/*--

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ Η ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΝΩΣΙΝ

   
«Ο Θεός, Συ έγνως την αφροσύνην μου, και αι πλημμέλειαι μου από Σου ουκ απεκρύβησαν» (Ψαλμ. 68,6) … Νυν εγώ ζω εν εξουδενωμένη μορφή, Συ δε, Χριστέ, καλείς εμέ εις πίστιν και αποδοχήν της Αποκαλύψεως ότι ο Πατήρ αγαπά ημάς, καθώς αγαπά Σε, τον Μονογενή Αυτού Υιόν: «Ο Πατήρ φιλεί υμάς, ότι υμείς Εμέ πεφιλήκατε … Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις Εμέ, ίνα πάντες έν ώσι, καθώς Συ, Πάτερ, εν Εμοί καγώ εν Σοι, ίνα και αυτοί εν Ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι Συ με απέστειλας … και ηγάπησας αυτούς καθώς Εμέ ηγάπησας» (Ιωάν. 16,27· 17,20‐23).


Η εις Χριστόν πίστις καθιστά ημάς αμέτρως τολμηρούς. Ουχί ματαίως λέγει ο μακάριος Παύλος ότι «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστίν». Ό,τι φαίνεται εις τον «νουν της σαρκός» (Κολ. 2,18) ως τελεία μωρία, τούτο δια τους πιστούς είναι σοφία και δύναμις, ζωή και φως (βλ. Α’ Κορ. 1,18‐30· Κολ. 2,14· 3,18‐19).

Αλλ’ εάν δι’ έκαστον άνθρωπον η τόλμη να είναι χριστιανός είναι πράξις υπερβαίνουσα το μέτρον του ανθρώπου, τί να είπω περί εμαυτού; Από των παιδικών μου [//50] χρόνων είχον συνείδησιν της μηδαμινότητος μου· εγώ, και ενώπιον των ανθρώπων, είμαι άτολμος. Και όμως: Επεσκέφθη εμέ μικρόν Φως, και εγώ επίστευσα εις τον Χριστόν‐Θεόν. Ύστερον ηκολούθησεν αφθονωτέρα έκχυσις Φωτός συνδεομένη προς την εις Αυτόν πίστιν μου, και αύτη εβαθύνθη δια της νέας γνώσεως.

Όσον και εάν είμαι όντως “μηδέν”, εν τούτοις το Άκτιστον Φως εφανερούτο εις εμέ ακριβώς δια την εις Χριστόν πίστιν. Ο νους μου υπερέβη το τείχος του λογικού – του όντος εν απορία –, την αδυναμίαν να εννοήση ότι η Υπόστασις κατέχει γνώσιν περιβάλλουσαν τα πάντα τοσούτον, ώστε ουδέν να αποκρύπτηται απ’ Αυτού εν όλω τω κοσμικώ είναι: «Έν εξ αυτών (των στρουθίων) ου πεσείται επί την γην άνευ (του θελήματος) του Πατρός ημών. Ημείς δε και αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί … ουδέν γαρ εστι κεκαλυμμένον ό ουκ αποκαλυφθήσεται, και κρυπτόν ό ου γνωσθήσεται» (πρβλ. Ματθ. 10,29‐30 και 26). «Και ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού» (Εβρ. 4,13).

Αι μετά του Θεού σχέσεις μου φέρουν αποκλειστικώς προσωπικόν χαρακτήρα. Έξω των προσωπικών σχέσεων δεν νοείται αμαρτία· εκτός αυτών δεν υφίσταται αγάπη μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Άνευ αυτών δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη οντολογική γνώσις του Θεού. Χωρίς αυτών το παν καταβροχθίζεται υπό του θανάτου, βυθίζεται εις το όντως μη‐όν.

Αυτό, περί του οποίου προτίθεμαι νυν να γράψω, συνέβη προ ημίσεος και πλέον αιώνος. Ήτο περίοδος εντάσεως. Πολλά, ακριβέστερον ειπείν τα πάντα, ήσαν δι’ εμέ ασαφή. Και η ζωή είναι τοσούτον βραχεία! Και ο Θεός [//51] τοσούτον απείρως μέγας και απομεμακρυσμένος! Τίς θα διδάξη εμέ να πορευθώ προς Αυτόν δια της ευθείας οδού και να μη απολέσω χρόνον περιπλανώμενος εις αλλοτρίας οδούς; Εζήτουν βεβαίως τοιούτον άνθρωπον ή τοιούτους ανθρώπους, οίτινες θα ηδύναντο να βοηθήσουν εμέ, να γίνουν οι καθοδηγηταί μου. Το γεγονός όμως εκείνο, ότι κατήλθεν επ’ εμέ δύναμις τις άγνωστος έως τότε – προσευχή, ήτις ενηργείτο εν εμοί ημέρας και νυκτός – κατέστησε την προσευχήν ταύτην κατά τρόπον φυσικόν στήριγμα μου εν παντί καιρώ. Υπήρξαν στιγμαί, κατά τας οποίας, καθώς πιστεύω, ελάμβανον συνέτισιν παρά Θεού. Θα αναφέρω παραδείγματα τινα, τα οποία έθεσαν την σφραγίδα αυτών επ’ εμέ και απέβησαν οι θεμέλιοι λίθοι της ζωής μου.

Μη διαβλέπων την δικαιοσύνην του Θεού εις τα πεπρωμένα της ανθρωπότητος και ενός εκάστου των ανθρώπων εν γένει,κατεπονούμην εν τω σκότει, όπερ εκυρίευσεν εμού. Εγενόμην όμοιος προς μικρόν νήπιον, εν παντί αβοήθητον. Αισθανόμενος την ανάγκην να εννοήσω τι, εγενόμην ανυπόμονος εκ του ψυχικού πόνου και ανέμενον βοήθειαν παρά του Θεού. Και ο Κύριος συγκατέβη προς την αμάθειάν μου. Δεν εξουθένωσε την παρρησίαν μου, αλλ’ ως μήτηρ συνέπασχε μετ’ εμού και έσπευδεν εις απάντησιν μου. Και τούτο ουχί άπαξ, αλλά πάλιν και πολλάκις. Δι’ ομοίου τρόπου αηυθύνετο ούτος προς τον πολυπαθή Ιώβ, όστις θυελλωδώς εξέφραζε τας διαμαρτυρίας αυτού.

Ιδού μία εκ των περιπτώσεων μου: Τούτο συνέβη εν Γαλλία, περί το έτος 1925, προ της εις Άθω αναχωρήσεως μου. Επί μακρόν προσηυχόμην μετά κλαυθμού εις τον Θεόν: «Ευρέ μέσον να σώσης τον κόσμον· πάντας ημάς, τους διεφθαρμένους και αξέστους». Ιδιαιτέρως ζέουσα [//52] ήτο η προσευχή δια τους «μικρούς τούτους», δια τους πτωχούς και εξουθενημένους. Προς το τέλος της νυκτός, ότε ήδη εξηντλούντο αι δυνάμεις μου, επί τινα χρόνον εταράσσετο η προσευχή μου εκ της επερχομένης εις εμέ σκέψεως: «Εάν εγώ ούτω, δι’ όλης της δυνάμεως της καρδίας μου, συμπάσχω μετά της ανθρωπότητος, πώς να θεωρήσω δυνατόν ότι ο Θεός βλέπει αδιαφόρως την κάκωσιν πολλών εκατομμυρίων υπ’ Αυτού κτισθέντων ανθρώπων; Δια τι Ούτος επιτρέπει τας αμέτρους βιαιότητας εν τω κόσμω;». Ούτως εστρεφόμην προς Αυτόν μετά της παράφρονος ερωτήσεως: «Πού είσαι Συ;» … Εις απάντησιν ήκουσα εν τη καρδία μου τους λόγους: «Μήπως συ εσταυρώθης δι’ αυτούς;» … Οι πράοι ούτοι λόγοι ηχηθέντες δια του Πνεύματος εν τη καρδία μου συνεκλόνισαν εμέ: Ο Σταυρωθείς απήντησεν εις εμέ ως Θεός.

Βραχεία η απάντησις, αλλ’ ο λόγος του Θεού φέρει εις την ψυχήν νέαν ιδαιτέραν αίσθησιν του είναι. Η καρδία λαμβάνει πείραν πληρώματος φωτοφόρου ζωής. Ο νους αίφνης συλλαμβάνει κεκρυμμένα εώς τότε νοήματα. Η εγγύτης του Θεού εμπνέει ημάς. Η επαφή της δημιουργικής Αυτού δυνάμεως ζωοποιεί ημάς. Η αποκτηθείσα δια της οδού ταύτης γνώσις είναι ποιοτικώς διάφορος της αποκτωμένης δια της φιλοσοφικής διανοήσεως: Μετά της κατανοήσεως των πραγματικοτήτων του πνευματικού κόσμου μεταδίδεται εις όλην την ύπαρξιν του ανθρώπου άλλη μορφή ζωής, ομοία ίσως προς εκείνην του πρωτοπλάστου. Η οντολογική αύτη γνώσις του Θεού ενούται μετά του ρεύματος της ευχομένης προς Αυτόν αγάπης.

Η απάντησις του Θεού είναι βραχύλογος, αλλ’ εν [//53] αυτή περιέχεται ανερμηνεύτως βαθεία και ευρεία αποκάλυψις. Ιδού, αναζητώ εικόνα τινά, προσιτήν εις την λογικήν αντίληψιν ημών, ώστε δι’ αυτής να φανερώσω κατά τινα τρόπον την τάξιν των πραγμάτων, να περιγράψω αυτό τούτο το γεγονός … Εν τη καταστάσει της πτώσεως ημών είμεθα αποκεκομμένοι από του Θεού υπό αοράτου δια γυμνού οφθαλμού παραπετάσματος, αδιοράτου και εν ταυτώ αδιαπεράστου δι’ ημάς. Κατά τρόπον δε απρόβλεπτον, νεύματι Θεού, διαγράφεται επί του παραπετάσματος τούτου μικρά τις σχισμή. 

Προσηλούντες τον οφθαλμόν επ’ αυτής βλέπομεν ουχί μόνον εκείνο, όπερ απετέλει το αίτημα της προσευχής ημών αλλά και τους εν τη αυτή προοπτική κειμένους ευρείς ορίζοντας. Εάν ο οφθαλμός ημών είναι «απλούς» (βλ. Ματθ. 6,22), και ημείς δεν αποσπάσωμεν αυτόν από της δοθείσης εις ημάς θεωρίας, ούτος θα αντιληφθή, τρόπον τινά θα αισθανθή, την απειρότητα της φωτοφόρου βασιλείας. Και τότε θα λάβη την οφειλομένην λύσιν, ουχί μόνον το πρόβλημα ημών, αλλά και ολόκληρος σειρά άλλων προβλημάτων, συνδεδεμένων μετ’ αυτού. Εν τη θεία αιωνιότητι όλαι αι «παράλληλοι» συμπλέκονται εις κόμβον, ως και πάσαι αι αποκλίνουσαι ακτίνες.

Τότε εδόθη εις εμέ κατάστασις (συγχωρήσατε με, τον άφρονα, και άνευ οργής δέξασθε με ως είμαι), εκ της οποίας επήγαζον τοιαύται σκέψεις: Εάν ο Θεός είναι τοιούτος, ως εφανέρωσεν Αυτόν ο εσταυρωμένος Χριστός, τότε πάντες ημείς και μόνον ημείς είμεθα υπεύθυνοι δια πάντα τα κακά, τα πληρούντα άπασαν την ιστορίαν της ανθρωπότητος.

