/*--

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΕΝ ΠΑΝΤΙ ΚΑΙΡΩ ΚΑΙ ΠΑΣΗ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙ

   
Εκείνος, όστις όντως πιστεύει ότι αι ευαγγελικαί εντολαί εδόθησαν υπό του Μόνου αληθινού Θεού, αντλεί εκ της πίστεως αυτής δύναμιν προς ζωήν κατ’ εικόνα Χριστού. Ο πιστός δεν επιτρέπει εις εαυτόν κριτικήν προσέγγισιν του λόγου του Κυρίου, αλλά θέτει εαυτόν υπό την κρίσιν αυτού. Δια της οδού ταύτης αναγνωρίζει εαυτόν ως αμαρτωλόν και συντρίβεται δια την οικτράν κατάστασιν αυτού. Η απουσία συντριβής δια τας αμαρτίας είναι ένδειξις ότι δεν απεκαλύφθη εισέτι εις αυτόν η θέα του σχεδίου εκείνου, συμφώνως προς το οποίον συνελήφθη ο άνθρωπος προ καταβολής κόσμου. Ο αληθώς μετανοών δεν αναζητεί ουράνιον θεωρίαν: Προσηλούται καθ’ ολοκληρίαν εις την πάλην κατά της αμαρτίας, κατά των παθών. Μόνον μετά την κάθαρσιν εξ αυτών (έστω και μη τελείαν έτι), παρουσιάζονται εις αυτόν κατά τρόπον φυσικόν και αβίαστον κατηυγασμένοι υπό του Φωτός πνευματικοί ορίζοντες, ανυποψίαστοι έως τότε, και ο νους και η καρδία αρπάζονται υπό της αγάπης του Θεού. Τότε αναπλάττεται η φύσις ημών, η τεθραυσμένη υπό της πτώσεως, και διανοίγονται αι θύραι προς τον χώρον της αθανασίας.

Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας. Όσον κυριεύει ημών η ζοφώδης υπερηφανία, η [//162] αλλοτρία του Θεού του Φωτός «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία» (πρβλ. Α’ Ιωάν. 1,5), δεν είμεθα δεκτοί εις την αιωνιότητα Αυτού. Αλλά το πάθος τούτο είναι εξαιρετικώς λεπτόν και ημείς δεν είμεθα εις θέσιν να διακρίνωμεν πλήρως την παρουσίαν αυτού εντός ημών. Ως εκ τούτου η προσευχή ημών είναι θερμή: «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με. Και από αλλοτρίων φείσαι του δούλου Σου· εάν μη μου κατακυριεύσωσι, τότε άμωμος έσομαι και καθαρισθήσομαι από αμαρτίας μεγάλης. Και έσονται εις ευδοκίαν τα λόγια του στόματος μου και η μελέτη της καρδίας μου ενώπιον Σου διαπαντός, Κύριε, βοηθέ μου και λυτρωτά μου» (Ψαλμ. 18,13‐15). Ουδείς εξ ημών των υιών του Αδάμ, βλέπει ευκρινώς τας αμαρτίας αυτού. Μόνον κατά τας ώρας των ελλάμψεων του Θείου Φωτός ελευθερούμεθα εκ των φοβερών αυτών δεσμών. Και εάν τούτο δεν υπάρχη, είναι καλόν μετά κλαυθμού να κράζωμεν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Η μετά ζήλου συμμόρφωσις προς τας εντολάς του Χριστού οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πάντων των δυνατών εν τη πνευματική σφαίρα του κόσμου φαινομένων. Ο άνθρωπος μόνος δεν είναι εις θέσιν να αντισταθή εις αυτά, ούτε να διακρίνη ακριβώς τι συντελεί εις απώλειαν και τι εις σωτηρίαν. Εν απογνώσει ούτος θα επικαλήται το Όνομα του Ζώντος Θεού. Και μακάριος θα είναι, εάν επισκεφθή αυτόν ακτίς Φωτός εκ της απροσίτου περιοχής της Θεότητος, ήτις θα φανερώση την αληθή φύσιν παντός φαινομένου. Εάν όμως το Φως δεν ήλθεν εισέτι, τότε και πάλιν δεν πρέπει ούτος να φοβήται, αλλά μετά δυνάμεως να προσεύχηται: [//163] «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον με». Και θα κατέλθη η σωτήριος δύναμις απαραιτήτως. Εν τη αρχή του αγώνος δεν κατανοούμεν τας οδούς τας οποίας υπέδειξεν εις ημάς ο Θεός. Αποπειρώμεθα να αποφύγωμεν την έμπονον αντιμετώπισιν της «πυρώσεως προς πειρασμόν» (Α’ Πέτρ. 4,12). Είναι δυνατόν να παραμένωμεν εν μαρτυρική καταστάσει, μη κατανοούντες δια τι ο Θεός, η παντέλειος Αγάπη, ηυδόκησε να ποιήση κατά στιγμάς την προς Αυτόν οδόν τοσούτον φοβεράν. Δεόμεθα Αυτού, όπως αποκαλύψη εις ημάς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας.

Βαθμηδόν φωτίζεται ο νους ημών, ενδυναμούται η καρδία, όπως ακολουθήση τον Χριστόν, και δια των μικρών ημών παθημάτων γινόμεθα κοινωνοί των παθημάτων Αυτού. Είναι απαραίτητον να βιώσωμεν και τον πόνον και την φρίκην ίνα αποκαλυφθούν εις ημάς τα βάθη του είναι, ούτω δε να γίνωμεν άξιοι της εντεταλμένης αγάπης: Χωρίς των παθημάτων ο άνθρωπος παραμένει πνευματικώς ράθυμος, μάλλον υπνών, αλλότριος της του Χριστού αγάπης. Γνωρίζωντες τούτο εάν η καρδία ημών ομοιάζη προς εσβεσμένον ηφαίστειον, ας θερμαίνωμεν αυτήν δια της επικλήσεως του Ονόματος του Χριστού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με». Και τότε το πυρ της Θείας αγάπης όντως άπτεται της καρδίας. Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, «Ιησού Χριστέ», αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής.

Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου [//164] ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της Θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται εκ του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών. Ιδόντες την τελευτήν των εν προσευχή αποθανόντων πατέρων ημών, έχομεν ισχυράν την ελπίδα ότι η ουράνιος ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα, θα περιβάλη και ημάς εις τους αιώνας. «Ιησού, σώσον με … Ιησού Χριστέ, ελέησον, σώσον … Ιησού σώσον με … Ιησού ο Θεός μου». Η πανήγυρις της γνώσεως του Θεού της αγάπης – ιλαρά και αγία – εγείρει εν τη ψυχή βαθείαν ευσπλαχνίαν προς άπασαν την ανθρωπότητα. Ούτος ο παν‐άνθρωπος είναι η φύσις μου, το σώμα μου, η ζωή και η αγάπη μου. Δεν δύναμαι να απεκδυθώ την «φύσιν» μου, να αποσπασθώ από του «σώματος» μου, του συνεχώς κατερραγμένου υπό της έχθρας «κυττάρων» τινών εναντίον άλλων, μετά των οποίων κατ’ ουσίαν αποτελούν ένα οργανισμόν.

