/*--

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

ΤΑ ΘΡΗΝΗΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ όπως σώζονται στο Σουλιώτικο χωριό ΡΕΥΜΑΤΙΑ (ΓΚΙΩΝΑΛΑ) Ν. ΠΡΕΒΕΖΑΣ

        
Η δύναμη της συνήθειας αναμφισβήτητα αποτελεί και τρόπο ζωής, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους που διαβιούν σε κλειστές κοινωνίες, όπου οι σχέσεις τους είναι παραπάνω από στενές. Στους χώρους αυτούς η κάθε πράξη είναι επιταγή και χρέος απέναντι σε δυνάμεις ηθικές, που κατέληξαν να είναι τέτοιες ύστερα από συνεχή επανάληψη και διαιώνιση.


[…] Θρησκευτικές γιορτές - Χριστούγεννα, Αποκριές, Πάσχα - είναι αποκαλυπτικές για πολλές συνήθειες, που συνδυάζουν από τη μία μεριά το θρησκευτικό χρώμα και τη θρησκευτική συμβολικότητα και από την άλλη την αστείρευτη νοητική ευαισθησία και τη δημιουργική κίνηση ενός λαού - ποιητή, όπως του δικού μας.

Θεωρώ σκόπιμο να κάνω αναφορά, γενικά, στην παγιωμένη μέχρι και σήμερα - δειλά ας το πω γιατί όσο πιο παλιά τόσο περισσότερο ίσχυε - συνήθεια να λένε διάφορα τραγούδια θρηνητικά, πένθιμα, παρηγορητικά, την Παρασκευή το βράδυ, παραμονή του Σαββάτου, μέρας θανάτου του Λαζάρου, στενού και καρδιακού φίλου του Χριστού. Όσα αναφέρω παρακάτω δεν αποτελούν παρά βιωματικές εκφράσεις συγχωριανών μου αλλά και δικές μου, που προσωπικά τις έζησα ζωντανά, στα παιδικά κυρίως χρόνια. Σε αρκετά σημεία αυτής μου της έκθεσης των «ειωθότων» του χωριού μου συνάντησα δυσκολίες στις οποίες χρειάζονταν οι διευκρινήσεις και η βοήθεια παλιότερων ανθρώπων. Σε κάθε μου ζήτηση ανταποκρίθηκαν με προθυμία. Γι’ αυτό επιθυμώ, μέσα απ’ αυτό το λαογραφικού περιεχομένου κείμενο, να τους ευχαριστήσω.

Λίγο μετά το μεσημέρι της λυπητερής αυτής μέρας, όλα τα παιδιά του σχολειού του χωριού μου, καθώς και έφηβοι, βρίσκονταν σε μία εγρήγορση και ζωντάνια ψυχική, καθώς παράβγαιναν αναμεταξύ τους στο στόλισμα του καλαθιού που μ’ αυτό, με το θάμπωμα, θα γύριζαν σπίτι - σπίτι όλο το χωριό. Ο σκοπός, που γι’ αυτόν επισκέπτονταν τα σπίτια, ήταν διπλός: Πρώτα η υπενθύμιση και η συμμετοχή στο πένθος ενός αγαπημένου του Χριστού, ανθρώπου, όπως ήταν ο Λάζαρος. Ύστερα η ενσυνείδητη προσφορά - συνήθως αυγό - απ’ τους νοικοκυραίους στους επισκέπτες.

Το γύμνασμα και η εξάσκηση στα τραγούδια αυτά του Λαζάρου ήταν κάτι που απασχολούσε αρκετές μέρες πριν τους νέους του χωριού, που γεμάτοι θέληση και όρεξη έτρεχαν κοντά στους γεροντότερους και δυνατότερους στη θύμηση χωριανούς. Αυτοί - οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι πατεράδες και γενικά κάθε μεγαλύτερος - ήταν οι συμβουλάτορες, οι οδηγοί, που, σαν άλλοι ραψωδοί, με μοναδικό όπλο τη μνήμη, απάγγελναν μακροσκελή τραγούδια, κάνοντας τα γνωστά και μαθαίνοντάς τα στους νεότερους. Και μπορούσαν κι αυτοί, με τη σειρά τους, να τα αποστηθίσουν και να τα κάνουν πλέον δικό τους κτήμα. 

