/*--

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡΝΙΚΑ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

 
Την έννοιαν της τραγωδίας συνήντησα το πρώτον κατά τους νεανικούς μου χρόνους ουχί εν τη πείρα της ζωής, αλλ’ εν τη αναγνώσει βιβλίων. Η εντύπωσις μου περί αυτής ήτο η εξής: Ενώπιον του νου του ανθρώπου αποκαλύπτεται τι, όπερ ελκύει αυτόν ολοκληρωτικώς. Παλαιότερον το αντικείμενον της έλξεως ταύτης ωνομάζετο «ιδεώδες». Δια την επίτευξιν του κατά διαίσθησιν συλληφθέντος ιδεώδους ο άνθρωπος υποβάλλεται μετ’ αποφασιστικότητος εις πάντα κόπον, εις παν πάθημα, εκθέτων εις κίνδυνον και αυτήν εισέτι την ζωήν αυτού. Εν τούτοις, όταν κατορθούται το αντικείμενον της αναζητήσεως αυτού, τότε φανερούται η σκληρά πλάνη: Η πραγματικότης δεν ανταποκρίνεται εις εκείνο, όπερ εξέπληττε τον νουν, και φυσικώ τω λόγω η επακολουθούσα απογοήτευσις του τεθλιμμένου πνεύματος οδηγεί εις οικτρόν τέλος, συχνάκις δε και εις φοβερόν θάνατον.

Διάφορα ιδεώδη παρουσιάζονται εις τους ισχυρούς της γης. Πολλάκις ούτοι έχουν αξιώσεις δια την ύψιστην εξουσίαν. Τούτο συνέβη εις την περίπτωσιν του Βόριδος Γουδονώφ (Βόρις Γουδονώφ· αυλικός και σύμβουλος του Τσάρου Ιβάν του Τρομερού και πιθανόν ο δολοφόνος του νεωτέρου υιού του Ιβάν Δημητρίου. Διετέλεσε Τσάρος της Ρωσίας από του 1599 έως το 1605). Ούτος εις την πάλην προς πραγματοποίησιν [//88] της ενδομύχου επιθυμίας αυτού, όπως και πλήθος προκατόχων αυτού κατά τους παρελθόντας αιώνας, δεν απέφυγε τα αιματηρά εγκλήματα. Επιτυχών του σκοπού αυτού είδεν ότι δεν έλαβεν εκείνο, όπερ ανέμενε: «Κατέλαβον την υψίστην εξουσίαν …, αλλά δεν υπάρχει ευτυχία εν τη ψυχή μου».

Υπάρχουν και άλλαι αναζητήσεις επί του επιπέδου του πνεύματος, της τέχνης ή της επιστήμης, αίτινες είναι ευγενέστεραι. Εις τον μεγαλοφυή νουν αποκαλύπτονται νοεραί θεωρίαι, τας οποίας αδυνατεί ούτος να πραγματοποίηση, διότι υπερβαίνουν το μέτρον του επιτευκτού εν τω κόσμω τούτω. Πειθόμενος δια την ανεπάρκειαν αυτού όπως επιτύχη εν τη τελειότητι την αρχικήν αυτού θεωρίαν, την οποίαν έθεσεν ως μοναδικόν σκοπόν του είναι αυτού υφίσταται βαθύ ρήγμα εν τω πνεύματι αυτού και απόλλυται. Η μορφή αύτη του μοιραίου τέλους παρατηρείται συχνότερον μεταξύ των ποιητών. Ουχί άνευ τρόμου παρετήρουν και παρατηρώ εισέτι τα πεπρωμένα του κόσμου. Η ανθρωπίνη ζωή εις οιονδήποτε επίπεδον και αν θεωρήσωμεν αυτήν, εμφανίζεται τραγική. Και η αγάπη εισέτι είναι πλήρης οξειών αντιφάσεων και ουχί σπανίως μοιραίων κρίσεων. 