Το μέγα τούτο σώμα του «πανανθρώπου» ευρίσκεται αδιαλείπτως εν καταστάσει οδυνηράς διασπάσεως των μελών αυτού, άτινα δεν δυνάμεθα να ελέγξωμεν. Το κακόν φαίνεται αθεράπευτον. Και τούτο συνιστά τον κλήρον ημών επί του επιπέδου της γης. Η ψυχή θρηνεί μέχρις εξαντλήσεως εν τη προσευχή, αλλ’ η σωτηρία θα έλθη μόνον, εάν οι ίδιοι οι άνθρωποι εν τη ελευθερία αυτών επιθυμήσουν αυτήν. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Ιδού εις τι συνίσταται η θεραπεία της ιστορικής ζωής και η σωτηρία δια την αιωνιότητα. Όστις εγνώρισε την δύναμιν της αγάπης προς τους εχθρούς, εγνώρισε τον Κύριον Ιησούν, τον σταυρωθέντα υπέρ των εχθρών. Ούτος προεγεύθη και της αναστάσεως Αυτού και της Βασιλείας του Νικητού [//165] Χριστού (βλ. Ιωάν. 17,21‐23· 11,51‐52· Εφ. 2,14‐17· Α’ Κορ. 3,22· κ.α.) «Κύριε Παντοκράτορ, Χριστέ Ιησού, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Εν τω κόσμω του ανθρωπίνου πνευματικού είναι μόνον ο Χριστιανισμός παρέχει την πείραν και του ακτίστου Φωτός της Θεότητος και του εξωτέρου σκότους του άδου. Τοιούτον πλήρωμα γνώσεως δίδεται αποκλειστικώς δια του Χριστού Θεού και του Πνεύματος του Αγίου. Εν τη ιστορία του ασκητικού αγώνος των Πατέρων ημών βλέπομεν ότι εδίδετο εις αυτούς υπαρξιακώς να θεωρούν το καταχθόνιον σκότος. Τούτο δε εις τοιούτον βαθμόν, ώστε οι άνθρωποι ούτοι της εξαιρέτου ανδρείας επί δεκαετίας εθρήνουν εν ταις προσευχαίς αυτών. Αλλά τις δύναται να διηγηθή περί τούτων; Δια τους εστερημένους ζώσης πείρας το μυστήριον τούτο θα παραμένη εσφραγισμένον μέχρι του καιρού της παγκοίνου τελικής κρίσεως (βλ. Ματθ. 25,31 κ.ε.). «Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσον ημάς». Είναι μέγα δώρον η θεωρία της αιωνιότητος εν τω απροσίτω Φωτί της Θεότητος.

Όσοι εγεύθησαν της μακαριότητος ταύτης δεν επιθυμούν την απόκτησιν των προσκαίρων αγαθών. Η χάρις της δυνάμεως ταύτης δεν παραμένει αχωρίστως μετά του ανθρώπου, και το Φως μειούται εν τη ψυχή. Εκ της στερήσεως ενός τοιούτου Θεού πάσχει η όλη ύπαρξις ημών. Παρόμοιαι εγκαταλείψεις είναι απαραίτητοι εις πάντας και εις έκαστον, όπως ουδείς επαναπαύηται επί των «δαφνών» των επιτευγμάτων αυτού, αλλά συνεχώς να ακολουθή οπίσω του Κυρίου του αναβαίνοντος εις τον Γολγοθάν, το υψηλότερον πάντων των [//166] ορέων επί του επιπέδου του Πνεύματος. Όσον ανεπαρκές και εάν είναι έν τοιούτον εγχείρημα, εν τούτοις αναγεννά τον άνθρωπον, μεταδίδον εις αυτόν νέαν δύναμιν, όπως πραγματοποιήση την ομοίωσιν αυτού προς τον Χριστόν. «Ιησού, ο Σωτήρ ημών, σώσον με τον αμαρτωλόν».

Όταν προσευχώμεθα εν ησύχω και ερήμω τόπω, τότε συχνάκις όλοι οι μάταιοι λογισμοί συγκεντρούνται επιμόνως πέριξ του νοός, αποσπώντες την προσοχήν ημών από της καρδίας. Η προσευχή φαίνεται άκαρπος, διότι ο νους δεν μετέχει εις την επίκλησιν του Ονόματος του Ιησού, και μόνον τα χείλη προφέρουν μηχανικώς τους λόγους. Όταν δε λαμβάνη πέρας η προσευχή, τότε συνήθως οι λογισμοί απομακρύνονται και ημείς επανευρίσκομεν την γαλήνην ημών. Εν τω ανιαρώ τούτω φαινομένω υπάρχει εν τούτοις νόημα: Δια της επικλήσεως του Θείου Ονόματος θέτομεν εις κίνησιν παν το κεκρυμμένον εντός ημών. Η προσευχή ομοιάζει προς δέσμην ακτίνων φωτός, ήτις πίπτει εις τον σκοτεινόν τόπον της εσωτερικής ημών ζωής και αποκαλύπτει, οποία πάθη και προσκολλήσεις εμφωλεύουν εντός ημών. Εις τοιαύτας περιπτώσεις οφείλομεν εντόνως να προφέρωμεν το Άγιον Όνομα, όπως το αίσθημα της μετανοίας αυξηθή εν τη ψυχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Το πνεύμα ημών, άφθαρτον κατά την Βουλήν του Θεού περί ημών, καταπονείται εν τη στενή φυλακή των αμαρτωλών παθών. Όσον βαθύτερος είναι ο πόνος ημών εκ της συνειδήσεως της αποστάσεως ημών από του Θεού ένεκα της αμαρτίας, τοσούτον εντονωτέρα είναι η ορμή της ψυχής ημών προς τον Θεόν, και μετά μεγάλου πόθου, [//167] πολλών δακρύων, προσεύχηται αύτη αναζητούσα την ένωσιν μετ’ Αυτού. Και Ούτος δεν εξουδενοί συντετριμμένην καρδίαν, αλλ’ έρχεται προς ημάς· η δε βαθεία καρδία του ανθρώπου συνειδητοποιεί την συγγένειαν αυτής μετ’ Αυτού, Όστις «ευαισθήτως» είναι παρών και ενεργεί εν ημίν. Εκ τούτου καθίσταται φανερόν ότι και το σώμα ημών, δια του ιδιάζοντος εις αυτό τρόπου, δέχεται την πνοήν του Ζώντος Θεού. «Ιησού, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς». Η κληρονομία την οποίαν έδωκαν εις ημάς οι Πατέρες περικλείει ωσαύτως και υποδείξεις δια τας οδούς προς την Θεογνωσίαν, τουτέστι δια την πάλην εκείνην, την οποίαν ετέλεσαν εν τω εσωτερικώ αυτών κόσμω προς τον εν εκάστω εξ ημών ζώντα «νόμον της αμαρτίας» (Ρωμ. 7,23) ‐ το τραγικόν τούτο επακόλουθον της πρώτης μεγάλης πτώσεως του ανθρώπου.

 Εκείνος, όστις εισέρχεται εις το στάδιον της πολυπλέρου πάλης προς απόκτησιν της αγίας αιωνιότητος, αντιμετωπίζει την αναγκαιότητα να αντισταθή εις την διαφθείρουσαν επίδρασιν του περιβάλλοντος ημάς κόσμου, όστις αποστρέφεται την προσευχήν. Και πάλιν, η καλυτέρα άμυνα προς τούτο θα είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Το Όνομα του Ιησού Χριστού είναι δια τον πιστόν όμοιον προς υψηλόν τείχος φρουρίου. Δεν είναι εύκολον εις τον εχθρόν να διεισδύση δολίως εντός αυτού δια των βαρειών και σιδηρών πυλών, εάν η προσοχή ημών δεν διαχέηται εις εξωτερικούς περισπασμούς. Η προσευχή [//168] δια του Ονόματος Αυτού δίδει εις την ψυχήν δύναμιν, ουχί μόνον όπως αντισταθή εις τας επιβλαβείς έξωθεν επιδράσεις, αλλά και – πλείον τούτων – δυνηθή να επιδράση εις το περιβάλλον εν τω οποίω ζη: να εξέλθη τρόπον τινα εκ του εσωτερικού βάθους της καρδίας και εν αγάπη και ειρήνη να κοινωνήση μετά των αδελφών.