Το ένα και μοναδικό διάλειμμα, που έκανε ο δάσκαλος στο σχολείο - τότε μέχρι τη δεκαετία του ’60 τα δημοτικά λειτουργούσαν και τις απογευματινές ώρες - ήταν χρόνος άσκησης και εμπέδωσης των τραγουδιών, που μάθαιναν από τους χωριανούς. Τα παιδιά καθισμένα στον προσήλιο, πίσω από τον πέτρινο περίβολο της εκκλησίας του χωριού, χωρισμένα και εκεί σε ζευγάρια και παρέες - ανάλογα με τη φιλία και τη συμπάθεια - άρχιζαν και προσπαθούσαν δοκιμαστικά να αποδώσουν, όσο γινόταν καλύτερα, τα λυπητερά αυτά τραγούδια. Επίλογος της κινητοποίησης και της όλης αυτής προετοιμασίας ήταν, όπως ανέφερα και παραπάνω, το στόλισμα του καλαθιού.

Το όμορφο και με ειδικό υλικό πλεγμένο καλάθι στολίζονταν με περίτεχνο, απλό και απέριττο τρόπο, έτσι όπως ζητούσαν οι θλιβερές αυτές στιγμές. Όλη αυτή η ακολουθία των νέων ξεχύνονταν στους αγρούς και τις πρασινισμένες πλαγιές, έξω από το χωριό, και επιδίδονταν στη συγκινητική και σταθερή προσπάθεια του στολισμού του καλαθιού. Το εσωτερικό του το έστρωναν με ζηλευτό γρασίδι, ενώ την εξωτερική του πλευρά την έντυναν περιφερειακά με πολλά φανταχτερά λουλούδια - απ’ τα τόσα που βγάζει η δυνατή Άνοιξη. Η προτίμηση όμως ήταν στα πολύχρωμα κρίνα - αντιπροσωπευτικά για τις ώρες αυτές λουλούδια - στις πράσινες πλέον μυγδαλιές και κυρίως στις ανθισμένες αχλαδιές και κυδωνιές. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, οι ετοιμασίες αυτές ήταν πια τελειωμένες κι όλοι φτιάχνοντας ζευγάρια - δυο παιδιά ένα καλάθι - ή παρέες από δύο και τρία ζευγάρια, άρχιζαν να περνούν πόρτα την πόρτα στο χωριό. Οι τολμηρότεροι επισκέπτονταν και άλλα κοντινά χωριά.

Το ηλιοβασίλεμα και στη συνέχεια το σκοτάδι, που άρχιζε να πέφτει, ήταν η ώρα που οι χωριανοί - οι πιο πολλοί - γύριζαν από τις δουλειές τους, από τα χωράφια τους και τις αγροικίες τους. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα ζώα τους στα μαντριά και στις στάνες τους και κουρασμένοι από τον ημερήσιο κάματο, με το δισάκι στην πλάτη και την καρδάρα με το γάλα στο χέρι, έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι τους, για τη φαμίλια τους, στη γωνιά (= τζάκι), όπου η φωτιά που έκαιγε με τα κούτσουρα έδινε, με τη βοήθεια του λυχναριού ή της λάμπας, το φωτισμό και εξυπηρετούσε έτσι τη νοικοκυρά στις σπιτικές της δουλειές.

Τα γαβγίσματα των σκυλιών, τα καλησπερίσματα και το καλοβράδυ στο αντάμωμα των παιδιών και των μεγάλων του χωριού έδιναν ένα χρώμα πρωτόφαντο και ιδανικό στην κίνηση της ζωής του. Όλη η φύση, όλη η ζωή του χωριού, οι στράτες, τα δένδρα, οι άνθρωποι αντανακλούσαν το θρήνο και τη θλίψη. Η ιερότητα της μέρας χαρακτήριζε κάθε πράξη, κάθε δουλειά, κάθε κουβέντα του ανθρώπου του χωριού.

Καλόδεχτοι, ανοιχτόκαρδοι και με δυναμωμένο το αίσθημα της φιλοξενίας, κληροδοτημένο στο ακέραιο από τους μακρινούς προγόνους, οι νοικοκυραίοι δέχονταν τους νεαρούς μοιριολογητές - επισκέπτες, προσφέροντάς τους κάθε εξυπηρέτηση και ευκολία.