Ο Θεός εφανερώθη ταπεινώς εν τη σαρκί ημών. Η ταπείνωσις είναι ίδιον της αγάπης Αυτού. Η Θεία ταπείνωσις δύναται να χαρακτηρισθή ως ετοιμότης, ως άνοιγμα [//54] δια την αποδοχήν πάντων, και πασών των πληγών των προερχομένων εκ χειρών ανθρώπων, υπ’ Αυτού κτισθέντων. Και, βεβαίως, η ταπείνωσις αύτη είναι «απερίγραπτος». Ημείς δε ουχί απλώς απερρίψαμεν, αλλά και εφονεύσαμεν Αυτόν δι’ επονειδίστου εις τους οφθαλμούς ημών θανάτου. Και είδον εν πνεύματι ότι η αιτία των αλύτων βασάνων των ανθρώπων δεν ήτο η απουσία ευσπλαχνίας προς ημάς εκ μέρους του Θεού, αλλά αποκλειστικώς και μόνον η κατάχρησις υπό του ανθρώπου του δώρου της ελευθερίας, όπερ δεν ήρθη αφ’ ημών εισέτι και εν τη πτώσει ημών.

Εν τη διαμάχη μου μετ’ Αυτού, Ούτος ενίκησε. Κατ’ αρχάς εκάλυψεν εμέ πικρόν αίσθημα αισχύνης δια την άφρονα και υπερήφανον σκέψιν ότι δήθεν ήμην πλείον ελεήμων ή Εκείνος. Εκ της εντροπής ήλθεν η αυτομεμψία της μετανοίας. Έπειτα τα πάντα υπερεκάλυψεν η χαρά: Ο Κύριος ουχί μόνον δεν κατέκρινεν εμέ δια το θράσος μου, αλλά και εξέχεεν εισέτι επί την πλήρη ανοησίας κεφαλήν μου άφθονον ευλογίαν. Βραδύτερον κατενόησα ότι και αυτή αύτη η προσευχή ευσπλαχνίας ήτο η ενέργεια Αυτού εν εμοί.

Θα συνεχίσω περαιτέρω. Δεν είναι απλούν έργον να περιγράψω τας δοθείσας εις εμέ πνευματικάς εμπειρίας και καταστάσεις. Έζων ως δεδιχασμένος άνθρωπος, τεθείς επί του μεθορίου δύο κόσμων: του κόσμου τούτου, του ορατού, του «εν τω πονηρώ κειμένου» (πρβλ. Α’ Ιωάν. 5,19), και του άλλου, του αοράτου, του νοερού, του ουρανίου. Λέγων ότι «ετέθην επί του μεθορίου δύο κόσμων», θέλω να δείξω ότι το τελούμενον υπερέβαινεν εμέ: Την πρωτοβουλίαν δεν είχον εγώ, αλλ’ ο Ζων Θεός, εις [//55] τας χείρας του Οποίου ενέπεσον (βλ. Εβρ. 10,31). Το πνεύμα μου, καίτοι έπασχεν, είλκετο εν τούτοις προς θαυμασμόν του Θεού.

Η πείρα έδειξεν εις εμέ πόσον αδρανής είναι η φύσις ημών εν τη αμαρτία. Και τοιαύται εισέτι προσευχαί καθώς ανέφερον ανωτέρω, δεν θεραπεύουν παρευθύς την πεπτωκυίαν ημών φύσιν. Υπό την αδιακόπως αυξάνουσαν πίεσιν των εξωτερικών γεγονότων του αιώνος ημών, άτινα συνεχώς ελάμβανον πλέον απειλητικόν χαρακτήρα, πάλιν και πάλιν επέστρεφον εις την πάλην μετά του Θεού. Νυν κατανοώ ότι, καίτοι επιφανειακώς η ζωή μου έρρεεν άνευ ορατών υπό των ανθρώπων παραβάσεων, εν τω βάθει εν τούτοις – πνευματικώς – ήμην, και είμαι σκότος.

Ουχί άπαξ η προσευχή μου (εάν είναι δυνατόν να ονομάσω ούτως εκείνο, όπερ συνέβαινε μετ’ εμού εν τη πραγματικότητι) έφθανε μέχρις ανεπιτρέπτου τόλμης. Βλέπων συνεχώς τον βασιλεύοντα εν όλω τω κόσμω εφιάλτην της καταδυναστείας των κυρίων και αρχόντων της γης επί των «ιδίων αυτών αδελφών» (βλ. Ματθ. 23,8), εν πικρία καρδίας έλεγον:

«Εάν Συ έπλασας παν ό,τι υπάρχει, εάν άνευ Σου ουδέν δύναται γενέσθα (βλ. Ιωάν. 1,3), τότε πάντες οι αποτρόπαιοι ούτοι εγκληματίαι – ικανοί να εκχέουν το αίμα εκατομμυρίων και εκατομμυρίων ανθρώπων εις όλην την οικουμένην χάριν ολίγων ημερών διεστραμμένης ικανοποιήσεως, να άρχουν επί των πτωχών και πασχόντων – δεν είναι ένοχοι εις κρίσιν ουδέ υπεύθυνοι … Συ, ως Δημιουργός του παντός, είσαι ο μόνος ένοχος της αμέτρου θλίψεως της γης …».

Ο πειρασμός ούτος ήτο βαρύς: Ιστάμην επί του χείλους της απογνώσεως· κακής απογνώσεως: Δεν έβλεπον διέξοδον. Και πάλιν επεσκέφθη εμέ ο Κύριος: Η ειρήνη Αυτού [//56] ήγγισε την καρδίαν μου και η σκέψις μου έλαβεν άλλην στροφήν: Ο Πατήρ εξαπέστειλε τον Υιόν Αυτού, ίνα σωθή ο κόσμος· αλλά και Αυτόν απέκτειναν. Ανέστη όμως Ούτος ως Νικητής του θανάτου, και ως Βασιλεύς της αιωνιότητος «κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη, κρινεί λαούς εν ευθύτητι» (Ψαλμ. 9,9). Λοιπόν, τί να είπωμεν; Το πρόβλημα του καλού και του κακού δεν λύεται εν τοις ορίοις της γης. Οι πορευθέντες επί σφαγήν ως άρνες, «μη ανθιστάμενοι τω πονηρώ» (πρβλ. Ματθ. 5,39), θα ομοιωθούν προς τον Υιόν του Πατρός (βλ. Ησ. 53,7) και θα συναναστηθούν μετ’ Αυτού εν αλήκτω δόξη (Κολ. 3,4).

Ουαί εμοί, ότι εκ δευτέρου επάλαιψα μετά του Θεού εν τη ιδία προοκτική. Αλλ’ άπασα η περαιτέρω ζωή μου είχεν ανάγκην κατηγορηματικής επιλύσεως του προβλήματος, όπερ απέβη έπειτα βασικόν δι’ όλον τον Χριστιανισμόν: Πώς να αντιδρά τις εις τους διωγμούς εκ μέρους των αρχόντων του κόσμου τούτου; Ο Κύριος έδωκεν εις εμέ την χάριν να σκέπτωμαι καθώς Αυτός ο Ίδιος σκέπτεται: Ο Απόστολος Πέτρος αντέδρασεν εν τω κήπω της Γεθσημανή «κατ’ άνθρωπον» (βλ. Ματθ. 16,22‐23). Αλλ’ ο Χριστός είπε προς αυτόν: «Βάλε την μάχαιραν εις την θήκην· το Ποτήριον ό δέδωκέ Μοι ο Πατήρ ου μη πίω αυτό;» (Ιωάν. 18,10‐11).

Τοιαύτη υπήρξεν η οδός της αμέσου καθοδηγήσεως μου Άνωθεν δια της προσευχής. Ούτως απεκαλύφθη εις εμέ το νόημα των λόγων της προς Εφεσίους Επιστολής (βλ. κεφ. 3) περί του πλάτους και του μήκους και του βάθους και του ύψους της περί ημών Βουλής του Θεού. Η επίγειος ημών ζωή δεν είναι κατ’ ουσίαν πλείον τι, ει μη βραχεία στιγμή, δοθείσα εις ημάς υπό του Αγαθού Πατρός, [//57] ίνα διεισδύσωμεν εις την υπερέχουσαν την διάνοιαν κενωτικήν αγάπην του Χριστού. Εκτός της οδού ταύτης ουδείς θα δυνηθή να «πληρωθή εις πάν το πλήρωμα του Θεού». Ενταύθα κρεμάμεθα επί σταυρού, έστω και εισέτι αοράτου. Αλλά μόνον δια του τρόπου τούτου δυνάμεθα να κατανοήσωμεν το μεγαλείον του ανθρώπου και την ανεξιχνίαστον άβυσσον του Θείου Όντος. Είναι αδύνατον να εκφράσωμεν δια της γνώσεως ημών τον δια της σταυρικής οδού εις ημάς υπό του Θεού αποστελλόμενον πλούτον.

Ο Θεός είναι αδιαίρετος εν Εαυτώ. Όταν έρχηται, έρχεται όλος «καθώς εστιν» εν τω προαιωνίω Αυτού Είναι. Ημείς δεν χωρούμεν Αυτόν. Αποκαλύπτεται εις ημάς δια μέσου του «σημείου» εκείνου, επί του οποίου κρούομεν: «Κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Λουκ. 11,9). Προφέρει Ούτος βραχείαν φράσιν, αλλά δεν επαρκεί η ζωή, ίνα αφομοιώσωμεν το περιεχόμενον αυτής. Μετ’ ευλαβείας αισθανόμεθα την Πατρότητα Αυτού. Βλέπομεν ότι διψά να μεταδώση εις ημάς την άναρχον Αυτού Ζωήν: να ίδη ημάς εις τέλος ομοίους προς τον Υιόν Αυτού, Όστις είναι «σφραγίς ισότυπος» του Πατρός. Ακατάληπτος είναι η Βουλή Αυτού περί ημών. Εκ του «μηδενός» ποιεί ομοίους προς Αυτόν θεούς. Και άπασα η ύπαρξις ημών εν κατανύξει προσπίπτει ενώπιον Αυτού, ουχί εν φόβω ενώπιον αυστηρού Δεσπότου, αλλ’ εν ταπεινή αγάπη προς τον Πατέρα.

Ο Κύριος διεφύλαξεν εμέ από παντός δεσμού, τον οποίον θα ήτο δύσκολον να διαρρήξω. Και ούτως, ότε είχον ανάγκην ελευθερίας εξ οιασδήποτε ευθύνης, δι’ άλλας ζωάς, είχον αυτήν. Ηυχαρίστησα τον Θεόν δια ταύτην την [//58] περί εμού πρόνοιαν Αυτού. Ανεπαυόμην εις την σκέψιν ότι εάν απέθνησκον ουδείς θα υφίστατο ζημίαν εξ αυτού. Μεγάλη ήτο η ευτυχία μου: Ηδυνάμην αφόβως να διακινδυνεύσω το παν· να πορευθώ εισέτι και εις τον θάνατον. Ο νους μου εν πάση προσοχή συνήγετο εις τα έσω και εκεί παρέμενεν επί έτη απαράκλητος. 

Η προσευχή εποίκιλλε κατά την μορφήν και την έντασιν αυτής: Είλκυεν εμέ ουχί πάντοτε μετ’ ίσης δυνάμεως· κατά καιρούς όμως παρεδιδόμην εις αυτήν άνευ κόρου. Και εάν (έτι εν Γαλλία, προ της εις Άθω αναχωρήσεως μου) ήθελον να αναχαιτίσω αυτήν, δεν θα ηδυνάμην. Κατ’ εκείνας τας ευλογημένας ημέρας ήμην και ο πλέον δυστυχής επί της γής και εν ταυτώ ο υπερκπερισσού μακάριος. Ενίοτε αόρατον πυρ ήγγιζε την κορυφήν της κεφαλής μου και εισέδυε ταχέως εις όλον το σώμα μου μέχρι των ποδών, φλογερά δε προσευχή μετά μεγάλου κλαυθμού δια τον κόσμον εκυρίευεν εμού επί ώρας.

