο τῆς πριγκίπισσας σὲ αὐτό, ἢ γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ ἁγίου Γεωργίου νὰ σώζει τὸ νέο ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία – σὲ ἄλλες ἐκδοχὲς ἀπὸ τὴν Παφλαγονία – ποὺ εἶναι γνωστὸς ὡς ὁ μικρὸς Γεώργιος τῆς Μυτιλήνης στὴ Κύπρο (Holy Bishopric of Morphou, p 338. Ch. Hadjichristodoulou), ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἔννοια εἶναι καθαρές. Ὁ Χριστιανὸς ἅγιος Γεώργιος ἀγωνίζεται ἐναντίον τοῦ κακοῦ, προστατεύοντας ἀνθρώπους σὲ ὅλο τὸν κόσμο

Brigitta Schrade*

* Ἡ κ. Brighitta Schrade εἶναι Καθηγήτρια στὸ Τμῆμα Ἱστορία τῆς Τέχνης στὸ Ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου.

πηγή : Πνευματική Διακονία

Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας - Αμμοχώστου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...