Ανταπόδιναν καλοσυνάτα το χαιρετισμό και με ανυπομονησία αλλά και έντονη επιθυμία καρτερούσαν ν’ ακούσουν το θλιβερό τραγούδι. Ήταν καθαρός, κοινός και στερεότυπος ο σύντομος διάλογος, που 
γίνονταν ανάμεσα στους επισκέπτες - τραγουδιστάδες και φαμίλιαρχους:

- Ποιο να πούμε (= τραγουδήσουμε);
- Όποιο να ’ναι! Όποιο θέλετε!...

Στην περίπτωση αυτή οι νεαροί τραγουδιστάδες προτιμούσαν να πουν το πιο σύντομο τραγούδι, που ήταν το: «Σήμερον έρχεται ο Χριστός...»1, κι αυτό γιατί πίστευαν ότι θα ξεμπέρδευαν νωρίτερα, οπότε θα μπορούσαν να περάσουν πιο γρήγορα και τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού.

Σ’ άλλα πάλι σπίτια, από τους παππούδες ή τους μερακλήδες για τα τραγούδια του Λαζάρου οικογενειάρχες, οι παραγγελίες ήταν περισσότερο συγκεκριμένες: «Πέστε τον Aϊ - Γιώργη» ή «Πέστε το σήμερο μαύρος ουρανός», ή «την καλησπέρα...». Τα τρία αυτά τραγούδια: α) «Ο Αΐ - Γιώρης»2, β) «Σήμερο μαύρος ουρανός» και γ) «Καλησπέρα σας» είναι τα πλέον συγκινητικά, τα πλέον θλιβερά, τα πλέον εκφραστικά για την τραγικότητα της μέρας αυτής. Όλη η δύναμη του μοιρολογιού, τέτοια που μπορεί κανείς να .τη θεωρήσει στο Νεοελληνικό δημοτικό θρηνητικό τραγούδι και ιδιαίτερα στο μοιρολόι της Ελληνίδας μάνας, βρίσκεται μέσα στα τραγούδια αυτά, που ακούγοντάς τα κάποιος, ιδιαίτερα για πρώτη φορά, προοδευτικά νιώθει την ένταση των συναισθημάτων και κύρια της αγωνίας και της λύπης. Ο βυζαντινός μουσικός χρωματισμός, καθώς και ο σταθερός τόνος απόδοσης - μπορεί να αποδοθεί σε δύο ή και τρεις φωνές - δημιουργούν ένα εξαίσιο ακουστικό συνταίριασμα.

Σε φαμίλιες που είχαν κόρη ή κόρες σε ηλικία γάμου συνήθιζαν να λένε οι νέοι το τραγούδι της «θύγας» (= θυγατέρα, ανύπαντρη κοπέλα). Το περιεχόμενο του τραγουδιού αυτού είναι αντιπροσωπευτικό της παράξενης νοοτροπίας της ανύπαντρης κοπέλας, που ζητάει να πάρει το αρχοντόπουλο με τις πολλές χιλιάδες. Παράλληλα διαφαίνεται και η επιμονή - ο μεγάλος έρωτας της κόρης - για το αρχοντόπουλο, που το προκρίνει και από το γιο του βασιλιά και από το γιο του ρήγα.

Όταν στο σπίτι, που επισκέπτονταν οι νεαροί τραγουδιστάδες για να τραγουδήσουν τραγούδια του Λαζάρου, βρίσκονταν και κάποιο μικρό - νήπιο - τότε έλεγαν το τραγούδι: «το μικρό μικρούτσικο». 

Εδώ τονίζεται εμφαντικά η επιθυμία της μάνας του και της μεγαλύτερης αδερφής του να μεγαλώσει το μικρό όσο γίνεται γρήγορα και να πάει επίσης γρήγορα στο σχολείο για να μορφωθεί

Επίσης το δημοτικό τραγούδι: «Ξενιτεμένο μου πουλί», το ’λεγαν στα σπίτια εκείνα που οι νοικοκυρές είχαν κάποιο δικό τους - παιδί, πατέρα - στην ξενιτιά.