Τότε προσηυχόμην ως επί το πλείστον γονυπετής προσπίπτων κατά πρόσωπον επί του δαπέδου. Ότε δε εξησθένει το σώμα, απεκοιμώμην, αλλ’ εν αυτή τη συνειδήσει μου δεν έπαυον να προσεύχωμαι, ούτε ησθανόμην εαυτόν κοιμώμενον. Μόνον ότε ηγειρόμην, ηδυνάμην να εννοήσω ότι το σώμα μου εκοιμάτο διότι δεν ήτο πάντοτε εν τη αυτή στάσει εν τη οποία προσηυχόμην. Δις, ισως και τρις, επί των οδών των Παρισίων απώλεσα εκ της προσευχής την αίσθησιν του πέριξ εμού υλικού κόσμου. Αισίως όμως ηδυνήθην να φθάσω εις τον τόπον του προορισμού μου. Λυπούμαι, μέχρι τινος, διότι δεν ήτο μετ’ εμού τοιούτος μάρτυς, όστις θα περιέγραφε την συμπεριφοράν μου εις παρομοίας στιγμάς.

Μίαν φοράν (εν Παρισίοις) ήμην εις δεξίωσιν διασήμου ποιητού, όστις ανέγνωσε τα ποιήματα αυτού. Ήτο [//59] εκεί πλήθος εκλεκτού (élite) κοινού. Το παν ήτο ωργανωμένον κατά τρόπον άψογον από κοινωνικής απόψεως. Επέστρεφον εις την οικίαν μου περί το μεσονύκτιον. Καθ’ οδόν εσκεπτόμην: Πώς συσχετίζεται το φαινόμενον τούτο, έν εκ των πλέον ευγενών της ανθρωπίνης δημιουργικότητος, μετά της προσευχής; Εισελθών εις το δωμάτιόν μου προσηυχόμην: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος …». Και ιδού, απαλή φλόξ, αοράτως και τρυφερώς, επί της επιφανείας του προσώπου και του στήθους μου, έκαιε λεπτόν τι ως αύραν, όπερ εν τούτοις δεν ήτο σύμφωνον προς το Πνεύμα του Θεού.

Εντός μου έζων την θαυμαστήν διαδικασίαν της πάλης μεταξύ της έλξεως προς την τέχνην και της προσευχής. Η τελευταία ενίκησε το πάθος του ζωγράφου, αλλ’ ουχί ευκόλως ουδέ ταχέως. Μετά ταύτα εις το Θεολογικόν Ινστιτούτον η προσευχή δεν εβοήθει εμέ να έχω εστραμμένην την προσοχήν μου εις τα παραδιδόμενα μαθήματα. Έπρεπε να παλαίσω προς το ιδιόμορφον τούτο κώλυμα, όπερ καθ’ εαυτό είναι πολύτιμον. Την διαμονήν μου εις το Ινστιτούτον ηυνόει το γεγονός ότι είχον ατομικόν δωμάτιον υπεράνω των διαμερισμάτων των καθηγητών, όπου ηδυνάμην να προσεύχωμαι κατά την συνήθη εις εμέ στάσιν. Εν τούτοις, παρά το ενδιαφέρον μου προς τας εκκλησιαστικάς επιστήμας, η πνευματική μου ανάγκη, όπως παραμένω εν τη προσευχή, υφίστατο ζημίαν, και εγώ ανεχώρησα δια τον Άθωνα.

Εκεί, εις το Άγιον Όρος, η ζωή μου εύρε την τροχιάν αυτής. Καθ’ εκάστην σχεδόν ημέραν μετά την Λειτουργίαν επλήρου εμέ η πασχάλιος χαρά. Όσον παράδοξον και αν φαίνηται, η αδιάλειπτος προσευχή μου ομοίως [//60] προς ηφαίστειον έκρηξιν επήγαζεν εκ της βαθείας απογνώσεως, ήτις εσκήνωσεν εν τη καρδία μου. Δύο καταστάσεις φαινομενικώς εκ διαμέτρου αντίθετοι, συνυπήρχον εντός μου. Γράφω καθαρώς περί γεγονότων. Εγώ ο ίδιος δεν κατενόουν τί ετελείτο μετ’ εμού. Εξωτερικώς τα περί εμέ έβαινον αισίως, ως και δια την πλειονότητα των ανθρώπων.

Βραδύτερον διέκρινον ευκρινέστερον τα πράγματα: Ο Κύριος έδωκεν εις εμέ την χάριν της μετανοίας (βλ. Λουκ. 24,47: «24.47 και κηρυχθήναι επί τω ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ»). Όντως ήτο χάρις. Ευθύς ως εξησθένει εν εμοί η απόγνωσις, εμειούτο η θέρμη της προσευχής και ο θάνατος εισέβαλλεν εις την καρδίαν. Δια της μετανοίας τοσούτον επλατύνετο το είναί μου, ώστε να άπτηται εν πνεύματι και του άδου και της Βασιλείας. Από της αρχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914) αι ειδήσεις περί χιλιάδων θανάτων εις τα πεδία των μαχών εβύθιζον εν τη συνειδήσει μου άπαν το κοσμικόν είναι εις τον αδιαπέραστον γνόφον του παραλόγου. Ούτε τον θάνατον, ούτε το παράλογον ηδυνάμην να δεχθώ. Τότε εντός μου εισήλθεν η σκέψις–αίσθημα: Παν ό,τι εγνώριζον, παν ό,τι ηγάπων, και ό,τι εζωοποίει και ενέπνεεν εμέ – τα πάντα απολύτως, εισέτι δε και ο Ίδιος ο Θεός – αποθνήσκει εντός μου και δι’ εμέ, εάν εγώ αφανίζωμαι τελείως.

Το βίωμα τούτο ήτο ισχυρόν. Εμορφοποιείτο δε εις την σκέψιν ότι το ανθρώπινον εγώ δύναται να αποβή κέντρον–φορεύς πάσης της κτίσεως. Έζων εις δύο κόσμους: Τον ένα εξ αυτών αντελαμβανόμην δια της οράσεως, της ακοής και των λοιπών σωματικών αισθήσεων. Εν τω άλλω κόσμω διέμενον μόνον εν πνεύματι: Εκεί ήμην όλος «ακοή», όλος αναμονή· ενέτεινον την «όρασιν» μου, αλλ’ έβλεπον δι’ άλλου τρόπου … [//61] Οι δύο ούτοι τοσούτον διάφοροι κόσμοι εν τη προσευχή δεν εχωρίζοντο. Κατά την ημέραν η προσευχή έρρεεν εν αισθητή ειρήνη· κατά την νύκτα δε μετέφερεν εμέ εις «νοεράν σφαίραν». Δεν γνωρίζω πώς να ονομάσω την απειρότητα εκείνην, ήτις περιεπτύσσετο εμέ. Ότε ανεγίνωσκον το Ευαγγέλιον, πάντες οι λόγοι αυτού εφαίνοντο εις εμέ οικείοι, αλλά δεν ηδυνάμην να κατανοήσω ό,τι κρύπτεται εντός εκάστου εξ αυτών – εν αυτώ τούτω τω Είναι του Θεού. Έν πράγμα ήτο εις εμέ σαφές κατά τρόπον εκπληκτικόν: 

Τα πάντα συνάγονται εν Χριστώ, τω Υιώ του Θεού, και μόνον εν Αυτώ. Και εις Αυτόν προσηυχόμην. Επεκαλούμην ωσαύτως και τον Πατέρα, όπως το εξ Αυτού εκπορευόμενον Πνεύμα της Αληθείας κατέλθη εισέτι και μέχρις εμού, ίνα οδηγήση εμέ εις πάσαν την αλήθειαν (Ιωάν. 16,26 και 16,13). Η αναζήτησις του κεκρυμμένου Θεού συνήντα απηχήσεις εν τη Παλαιά Διαθήκη: Εύρισκον εκεί πολλούς λόγους δια την έκφρασιν των αναγκών μου. Αι πλήρεις πικρίας εκρηκτικαί ενστάσεις του Ιώβ ήσαν οικείαι εις εμέ και εστέναζον ομοίως προς τους προφήτας, οίτινες εγεννήθησαν προ Χριστού. Ήντλουν έμπνευσιν δια την προσευχήν εκ των Ψαλμών· αλλά κυρίως εμελέτων μόνον την Καινήν Διαθήκην, δια του πρίσματος της οποίας εθεώρουν πάντα τα άλλα, οποθενδήποτε και αν προήρχοντο. 

Η δίψα μου να γνωρίσω τον Θεόν ήτο άσβεστος: Όσον και εάν προσηυχόμην, όσον βαθέως και εάν εστέναζον, το πνεύμα μου ουδέποτε ικανοποιείτο. Τοιούτον ήτο το «ποτήριόν» μου εν τω Άθωνι: Θλίψις και χαρά συνεχωνεύοντο εν αυτώ, αναιρούσαι η μία την άλλην. Δεν έβλεπον εναργώς ενώπιόν μου την οδόν: Ευρισκόμην όλος εν αμηχανία· και ο πόνος επλήρου όλον εμέ. Αλλ’ όμως εν τη ατμοσφαίρα του πνευματικού πόνου εγεννάτο η κατανόησις του μεγαλείου του [//62] Ανθρώπου. Και δεν είναι άρα γε ο άγιος ούτος πόνος είς εκ των αγωγών, δια των οποίων ο Ύψιστος Θεός κοινωνεί κατ’ άμεσον τρόπον μετά των κτισμάτων Αυτού, δίδων εις αυτά βαθμηδόν την γνώσιν ουχί μόνον περί του κτιστού‐κοσμικού είναι, αλλά και περί Αυτού του Ιδίου;

Εις τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν εδόθη κατά την στιγμήν της εμφανίσεως του Ζώντος Κυρίου να γνωρίση δι’ όλης της υπάρξεως αυτού «την απερίγραπτον Θείαν ταπείνωσιν». Ο λόγος του Γέροντος ήτο ενεργός δια πολλούς, εισέτι και δι’ εμέ τον βραδύνουν. Ούτω, χάρις εις τον Γέροντα, απέβη εις εμέ οφθαλμοφανές ότι ως θεμέλιον πασών των τραγωδιών του ανθρωπίνου γένους κείται η πτώσις εις την υπερηφανίαν. Το πάθος τούτο είναι αυτή αύτη η ουσία του άδου· άδου αληθώς σατανικού βάθους. Νυν γράφω και μετά πολλής εντροπής ενθυμούμαι: Το βλάσφημον και φθονερόν τούτο πνεύμα, πολύ προ της συναντήσεως μου μετά του Γέροντος, μίαν φοράν έφερεν εις εμέ τον λογισμόν: «Δια τί ο Χριστός είναι ο Μονογενής και ουχί εγώ»; … Στιγμιαίως, όμως το κακόν τούτο πυρ κατέφλεξε την καρδίαν μου … Ο Θεός έσωσεν εμέ. Επί πλέον διηνοίχθη εις εμέ το μυστήριον όλων των πτώσεων.

Ο Θεός έσωσεν εμέ και η αγάπη μου προς Αυτόν εβαθύνετο. Έμενεν όμως δια παντός εν εμοί η συνείδησις ότι ουδείς σώζεται δια της ιδίας αυτού δυνάμεως. Ουδείς δύναται να είναι βέβαιος ότι εκείνος ή ο άλλος λογισμός, ο ελθών προς αυτόν δεν θα κυριεύση αυτού δι’ όλην την αιωνιότητητα. Ο Κύριος εν τη ερήμω εξήλθε νικητής προς όλους τους πειρασμούς τους προερχομένους εκ του πονηρού πνεύματος (Ματθ. 4,1‐11).