Ούτω παν γήϊνον φαινόμενον εξ αυτής ταύτης της γενέσεως αυτού φέρει την σφραγίδα της φθοράς.Ήμην εισέτι νέος (18 ετών), ότε έλαχεν εις εμέ να ζήσω ιστορικά γεγονότα, των οποίων η τραγικότης υπερέβαινε παν ό,τι συνήντησα εν τοις βιβλίοις: Έχω υπ’ όψιν μου τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον και την μετ’ αυτόν (εν Ρωσία) επακολουθήσασαν κοινωνικήν Επανάστασιν, μεθ’ όλων των φρικαλεοτήτων, αίτινες συνδέονται μετά τοιούτων εγχειρημάτων. Φρικτή εικών η κατάρρευσις της μεγάλης Αυτοκρατορίας! Η συμπλοκή είναι [//89] αγρία και ανίλεως, όταν «οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι» εν τη απογνώσει αυτών αποφασίζουν τον αγώνα δια τα δίκαια και την αξιοπρέπειαν αυτών. Έζησα εν μέσω των παθημάτων πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων: Ήρχισε παρατεταμένη «θανάσιμος σύρραξις».

Παραλλήλως προς αυτά εκρημνίζοντο εν εμοί τα νεανικά όνειρα και αι ελπίδες, πράγμα το οποίον κατά παράδοξον τρόπον συνεδυάζετο μετά νέας, βαθυτέρας κατανοήσεως του νοήματος του είναι εν γένει. Η νέκρωσις και ο όλεθρος ανεμιγνύοντο μετά της αναγεννήσεως. Μεγαλειώδες προβάλλει το είναι ως προς την ρίζαν αυτού και απείρως μεγαλοπρεπές ως προς τας επιδιώξεις αυτού. Εάν αγωνιζώμεθα δια την καθολικήν γνώσιν παντός υπαρκτού, εάν εις τα βάθη της συνειδήσεως ημών δεν απολέσωμεν την θεωρίαν του Απολύτου Είναι, τότε το πνεύμα ημών κλίνει προς αποδοχήν παντός συμβαίνοντος εν τω κτιστώ κοσμικώ είναι. Ο Κτίστης του κόσμου τούτου ζη αιωνίως. Κείται εις θεμέλιον του είναι ημών, η δε δύναμις Αυτού είναι ικανή να αναστήση ημάς μετά τον θάνατον. Η πείρα όμως του θανάτου είναι αναγκαία εις ημάς, ίνα γνωρίσωμεν ότι εκλήθημεν εκ του «μηδενός» δια του θελήματος του Ουρανίου Πατρός.

 Η αυτογνωσία είναι απαραίτητος ώστε παν βήμα ημών να τελήται εκ συμφώνου προς το αυθεντικόν, ασάλευτον Είναι. Ώ, τούτο δεν είναι εύκολον, ουδέ απλούν: Εκατοντάκις προσεγγίζει ημάς το πυρ της φρίκης, το παν εντός ημών πιέζεται εκ του ακραίου πόνου, Ούτος όμως ενίκησε και καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν Αυτόν. Ακολουθούντες δε Αυτόν, εις έκαστον στάδιον λαμβάνομεν πείραν και του αντιστοίχου προς αυτό μαρτυρίου. Το πνεύμα ημών ταράσσεται υπό του φόβου, και δια των λογισμών ημών ενδέχεται να εισέλθωμεν εις πάλην μετ’ Αυτού, επιρρίπτοντες εις Αυτόν [//90] την αιτίαν όλων των παθημάτων. Έχομεν ανάγκην σταθεράς πίστεως, ίνα μη εκπέσωμεν απ’ Αυτού. Αλλ’ εάν εις την νύκτα της αγνοίας ημών εισέδυσεν η λάμψις της αστραπής, έστω και άπαξ, εάν εν τω φωτί της θείας αυτής αστραπής εν τη ψυχή ελήφθη η απόφασις, ή να μείνωμεν μετ’ Αυτού εν τη Απολυτότητι Αυτού, ή κάλλιον να υποστώμεν απόλυτον θάνατον – μεσότης δεν υπάρχει – τότε, είναι δυνατόν να δοθή και εις ημάς η χαρά της αιωνίου νίκης.