Η ειρήνη και η αγάπη, τας οποίας ενετείλατο ο Θεός, αυξανόμεναι γίνονται πηγή φλογεράς προσευχής υπέρ όλου του κόσμου. Το πνεύμα του Χριστού εξάγει ημάς εις τας εκτάσεις της αγάπης, ήτις εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Εν τοιαύτη καταστάσει η ψυχή προσεύχηται μετά μεγάλης εντάσεως: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Σωτήρ ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Ο Θεός ουδέποτε παραβιάζει την θέλησιν του ανθρώπου, αλλά και Αυτόν ουδείς δύναται να εξαναγκάση εις ό,τιδήποτε. Εν τη προσευχή ημών αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν εν τη ενότητι και ολότητι του είναι ημών, πρωτίστως εν τη ενώσει του νοός μετά της καρδίας. Δια την επίτευξιν της μακαρίας ταύτης ενώσεως των δύο κυριωτέρων δυνάμεων της προσωπικότητος ημών εις ουδέν τεχνητόν μέσον (ψυχοτεχνική) καταφεύγομεν. Κατ’ αρχάς ασκούμεν τον νουν να ίσταται μετά προσοχής εν προσευχή, ως οι Πατέρες διδάσκουν ημάς, τουτέστι προφέρομεν απερισπάστως το Όνομα του Ιησού Χριστού και τους λοιπούς λόγους της προσευχής. Η μετά προσηλώσεως επίκλησις του Ονόματος του Θεού, συνοδευομένη μετά του καθ’ ημέραν αγώνος, όπως ζήσωμεν κατά τας εντολάς του Ευαγγελίου, έχει ως αποτέλεσμα την ένωσιν του νου μετά της καρδίας εις μίαν φυσικήν και ενιαίαν πράξιν.

[//169] Ουδέποτε πρέπει να σπεύδωμεν εν τω ασκητικώ ημών αγώνι. Είναι απαραίτητον όπως απορρίψωμεν τον λογισμόν, όστις προτρέπει ημάς να επιτύχωμεν το μέγιστον αποτέλεσμα εν ελαχίστω χρονικώ διαστήματι. Η πείρα των αιώνων κατέδειξεν ότι η δια της οδού της ψυχοτεχνικής μεθόδου επιτυγχανομένη ένωσις (του νου και της καρδίας) δεν διαρκεί επί μακρόν· και το πλέον σημαντικόν, δεν οδηγεί εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού. Το ερώτημα της αιωνίου σωτηρίας τίθεται ενώπιον ημών υπό την πλέον βαθείαν έννοιαν. Προς τούτο οφείλει να αναγεννηθή όλη η φύσις ημών: Η σαρκική να μεταποιηθή εις πνευματικήν. Όταν δε ο Κύριος ευρίσκη ημάς ικανούς να δεχθώμεν την χάριν Αυτού, τότε δεν βραδύνει να έλθη εις απάντησιν της ταπεινής ημών επικλήσεως. Η έλευσις Αυτού ενίοτε τοσούτον απορροφά ημάς, ώστε και η καρδία και ο νους είναι καθ’ ολοκληρίαν απησχολημένοι μόνον μετ’ Αυτού.

Ο ορατός ούτος κόσμος παραχωρεί την θέσιν αυτού εις την πραγματικότητα άλλης, υψηλοτέρας τάξεως. Ο νους παύει να διασκορπίζηται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αύτη πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα και ο όλος άνθρωπος (πνεύμα‐νους, καρδία‐αίσθησις και το σώμα εισέτι) ζη μόνον δια του Θεού. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Ετόλμησα να ομιλήσω περί εκείνου, όπερ ο μοναχός φυλάττει συνήθως εντός αυτού ως πολύτιμον μυστικόν, εκ του φόβου μήπως «ο Ιησούς εκνεύση όχλου όντος» [//170] (πρβλ. Ιωάν. 5,13). Τούτο εδόθη εις εμέ, ότε έζων εισέτι εν τη Μονή, μετά μεγαλυτέρας δε δυνάμεως αργότερον, ότι ανεχώρησα εις την έρημον. Εκεί, εν τη απομονώσει, ησθάνθην την παρουσίαν του Ζώντος Θεού μέχρι λήθης του κόσμου. Είναι αδύνατον να περιγράψω καταλλήλως την εμπειρίαν των Θείων επισκέψεων. Αύται δεν επαναλαμβάνονται πάντοτε υπό την ιδίαν μορφήν, αλλά σχεδόν εις εκάστην περίπτωσιν υπεισέρχεται νέον τι και κατά διάφορον ακολουθίαν.

Ενθυμούμαι ότι η επίκλησις του Ονόματος του Ιησού Χριστού συνωδεύετο μετά της αοράτου ελεύσεως Αυτού του Ιδίου· από της στιγμής δε εκείνης το Θαυμαστόν τούτο Όνομα, αλλά και άλλα Ονόματα του Θεού, έτι πλείον ή πρότερον απέβησαν δι’ εμέ αγωγοί ενώσεως μετ’ Αυτού. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήμην ήδη ιερεύς. Η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας έλαβεν ωσαύτως άλλον χαρακτήρα: Ήτο ουχί μόνον πράξις ευλαβείας, καθαράς εξ αμφιβολιών πίστεως, αλλά δι’ όλου του είναι μου αίσθησις του Γεγονότος της παρουσίας του Θεού, Όστις τελεί το μυστήριον. Τότε ησθάνθην βαθέως το νόημα και την πραγματικότητα, άτινα περικλείονται εις τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου: «Συ εί ο χαρισάμενος ημίν ουρανίων μυστηρίων αποκάλυψιν» (ευχή της Προσκομιδής). Όντως ο Κύριος και εις ημάς τους εσχάτους πάντων των ανθρώπων, αποκαλύπτει το μυστήριον της ιερουργίας.

Μετά ταύτα ήρχετο η νοερά κατανόησις της αποτελεσματικότητος της λειτουργικής πράξεως, αλλά δεν γνωρίζω, εάν θα ανεύρω λόγους προς έκφρασιν της εμπειρίας μου. Η λειτουργία ως Θεία Πράξις αφομοιούται δι’ όλης της υπάρξεως ημών: Δεν τίθεται το ερώτημα πώς τούτο είναι δυνατόν. Δια τον ιερέα τούτο είναι εμφανώς οντολογικόν γεγονός. «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα [//171] Μου … Πίετε … τούτο εστι το Αίμα Μου». Και πρότερον μετείχον των μυστηρίων ουχί άνευ πίστεως, ουχί άνευ αγάπης, αλλά μετ’ ολιγώτερον εναργούς συνειδήσεως του τελουμένου. Δια της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού Χριστού εδόθη εις εμέ η πείρα της μακαρίας, αλλά και εν ταυτώ φοβεράς παρουσίας του Αιωνίου Θεού. Βεβαίως τούτο δεν σημαίνει ότι η τοιαύτη τάξις είναι υποχρεωτική δια πάντας. Εκ των πρώτων λόγων της Λειτουργίας –«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»– έρχεται η ελεήμων απάντησις του Θεού. Ουχί πάντοτε μετά της αυτής εντάσεως. Ο λειτουργικός κανών (Αναφορά) απαιτεί προσοχήν ιδιαιτέρως υπεύθυνον. Η υψίστη δε στιγμή είναι η της Επικλήσεως. Ο ιερεύς, και μετ’ αυτού πάντες οι εν τω ναώ ευρισκόμενοι, στρέφονται προς τον Θεόν Πατέρα μετά της δεήσεως, όπως εξαποστείλη το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό έρχεται και τελεί εκείνο, περί του οποίου εγένετο ικεσία.