Οι νοικοκυρές στο τέλος κάθε τραγουδιού πήγαιναν και έβαζαν ένα, δύο, τρία ή πέντε αυγά, ανάλογα με τη διάρκεια του θρηνητικού τραγουδιού και την ευχαρίστηση του οικοδεσπότη ή της οικοδέσποινας. Αν λόγου χάρη το τραγούδι που θα έλεγαν, ήταν το: «Σήμερο μαύρος ουρανός», που ήταν μακροσκελές, τότε η νοικοκυρά - γιαγιά, μάνα ή νεαρή κόρη - θα έβαζε στο καλάθι των επισκεπτών πέντε, ή και παραπάνω, αυγά. Και αυτά με δική της πρωτοβουλία και προαίρεση.

Παράλληλα, ο γέροντας αρχηγός της οικογένειας ή ο γιος του, στην περίπτωση που οι νέοι τραγουδούσαν το παραπάνω αυτό μεγάλο σε μάκρος τραγούδι, συνόδευε και ο ίδιος, βοηθώντας τους να το αποδώσουν όσο πιο καλά και σταθερά γινόταν. Στο τέλος κάθε θρηνητικού τραγουδιού ήταν συνηθισμένη η φράση από τη μεριά των παιδιών: «και του χρόνου! κι ένα αυγό παρόν». Φεύγοντας από το σπίτι που θα ’ταν κούλια3 (= δίπατο) ή στρωτό, έπαιρναν από τους νοικοκυραίους πολλές ευχές για την άλλη χρονιά, ανταποδίδοντας με τη σειρά και τις δικές τους.

Τα δυνατά σκουξίματα και οι τριγμοί που άφηναν ανοίγοντας και κλείνοντας οι ξύλινες βαριές, μονόφυλλες ή δίφυλλες πόρτες των σπιτιών του χωριού στην κάθε επίσκεψη των νέων, τα γαβγίσματα των σκυλιών, που στην παραβίαση της αυλόθυρας ένιωθαν την ανάγκη πιστά να περιφρουρήσουν το σπίτι, καθώς και οι θορυβώδικες κουβέντες, που άλλαζαν μεταξύ τους οι νεαροί τραγουδιστάδες του Λαζάρου στις στράτες που περπατούσανε για να καλύψουν τις αποστάσεις από το ένα σπίτι στο άλλο, συνθέτανε μία ατμόσφαιρα, ιδιαίτερα ζωντανή και ασυνήθιστη για τη ζωή του χωριού, που τραβούσε μέχρι τα μεσάνυχτα ή και τα χαράματα ακόμα. Κι αν περνούσες, σαν άνθρωπος του χωριού, από τα στενά δρομάκια του, για λόγους που οι διάφορες δουλειές σου επέβαλαν, τις ώρες τούτες τις προχωρημένες, θα ’βλεπες τα παιδιά αυτά, που όλη τη νύχτα γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καθισμένα κάπου απόμερα να μοιράζονται όλα τ’ αυγά που είχαν μαζέψει απ’ αυτή την κουραστική νυχτερινή εξόρμηση.

Η επόμενη μέρα, το Σάββατο, ήταν για όλο το νεολαιίστικο4 κόσμο του χωριού μέρα ξεκούρασης και ανάπαυσης, αφού επιστρέφανε στο σπίτι τους το πρωί σχεδόν του Σαββάτου.

1 Κοίταξε στο παράρτημα, που ακολουθεί, σχετικά με αυτό και τα υπόλοιπα τραγούδια.

2 Το τραγούδι αυτό είναι το περισσότερο συγκινητικό και εναγώνιο, με διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Είναι κυρίως το τραγούδι, που άρεσε στους πιο πολλούς χωριανούς, αυτή τη μέρα, να ακούνε λόγω του δυνατού πόνου και συγκίνησης που αποπνέει. εμφαντικά η επιθυμία της μάνας του και της μεγαλύτερης αδερφής του να μεγαλώσει το μικρό όσο γίνεται γρήγορα και να πάει επίσης γρήγορα στο σχολείο για να μορφωθεί.

3 Κούλια: σπίτι με ισόγειο και πρώτο όροφο, εντυπωσιακό και ιδιαίτερα περίτεχνο στην κατασκευή του. Η επόμενη μέρα, το Σάββατο, ήταν για όλο το νεολαιίστικο4 κόσμο του χωριού μέρα ξεκούρασης και ανάπαυσης, αφού επιστρέφανε στο σπίτι τους το πρωί σχεδόν του Σαββάτου.