[//63] Ο Θεός έσωσεν εμέ. Περιέπιπτον όμως εις φρίκην εκ του γεγονότος και μόνον ότι τοιούτοι λογισμοί δύνανται να έλθουν εις εμέ. Εσκεπτόμην: «Δεν υπάρχει δι’ εμέ ελπίς σωτηρίας … Δεν είναι δυνατόν εις τον Θεόν να δεχθή εμέ εις την αιωνιότητα, τοιούτος ως είμαι. Όντως και εις εμέ θα ήτο καθ’ υπερβολήν βαρύ να είμαι μετ’ Αυτού, εάν πρέπη πάντοτε να παλαίω προς τα πάθη».

Η περί εμέ Πρόνοια του Θεού υπήρξε κατά θαυμαστόν τρόπον ευνοϊκή. Την κατάλληλον ακριβώς στιγμήν επέτρεψεν εις εμέ ο Κύριος να συναντηθώ μετά του Αγίου Σιλουανού. Χάρις εις αυτόν επήλθεν εις την εσωτερικήν μου ζωήν αποφασιστική στροφή. Ούτος εξήγησεν εις εμέ, πώς «να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην και να μη απελπίζωμαι». Είναι μεγάλη η ευγνωμοσύνη μου προς τον πατέρα και γέροντά μου. Είδον ότι και εμέ εις το παρελθόν έθεσεν ο Κύριος επί της αυτής προοπτικής, αλλ’ ήμην καθ’ υπερβολήν αφελής, όπως εννοήσω την χειραγωγίαν του Θεού. Χάρις εις τον Σιλουανόν εδόθη και εις εμέ η αρχή της γνώσεως των οδών του Κυρίου, και μετά τρόμου ευλογώ το Όνομα Αυτού.

«Εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει» … «Ο έχων τας εντολάς Μου και τηρών αυτάς εκείνος εστιν ο αγαπών Με» … «Ο μη αγαπών Με τους λόγους Μου ου τηρεί» … «Ο αθετών Εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματα Μου έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος όν ελάλησα εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. 14,23,21,24· 12,48).

Και εις τον Άθωνα, όπως συνέβαινε και πριν γίνω μοναχός, η προσευχή μου διεκόπτετο ενίοτε υπό θεομάχων λογισμών. Ούτως εις μίαν στιγμήν μαρτυρικής στάσεως [//64] εις το κριτήριον του λόγου του Θεού ησθάνθην την άκραν αδυναμίαν μου να παραμείνω εν τω πνεύματι των εντολών Αυτού, παρά τας προσπαθείας μου, και προέφερον τοιούτους άφρονας λόγους:

«Συ δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνης εμέ. Δια να είσαι κριτής μου εν πάση δικαιοσύνη, οφείλεις Συ ο Ίδιος να ευρεθής εις ομοίας μετ’ εμού συνθήκας … Συ είσαι άπειρος εν τη δυνάμει του ανάρχου Είναι, εγώ δε εν τη φθαρτότητί μου είμαι όμοιος προς σκώληκα».

Η προσευχή μου απηυθύνετο προς τον Θεόν «εν γένει». Αλλ’ εν τούτοις εν τη καρδία μου έλαβον απάντησιν εις αυτήν: «Ο Πατήρ κρίνει ουδένα, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ … ότι Υιός ανθρώπου εστί» (Ιωάν. 5,22 και 27). Μέχρις της στιγμής εκείνης πολλάκις ανέγνωσα τους λόγους τούτους, αλλά δεν κατενόησα αυτούς υπ’ αυτήν την έννοιαν. Ησθάνθην εντροπήν. Ήτο μεγάλη η συστολή μου: Πάντοτε έζων υπό συνθήκας κατά πολύ ευκολωτέρας εκείνων υπό τας οποίας διήλθεν η επίγειος ζωή του Χριστού. Αληθώς Ούτος έχει το δικαίωμα να κρίνη τον κόσμον. Ουδείς υπερέβη Αυτόν κατά τα παθήματα Αυτού. Εξωτερικώς πολλοί υπέμειναν, και νυν υπομένουν φρικτά βασανιστήρια εντός των θαλάμων των συγχρόνων φυλακών, αλλά ποιοτικώς ο άδης Αυτού, «άδης αγάπης», είναι οδυνηρότερος πάντων των λοιπών.

«Ο Πατήρ … την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ, … ότι Υιός ανθρώπου εστί» (Ιωάν. 5,22 και 27). Εις τί όμως συνίσταται η κρίσις αύτη; Εις το ότι Ούτος κατέδειξεν ότι η τήρησις της εντολής του Πατρός είναι δυνατή δια τον άνθρωπον, και τούτο μάλιστα υπό οιασδήποτε συνθήκας, τας οποίας μόνον εν τω κόσμω τούτω δυνάμεθα να συναντήσωμεν. Δεν απαλλάσομαι της ευθύνης, όταν προβάλλω [//65] ως δικαιολογίαν την «ανθρωπίνην» αδυναμίαν μου. Παρομοίως, οι ακολουθήσαντες τον Χριστόν κατά τον χρόνον της επιγείου Αυτού ζωής έλαβον το δικαίωμα ομού μετ’ Αυτού να κρίνουν τον κόσμον: «Ουκ οίδατε ότι οι άγιοι τον κόσμον κρίνουσιν;» (Α’ Κορ. 6,2). Ο Απόστολος Πέτρος είπεν εις τον Κύριον: «Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμεν Σοι· τί άρα έσται ημίν; Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντες Μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης Αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19,27‐28).

Δια τί ούτως; Απάντησιν εις τούτο ευρίσκομεν εν τω Ευαγγελίω:

1. Οι γονείς του εκ γενετής τυφλού εφοβούντο τους Ιουδαίους, οίτινες απεφάσισαν, ίνα, «εάν τις Αυτόν ομολογήση Χριστόν (τουτέστι Μεσσίαν), αποσυνάγωγος γένηται» (Ιωάν. 9,22).

2. «… και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις Αυτόν, αλλά … ουχ ωμολόγουν, ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται» (Ιωάν. 12,42). «Αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς· αλλ’ έρχεται ώρα, ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ» (Ιωάν. 16,2).

Δεν ήτο μικρός ο κίνδυνος, κατ’ εκείνον τον καιρόν, να εξοστρακισθή τις κοινωνικώς. Οι Απόστολοι, εν τούτοις, απεφάσισαν να αναλάβουν τον αγώνα αυτόν, και σχεδόν πάντες εφονεύθησαν δια το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Δια τούτο και εδόθη εις αυτούς το «δικαίωμα» να κρίνουν τους μη ακολουθήσαντας τον Χριστόν.

«Αυτός … ο Πατήρ φιλεί υμάς, ότι υμείς Εμέ πεφιλήκατε» (Ιωάν. 16,27). Ουχί άνευ λύπης ενθυμούμαι τους [//66] χρόνους της νεότητός μου, ότε το νόημα των αγίων τούτων λόγων εκρύπτετο απ’ Εμού. Σκέπτομαι: Επί αιώνας επαναλαμβάνονται πολλοί εκ των ουρανών καταβάντες λόγοι εις τους πλέον ποικίλλους συνδυασμούς, αλλ’ ούτοι δεν ευρίσκουν την οφειλομένην απήχησιν εις τας απολιθωθείσας καρδίας, εις την αδιάφορον δια τον άνω κόσμον σκέψιν. Και όμως υπήρξαν πολλαί στιγμαί κατά τας οποίας οι λόγοι ούτοι εδίδοντο Άνωθεν εις τους ανθρώπους ως βρονταί συγκλονίζουσαι τας καρδίας των ανθρώπων, και ως αστραπαί φωτίζουσαι την συνείδησιν αυτών. Ούτοι κατήλθον εις την γην ημών εκ της κεκρυμμένης Βασιλείας, ως σωτήριος αποκάλυψις περί της αφάτου σοφίας του Ουρανίου Πατρός, περί της προς ημάς αγάπης Αυτού περί του μεγάλου μυστηρίου του Είναι.

Ανά τους αιώνας επανελαμβάνοντο οι ιεροί λόγοι άνευ της οφειλομένης προσοχής, και πιθανόν ένεκα τούτου απώλεσαν την πρωταρχικήν αυτών δύναμιν – εκείνην την οποίαν είχον, ότε ενεφανίζοντο δια πρώτην φοράν εις την συνείδησιν των προφητών των αποστόλων και των αγίων. Θα ευρεθούν άρα γε άλλοι τρόποι εκφράσεως του βαθυτάτου νοήματος της δοθείσης εις ημάς γνώσεως περί του μεγάλου Θεού; Η αγάπη ημών προς Αυτόν ζητεί να εκφρασθή μετά τοιαύτης πλήρους ζωής ενεργείας, ώστε ούτε ο παν‐καταλύτης χρόνος να δύναται να μειώση αυτήν.

Προ των οφθαλμών ημών τελείται το ανεκφράστως μέγα θαύμα της δημιουργίας του κόσμου, της δημιουργίας θεών (Ιωάν. 10,34 «10.34 απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς· ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, εγώ είπα, θεοί εστε;»· Ψαλμ. 81,6), όπερ εισέτι δεν συνετελέσθη (Ιωάν. 5,17 «5.17 ο δε Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι»). Η τελείωσις αυτού είναι υπεσχημένη δια τον μέλλοντα αιώνα. Αλλά και νυν ήδη, όταν το άκτιστον [//67] Φως κατέρχηται εφ’ ημάς, η πνευματική αύτη διαδικασία προκαλεί αρπαγήν εις τα έγκατα του πνεύματος ημών· ανυψώνει την σκέψιν εις την ητοιμασμένην δι’ ημάς Βασιλείαν.

Η απόκτησις αυτής της Βασιλείας της Πατρικής αγάπης συνδέεται μετά πολλών παθημάτων (Ματθ. 11,12· 25,34). Η καρδία καταπονείται μέχρι βαθέος «πόνου» εκ της συνειδήσεως της απωλείας, την οποίαν υπέστη ο άνθρωπος. Ομιλώ περί πνευματικού, μεταφυσικού πόνου, και επιθυμώ όπως ο αναγνώστης ορθώς κατανοήση εμέ. Εις τους λόγους ημών ενυπάρχει πάντοτε ρευστότης τις: Δια της εκάστοτε νέας εμπειρίας μεταβάλλεται το περιεχόμενον των εννοιών και το νόημα το περικλειόμενον εις τας αυτάς κατά τους ήχους λέξεις.

Αι οδύναι της καρδίας του χριστιανού ασκητού δεν είναι φαινόμενον παθολογικόν. Αναφύονται «οργανικώς», προερχόμεναι εκ της ελεήμονος αγάπης. Ο πόνος ούτος δεν καλλιεργείται – τούτο θα ήτο απόκλισις εις μη υγιή οδυνισμόν (dolorism). Δεν είναι επακόλουθον ψυχολογικών συγκρούσεων, ούτε αποτέλεσμα εκείνων ή των άλλων ανικανοποίητων παθών: Είναι κατά την φύσιν αυτού διάφορος. Η γέννησις ημών δια την αιωνιότητα εν τω Θεώ συνδέεται μετά πολλών κόπων. Τούτο θαυμαστώς εξέφρασεν ο προφήτης Ησαΐας: «Και ως η ωδίνουσα εγγίζει του τεκείν και επί τη ωδίνι αυτής εκέκραξεν, ούτως εγενήθημεν τω αγαπητώ Σου δια τον φόβον Σου, Κύριε. Εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν· πνεύμα σωτηρίας Σου εποιήσαμεν επί της γης» (26,17‐18). Ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Γαλάτας: «Τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ού μορφωθή Χριστός εν υμίν» (4,19). [//68] Πολλά παρόμοια χωρία θα ήτο δυνατόν να αναφέρωμεν εκ των Αγίων Γραφών και των Έργων των αγίων Πατέρων.