Δια της Λειτουργικής Πράξεως έμαθον να μελετώ την ζωήν του Χριστού‐Ανθρώπου. Πριν ή είπη εις τους Αποστόλους: «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα Μου», μυστικώς εδεήθη του Πατρός. Δεν εξέφρασε τους φοβερούς τούτους λόγους ως Παντοκράτωρ, αλλ’ ως Υιός ανθρώπου, εκδιδάσκων ημάς, όπως μη επιτρέπωμεν οιανδήποτε εσωτερικήν κίνησιν φέρουσαν χαρακτήρα «αυτοθεώσεως». Την κατανόησιν ταύτην έθεσα ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής μου: Ως κτίσμα, ικετεύω τον Πατέρα· αναμένω την σωτηρίαν μόνον ως δωρεάν της Άνωθεν αγάπης· την υιοθεσίαν αναζητώ ουχί άλλως, ει μη δια του Χριστού· τον αγιασμόν και τον φωτισμόν μόνον δια του Αγίου Πνεύματος. Οι Τρεις Ούτοι –Πατήρ, Υιός και [//172] Πνεύμα Άγιον– εν τη βαθεία συνειδήσει μου αποτελούν Μίαν Ζωήν, Μίαν Βασιλείαν, Έν Φως, Μίαν Αγάπην. Έκαστος εξ αυτών φέρει το απόλυτον πλήρωμα της Θεότητος. Διαιρούνται εν εμοί αδιαιρέτως. Ενούνται εν εμοί ασυγχύτως. Τούτο συνιστά το αιώνιον γεγονός του Θείου Είναι, του Οποίου την σφραγίδα διψώ να λάβω παρά την συνείδησιν της πλήρους αναξιότητός μου. Δεν επιχειρώ να ερμηνεύσω την Τριαδικήν Ενότητα δια λογικής αφαιρέσεως. Ζω ευλαβώς το μέγα τούτο Μυστήριον, δια της αποκαλύψεως του οποίου εδόθη απάντησις εις πάντα τα ερωτήματά μου.

Η γέννησις, και κατόπιν η αύξησις ημών επί της γης, ουδέν άλλο είναι, ει μη η δημιουργική διαδικασία, εν τη ροή της οποίας αφομοιούμεν το είναι εις το προσιτόν εις ημάς μέτρον, ελπίζοντες ότι η μη τελειωθείσα ενταύθα γνώσις θα πληρωθή μέχρι τελειότητος πέραν των ορίων της μορφής ταύτης της υπάρξεως ημών. Όταν εν τη πνευματική ημών οράσει ενωθούν πάσαι αι βιωθείσαι υφ’ ημών εμπειρίαι ως εις έν κέντρον του προσώπου ημών, όταν και ο ζοφερός άδης και το Άκτιστον Φως ενωθούν εν τω πνεύματι ημών ως πραγματικότητες τας οποίας γνωρίζομεν, τότε αρχίζομεν να κατανοώμεν την σημασίαν του Ονόματος Ιησούς, τουτέστι Σωτήρ. Ούτος το άναρχον Φως, «εκένωσεν Εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. 2,7) μέχρι καταβάσεως εις τον άδην, ίνα αρπάση εκείθεν τον Αδάμ. Και ημείς νυν επικαλούμεθα Αυτόν εν προσευχή: «Ιησού, Υιέ του Θεού του Ζώντος, σώσον ημάς, ελέησον ημάς και τον κόσμον σου». Το Όνομα του Θεού το αποκαλυφθέν εις τους ανθρώπους [//173] υπηρετεί την σχέσιν μεταξύ Θεού και ημών. Δια του Ονόματος του Θεού κάλλιον ειπείν δια των ονομάτων Αυτού, τελούνται εν τη Εκκλησία όλα τα μυστήρια. Εν τω Ονόματι του Θεού οφείλομεν να πράττωμεν παν έργον.

Δια της επικλήσεως των ονομάτων του Υψίστου γίνεται ενεργός και απαύστως αισθητή η παρουσία Αυτού. Όταν το έργον ημών τελήται κατά το θέλημα του Κυρίου η καρδία ημών διάγει εν ειρήνη. Όταν όμως εκκλίνωμεν από της αληθείας, αισθάνεται αύτη «δυσφορίαν» τινα. Ούτω δια της προσευχής τελείται απαύστως εσωτερικός έλεγχος εις πάσαν κίνησιν του πνεύματος ημών· ουδεμία σκέψις, ουδείς λόγος παρέρχεται απαρατήρητος. Το επακόλουθον τούτο της αδιαλείπτου προσευχής επιτρέπει να μειώσωμεν τας αμαρτίας ημών εις το κατά το δυνατόν ελάχιστον. «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησον ημάς». «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Ούτω προσευχόμεθα το πρωΐ. Αλλά και μόνον η λεπτή παρουσία του Πνεύματος του Θεού εν ημίν δίδει την δυνατότητα εις το πνεύμα ημών να διαμένη εν αληθεί εσωτερική νήψει. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α’ Κορ. 12,3).

Εκ νέου πειθόμεθα ότι δια της νοεράς επικλήσεως του Ονόματος του Κυρίου σωζόμεθα εκ της αμαρτίας εν τοις έργοις και τοις λόγοις ημών: «Κύριε Ιησού, Συ εί το Φως το ελθόν προς σωτηρίαν του κόσμου· φώτισον τους νοερούς οφθαλμούς της καρδίας μου, ίνα αξιωθώ απροσκόπτως, ως εν Φωτί ημέρας, τελειώσαι την οδόν μου ενώπιον του Προσώπου Σου» (βλ. Ιωάν. 11,9‐10). [//174] Εάν θέλωμεν η προσευχή ημών να οδηγήση εις εκείνα τα αποτελέσματα, περί των οποίων μετά τοιούτου θαυμασμού ομιλούν οι Πατέρες και διδάσκαλοι ημών, είναι απαραίτητον όπως ακολουθήσωμεν την διδαχήν αυτών. Πρώτος όρος αυτής είναι η πίστις εις τον Χριστόν ως Θεόν‐Σωτήρα· δεύτερος είναι η επίγνωσις ημών ως αμαρτωλών εν απωλεία. Η συνείδησις αύτη δύναται να φθάση εις τοιούτον βάθος, ώστε ο άνθρωπος να αισθάνηται εαυτόν χείριστον πάντων· τούτο δε παρουσιάζεται οφθαλμοφανές εις αυτόν ουχί ένεκα των εξωτερικών αυτού πράξεων, αλλά δι’ ενοράσεως της αποστάσεως αυτού από του Θεού, και εαυτού ως φορέως δυνάμει παντός κακού.