4 Ο όρος όχι στην κυριολεξία, αφού τα κορίτσια του χωριού απείχαν σχεδόν απ’ αυτή την εκδήλωση. Βέβαια δεν έλειπαν και οι συμμετοχές των τολμηρών κοριτσιών. Κι αυτό αν γινόταν, χρονικά θα αφορούσε στις δυο -τρεις πρώτες νυχτερινές ώρες της μέρας αυτής. Η θέση της γυναίκας και εδώ υπαγορεύονταν καθαρά από λόγους κοινωνικής σκοπιμότητας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Σήμερον έρχεται ο Χριστός

Σήμερον έρχεται ο Χριστός , επουράνιος Θεός
εις την πόλιν Βιθυνία, Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό τους και γλυκό καρδιακό τους.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιρολογούσαν.
- «Αν ήσουν εδώ, Χριστέ μας, δε θα πέθαινε ο αδερφός μας
και ο φίλος ο δικός σου».
Τότε ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει:
- «Άδη! Άδη! Τάρταρέ μου!
έβγα έξω Λάζαρε μου, φίλε μου κι αγαπητέ μου!»
Λάζαρος απελυτρώθη, ανεστήθη και σηκώθη.
Ήτανε σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος.
- «Πες μας, Λάζαρε, τι είδες εις τον Άδην όπου πήγες;»
- «Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδούλας το χειλέον και μη με ρωτάτε πλέον».

2. Καλησπέρα σας

-Καλησπέρα σας, καλή βραδιά σας!
-Καλώς ήλθατε!
-Στην αφεντιά σας κι αν κοιμόσαστε
να σηκωθείτε ήρθε ο Λάζαρος,
ήρθαν τα Βάγια ήρθε κι η γιορτή
μεγάλη κι άγια, άλλοι έλεγαν τα λόγια τα άγια,
άλλοι έκοβαν κλάδους και βάγια.
Κίνησε ο Χριστός στην πόλη Βιθυνία εύρε απάντηση.
Μάρθα και Μαρία και τας ερωτά με μακροθυμία:
-Μάρθα! Πού ’ναι ο Λάζαρος; Πού ’ναι ο αδερφός σου
και ο φίλος μου;
-Είναι αποθαμένος εις τον τάφο του!
-Τετραποιημένως ας υπάγουμε να τον ιδούμε, όλοι
τρέξαντες, μικροί μεγάλοι φίλοι του Χριστού
Εβραίοι κι άλλοι και τα νήπια,
ως παιδίον βρέφος ως και η πομπή.
-Των Ιουδαίων έλα, Κύριε, ανάστησέ μας από τους νεκρούς!
Ελευθέρωσε μας κι από τους τάφους μας.
Φως εταράχθη και ο Λάζαρος όρθιος εστάθη εις τους πόδας του
μύρον εβγάζουν κι οι αδερφάδες του, τον αγκαλιάζει η Μάρθα
κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή και οι τέσσερις αντάμα.
Σαν πέσαν Τον προσκύνησαν, τους πόδας Του φιλούνε.
- Χριστέ μας, παντοδύναμε και ποιητή του κόσμου!
Το πρώτο θαύμα, που ’κανες ήταν στη Γαλιλαία.
Που ’κανες τα νερά κρασιά, το θαύμα σου ελαία.
Το τρίτο θαύμα που ’κανες ήταν στη Βιθυνία,
π’ ανέστησες το Λάζαρο, το φίλο το δικό σου,
όπου ήταν φίλος σου, Χριστέ, και αδερφός δικός μας,
ποτέ του δεν εγέλαγε, ποτέ του δε γελάει
είχε τα χείλη του πικρά, τα χείλη του φαρμάκι.

Σημείωση:

Ο Χριστός επισκέπτεται τη Βιθυνία, όπου απ’ τις δύο αδερφές του Λαζάρου, αδερφικού του φίλου - Μάρθα και Μαγδαληνή- πληροφορείται το θάνατό του. Ακολουθεί η ανάσταση του Λαζάρου, γεγονός που σκορπάει συγκίνηση και απεριόριστη χαρά στους συγγενείς του. Οι αδερφές του, η μάνα του και του Ιακώβου η αδερφή ευχαριστούν, ευγνωμονούν και προσκυνούν το Χριστό και ποιητή του κόσμου για το μεγάλο αυτό θαύμα.