Εάν ο Ουράνιος Πατήρ ελκύση ημάς προς τον Μονογενή και Συνάναρχον Υιόν Αυτού δεικνύων εις ημάς, έστω και κατά το μέτρον της στενής δεκτικότητος ημών, την απύθμενον σοφίαν του Λόγου Αυτού και το απρόσιτον ύψος της Αγάπης Αυτού, τότε βλέπομεν ότι εν τω Θεώ δεν υπάρχει τραγωδία. Η τελευταία αύτη είναι παρούσα μόνον εις τα πεπρωμένα των ανθρώπων, το ιδεώδες των οποίων δεν διεπέρασε τα γήϊνα όρια. Ο Χριστός ουδόλως είναι τραγικός τύπος. Αλλότριον ωσαύτως είναι το στοιχείον τούτο εις τα κοσμοσωτήρια Αυτού παθήματα. Η Αγάπη του Χριστού, καθ’ όλον τον χρόνον της μεθ’ ημών συναναστροφής Αυτού επί της γης, υπήρξε πολυπαθής: «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! Έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών;» (Ματθ. 17, 17). Περί του Λαζάρου και των αδελφών αυτού έκλαυσεν Ούτος (βλ. Ιωάν. 11,35). Εθλίβετο δια την σκληροκαρδίαν των Ιουδαίων, των φονευόντων τους προφήτας (βλ. Ματθ. 23,30) κ.ε.).

 Εν Γεθσημανή η ψυχή Αυτού ήτο «περίλυπος μέχρι θανάτου» και «ο ιδρώς Αυτού εγένετο ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντος επί την γην» (Ματθ. 26,38· Λουκ. 22,44). Έζη την τραγωδίαν πάσης της ανθρωπότητος, αλλ’ εν Αυτώ τω Ιδίω δεν έμενεν αύτη. Τούτο είναι σαφές εκ των λόγων τους οποίους είπεν Ούτος προς [//91] τους μαθητάς Αυτού ολίγον προ της εν Γεθσημανή κοσμοσωτηρίου προσευχής: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν. 14,27). Έτι δε: «Ουκ ειμί μόνος, ότι ο Πατήρ μετ’ Εμού εστι. Ταύτα λελάληκα υμίν, ίνα εν Εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16,32‐33). Και πάλιν, εβδομάδας τινάς προ του Γολγοθά: «Ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς Αυτού ότι δει Αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν … και αποκτανθήναι, και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16,21). Και εκ νέου: «Μη κλαίετε επ’ Εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. 23,28). Τραγωδία δεν υπάρχει εν Αυτώ, αλλ’ εν ημίν.

Ωσαύτως και ο χριστιανός, όστις έλαβε την δωρεάν της αγάπης του Χριστού, παρά την συνείδησιν του εισέτι μη επιτευχθέντος πληρώματος, αποφεύγει την τραγωδίαν του παγκαταλυτικού θανάτου. Συμπάσχων μετ’ οδύνης και προσευχόμενος μετά κλαυθμού υπέρ του κόσμου δεν αποβαίνει θύμα της αδιεξόδου απογνώσεως, του ανεπανορθώτου ολέθρου. Εναργέστερα καθίσταται η όρασις αύτη, όταν η προσευχή εισέλθη καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις το αιωνόβιον ρεύμα της Γεθσημανίου προσευχής του Χριστού: Όταν διαρραγούν τα στενά όρια του ατόμου, όταν διαπερασθή το τείχος του χρόνου, τότε δίδεται εις τον άνθρωπον η πείρα της καταστάσεως, «Εγώ ειμι». Αισθανόμενος ούτος εν εαυτώ την ζωοποιόν πνοήν του Πνεύματος του Αγίου, προσευχόμενος δι’ αυτής της προσευχής, προαισθάνεται την τελικήν νίκην του Φωτός.

 Η Αγάπη του Χριστού εισέτι και εν τη υψίστη εντάσει της ευσπλαχνίας – όπερ συνιστά την ουσίαν του «άδου της αγάπης» ‐ παραμένει απαθής ένεκα της υπαρχούσης εν αυτή αιωνιότητος. Η αγάπη αύτη ζη αυθεντικώς και αμειώτως [//92] την τραγωδίαν της ανθρωπότητος, διότι ίδιον αυτής είναι να συμμετέχη εις τα παθήματα πάσης της κτίσεως και πρωτίστως του ανθρώπου. Δεν γνωρίζω δια ποίου ακριβώς τρόπου να περιγράψω ουχί την αφηρημένην, αλλά την ζώσαν πνευματικήν πείραν, ήτις δύναται να φανή αντιφατική εις την τυπικήν λογικήν. Η χάρις είναι άκρως πλουσία εις τας εκφάνσεις αυτής. Ας λάβωμεν ως παράδειγμα μίαν εκ των πλέον ενδεικτικών περιπτώσεων.