Όσον πλείον ταπεινούμεθα εν τη οδυνηρά μετανοία, τοσούτον ταχύτερον η προσευχή ημών φθάνει εις τον Θεόν. Εάν όμως απολέσωμεν την ταπείνωσιν, τότε ουδεμία άσκησις δύναται να βοηθήση ημάς. Η ενέργεια εν ημίν της υπερηφανίας, της κατακρίσεως των αδελφών, η υπεροψία και αντιπάθεια προς τον πλησίον, απομακρύνουν ημάς από του Κυρίου. Προσερχόμεθα εις τον Θεόν ως οι έσχατοι αμαρτωλοί. Μεμφόμεθα εαυτούς εις πάντα εν ειλικρινεία. Ουδέν φανταζόμεθα, ουδέν εκζητούμεν, ει μη την άφεσιν και το έλεος. Τοιαύτη είναι συνεχώς η εσωτερική ημών κατάστασις. Ικετεύομεν Αυτόν τον Ίδιον τον Θεόν να βοηθήση ημάς όπως μη λυπώμεν το Πνεύμα το Άγιον δια των βδελυρών παθών ημών, όπως μη προκαλέσωμεν βλάβην τινά εις τον αδελφόν ημών (εις πάντα άνθρωπον). Καταδικάζομεν εαυτούς ως αναξίους του Θεού εις τας βασάνους του άδου. Ουδέν ιδιαίτερον χάρισμα αναμένομεν Άνωθεν, αλλά μόνον ποθούμεν δι’ όλων των δυνάμεων ημών [//175] να συλλάβωμεν το αληθές νόημα των εντολών του Χριστού και να ζήσωμεν συμφώνως προς αυτάς. Κράζομεν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Και ο Θεός εισακούει ημών και έρχεται εις ημάς η σωτηρία. «Και έσται, πας ός αν επικαλέσηται το Όνομα Κυρίου (εν παρομοία διαθέσει πνεύματος), σωθήσεται» (Ιωήλ 3,5).

«Μετανοείτε» (Ματθ. 4,17). Οφείλομεν να λάβωμεν σοβαρώς υπ’ όψιν την κλήσιν του Χριστού: Να αλλάξωμεν ριζικώς τον τρόπον της εσωτερικής ημών ζωής και κοσμοθεωρίας, τας σχέσεις ημών προς τους ανθρώπους και προς παν φαινόμενον εν τω κτιστώ είναι· να μη φονεύωμεν τους εχθρούς, αλλά να νικώμεν αυτούς δια της αγάπης. Πρέπει να ενθυμώμεθα ότι δεν υπάρχει απόλυτον κακόν. Απόλυτον είναι μόνον το άναρχον Αγαθόν. Και το Αγαθόν τούτο έδωκεν εις ημάς την εντολήν: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών … καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς … έσεσθε τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν» (Ματθ. 5,44 και 48). Να παραδώσωμεν εαυτούς εις σφαγήν δια τους αδελφούς είναι το κάλλιστον μέσον, όπως αποσπάσωμεν αυτούς εκ της δουλείας του συκοφάντου‐διαβόλου και ετοιμάσωμεν τας ψυχάς αυτών προς αποδοχήν του Θεού, «Ός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α’ Τιμ. 2,4). Δεν υπάρχει άνθρωπος παντελώς άμοιρος του φωτός, διότι ο Θεός «φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν. 1,9).

Η εντολή «μη αντιστήναι τω πονηρώ» (Ματθ. 5,39) είναι η πλέον αποτελεσματική μορφή της πάλης κατά του κακού. Όταν εις την βίαν ανθίσταταί τις δια των μέσων εκείνων εις τα οποία προσφεύγει και ο ποιών την αμαρτίαν, τότε αυξάνει [//176] η δύναμις του παγκοσμίου κακού. Ο φόνος αθώων ανθρώπων μεταθέτει, δι’ αοράτου συνήθως τρόπου, τας ηθικάς δυνάμεις της ανθρωπότητος προς την πλευράν εκείνου του καλού, δια το οποίον απέθανον ούτοι (οι αθώοι). Δεν έχει ούτω το πράγμα, όταν εξ αμφοτέρων των πλευρών εκδηλούται η αυτή κακή τάσις κυριαρχίας επί των άλλων. Η νίκη δια της φυσικής βίας δεν διαρκεί αιωνίως. Ο Θεός, ών Φως άγιον και άμωμον, αποχωρεί από των κακούργων· ούτοι εκπίπτουν από της μόνης πηγής της ζωής και αποθνήσκουν: «Μη εαυτούς εκδικούντες, αγαπητοί, αλλά δότε τόπον τη οργή· γέγραπται γαρ· Εμοί (ανήκει) εκδίκησις, Εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος … Μη νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» (Ρωμ. 12,19 και 21).

Οι άνθρωποι φορείς σχετικής μόνον αληθείας, εν τη φανατική πάλη δια τον θρίαμβον των ιδεών αυτών διαφθείρουν την ακεραιότητα του είναι και οδηγούν εν τέλει πάντας προς την απώλειαν. Τυφλοί όντες απολυτοποιούν την θετική άποψιν της πολιτικής αυτών θεωρίας και είναι έτοιμοι να εξαλείψουν πάντας εκείνους, οίτινες θα ήθελον να ίδουν την ζωήν της οικουμένης τεθεμελιωμένην επί καλυτέρων, πλέον ανθρωπίνων αρχών· και βεβαίως πρωτίστως επί των εντολών του Χριστού, του φονευθέντος δια την εντολήν της αγάπης. Εν τω συγχρόνω κόσμω οι ευαγγελικοί λόγοι του Χριστού λαμβάνουν ιδιαιτέρως επίκαιρον χαρακτήρα: «Μελλήσετε δε ακούειν πολέμους και ακοάς πολέμων. Οράτε μη θροείσθε· δει γαρ πάντα γενέσθαι … και έσεσθε (οι χριστιανοί) μισούμενοι υπό πάντων των εθνών δια το Όνομα Μου … και δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών … και τότε ήξει το τέλος» (Ματθ. 24,6‐14). «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

[//177] Ο κόσμος όλος κατατυραννείται υπό των συγκρούσεων· συγκρούσεις μεταξύ κρατών διαφόρων κοινωνικών συστημάτων, μεταξύ φυλών και τάξεων, ομολογιών και ιδεολογιών και τα όμοια. Ένεκα των συγχρόνων μέσων μαζικής καταστροφής και αφανισμού ζουν πανταχού πάντες εν ατμοσφαίρα «φόβου και προσδοκίας (συμφορών) των επερχομένων τη οικουμένη» (Λουκ. 21,26). Και ιδού, ιστάμεθα ενώπιον συμπλέγματος προβλημάτων παραδόξων, δυσεπιλύτων. Αφ’ ενός δεν δυνάμεθα να μένωμεν ήσυχοι, διότι ανήκομεν εις την οικογένειαν της ανθρωπότητος και έχομεν κοινά εν πολλοίς πεπρωμένα· αφ’ ετέρου αναθαρρύνουν ημάς οι λόγοι του Χριστού: «Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (Λουκ. 21,28). Δεν είναι ενταύθα ο τόπος να επιμείνωμεν εκτενέστερον εις την περιγραφήν της καταστάσεως της ήδη υπαρχούσης αποκαλυπτικής εντάσεως· δεν θα εγκαταλείψωμεν όμως το ισχυρόν όπλον, όπερ έδωκεν εις ημάς ο Κύριος: την προσευχήν, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου», και την τέλεσιν της Λειτουργικής Θυσίας, έως ότου τούτο θα είναι πρακτικώς δυνατόν.

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7). Ελκυόμεθα προς Αυτόν καταπονούμενοι εκ της δίψης όπως ενωθώμεν μετ’ Αυτού αιωνίως. Αυτός δε ο Ίδιος αναμένει ημάς μετ’ αγάπης. Η δίψα του Θεού χαρακτηρίζει απαύστως την επίγειον ημών ύπαρξιν· μετ’ αυτής σκεπτόμεθα και να αποθάνωμεν. Ο Ίδιος ο Χριστός αποθνήσκων επί του σταυρού ανέκραξε: «Διψώ» (Ιωάν. 19,28). Ούτος και [//178] «επείνα» (Ματθ. 21,18) και εδίψα και «συνείχετο» (πρβλ. Λουκ. 12,50), ίνα γνωρίσωμεν τον Πατέρα. Και ημείς καταπονούμεθα επί της γης λυπούμενοι εκ του εφιαλτικού και αδιαλείπτου θεάματος των βιαιοτήτων, των φόνων, του μίσους· διψώμεν να έλθωμεν προς τον Πατέρα και επικαλούμεθα το Όνομα του Μονογενούς Υιού Αυτού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». «Τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας Γραφάς, και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών και κηρυχθήναι επί τω Ονόματι Αυτού μετάνοιαν … εις πάντα τα έθνη» (Λουκ. 24,45‐47).