3. Θύγα (= θυγατέρα)

Εδώ είναι η θύγα η όμορφη, θύγα καμαρωμένη.
Της τάζει ο γιος του βασιλιά, της τάζει ο γιος του ρήγα.
Δε θέλει γιο του βασιλιά, δε θέλει γιο του ρήγα,
μον’ θέλει τ’ αρχοντόπουλο με τις πολλές χιλιάδες.
Γυρεύει το άστρο πρόβατο και το φεγγάρι γίδι,
γυρεύουν μύλους δώδεκα μ’ όλους τους μυλωνάδες.
Οι πέντε αλέθουν με νερό και οι έξι με το γάλα
κι ο τρίτος ο καλύτερος αλέθει το πιπέρι,
να πιπερώσουν τα φαγιά να φαν οι συμπεθέροι.

4.Αϊ-Γιώρης (Άγιος Γεώργιος)

Αϊ-Γιώρη - Αϊ-Γιώρη, αφέντη μου και Γριβοκαβαλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι!
Τη χάρη Σου τη βούλη Σου το πού να Σου τη ρίξω;
Εδώ ’ναι τ’ άγριο θεριό κι ο δράκοντας μεγάλος,
που δεν αφήνει άνθρωπο κάθε στιγμή και ώρα.
Σταλιά νερό δεν άφηνε για να το πάρει η χώρα.
Και ρίξαν την πολυψηφιά, το τίνος θε να πέσει.
Και έπεσε στο βασιλιά προς τη βασιλοπούλα
όπου την είχε η μάνα της μικρή και μοναχούλα.
Κι ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, βαριά του κακοφάνη.
-«Όλο το βίος μου πάρτε του κι αφήστε το παιδί μου!».
-«Για αφσέτο, αφσέτο, βασιλιά, μην πάρουμε και σένα!».
-«Για πάρτε το, στολίστε το και κάντε το σα νύφη
και ρίξτε το στο δράκοντα να το γλυκομασήσει!».
Πολύς λαός, αρίθμητος, παίρνει την κορασίδα
στα χείλη μες του πηγαδιού τη δέσαν μ’ αλυσίδα.
Κανένας δεν εβρέθηκε να πάει να τη σώσει.
Κι Αϊ-Γιώρης εβουλήθηκε να πάει να τη γλιτώσει.
Το Γρίβο καβαλίκεψε και το ταχυδρομίζει,
στα χείλη μες του πηγαδιού πηγαίνει και καθίζει.
Κι η κόρη τον εκοίταζε με δακρυσμένο βλέμμα.
-«Για φεύγα - φεύγα, αφέντη μου, μην πάει και φάει και σένα
ετούτο τ’ άγριο θεριό όπου θα φάει εμένα!».
-«Γι’ αφσέ με-αφσέ με, κόρη μου, λίγον ύπνον να πάρω!».
Κι ο Αϊ-Γιώρης εκοιμήθηκε στα γόνατα της κόρης.
-«Για σήκω-σήκω αφέντη μου, και το νερό αφρίζει
κι ο δράκοντας τα δόντια του για μένα τα τροχίζει!».
Κι Αϊ-Γιώρης εσηκώθηκε σαν παραλογισμένος.
Το κονταράκι τ’ άρπαξε, σαν του ’χε μαθημένο.
Μια κονταριά του τράβηξε, τον παίρνει μες στο στόμα
σαν κάνει και ξαπλώνεται στης γης το μαύρο χώμα.
Όλα τα όρη τρέμουνε και τα κλαριά σαλεύουν
της κόρης τα ματάκια της σαν δυο βρυσούλες τρέχουν.
-«Σύρε, κόρη μ’, στο σπίτι σου, σύρε και στους γονείς σου!».
-«Για πες μου, αφέντη, τ’ όνομα, πες μου και το χωριό σου;».
-«Αϊ-Γιώρη, λένε τ’ όνομα, κι απ’ την Καππαδοκία!
κι αν έχεις κάνα χάρισμα, φτιάξε μια εκκλησία
και κάτσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
κι από τη δέξια τη μεριά φτιάξ’ ένα καβαλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι».