Εν Χριστώ ελάβομεν αποκάλυψιν περί της αμεταθέτου αξίας του ανθρώπου. Αγαπώμεν τον άνθρωπον ως την ιδίαν ημών ζωήν. Κατά στιγμάς δίδεται να θεωρήσωμεν το ανεκτίμητον κάλλος της εικόνος αυτής του Υψίστου Θεού. Παρατηρούντες το πολύτιμον τούτο όν εν τη πτώσει αυτού, συντριβόμεθα φυσικώ τω τρόπω τη καρδία και αναζητούμεν οδούς σωτηρίας δια τους ηγαπημένους, καθ’ ό μέτρον ο Κύριος εξέχεεν εφ’ ημάς την χάριν να γνωρίσωμεν την οδόν Αυτού. Ο λόγος του εκκλησιαστικού κηρύγματος πίπτει κατά το πλείστον ή παρά την οδόν ή εις τας ακάνθας ή επί τα πετρώδη μέρη, και η ψυχή στρέφεται εν προσευχή προς Εκείνον, Όστις έπλασε τον άνθρωπον. 

Πειθόμεθα ότι και ο Θεός δεν θέλει να παραβιάση την ελευθερίαν του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου. Εκ της προσπαθείας όπως υπερνικήσωμεν δια προσευχής ευσπλαχνίας τας απολιθωθείσας καρδίας ηγαπημένων υφ’ ημών υπάρξεων, η ψυχή αισθάνεται βαθέως ως να ίσταται όντως ενώπιον του τείχους του θανάτου – κατάστασις ομοία προς την θλίψιν μητρός ήτις βαστάζει εν ταις χερσίν αυτής αποθνήσκον νήπιον, τον καρπόν της κοιλίας αυτής. Το αίσθημα του αδιεξόδου, του ανεπανορθώτου της απωλείας, καταβροχθίζει παν άλλο αίσθημα και η ψυχή του ευχομένου «αποθνήσκει» μετ’ εκείνων δια τους οποίους προσφέρεται η προσευχή. [//93] Ο Μονογενής Υιός του Πατρός προσέλαβε τον θάνατον ημών. 

Απέθανεν επί του σταυρού φέρων εν Εαυτώ τον όλεθρον ημών δια της «εις τέλος αγάπης» Αυτού. Αλλ’ ο Θεός ανέστησεν Αυτόν (βλ. Α’ Πέτρ. 1,21). Η ιδία επαγγελία εδόθη εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν, τον Χριστόν‐Θεόν (βλ. Ιωάν. 3,15· 3,36· 6,40· 6,47· 11,26). Η θέσις των ανθρώπων είναι πλέον περίπλοκος: Ημείς οι ίδιοι δεν είμεθα έως τέλους ελεύθεροι από της αμαρτίας, τουτέστι φέρομεν εν εαυτοίς τον ημέτερον θάνατον. Και ημείς, καίτοι δεν αποθνήσκομεν σωματικώς εν τη προσευχή υπέρ των αδελφών ημών και υπέρ του κόσμου εν γένει όμως εν πνεύματι ζώμεν όντως τον θάνατον αυτών: Βεβαίως θα έλθη και η ημέρα κατά την οποίαν θα αποθάνωμεν. Ο Χριστός δια του θανάτου Αυτού επάτησε τον θάνατον του Αδάμ και των απογόνων αυτού. Τούτο αποτελεί την εγγύησιν της ημετέρας αναστάσεως.