Οδυνάται το πνεύμα ημών, αλλ’ η οδύνη αύτη αντανακλάται εφ’ όλου του ανθρώπου: επί της καρδίας, επί του σώματος. «Όλος» ο άνθρωπος πάσχει εν τη παραστάσει αυτού ενώπιον του αιωνίου Θεού, τα παθήματα όμως ταύτα δεν φονεύουν, αλλά ζωοποιούν ημάς. Αι βάσανοι του πνεύματος είναι κατά την ουσίαν αυτών μεταφυσικαί. Ανήκουν εις την φωτοφόρον χώραν της αθανασίας. Δι’ αυτών αναγόμεθα υπεράνω των ορίων της ύλης, εις τον κόσμον του ακτίστου Φωτός. (βλ. Ιωάν. 16,20‐23).

Είναι ανεπαρκές να πεισθώμεν δια του νοός περί της θεότητος του Χριστού ούτως ώστε ήδη να εννοώμεν τα πάντα, ως ώφειλεν. Είναι απαραίτητον να καταβάλωμεν προσπαθείας εις τον υπέρτατον βαθμόν, όπως ζήσωμεν συμφώνως προς τον λόγον Αυτού. Έχοντες γνώσιν των κοσμικών διαστάσεων της πτώσεως ημών εν τη διαδικασία του αγώνος τούτου, είναι αναγκαίον να διέλθωμεν δια παρατεταμένης προσευχής μετανοίας. Τότε μόνον δίδεται εις ημάς να βιώσωμεν εκείνο όπερ βλέπομεν εν τω Χριστώ, την άκραν αυτοσμίκρυνσιν (βλ. Φιλ. 2,6) και εν συνεχεία πλέον αξιούμεθα της ελεύσεως της «δυνάμεως εξ ύψους» (Λουκ. 24,49), είτε εν πυρίναις γλώσσαις, είτε εν τη επιλάμψει του Θαβωρίου Φωτός. Τότε αποκαλύπτεται εις ημάς το αυθεντικόν νόημα του Ευαγγελίου.

Τα διανυθέντα υπ’ εμού έτη εν τη ερήμω υπήρξαν ο πλέον ευνοϊκός καιρός δια την προσευχήν. Ενθυμούμαι: ήρχισα την Κυριακήν προσευχήν, «Πάτερ ημών», [//69] και η ψυχή μου παρεδόθη εις μακάριον δέος. Δεν ηδυνάμην να πορευθώ πέραν τούτου. Ο νους μου έπαυσε να λειτουργή· το παν εν εμοί εσίγα. Νυν δε είναι λυπηρόν εις εμέ να γράφω περί του θαύματος τούτου του απολεσθέντος υπ’ εμού. Μετά τοιαύτης δυνάμεως συνέβη τούτο άπαξ εις εμέ. Δεν είναι άρα γε, διότι η σωματική σύστασις ημών δεν δύναται να φέρη την πυρίνην επαφήν της Θείας δόξης;

Μετά παρέλευσιν χρόνου τινος, μάλλον μακρού, παρόμοιόν τι συνέβη εις εμέ κατά την επίκλησιν του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Κατ’ εκείνην την ώραν ηναγκάσθην να διακόψω την επίκλησιν του Ονόματος: Η ενέργεια αυτού ήτο καθ’ υπερβολήν ισχυρά. Η ψυχή άνευ λόγων, άνευ σκέψεων, ετέλει εν τρόμω εκ της εγγύτητος του Θεού. Τότε διηνοίχθη εις εμέ εν μέρει το μυστήριον της ιερουργίας.

Την επομένην ημέραν ετέλουν την Λειτουργίαν και ο Χριστός‐Θεός ήτο εντός μου και μετ’ εμού, και εκτός εμού και εν τοις αγίοις μυστηρίοις του Σώματος και του Αίματος Αυτού. Το δε Όνομα του Θεού και οι λόγοι των λειτουργικών κειμένων εξήρχοντο εκ του στόματός μου ως πυρ. Εν τοιαύτη καταστάσει παρέμεινα επί τρεις ημέρας, εν συνεχεία δε εμειώθη η έντασις του βιώματος τούτου. Την μνήμην όμως περί αυτού ενεχάραξεν ο Κύριος ως δια σμίλης εις τον νουν και την καρδίαν μου. Και δέομαι Αυτού, όπως μη απορρίψη με «εις καιρόν γήρως» μου, ουδέ εις ημέραν θανάτου μου (Ψαλμ. 70,9).

Ο Απόστολος Παύλος έδωκεν εις ημάς την εντολήν «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» (Εφες. 4,1). Αλλ’ εις τί συνίσταται η κλήσις αύτη; Και πάλιν ας δώσωμεν τον [//70] λόγον εις τον Απόστολον: «Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων των αγίων εδόθη η χάρις … ευαγγελίσασθαι τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού και φωτίσαι πάντας τίς η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ, τω τα πάντα κτίσαντι δια Ιησού Χριστού … εν Ώ έχομεν την παρρησίαν και την προσαγωγήν εν πεποιθήσει δια της πίστεως Αυτού … ίνα … εν αγάπη ερριζώμενοι και τεθεμιλιωμένοι … εξισχύσητε καταλαβέσθαι … τί το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, γνώναι τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού, ίνα πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού. Τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ών αιτούμεθα ή νοούμεν … δόξα … εις πάσας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων» (Εφες. 3,8‐21). Ούτως κλήσις και πρόσκλησις ημών είναι να γίνωμεν τέκνα του Θεού και Πατρός δια του Μονογενούς και Ομοουσίου, Προαιωνίου και Ανάρχου Υιού Αυτού, και φορείς παντός του πληρώματος του Θεού (βλ. Ιωάν. 16,27· 17,21‐26).

Θα συνεχίσω την περιγραφήν άλλων τινών συμβάντων, άτινα ουδόλως θα ηδυνάμην να αναμένω, τοιούτος ως είμαι. Ουχί άπαξ ηξιώθην της θεωρίας του Θείου Φωτός. Περιπτυχθείς τρυφερώς υπ’ Αυτού επληρούμην υπερκοσμίου αγάπης. Είς τινας περιπτώσεις ο έξω κόσμος «έχανε» την υλικότητα αυτού και απέβαινεν αόρατος. Ό,τι συνέβαινεν εις εμέ, ανήκεν εις άλλο επίπεδο του είναι. Ότε δε δι’ ακαταλήπτου τρόπου αποκαθίστατο η συνήθης αίσθησις του κόσμου, λεπτή θλίψις εισέδυεν εις την ψυχήν μου.

Ενίοτε ήρχετο εις εμέ η σκέψις ότι εν τοιαύτη προσευχή θα ηδυνάμην να μη «επιστρέψω» εις την ζωήν. Η [//71] προσευχή εκ προσκαίρου καταστάσεως δύναται να αποβή αιώνιος κατάστασις της ψυχής. Η όρασις του Φωτός είναι οπωσδήποτε ηνωμένη μετά της ανιστώσης ημάς χάριτος, και η εγκατάλειψις της γης εις τοιαύτην κατάστασιν είναι ευλογία. Γνωρίζομεν εκ του βίου του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ ότι ούτος απεβίωσεν εν καιρώ προσευχής: Η ψυχή αυτού εγκατέλειψε το σώμα, εισέτι μη νεκρόν – εκράτει εν χειρί ανημμένον κηρίον. «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των Οσίων Αυτού» (Ψαλμ. 115,6). Δεν έπρεπεν άρα γε να απέλθωμεν πάντες ημείς δια τοιούτου θανάτου εκ της παρούσης ζωής; «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον Μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντι Με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον Εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51).

Η προσευχή είναι ενέργεια ιδιαιτέρας τάξεως. Είναι ένωσις δύο ενεργειών: της ημετέρας‐κτιστής, και της Θείας‐ακτίστου. Ως τοιαύτη δρα και εν τω σώματι και εκτός του σώματος· εισέτι δε και εκτός του κόσμου τούτου, του χώρου και του χρόνου. Όταν ευρισκώμεθα εις μακάριον δέος εκ της οράσεως της αγιότητος του Θεού, η προσευχή αποβαίνει ισχυρά ορμή του πνεύματος διαρρηγνύουσα τον στενόν κλοιόν της βαρείας ύλης. Το δοθέν σώμα ημών οφείλει να «πνευματοποιηθή» (βλ. Α’ Κορ. 15,44). Το βιολογικόν σώμα «σάρξ και αίμα» δεν είναι εις θέσιν να ακολουθήση οπίσω του Πνεύματος εν όλη τη ορμή αυτού προς τον Αιώνιον Θεόν (βλ. Α’ Κορ. 15,50). «Το (πνευματικόν) ημών [//72] πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ού και Σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, Ός μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού κατά την ενέργειαν του δύνασθαι Αυτόν και υποτάξαι Αυτώ τα πάντα» (Φιλ. 3,20‐21).

Ώ, η θαυμαστή αύτη δωρεά της προσευχής! Εις την ορμήν αυτής προς τον ηγαπημένον Θεόν‐Πατέρα δεν γνωρίζει κόρον· δι’ αυτής εισαγόμεθα εις ετέραν μορφήν του είναι, ουχί κατά τον χώρον, αλλά κατά την ποιότητα την υπερέχουσαν τον κόσμον τούτον. Η ψυχή, μη διεγερθείσα υπό μεθυσθείσης φαντασίας, ουδέ χειραγωγηθείσα υπό της λογικής φιλοσοφίας, αναζητεί οδούς εκεί, όπου οδοί δεν υπάρχουν. Προς την αναζήτησιν ταύτην εσωτερική τις διαίσθησις ωθεί την ψυχήν την δεδεμένην υπό αοράτων, αλλά αλύτων αλύσεων «του νόμου της αμαρτίας» – μη θραυομένων υπό των ιδίων ημών δυνάμεων, αλλά μόνον υπό της ενεργείας του Παντοκράτορος Θεού, του Σωτήρος ημών. Πώς δυνάμεθα να παραστήσωμεν τον αγώνα της ψυχής δια την ελευθερίαν αυτής; Παρατηρούμεν αναλογίαν τινά προς το σώμα το οποίον εις τους αφορήτους πόνους συνελίσσεται εν τη προσπαθεία να αποφύγη αυτούς. Παρομοίως η ψυχή «κινείται» εν τη προσευχή του πένθους, όπως ενωθή μετά του Θεού και υπερνικήση τον πόνον αυτής.

Ο Κύριος σπλαχνίζεται ημάς και πολλάκις σπεύδει ταχέως· συμβαίνει όμως και το αντίθετον. Πάσαι αι κραυγαί ημών μένουν, τρόπον τινά, αναπάντητοι. Η ψυχή [//73] κρέμαται εις το άπειρον αιωρουμένη επάνω της αβύσσου, και τρέμει, διότι ο Θεός παρουσιάζεται τελείως απρόσιτος: Ούτος είναι εκτός παντός υπαρκτού. Ο νους δεν ευρίσκει λόγους, οίτινες θα ηδύναντο να φθάσουν μέχρι του «απομεμακρυσμένου» Θρόνου. Άνευ λόγων, μετά σιγηράς κραυγής εύχεται η ψυχή εν τη ερήμω του κόσμου. Εν τούτοις, εν τω βάθει αυτής, εμφωλεύει ελπίς … Παρέρχεται το νέφος της Θεοεγκαταλείψεως και ανατέλλει εκ νέου ο ήλιος.