6.Το μικρό μικρούτσικο

Ένα μικρό μικρούτσικο, μικρό στη σαρμανίτσα
μικρό που του ’χε η μάνα του, μικρό κι η αδερφή του.
Το λούζανε το χτένιζαν και στο σχολειό το στέλλαν.
Το καρτερεί ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα
το καρτερεί η δασκάλισσα με δυο κλονάκια μόσχο
μόσχο που ’ναι τα γράμματα μόσχο και το βιβλίο.

7.Καλό είναι τ’ άγιος ο Θεός

Καλό είναι τ’ άγιος ο Θεός, καλό είναι να το πούμε.
Όποιος τ’ ακούει χαίρεται κι όποιος το ξέρει αγιάζει.
Κι όποιος το παραπίκρανε, παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.
Εκεί δέντρο δεν ήτανε, δέντρο εφανερώθη.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός κι η ρίζα η Παναγιά
και τα κλωνάρια του δέντρου ήταν οι Αποστόλοι
και τα φυλλάκια που ’πεφταν ήταν ο κόσμος όλος.

8.Σήμερο μαύρος ουρανός

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται.
Σήμερο βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά και τρισαφορεσμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων Βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό να τον συλλάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά, η Δέσποινα, καθόταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήλθε εξ’ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Φτάνουν, κυρά μου, οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στου Χαλκά τον πάνε
Και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυρανάνε».
-«Χαλκά! Χαλκά! Φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια!».
Κι αυτός ο τρισκατάρατος και τρισαφορεσμένος,
βαρεί και φτιάνει τέσσερα, βαρεί και φτιάνει πέντε.
-«Και συ, Χαλκά, που τά ’φτιαξες αν θες να τα διατάξεις!».
-«Βάλτε τα δυο στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό να πικραθεί η καρδιά του».
Κι από την πίκρα του Χριστού κι από της Παναγίας
ο ήλιος εσκοτείνιασε και το φεγγάρι εχάθη
κι η θάλασσα διορίστηκε (= χωρίστηκε) σε τέσσερα κομμάτια.
Κι όσοι πιστεύουν στο Χριστό όλοι κοντά να πάνε.
Επίστεψαν και πήγανε πεντ’ άγιες γυναίκες:
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή και η Παναγιά αντάμα.
Σαν πήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι,
το μονοπάτι τους έβγαλε μες στου Ληστού την πόρτα
βρίσκουν τις πόρτες κλειδωτές και τα κλειδιά παρμένα
και τα παραθυρόφυλλα κλειδομανταλωμένα.
Χτυπούν τις πόρτες δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
Κι οι πόρτες απ’ το φόβο τους ανοίγουν μοναχές τους.
Κοιτάν ζερβιά κοιτάν δεξιά, κανέναν δε γνωρίζουν,
κοιτάν και δεξιότερα γνωρίζουν τον Αϊ-Γιάννη.
-«Αϊ-Γιάννη, Αϊ-Γιάννη, Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου,
μην είδες τον υιούλη μου και το διδάσκαλό σου;».
-«Ποιος έχει στόμα να σου πει, γλώσσα να σου μιλήσει;
Ποιος έχει χειροπάλαμα, το δέντρο να σου δείξει;
Βλέπεις εκείνο το γυμνό, γυμνό το σταυρωμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Αυτός είναι ο υιούλης σου και ο διδάσκαλός μου».
Κι η Παναγιά, σαν τ’ άκουσε, βαριά λιγοθυμάει.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
και τρία μυροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της.
Κι όταν της ήρθε ο λογισμός κι όταν της ήρθε ο νους της,
ζητάει μαχαίρια να σφαγεί, φωτιές να πέσει μέσα,
ζητάει γκρεμούς να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-«Μη σφάζεσαι, μανούλα μου, σφάζονται οι μάνες όλες,
μη γκρέμεσαι, μανούλα μου, γκρεμιούνται οι μάνες όλες».
Κι η Παναγιά πλησίασε και Τον σιγορωτάει:
-«Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;»
-«Τι να σου πω, μανούλα μου. τι να σου ομολογήσω;
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσονύχτι,
όταν λαλήσει ο πετεινός σημαίνουν τα ουράνια.
σημαίνει κι η Αγια- Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες
τότε και συ, μανούλα μου, θα ’χεις χαρές μεγάλες».

Βασίλειος Π. Ζάχος
φιλόλογος

ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ
Αριθμός .Χειρογράφου 4772

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...