 Εάν το Όνομα Αυτού δίδη εις ημάς την χαράν της γνώσεως του μυστηρίου της προς ημάς αγάπης του Ανάρχου, τότε είναι φυσικόν να αγαπώμεν και αυτό το Όνομα. Εν αυτώ περιέχεται «η οικονομία του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ, τω τα πάντα κτίσαντι δια Ιησού Χριστού …», Ός «εξελέξατο ημάς εν Αυτώ προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον Αυτού, εν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού» (Εφεσ. 3,9 και 1,4‐5). «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Μονογενές, ελέησον ημάς». Η πολυετής προσευχή μεταμορφοί την πεπτωκυίαν φύσιν ημών τοσούτον, ώστε να καταστή αύτη ικανή να προσλάβη τον αγιασμόν δια της εις ημάς αποκαλυφθείσης αληθείας· και τούτο πριν ή απέλθωμεν του κόσμου τούτου (βλ. Ιωάν. 17,17). «Κύριε Ιησού, ελέησον ημάς». [//179] Το άμετρον μεγαλείον του ισταμένου ενώπιον ημών σκοπού εμπνέει εις ημάς φόβον. Ελέχθη ότι «η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Παρατεταμένος αγών θα δείξη εις ημάς ότι παν το περικλειόμενον εν τη αποκαλύψει του Ευαγγελίου ανήκει εις άλλο, υψηλότερον επίπεδον.

Το εκθαμβωτικόν Φως της Θεότητος αντανακλάται επί του επιπέδου ημών υπό μορφήν εντολών: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών … έσεσθε … υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών … τέλειος εστιν» (Ματθ. 5,44 και 48). Μόνον η εν ημίν ενοίκησις Εκείνου Όστις έδωκεν εις ημάς τας εντολάς ταύτας, θα βοηθήση να εκπληρώσωμεν τα εντεταλμένα. Εκ τούτου και η κραυγή ημών προς Αυτόν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς». Η επίκλησις του Ονόματος του Κυρίου βαθμηδόν ενοί ημάς μετ’ Αυτού. Τούτο συμβαίνει εν μέρει εισέτι και όταν ο προσευχόμενος δεν κατανοή «Τις εστιν Ούτος» (Ματθ. 21,10) και δεν αισθάνηται εναργώς την εκπορευομένην εκ του Ονόματος αγιαστικήν δύναμιν. Πάσα περαιτέρω πρόοδος εν τούτοις συνδέεται απαραιτήτως μετά της συνεχώς εμβαθυνομένης επιγνώσεως της αμαρτωλότητος ημών, ήτις οδηγεί ημάς μέχρι απογνώσεως. Τότε μετ’ αυξανομένης ενεργείας επικαλούμεθα το θαυμαστόν Όνομα: «Ιησού, ο Σωτήρ, ελέησον με».

Η αγία παράδοσις, η πολυτιμοτέρα κληρονομία εις ημάς εξ Αυτού του Κυρίου δια μέσου των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας διδάσκει ημάς να είμεθα «πτωχοί τω πνεύματι», έχοντες συνείδησιν του ενυπάρχοντος [//180] εν ημίν θανάτου της αμαρτίας, εάν όντως επιθυμώμεν να ζώμεν εν αληθεία. «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας. Εάν είπωμεν ότι ουχ ημαρτήκαμεν, ψεύστην ποιούμεν Αυτόν, και ο λόγος Αυτού ουκ έστιν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. 1,8‐10). «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον με τον αμαρτωλόν». Καθ’ όν τρόπον οι άνθρωποι ζουν μετ’ εντάσεως τας τυχόν θανατηφόρους ασθενείας, όπως επί παραδείγματι τον καρκίνον, ούτως –ενίοτε δε και μετά μεγαλυτέρας φρίκης– ζουν τινες την εν αυτοίς παρουσίαν αμαρτωλών παθών, άτινα χωρίζουν από του Κυρίου.

Ούτοι αληθώς επιγινώσκουν εαυτούς ως «χειρίστους πάντων»· βλέπουν ειλικρινώς εαυτούς εις το εξώτερον σκότος. Τότε συνάγεται εν αυτοίς η μεγίστη ενέργεια προσευχής μετανοίας. Αύτη δε δύναται να φθάση εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ο νους αυτών παύει να λειτουργή και δεν δύναται να είπη ει μη: «Ιησού σώσον με τον αμαρτωλόν». Είναι σωτήριον δι’ ημάς, εάν αυξάνη εντός ημών η αποστροφή προς την αμαρτίαν, ήτις μεταβάλλεται εις αυτομίσος. Αλλέως διατρέχομεν τον κίνδυνον να εξοικειωθώμεν μετά της αμαρτίας, ήτις είναι τοσούτον πολύπλευρος και λεπτή, ώστε συνήθως δεν παρατηρούμεν την παρουσίαν αυτής εις όλας ημών τας ενεργείας τας εισέτι κατ’ όψιν καλάς. Είναι δύσκολος, αλλά και θαυμαστός ο αγών της καταδύσεως του ηγεμονικού νου εις το αόρατον [//181] κέντρον της προσωπικότητος ημών δια της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού Χριστού, άνευ της πίστεως εις τον Οποίον ουδείς δύναται να διακρίνη τον εντός ημών ενεργούντα θανατηφόρον ιόν της αμαρτίας.

Δια της τοιαύτης πάλης προς το εν ημίν ζων κακόν αποκαλύπτονται ουχί μόνον τα βάθη του ιδίου ημών είναι, αλλά και αι μυστηριώδεις άβυσσοι της ζωής όλου του κόσμου. Τότε το πνεύμα ημών αφίσταται των ψιλών και επιπολαίων καθ’ ημέραν φαινομένων, και εν «φρίκη» δι’ εαυτό αναγνωρίζει την αγίαν δύναμιν άλλης προσευχής, άλλου επιπέδου κράζον: «Κύριε Ιησού, ο Σωτήρ μου, ελέησον, ελέησον με τον ελεεινόν». Περί της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού Χριστού δυνάμεθα να εκφραζώμεθα χρησιμοποιούντες όρους της Γραφής και των Αγίων Πατέρων, και δη: Αύτη είναι «πυρ καταναλίσκον» τα πάθη (Εβρ. 12,29)· είναι φως, φωτίζον τον νουν· απεργάζεται αυτόν διορατικόν και προορατικόν, ικανόν να βλέπη πάντα τα τελούμενα εντός ημών. Η προσευχή αύτη δύναται να χαρακτηρισθή δια των λόγων της προς Εβραίους επιστολής: «Ενεργής και τομωτέρα υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διικνουμένη άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών, και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας, και ουκ έστιν ουδέν εν τω βάθει του πνεύματος ημών αφανές ενώπιον αυτής, αλλά πάντα γυμνά και τετραχηλισμένα» εν τω φωτί αυτής (πρβλ. Εβρ. 4,12‐13).

Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών δυνάμεων κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω»· αύτη προκαλεί μέγαν πόλεμον προς τας κοσμικάς ταύτας δυνάμεις, κάλλιον ειπείν, «προς τους κοσμοκράτορας [//182] του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφες. 6,12). Η νίκη εν τούτοις επέρχεται δια της «μέχρι αυτομίσους» μετανοίας (βλ. Λουκ. 14,26). Η εικών της μάχης ταύτης περιγράφεται εν τη Αποκαλύψει του Αγίου Ιωάννου: «Αυτοί ενίκησαν αυτόν (τον Διάβολον και Σατανάν, τον πλανώντα πάσαν την οικουμένην) δια το αίμα του Αρνίου και δια του λόγου της μαρτυρίας αυτών, και ουχ ηγάπησαν την ψυχήν αυτών άχρι θανάτου» (Αποκ. 12,11 και βλ. 12,9). Η προσευχή, συνοδευομένη υπό φλογεράς μετανοίας, ανάγει το πνεύμα του ανθρώπου εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών … του αιώνος τούτου» (Α’ Κορ. 1,19‐20). Είναι φοβερόν να ομιλώμεν περί αυτής: Αύτη διαπερά ημάς δια μέσου των αβύσσων του εξωτέρου σκότους, του εν ημίν κεκρυμμένου, ενοί εν συνεχεία το πνεύμα ημών μετά του Πνεύματος του Θεού και δίδει να ζήσωμεν την αγίαν αιωνιότητα ήδη εντεύθεν.

Ανά τους αιώνας οι Πατέρες εθαύμαζον το μεγαλείον της δωρεάς ταύτης προς τον πεπτωκότα κόσμον: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Μόνος Άγιος, ο Μόνος αληθινός Σωτήρ πάντων ανθρώπων, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Το κάλλος του κτιστού κόσμου ενθουσιάζει ημάς· ταυτοχρόνως το πνεύμα ημών ελκύεται μετά μεγαλυτέρας δυνάμεως προς το άφθαρτον κάλλος του Ανάρχου Θείου Είναι. Ο Κύριος Ιησούς απεκάλυψεν εις ημάς μετά καταπληκτικής εναργείας το υπερκόσμιον Φως της Ουρανίου Βασιλείας. Η θεωρία της μεγαλοπρεπείας ταύτης ελευθεροί ημάς εκ των συνεπειών της Πτώσεως, και η χάρις του Αγίου Πνεύματος αποκαθιστά εν ημίν την πρωτόκτιστον [//183] εικόνα και ομοίωσιν του Θεού, ήτις εφανερώθη εν τη σαρκί ημών δια του Χριστού· και νυν η επίκλησις του Ονόματος Αυτού γίνεται η αδιάλειπτος ημών προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Σωτήρ ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Η προσευχή αύτη εν τη υψίστη αυτής μορφή ενοί ημάς πλήρως μετά του Χριστού. Κατά την ένωσιν ταύτην η ανθρωπίνη υπόστασις δεν εκμηδενίζεται, ούτε διαλύεται εν τω Θείω Είναι ως σταγών ύδατος εν τω ωκεανώ. Η προσωπικότης του ανθρώπου είναι ακατάλυτος εν τη αιωνιώτητι. «Εγώ Ειμι· Εγώ ειμι … η αλήθεια και η ζωή. Εγώ ειμι το φως του κόσμου» (Ιωάν. 8,58· 14,6· 9,5). Το Είναι, η Αλήθεια, το Φως, δεν είναι αφηρημέναι έννοιαι, απρόσωποι ουσίαι – δεν είναι Τι, αλλά Τις. Εκεί όπου δεν υπάρχει προσωπική μορφή του είναι, εκεί ουδέν το ζων υπάρχει· εκεί δεν υπάρχει ούτε αγαθόν, ούτε πονηρόν· ούτε φως ούτε σκότος. Εκεί εν γένει ουδέν δύναται να υπάρξη: «Χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ έν ο γέγονεν. Εν Αυτώ ζωή ήν» (Ιωάν. 1,3‐4). «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Όταν η επίκλησις του Ονόματος του Ιησού συνοδεύηται μετά της παρουσίας του Ακτίστου Φωτός, τότε κατά τρόπον ιδιαιτέρως εναργή αποκαλύπτεται εις ημάς το νόημα του Ονόματος τούτου· τότε καθίσταται δυνατή η πείρα «της Βασιλείας του Θεού εληλυθυίας εν δυνάμει», και το πνεύμα του προσευχομένου συλλαμβάνει την φωνήν του Πατρός: «Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός· Αυτού ακούετε» (Μαρκ. 9,7). Ημείς δε προσευχόμεθα: [//184] «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Πατρός Μονογενές, ελέησον και σώσον ημάς».

Ο Χριστός εφανέρωσεν εν Εαυτώ τον Πατέρα: «Ο εωρακώς Εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν. 14,9). Νυν ημείς γνωρίζομεν τον Πατέρα εν τω μέτρω εκείνω, εν τω οποίω εγνωρίσαμεν τον Υιόν: «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν» (Ιωάν. 10,30). Ούτως, ο Υιός δεικνύει τον Πατέρα και ο Πατήρ μαρτυρεί περί του Υιού· και ημείς προσευχόμεθα: «Υιέ Θεού, Μονογενές, ελέησον και σώσον ημάς και τον κόσμον Σου». «Πάντα Μοι παρεδόθη υπό του Πατρός Μου· και ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός και ώ εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. 11,27). Τον Υιόν δε γνωρίζομεν καθ’ ό μέτρον διαμένομεν εν τω πνεύματι των εντολών Αυτού. Άνευ Αυτού είμεθα ανίσχυροι να αναχθώμεν μέχρι του εντεταλμένου εις ημάς ύψους, καθ’ όσον εν ταις εντολαίς αποκαλύπτεται η ζωή του Ιδίου του Θεού. Όθεν και η κραυγή ημών προς Αυτόν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συνάναρχε Υιέ του Πατρός, ελέησον με· ελθέ και σκήνωσον εν εμοί μετά του Πατρός και του Πνεύματος του Αγίου κατά την εντολήν Σου (βλ. Ιωάν. 14,23) … Κύριε Ιησού, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Εν τη Παλαιά Διαθήκη το Όνομα του Πατρός ήτο γνωστόν, αλλ’ Ούτος εθεωρείτο εν τω γνόφω του ακαταλήπτου. Ο Χριστός όμως εφανέρωσεν εις ημάς εν Εαυτώ τον Πατέρα κατά τρόπον άκρως συγκεκριμένον. Απεκάλυψε την αληθή διάστασιν παντός ό,τι εδόθη προ Αυτού [//185] δια του Μωυσέως και των Προφητών. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν Εμοί» (Ιωάν. 14,11). «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν» (Ιωάν. 10,30). «Εγνώρισα αυτοίς το Όνομα Σου και γνωρίσω (εις τέλος), ίνα η αγάπη ήν ηγάπησας Με εν αυτοίς ή, καγώ εν αυτοίς» (Ιωάν. 17,26). Η γνώσις του Ονόματος του Πατρός είναι γνώσις και της πατρικής Αυτού προς ημάς αγάπης. Επικαλούμενοι το Όνομα του Ιησού εισαγόμεθα εις τον χώρον της Θείας Ζωής, και ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον δίδονται εις ημάς εν τω Ονόματι του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Η επίκλησις του Ονόματος του Ιησού μετά της πλήρους κατά το δυνατόν επιγνώσεως εκείνου, όπερ φέρει εν εαυτώ, σημαίνει την ήδη υπαρξιακήν ενότητα μετά του Θεού της Αγίας Τριάδος. Ο Θεός Ούτος απεκαλύφθη εις ημάς εν τη νέα Αυτού σχέσει προς τον άνθρωπον: ουχί πλέον ως Δημιουργός, αλλ’ ως Σωτήρ του κόσμου· ως Φως Αληθείας και αληθούς αιωνιότητος: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Προαιωνίου Πατρός, ελέησον ημάς».