Εκ της πείρας μου δύναμαι να είπω ότι υπάρχουν δύο είδη απογνώσεως: Η μία είναι καθαρώς αρνητική, φθείρουσα τον άνθρωπον πνευματικώς, εν συνεχεία δε και σωματικώς· η άλλη είναι ευλογημένη. Περί αυτής δεν παύω να ομιλώ. Δια της απογνώσεως αυτού του είδους ανεγεννήθην εν τω Φωτί. Ουδόλως είναι εύκολον εις εμέ να εξομολογούμαι ενώπιον των ανθρώπων περί της εκχυθείσης επ’ εμέ ευδοκίας του Υψίστου. Ουδέποτε ηδυνήθην να εννοήσω, δια τί ούτως συνέβη εις εμέ, τοιούτος ως είμαι. Κατ’ αρχάς αδιόρατον Φως έδιδεν εις εμέ να ίδω τον εσωτερικόν μου άδην, και εν συνεχεία όλον τον κτιστόν κόσμον, εν τη προσκαίρω αυτού υπάρξει, υποτεταγμένον εις το κράτος του θανάτου. Επί μακρόν χρόνον έφερον εντός μου την φοβεράν αυτήν όρασιν. 

Ήμην συντετριμμένος δια το παράλογον του κόσμου τούτου, του πεπληρωμένου παθημάτων, άτινα φονεύουν πάσαν ζωήν. Αλλά, όσον και εάν φαίνηται παράδοξον, νέα ζωή ήρχιζε να πάλλη εντός μου υπερεκπερισσού: Αδιάλειπτον ρεύμα προσευχής κατέκλυζε την καρδίαν μου ελκύον και τον νουν μου μετ’ αυξανομένης συχνάκις δυνάμεως και, άλλοτε, εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να αποσπά το πνεύμα μου εις την απειρότητα άλλου χώρου, εντελώς διαφόρου εκείνου όστις [//74] συνήθως υποπίπτει εις την αντίληψιν ημών. Ταυτοχρόνως εσμικρινόμην μέχρι μηδαμινότητος και εν ταυτώ ελάμβανον ανυπολόγιστον εμπειρίαν βαθυτέρας θεωρίας του κόσμου, εισέτι δε και επαφής προς την αιωνιότητα. Είναι μαρτύριον να συναισθάνηταί τις αδιακόπως την πτωχείαν αυτού. Εκ του βάρους αυτής συντρίβονται και τα οστά εισέτι … Παράδοξον όμως: Ότε εξησθένει η αγία αύτη συντριβή, ησθανόμην ως να απέθνησκον πνεύματι. Δεν κατενόουν την φύσιν του φαινομένου τούτου. Μόνον βραδύτερον ο μακάριος Σιλουανός εξήγησε τούτο εις εμέ: «Ούτω διδάσκει ημάς ο Κύριος, ίνα μη απολέσωμεν την ταπείνωσιν». 

Τότε και εγώ εκ μέρους έλαβον επίγνωσιν του μυστηρίου της οδού ταύτης. Συνέβαινε κατά το παρελθόν να ζω ως ζωγράφος την αίσθησιν του θριάμβου της νίκης: «Συνέλαβον» εκείνο, όπερ ανεζήτουν: Προσήγγισα εις την έκφρασιν του κάλλους εκείνου, το οποίον απεκαλύπτετο εις εμέ. Ταχέως όμως εξηφανίζετο ο θαυμασμός ούτος: Και πάλιν κατεπονούμην εκ της οράσεως της αποτυχίας μου. Ούτω και έτι πλέον συμβαίνει μετά του Θεού: Δεν δίδει Ούτος ανάπαυσιν εις ημάς· εις τινα στιγμήν παρηγορεί την ψυχήν, άπτεται της καρδίας δια του πυρός αυτού, αρπάζει τον νουν εις την θεωρίαν της δόξης Αυτού και πάλιν κρύπτεται, ώστε να μη νομίσωμεν ότι εφθάσαμεν εις το πλήρωμα της γνώσεως Αυτού. Ο κλήρος ημών επί της γης είναι να είμεθα «πτωχοί τω πνεύματι». Ευθύς ως εναγκαλισθή ημάς η ψευδής ανάπαυσις της αυτοϊκανοποιήσεως, πάραυτα το Πνεύμα της Ζωής, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, εγκαταλείπει ημάς.

Εκ της πείρας των εναλλαγών τούτων εγένετο και εις εμέ ευδιάκριτος η δομή των εντολών των μακαρισμών, [//75] και δη: Εις θεμέλιον πάσης πνευματικής προόδου κείται η εξαντλητική αίσθησις της «πτωχείας» ημών. Η επίγνωσις όμως αύτη είναι πηγή ενεργείας δια την προσευχήν, και εν ταυτώ το στερεόν θεμέλιον, επί του οποίου ερείδεται άπαν το οικοδόμημα της σωτηρίας μέχρι και της οροφής αυτού, πέραν της οποίας ακολουθεί «μισθός πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 5,3‐16).

Και πάλιν επαναλαμβάνω ότι ρίζα πασών των κακιών είναι η υπερηφανία: Εν αυτή θάνατος και σκότος. Ίδιον δε της αγίας απαθείας είναι η ταπείνωσις, ήτις οδηγεί τον άνθρωπον να αισθάνηται εαυτόν υποκάτω πάσης της κτίσεως, και δι’ ανερμηνεύτου τρόπου ανάγει αυτόν υπεράνω παντός κτιστού.

Ο χριστιανός ασκητής εν τη κατά Θεόν ζωή αυτού δεν οφείλει να ομοιωθή προς τους ποιητάς ή τους συγγραφείς, τους ψυχολόγους, τους φιλοσόφους ή τους διανοουμένους. Εν τη στροφή αυτού προς τον Θεόν επεκτείνεται εις τα έμπροσθεν, μη επιστρέφων προς εαυτόν. Εκείνο, όπερ ούτος ενεργώς ζη εν τη προσευχή, θα αφήση εις το είναι αυτού ανεξίτηλα ίχνη, άτινα όμως θα ίδη εν εαυτώ ο ασκητής μόνον μετά πάροδον μακρού χρόνου, οσάκις θα αναλογίζηται το παρελθόν.

Η έλξις προς τον Θεόν εν τη αρχή του αγώνος συμβαίνει να είναι τοσούτον έντονος, ώστε το πνεύμα του ανθρώπου εν τη φλογερά αυτού ορμή προς τον Ύψιστον να ατενίζη αποκλειστικώς εις Εκείνον μόνον. Η ψυχή του μετανοούντος, όστις βλέπει εαυτόν ανεκφράστως μακράν της αναζητουμένης Αληθείας, γίνεται όλη κατώδυνος πληγή και δέεται του ήδη δια της «πρώτης αγάπης» (Αποκ. 2,4) ηγαπημένου Κυρίου περί ελέους και συγκαταβάσεως [//76] προς αυτήν. Η αίσθησις της αμαρτίας, ήτις κατέστρεψε την θεοειδή φύσιν ημών, γεννά ανεκδιήγητον μεταμέλειαν περί της καταστάσεως, εν τη οποία επί τοσούτον μακρόν διεμένομεν, και ήτις κατέστησεν ημάς παντελώς αναξίους του Αγίου των αγίων. 

Είναι δυνατόν ο τοιούτος Κύριος να δεχθή εμέ τον έως τέλους διεφθαρμένον; Η ψυχή παρίσταται, τρόπον τινά, ενώπιον του Φοβερού Κριτηρίου. Και όσον πλέον συντριπτικός είναι ο φόβος της καταδίκης, τοσούτον εντονωτέρα η προσευχή της μετανοίας. Είναι αδύνατον να είπωμεν πόσον διαρκεί μια τοιαύτη προσευχή. Κατά τας ώρας του διαλείμματος της σωματικής παραστάσεως ενώπιον του Θεού, λόγω των εργασιών της καθ’ ημέραν ζωής, η ουσιαστική στάσις του πνεύματος δεν μεταβάλλεται: Δι’ όλης της δυνάμεως αυτού διαμένει εν τη αυτή κινήσει προς τον Θεόν.

Τον πέμπτον χρόνον της μοναστηριακής μου ζωής ο ηγούμενος της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, Αρχιμανδρίτης Μισαήλ, εκάλεσεν εμέ και ανέθεσεν εις εμέ ως διακόνημα την εκμάθησιν της Ελληνικής γλώσσης, διότι η Μονή είχεν ανάγκην μοναχών οίτινες θα εγνώριζον την τοπικήν γλώσσαν, και διότι αύτη ήτο απαραίτητος εις όλας τας σχέσεις της Μονής μετά του έξω κόσμου, του πνευματικού και του πολιτικού. Έβαλον την καθιερωμένην κατά την παράδοσιν μετάνοιαν, όπως λάβω την ευλογίαν δια το επικείμενον διακόνημα. Και ότε ήμην ήδη σχεδόν εις την έξοδον του ηγουμενείου, εκάλεσεν εμέ και είπε: 

«Πάτερ Σωφρόνιε ο Θεός δύο φοράς δεν κρίνει. Εάν εκπληρώσητε την υπ’ εμού ανατεθείσαν εις υμάς υπακοήν, τότε εγώ θα είμαι υπεύθυνος ενώπιον του Θεού, υμείς δε δύνασθε να παραμένητε εν ειρήνη». Ωμίλησεν ούτος κλίνας την κεφαλήν επί το στήθος, ως τούτο συνηθίζεται [//77] κατά την προσευχήν. Εις την φωνήν αυτού διεκρίνετο η σοβαρότης, την οποίαν ούτος προσέδιδεν εις τον λόγον αυτού. Μετέβην πάραυτα προς την βιβλιοθήκην, ίνα λάβω τα αναγκαία βιβλία δια την εκμάθησιν της Ελληνικής γλώσσης, και επέστρεψα κατόπιν εις το κελλίον μου. Ανοίξας την Γραμματικήν της Αττικής διαλέκτου συνεκέντρωσα, ως ήτο εύλογον, την προσοχήν μου εις τα αναγινωσκόμενα. 

Και τι λοιπόν συνέβη; Ησθάνθην κατά τρόπον φυσικόν ως να εξήλθεν ο νους μου εκ της καρδίας, να ανέβη έως του μετωπικού μέρους του κρανίου και να εκινήθη περαιτέρω προς την κατεύθυνσιν του βιβλίου. Κατ’ εκείνην την στιγμήν εγένετο εις εμέ εμφανές ότι ο νους μου παρέμενε μονίμως ημέρας και νυκτός εν τη καρδία μου κατά την διάρκειαν των επτά ετών προσευχής μετανοίας. Εγώ, κατά τον λόγον του ηγουμένου παρέμενον ήσυχος εσωτερικώς. Καταπονούμενος υπό της ασθενείας (ελονοσίας) ηγωνιζόμην να υπερνικήσω την σωματικήν αδυναμίαν μου, ίνα μελετήσω την γλώσσαν κατά το δυνατόν πλείονας ώρας καθ’ εκάστην ημέραν. 