Η προσευχή υπέρ του κόσμου είναι η πλέον βαρεία και αδιέξοδος υπό την έννοιαν ότι το πνεύμα ημών ουδέποτε επιτυγχάνει τελείως του σκοπού αυτού. Ευχόμενος υπέρ εαυτού ο άνθρωπος δύναται να γευθή εν τω βάθει της καρδίας αυτού πλημμύραν τρυφεράς αγάπης και ειρήνης. Διατηρεί την κατάστασιν ταύτην επί τινα χρόνον. Κατά την υπέρ του κόσμου όμως προσευχήν, και την πλέον εισέτι φλογεράν και παρατεταμένην, η ψυχή ταχέως αντιλαμβάνεται ότι βαρύ νέφος αντιπαθείας, ως και πρότερον, κρέμαται επάνω της γης: Είναι καθ’ υπερβολήν πολλοί οι άνθρωποι, οίτινες «ηγάπησαν μάλλον το σκότος (του μίσους) ή το φως» της αγάπης του Θεού (πρβλ. Ιωάν. 3,19). 

[//94] Και παράδοξον και θλιβερόν: Ο κόσμος ως σύνολον δεν δέχεται το πνεύμα του Θεού, και η προσευχή επιστρέφει εις τον προσευχόμενον ουχί μόνον μετά του αισθήματος του ανικανοποιήτου, αλλά και μετά πληθυνθείσης εισέτι θλίψεως. Τούτο βεβαίως δεν είναι αληθινή αίσθησις. Όντως η αναζητουμένη αλλαγή της πνευματικής ατμοσφαίρας της οικουμένης δεν επήλθεν. Εάν όμως δεν υπήρχον ευχέται υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» (Λουκ. 22,53) θα ενετείνετο μετά μεγαλυτέρας έτι δυνάμεως.

Και όσοι εισέτι δεν εβίωσαν μετ’ εντάσεως την ως άνω περιγραφείσαν πείραν ευκόλως θα εννοήσουν εμέ, εάν εμπνευσθέντες υπό του Θεού προσηυχήθησαν υπέρ του κόσμου ή υπέρ μεμονωμένων αγαπητών εις αυτούς ανθρώπων. Συχνάκις η καρδία εν τοιαύτη προσευχή ταχέως εισέρχεται εις αυτήν ταύτην την ζωήν εκείνου ή εκείνων δια τους οποίους προσεύχεται, και γνωρίζει τί συνέχει αυτούς: χαρά και ανάπαυσις, αδημονία και θλίψις, το απαίσιον ενίοτε σκότος του άδου και το όμοιον προς αυτό κακόν. Ο προσευχόμενος αισθάνεται τας καταστάσεις αυτάς ως ιδίας. Και τούτο αποτελεί ιδιαιτέρου είδους παραπλάνησιν. Κατ’ ουσίαν η ψυχή δια της προσευχής βλέπει – ζη – ενούται μετ’ εκείνων υπέρ των οποίων προσεύχεται. Εάν μετά το βαρύ τούτο αίσθημα, του οποίου έλαβεν ούτος πείραν, επακολουθή χαρά ή ανάπαυσις, τούτο είναι ενδεικτικόν σημείον ότι η προσευχή αυτού εισηκούσθη. Ο ασθενής θα αναρρώση, ο απεγνωσμένος θα λάβη φως ελπίδος, η επαπειλουμένη συμφορά θα παρέλθη, και τα όμοια.

Ακριβώς η τοιαύτη μετά των ανθρώπων κοινωνία εν τω είναι, εισέτι δε και μετά του κόσμου τούτου εν γένει, χαρακτηρίζει την γνησίαν προσευχήν. Η υπερφαλάγγησις [//95] των συμβαινόντων εν τω κόσμω δύναται να αυξηθή εις βαθμόν υπερβαίνοντα πάντα ορισμόν. Η ζωή του προσευχομένου πνεύματος δύναται, αλλά και οφείλει, να λάβη κοσμικάς διαστάσεις, τας οποίας απαιτούν αι ευαγγελικαί εντολαί του Χριστού. Εν Αυτώ ο άνθρωπος γίνεται αληθώς παγκόσμιος: ουχί υπό την έννοιαν του φιλοσοφικού συγκρητισμού, αλλά κατά τον βαθμόν και την κλιμάκωσιν της κατοχής του πραγματικού όντος· κατά την εν πνεύματι προσέγγισιν εις τα έσχατα όρια της δυνατής ζώσης πείρας.