Ενθυμούμαι ποτε, ότε έγραφον τας ασκήσεις, ότι ήλθεν εις εμέ, τον εξηντλημένον, η σκέψις: Εάν νυν ακούσω την κλήσιν προς την Κρίσιν, τί θα γίνη μετ’ εμού; Εν τω βάθει της καρδίας μου ήτο γαλήνη: Θα εγερθώ και εν ειρήνη θα πορευθώ εις το «Κριτήριον του Θεού». Νυν αναφέρω ιδιαιτέρως το γεγονός τούτο, διότι ουδόλως ωμοίαζε προς την μετά μεγάλου φόβου συνήθη στάσιν μου εις την κρίσιν του Θεού. Ούτω δι’ ευχών του ηγουμένου εδόθη εις εμέ η πείρα τοιαύτης ειρήνης. Η νέα ενασχόλησίς μου εστέρησεν εμέ της προγενεστέρας προσευχής, αλλ’ η χάρις υπό λίαν θαυμαστήν μορφήν ειρήνης, αγνώστου έως τότε, δεν εγκατέλειπεν εμέ κατά τους μήνας της προσπαθείας μου, όπως εκμάθω την Ελληνικήν γλώσσαν. Ούτως [//78] ο Θεός δεν εγκατέλειψεν εμέ, αλλά και η καρδία μου ωσαύτως δεν εχωρίσθη απ’ Αυτού.

Παρήλθον οι μήνες της μελέτης, και ο Κύριος ηυδόκησε να δώση εις εμέ εκ νέου την απεγνωσμένην προσευχήν της μετανοίας. Ίνα αναγεννηθώμεν εν τω Θεώ, είναι αναγκαία η φρίκη δι’ ημάς αυτούς, ως είμεθα· είναι απαραίτητος η αποστροφή προς το ζων εν ημίν κακόηθες, αντίθεον πάθος της υπερηφανείας, όπερ εξέβαλεν ημάς μετ’ αισχύνης από της Βασιλείας του Πατρός των Φώτων. Η λύτρωσις εκ του πάθους τούτου ευρίσκεται εις την εντολήν του Χριστού: να αγαπήσωμεν τον Θεόν μέχρι του αυτομίσους (βλ. Λουκ. 14,26). Το θέμα τούτο είναι άκρως σπουδαίον και γνωρίζω ότι θα ήτο αδύνατον να εξαντλήσω την πλευράν αυτήν της πνευματικής ζωής του Χριστιανού, όσα και εάν έγραφον.

Έκάλεσα την απόγνωσιν, ήτις κατείχεν εμέ, μέγα δώρον του Ουρανού. Τούτο όμως συνειδητοποίησα ουχί ενωρίτερον, ει μη μετά παρέλευσιν τριάκοντα ετών αγώνος· δυνατόν ίσως και πλέον. Δεν ανεζήτουν έξωθεν βοήθειαν, διότι ηρπάγην βιαίως ως ξηρόν φύλλον υπό ανέμου, όστις εστροβίλιζεν εμέ, και δεν ήτο δυνατόν να εννοήσω τι ετελείτο εν εμοί· ουδέν κατενόουν· ουδένα ηδυνάμην να ερωτήσω διότι δεν ήμην εις θέσιν να διατυπώσω και την ερώτησιν. Το κοσμικόν είναι απεκαλύπτετο εις τον νουν μου θυελλωδώς μετά ταχύτητος, ήτις δεν επέτρεπεν εις εμέ να ελέγξω δια του λογικού μου ο,τιδήποτε. Η απόγνωσις αύτη ωμοίαζε προς αφροσύνην, αλλ’ αφροσύνην ιδιαιτέρου γένους, μη υποκειμένην εις την αρμοδιότητα των ψυχιάτρων. Ήρχιζεν η διαδικασία της αποχωρήσεως μου εκ του κόσμου. 

Ωρθούτο τι μεταξύ εμού [//79] και των ανθρώπων: Απώλεσα το ενδιαφέρον της μετ’ αυτών συναναστροφής: Εξηφανίζοντο το έν μετά το άλλο τα σημεία επαφής. Ο κόσμος της τέχνης – η ζωγραφική, η μουσική, η ποίησις, η λογοτεχνία, το θέατρον κ.τ.ο. – παν ό,τι ενωρίτερον απετέλει το κύριον περιεχόμενον και το νόημα του είναι μου εξησθένει και ήρχιζε να φαίνηται επιπόλαιον έργον, συχνάκις παιδικής μόνον ψυχαγωγίας. Και τούτο δεν ήτο εύκολον δι’ εμέ. Κατά καιρούς, εν τη πρώτη περιόδω, ήμην κατά μαρτυρικόν τρόπον δεδιχασμένος ανά μέσον δύο πόλων έλξεως: του πάθους του ζωγράφου και της προσευχής. Ούτω συνέβαινεν έως ότου η προσευχή ενίκησε πάσαν άλλην δραστηριότητα εν τω κόσμω τούτω. Υπήρχε μόνον είς σκοπός: να ανεύρω τον αληθινόν Θεόν, τουτέστι τον Δημιουργόν πάσης υπάρξεως, και να ζήσω αιωνίως ηνωμένος μετ’ Αυτού.

Δεν είναι άρα γε αφροσύνη παρομοία τόλμη δια τοιούτον πτωχόν πλάσμα, ως ήμην εγώ; Μετά του Θεού ουδέν είναι εύκολον ή απλούν: Ούτος είναι καθ’ υπερβολήν μέγας δι’ ημάς. Είναι «Πυρ καταναλίσκον», Φως απρόσιτον. Έρριψε το Πυρ Αυτού εις την γην και φλέγει τας καρδίας ημών. Παρά ταύτα και εγώ είμαι έργον των χειρών Αυτού. Ούτος ενεδύθη την σάρκα ημών, όπως δι’ αυτού του πρίσματος δυνηθώμεν να ατενίσωμεν Αυτόν. Εντεύθεν και η ελπίς η πορευομένη πέραν πάσης απελπισίας. «Θαρσείτε» (Ιωάν. 16,33), είπεν Ούτος. Πιστεύω ότι η εμφάνισις εν ημίν του Πυρός τούτου σημαίνει την είσοδον της πνοής της Θείας αιωνιότητος εντός ημών. Επί πλέον δε: «Ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα … και μακαρία η πιστεύσασα ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις Αυτή παρά Κυρίου» (Λουκ. 1,37 και 45).

[//80] Έχων ιδίαν πείραν περί του ασταθούς της φύσεως ημών ζω εν διαρκεί καταστάσει φόβου. Ο φόβος ούτος καλείται Θείος. Δεν ομοιάζει προς τον ζωώδη. Εν τω Θείω φόβω περικλείεται σοφία και γνώσις, αγάπη και δύναμις. Η συνάντησις όμως μετά του μεγάλου Θεού, τον Οποίον δεν είμεθα ικανοί να χωρήσωμεν, και τον Οποίον δεν δυνάμεθα να αγαπήσωμεν, δίδει εις ημάς να συναισθανθώμεν ότι είμεθα απεριγράπτως μακράν αυτού, όπερ ετέθη προ ημών ως άγιος σκοπός και αυθεντικόν νόημα πάσης ημών της υπάρξεως.

Ο Πέτρος μετά τον Μυστικόν Δείπνον είπε μετά πάθους: «Ει πάντες σκανδαλισθήσονται εν Σοι, εγώ ουδέποτε σκανδαλισθήσομαι». Πάντες ημείς γνωρίζομεν τί συνέβη λίαν συντόμως μετά την ομολογίαν ταύτην: «Και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος του Ιησού ειρηκότος αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση Με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. 26,33 και 75).

Λέγει η Γραφή: «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον … ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α’ Ιωάν. 4,18). Γνωρίζω ότι δεν είμαι τέλειος εν τη αγάπη, τούτο όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι και εγώ αγαπώ τον Θεόν. Και ιδού, αυτή ακριβώς η αγάπη γεννά εν εμοί τον φόβον μήπως παραμείνω ανάξιος απολογίας ενώπιον του Θεού. Συντρίβονται τα οστά μου, όταν βλέπω εντός μου έστω και μικράς ταλαντεύσεις. Δεν ενθυμούμαι κατά την διάρκειαν της ζωής μου εν τω Άθω να επλησίασεν αμφιβολία εις τον νουν ή την καρδίαν μου. 

Εν τούτοις, ότε επανήλθον εις την Ευρώπην, ερχόμενος εις επαφήν μετά ανθρώπων άλλου πνεύματος, ησθανόμην ενέργειαν εξερχομένην απ’ αυτών, ήτις ως ψυχρός άνεμος προσέκρουεν εις την καρδίαν μου, και τρόπον τινά συνέχεε τον νουν [//81] μου. Η ενέργεια αύτη, αλλοτρία του πνεύματος του Χριστού, ταράττει προς στιγμήν την εσωτερικήν ειρήνην, διεγείρει τον νουν εις τινα πάλην. Η Άνωθεν δωρεά, η δοθείσα εις εμέ εν τη ερήμω κατά την προσευχήν της αγάπης, υπερενίκα τας εναντίας αρνητικάς αντιδράσεις: «Ο γαρ νόμος του πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσε (και) εμέ» από της εξουσίας του πνεύματος του κόσμου τούτου (Ρωμ. 8,2).

Ο Πέτρος αποκατεστάθη. Δύναμαι όμως να είμαι βέβαιος περί εμαυτού; Καθ’ όν χρόνον η καρδία αισθάνεται την παρουσίαν του Θεού, ευρισκόμεθα εν ειρήνη και εξάρσει εκ της αγάπης προς Αυτόν. Όταν όμως αποχωρή Ούτος και δεν βλέπω εν εμοί αισθητήν την παρουσίαν Αυτού, τότε εκ νέου η συνείδησις της αδυναμίας μου μέχρι πόνου συνθλίβει εμέ. Ο σταυρικός αγών κατά τον ένα ή τον άλλον βαθμόν συνοδεύει εμέ έως του γήρατος. Νομίζω ότι εγνώρισα το μέτρον του ανθρώπου, και η γνώσις αύτη δίδει ελευθερίαν κατά τας συναντήσεις μου μεθ’ οιουδήποτε ανθρώπου. Κατά το παρελθόν όμως εγνώρισα και συναντήσεις μετ’ άλλων δυνάμεων, απείρως ισχυρών δια την μηδαμινότητα μου. Κατά τους φρικτούς εκείνους καιρούς έσωζεν εμέ το Όνομα του Ιησού Χριστού. Δέομαι, όπως γένηται ούτως εις εμέ εισέτι και μέχρι τέλους και άνευ τέλους.

Κατά τας ώρας της κατά Πρόνοιαν Θεοεγκαταλείψεως διεγείρεται εντός ημών πυρίνη προσευχή, και εν τοις κόλποις αυτής το πνεύμα μετά χαράς ατενίζει την συγγένειαν αυτού μετά του Χριστού, η δε ομοίωσις προς Αυτόν αυξάνει. Ο Κύριος έπλασεν ημάς κατ’ εικόνα Αυτού· συνεπώς και ημείς εν Αυτώ γινόμεθα «κύριοι». Στερεούμενοι [//82] δια της δυνάμεως Αυτού βλέπωμεν παν είδος κακού εν τω κτιστώ κόσμω, αλλά τούτο δεν έχει πλέον εξουσίαν εφ’ ημών. Εις τούτο έγκειται η «κυριότης» ημών, ήτις είναι απαραίτητος δια την «ασάλευτον Βασιλείαν».

«Έτι άπαξ Εγώ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν. Το δε έτι άπαξ δηλοί των σαλευομένων την μετάθεσιν ως πεποιημένων, ίνα μείνη τα μη σαλευόμενα» (Εβρ. 12,26‐27). Αγνοούμεν εις ποίαν τελικώς δοκιμασίαν θα υποβληθή πάσα η κτίσις. Είναι απαραίτητος ο ευλαβής φόβος, έως ότου διέλθωμεν όλα τα κτιστά κατώφλια και πληρωθώμεν της εκ του Θεού εκπορευομένης ακτίστου Ζωής.