Μίαν εκ των περιπτώσεων ταχείας απαντήσεως εις την προσευχήν αναφέρω εν τω βιβλίω «Ο Άγιος Σιλουανός». Ο ίδιος ο μακάριος Γέρων Σιλουανός είπεν εις εμέ ότι μετά την ανάγνωσιν επιστολής μητροπολίτου εστράφη προς τον Κύριον και εκ του πρώτου λόγου προσευχής ησθάνθη εν τη καρδία ειρήνην και χαράν. Ο Γέρων πάραυτα απήντησε δι’ επιστολής ότι «η θυγάτηρ της μητρός αυτής ζη και είναι ευτυχής». Αι μετέπειτα έρευναι εβεβαίωσαν το αληθές του αισθήματος του Γέροντος. Η ιδία η θυγάτηρ είπεν εις αλλοδαπήν γυναίκα, ήτις επεσκέφθη αυτήν: «Είπατε εις την μητέρα μου ότι όλα βαίνουν καλώς και είμαι ευτυχής μετά του ανδρός μου. Πολύ όμως παρακαλώ αυτήν, όπως μή επαναλάβη παρόμοιον εγχείρημα, ίνα μη βλάψη εμέ και τον άνδρα μου». Τούτο συνέβη κατά την εποχήν του Στάλιν, ότε πάσα επαφή μετά ανθρώπων εκ του εξωτερικού έθετε τον Ρώσον πολίτην υπό υποψίαν και εις κίνδυνον εξορίας αυτού εις την Σιβηρίαν.

Η πείρα της τραγικότητος των πεπρωμένων της γης είναι απαραίτητος εις ημάς. Δεικνύει τα όρια των κτιστών ημών χαρισμάτων εν τω αποχωρισμώ ημών εκ της μετά του Θεου συνεργασίας. Είναι φυσικόν μετά τα παθήματα [//96] και την αποτυχίαν όλων των προσπαθειών, να ανοιγώμεθα προς νέους ορίζοντας άλλου ήδη κόσμου, απείρως υψηλοτέρου. Τότε αντί του «μοιραίου τέλους» εν τη πλειονότητι των περιπτώσεων ταλαντούχων και μεγαλοφυών ανθρώπων ανατέλλει ευλογημένη αρχή ήτις δύναται να φανή εις τον άνθρωπον ως Φως Αναστάσεως, ως είσοδος εις τον άφθαρτον κόσμον, όπου δεν υπάρχει τόπος δια την τραγωδίαν, διότι εκεί βασιλεύει η άναρχος αιωνιότης.

Η προσωπική ημών πείρα οδηγεί εις την διαπίστωσιν ότι η ανθρωπότης εν τη πλειονότητι αυτής μέχρις και της σήμερον ημέρας, δεν έφθασεν εις το ύψος των εντολών του Ευαγγελίου. Απορρίπτοντες τον Χριστόν ως τον αιώνιον Άνθρωπον και προπαντός ως τον Αληθινόν Θεόν, υπό οιανδήποτε μορφήν, υπό οιανδήποτε πρόθεσιν, οι άνθρωποι στερούνται του Φωτός της ανάρχου Βασιλείας και της δόξης της υιοθεσίας. «Πάτερ, ούς δέδωκας Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσε μετ’ Εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν ήν έδωκας Μοι, ότι ηγάπησας Με προ καταβολής κόσμου» (Ιωάν. 17,24). 

Όσοι ησθάνθησαν την αδίαν φλόγα της αγάπης του Αγίου Πνεύματος, διαμένουν νοερώς εν τη Βασιλεία του Αγίου Πνεύματος καταπονούμενοι εκ της δίψης, όπως καταστούν άξια τέκνα Αυτού. Δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, του εκ του Πατρός εκπορευομένου, υπερνικάται η αμαρτία της απορρίψεως της φανερωθείσης υπό του Υιού Πατρικής αγάπης (βλ. Ιωάν. 8,24). Όταν αισθανθώμεν τον Χριστόν ως Θεόν‐Σωτήρα, υπερβαίνομεν τα όρια του χρόνου και του χώρου· εισερχόμεθα εις εκείνην την μορφήν του είναι, εν τη οποία δεν υπάρχει η έννοια της τραγωδίας.

απόσπασμα από :
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
1993

πηγή :  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΓΚΑΔΑ ΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΡΕΝΤΙΝΗΣ



+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...