Η Εκκλησία διδάσκει περί του Ιησού Χριστού ότι ήρεν επ’ Αυτού τας αμαρτίας του κόσμου παντός. Και εκείνος όστις προσεύχεται εις Αυτόν «πρόσωπον προς Πρόσωπον», δέχεται εν Πνεύματι παρ’ Αυτού το «φρόνημα» και τα αισθήματα, άτινα συναντώμεν και εν Αυτώ τω Ιδίω. Ουχί μόνον ταύτα αλλά και προσευχήν ομοίαν προς την προσευχήν Αυτού εν Γεθσημανή. Και τούτο είναι εκείνο, όπερ ορίζομεν ως υποστατικήν προσευχήν.

Ο προσευχόμενος δια τοιούτου τρόπου εισέρχεται εις την σφαίραν της Θείας Ζωής. Και τούτο εισέτι πριν η προσευχή αυτού φθάση εις το πλήρωμα της δυνάμεως αυτής, τουτέστιν εις εκείνο το βάθος, εν τω οποίω η προσευχή τελείται μετά του ιδίου κλαυθμού ως περί αυτού του ιδίου, ενδεχομένως και πλείον τούτου. Δια τούτο και ο Άγιος Σιλουανός και έλεγε και έγραφεν ότι ευχόμενος δι’ εκείνους, οίτινες εμακρύνθησαν από του Θεού, εθρήνει πλείον ή δι’ εαυτόν.

[//83] Ο Χριστός‐Θεός είναι άπειρος εν τη παντοδυναμία Αυτού: Το Πνεύμα Αυτού πληροί πάσαν άβυσσον. Αλλά και εν τη «κενώσει» Αυτού είναι ωσαύτως απρόσιτος εις ημάς. Όταν εν ανειδέω σιγή παριστάμεθα τω Θεώ εν πλήρει απογυμνώσει της όλης ημών υπάρξεως, τότε τα βάθη της φύσεως ημών διανοίγονται και δι’ ημάς αυτούς. Δια της ολοκληρωτικής αυτοσυγκεντρώσεως, δια της συναγωγής παντός εις τα έσω της προσωπικότητος ημών, δίδεται εις ημάς να ίδωμεν ότι το είναι απάσης της ανθρωπότητος κατά την προέλευσιν και την φύσιν αυτού αποτελεί έν είναι, ένα άνθρωπον. Ως εκ τούτου είναι «φυσική» η κίνησις του πνεύματος ημών προς προσευχήν υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ όλου του Αδάμ ως περί εαυτού του ιδίου. Εκ τούτου δε έρχεται και η κατανόησις των λόγων του Χριστού: «Ίνα πάντες έν ώσε … καθώς ημείς έν εσμέν» (Ιωάν. 17,21‐23).

Κατά την προσευχήν της μετανοίας δια τας αμαρτίας ημών διδασκόμεθα να ζώμεν την τραγωδίαν παντός του ανθρωπίνου γένους δια μέσου ημών των ιδίων. Εάν εγώ τοσούτον οδυνώμαι δι’ όλης της υπάρξεως μου ένεκα των παντός είδους απογοητεύσεων εις έκαστον βήμα, εάν όπισθεν πασών των πτώσεων μου κρύπτηται η πρωταρχική πτώσις εν τω προσώπω του Προπάτορος ημών, ήτις εχώρισεν όλην την ανθρωπότητα από του Θεού και Πατρός ημών, τότε είναι φυσικόν δια των προσωπικών μου παθημάτων να γνωρίσω υπαρξιακώς τα παθήματα πάντων των ανθρώπων. Είναι όμως δυνατόν και το αντίθετον: εν τη χαρά μου να αισθανθώ την χαράν όλου του κόσμου. Ούτως, όσοι εύρον την αληθινήν οδόν προς την εν Θεώ σωτηρίαν αυτών μανθάνουν να συμπάσχουν μετά πασών των πασχόντων, να συγχαίρουν μετά πάντων των χαιρόντων.

[//84] Εάν η αμαρτία κατά την βαθυτέραν αυτής ουσίαν είναι πάντοτε έγκλημα εναντίον της Πατρικής αγάπης, τότε η αποκατάστασις της απολεσθείσης αγάπης δεν είναι δυνατή άλλως, ει μη δια της ολοκληρωτικής μετανοίας, δια της οποίας θα εφανερούτο εις ημάς μέχρι τέλους, ει δυνατόν, η έννοια του εγκλήματος τούτου, όταν θεωρώμεν αυτό επί του επιπέδου της αιωνιότητος.

Πάτερ Αγαθέ, ίασαι με τον λελεπρωμένον·
ανακαίνισον με τον παραλελυμένον τη αμαρτία …
Πάτερ Άγιε, όλον με αγίασον: και νουν και καρδίαν και αυτό το σώμα μου …
Ήμαρτον ενώπιον Σου, και νυν αποθνήσκω μακράν Σου …
Δέξαι με κατά το πλήθος της ευσπλαγχνίας και του ελέους Σου.

Η προσευχή μου ετελείτο άνευ εικόνων νοερών ή αισθητών. Η ψυχή μου απετάσσετο παντός παρερχομένου και ουδέν πλέον έβλεπεν αλλά δι’ όλης της δυνάμεως αυτής συνεκεντρούτο μόνον εις τον Θεόν μου. Δι’ ακαταλήπτου τρόπου η τελεία αύτη απουσία ορατών μορφών και εννοιών – κατά την οποίαν το παν εφαίνετο ως να εσίγα, παρά την εν εμοί αφθονίαν δυνάμεως ζωής – μετά την επιστροφήν μου εις την συνήθη αντίληψιν του κόσμου, μετεβάλλετο εις γνώσιν του Είναι. Ίδιον της οράσεως ταύτης είναι να υπερβαίνη τον χώρον και τον χρόνον: Το παν συνάγεται εις τα «ένδον», εις τι απείρως μικρόν σημείον· να εκφράσωμεν όμως δια λόγων το γνωσθέν κατά τας στιγμάς ταύτας είναι ως να ιστάμεθα προ απεράντου πελάγους. Θα αποπειραθώ να δώσω εν συντομία τινάς εκ των σκέψεων, αίτινες εγεννήθησαν [//85] εν εμοί. Το είναι παντός λογικού‐προσωπικού όντος κινείται μεταξύ δύο ορίων: Το όνομα του ενός είναι αγάπη προς τον Θεόν μέχρι του αυτομίσους· του άλλου, αγάπη προς εαυτόν μέχρι του μίσους προς τον Θεόν.

 (ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μίσος προς τον Θεον εννοούμεν την έκπτωσιν, την εγκατάλειψιν, την αποχώρησιν, την απομάκρυνσιν ... Δεν συνδέεται απαραιτήτως μετά τινων αισθημάτων, καρδιακών κινήσεων, πράγμα όπερ ωσαύτως δυνάμεθα να συναντήσωμεν. Το μίσος τούτο δύναται να λάβη μορφήν ψυχράς αποφάσεως του νου. Εις πολλούς εφάνη ως ʺφωςʺ συνέσεως, αλλʹ εξ αυτών απεκρύπτετο η πραγματικότης: Το ʺφωςʺ αυτών δύναται να εξελιχθή κατά τον ιδιάζοντα εις αυτό τρόπον και να φθάση το σημείον του απολύτου ψύχους, όπερ φονεύει πάσαν ζωήν).

Υπάρχει αναρίθμητον πλήθος ενδιαμέσων καταστάσεων. Τοιαύτας καταστάσεις βλέπομεν εις μεγάλην μάζαν αδρανών ψυχών· εις τας ψυχάς αυτάς δεν υφίσταται ούτε καθαρά συνείδησις της υπάρξεως, ούτε εναργώς εκπεφρασμένος αυτοκαθορισμός προς οιανδήποτε κατεύθυνσιν. Εν τούτοις, όσον εγγύτερον πλησιάζομεν τα ακραία όρια, τοσούτον πλέον δυναμική καθίσταται η ορμή του πνεύματος, τοσούτον επιτακτικόν τίθεται το ερώτημα της οριστικής εκλογής. Έκαστος θα εκλέξη εκείνο, όπερ πλείον ηγάπησε.

Να προσεγγίσωμεν όμως εν πνεύματι τα έσχατα, ως θα εφαίνετο, όρια, δεν σημαίνει ότι διέβημεν και το κατώφλιον του χρόνου, ότι εισήλθομεν τελείως εις την σφαίραν του αιωνίου Είναι. Και η μακραίων ασκητική πείρα και η Αποκάλυψις μαρτυρούν ότι το κτισθέν πνεύμα δύναται να απωθήση τον μέχρι τούδε επιτευχθέντα σκοπόν αυτού και, ομοίως προς αστραπήν (βλ. Λουκ. 10,18· 23,42‐43), αυτοστιγμεί να μεταφερθή δια μέσου της αβύσσου και να στερεωθή εις την απέναντι όχθην. Από του μόνου όντως Όντος – Εγώ ειμι ο Ών – δύνανται να εκπέσουν και μεμονωμένα άτομα και ολόκληρα γένη.

[//86] «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμι και ουκ έγνωκας Με, Φίλιππε;» (Ιωάν. 14,9). Η Μαρία η Μαγδαληνή «εστράφη εις τα οπίσω, και θεωρεί τον Ιησούν εστώτα και ουκ ήδει ότι Ιησούς εστι. Λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς; Εκείνη δοκούσα ότι ο κηπουρός εστι, λέγει Αυτώ· Κύριε, ει συ εβάστασας Αυτόν, ειπέ μοι πού έθηκας Αυτόν, καγώ Αυτόν αρώ. Λέγει αυτή ο Ιησούς· Μαρία! Στραφείσα εκείνη λέγει Αυτώ. Ραββουνί!» (Ιωάν. 20,14‐16). Ο Λουκάς και ο Κλεόπας επί της οδού προς Εμμαούς δεν ανεγνώρισαν τον Ιησούν εις το πρόσωπον του Συνοδοιπόρου αυτών, και μόνον ότε Ούτος «έκλασε τον άρτον» και έδωκεν εις αυτούς, «διηνοίχθησαν αυτών οι οφθαλμοί και επέγνωσαν Αυτόν» (Λουκ. 24,31).

Επομένως παρόμοιόν τι δύναται να συμβή και εις ημάς: Θα προσεγγίζη Ούτος ημάς, θα συνομιλή μεθ’ ημών, και ημείς δεν θα αναγνωρίζωμεν Αυτόν, τουτέστιν εκείνο όπερ είναι Ούτος, ο μέγας Θεός· μέγας αλλά πράος και ανεκφράστως ταπεινός. Και όταν φθάση η στιγμή και αναγνωρίσωμεν Αυτόν, τότε η ψυχή ημών θα αγαπήση Αυτόν και η εκ της γνώσεως ταύτης έμπνευσις θα πληρώση ημάς μακαριότητος. Η αποκτηθείσα δε δια του τρόπου τούτου έμπνευσις ουδέποτε πλέον θα εγκαταλείπη ημάς. Ενδέχεται να περιπέσωμεν εις διαφόρους δοκιμασίας και οδυνηράς καταστάσεις αλλ’ η θαυμαστή αύτη έμπνευσις θα παραμένη πάντοτε μεθ’ ημών: άλλοτε ως πλημμύρα φωτοφόρων σκέψεων, άλλοτε δε πάλιν ως χαροποιόν πένθος εν τη προσευχή και πολλά παρόμοια προς αυτά, των οποίων όμως ουδέν όμοιον υπάρχει εν τω κόσμω παντί, εκτός εκείνων άτινα εξ Αυτού Μόνου εκπορεύονται.

απόσπασμα από :
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
1993

πηγή :  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΓΚΑΔΑ ΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΡΕΝΤΙΝΗΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...