Η θεολογία του Ονόματος και η θεολογία της εικόνος έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Ατενίζοντες εις την εικόνα του Χριστού αναγόμεθα πνεύματι εις προσωπικήν κοινωνίαν μετ’ Αυτού. Ομολογούμεν την εν σαρκί επιφάνειαν Αυτού: Ούτος είναι και Θεός και άνθρωπος· πανάρτιος άνθρωπος και τελεία ομοίωσις Θεού. Πορευόμεθα πέραν των χρωμάτων και γραμμών εις τον νοερόν πνευματικόν κόσμον. Ούτως εν τη επικλήσει του Ονόματος δεν περιοριζόμεθα εις την ακουστικήν μορφήν των λέξεων [//186] (εις το σημαίνον), αλλά ζώμεν το Σημαινόμενον. Το σημαίνον δύναται να αλλάση από γλώσσης εις γλώσσαν, αλλά το Σημαινόμενον, το εν τω Ονόματι υποδηλούμενον, μένει αναλλοίωτον. «Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσον ημάς». Η δια των χειλέων μόνον επίκλησις του Ονόματος του Θεού δεν είναι επαρκής. «Ου πας ο λέγων Μοι, Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός Μου του εν ουρανοίς. Πολλοί ερούσι Μοι εν εκείνη τη ημέρα· Κύριε Κύριε, ου τω Σω Ονόματι προεφητεύσαμεν, και τω Σω Ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω Σω Ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Και τότε ομολογήσω αυτοίς ότι ουδέποτε έγνων υμάς· αποχωρείτε απ’ Εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ. 7,21‐23). Δεν είναι εύκολον να ακούωμεν τους λόγους τούτους: Είναι φοβερά η κρίσις του Θεού! «Κύριε Ιησού, ελέησον και σώσον με τον αμαρτωλόν».

Συνειδητοποιούντες την εντεταλμένην δια του Χριστού υιοθεσίαν, ας δοξάσωμεν τον Κτίσαντα ημάς. Επικαλούμενοι το Όνομα του Ιησού Χριστού, ας επιτρέψωμεν αυτό να ηχήση εντός ημών μετά των ιδιαζόντων εις αυτό δυνάμεως και μεγαλείου· ας συντρίψη τούτο τας ρίζας της αμαρτίας, αίτινες ζουν εν ημίν· ας ανάψη την φλόγα της αγάπης Αυτού εις τας απολιθωθείσας καρδίας ημών· ας δώση εις ημάς φως και σύνεσιν· ας ποιήση ημάς κοινωνούς της δόξης Αυτού· ας ενοικήση εν ημίν δια του Ονόματος τούτου η ειρήνη Αυτού, η πάντα νουν υπερέχουσα (βλ. Ιωάν. 14,27· Φιλ. 4,7). Μετά παρέλευσιν πολλών ετών προσευχής δια του Ονόματος τούτου, είθε να [//187] χαρίση εις ημάς ο Θεός να γνωρίσωμεν το πλήρωμα της περιεχομένης εν αυτώ αποκαλύψεως: «Θαυμαστός Σύμβουλος· Θεός ισχυρός· Πατήρ του μέλλοντος αιώνος· Άρχων ειρήνης· Θεός Σαβαώθ» (βλ. Ησ. 9,6· 8,18· Πράξ. 4,12). «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Οφείλομεν να επικαλώμεθα το Όνομα του Θεού εν ταπεινώσει. Ιδού, ο Χριστός, ο Δεσπότης του κόσμου, σαρκωθείς, ως άνθρωπος εταπείνωσεν Εαυτόν μέχρι του σταυρικού θανάτου. Και ως εκ τούτου υπερυψώθη το Όνομα Αυτού υπέρ παν όνομα, ονομαζόμενον ουχί μόνον εν τω αιώνι τούτω, αλλά και εν τω μέλλοντι: Ο Πατήρ «εκάθισεν (Αυτόν) εν δεξιά Αυτού εν τοις επουρανίοις … Αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία, ήτις εστί το σώμα Αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφεσ. 1,20‐23). «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και την Εκκλησίαν Σου, και τον κόσμον Σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, των Αγίων Αποστόλων και πάντων των απ’ αιώνος Αγίων Σου». Η οδός των Πατέρων ημών απαιτεί ισχυράν πίστιν και μεγάλην υπομονήν, ενώ οι σύγχρονοι ημών άνθρωποι αποπειρώνται να αποκτήσουν πάντα τα πνευματικά χαρίσματα, και αυτήν εισέτι την άμεσον θεωρίαν του Απολύτου Θεού, βεβιασμένως και αυτομάτως. Συχνάκις μεταξύ αυτών συναντώμεν την τάσιν του παραλληλισμού της δια του Ονόματος του Ιησού προσευχής προς την γιόγκα ή τον «υπερβατικόν διαλογισμόν» και τα όμοια τούτοις.

Θεωρώ αναγκαίον να υποδείξω το επικίνδυνον της πλάνης [//188] ταύτης: κίνδυνον να θεωρήσωμεν την προσευχήν ως το απλούν και εύκολον «τεχνητόν» μέσον, όπερ οδηγεί εις την άμεσον ένωσιν μετά του Θεού. Κρίνω απαραίτητον να υπογραμμίσω κατηγορηματικώς την ριζικήν διαφοράν, ήτις υφίσταται μεταξύ της ευχής του Ιησού και όλων των άλλων ασκητικών θεωριών. Πλανώνται όσοι αγωνίζονται νοερώς να απεκδυθούν παντός παρερχομένου, συμβατικού, ίνα ούτως υπερπηδήσουν αόρατον τι κατώφλιον και συνειδητοποιήσουν το άναρχον αυτών, την «ταυτότητα» αυτών μετά της Πηγής παντός υπαρκτού· ίνα επιστρέψουν προς το ανώνυμον υπερπροσωπικόν Απόλυτον και ανακραθούν μετ’ Αυτού· ίνα διαλύσουν εν τω ωκεανώ του υπερνοητού και αυτήν την προσωπικότητα αυτών, αναμιγνύοντες αυτήν μετά της ατομικοποιημένης μορφής της φυσικής υπάρξεως (Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ). Ασκητικαί προσπάθειαι του είδους αυτού (γιόγκα) έδωκαν εις τινας την ικανότητα να υψωθούν μέχρι της μεταλογικής θεωρίας του είναι· να γευθούν μυστικόν τινα τρόμον, να γνωρίσουν την κατάστασιν της σιγής του νοός μετά την έξοδον τούτου πέραν των ορίων του χρόνου και του χώρου.  Εις παρομοίας εμπειρίας ο άνθρωπος δύναται να αισθανθή την ανάπαυσιν της απεκδύσεως εκ των απαύστως εναλλασομένων φαινομένων του ορατού κόσμου· να ανακαλύψη εν αυτώ την ελευθερίαν του πνεύματος και να θεωρήση το νοερόν κάλλος.

Η τελική ανάπτυξις τοιαύτης απροσώπου ασκητικής ωδήγησε πολλούς να νομίσουν ότι η Θεία αρχή ευρίσκεται εν αυτή ταύτη τη φύσει του ανθρώπου, εν τη τάσει αυτού προς αυτοθέωσιν –ήτις κείται εν τη βάσει της μεγάλης Πτώσεως–, εν τη διακρίσει εν εαυτοίς «απολυτότητος» τινος, ήτις δεν είναι κατ’ ουσίαν άλλο τι ει μη η αντανάκλασις της Θείας Απολυτότητος εις τα κατ’ εικόνα κτίσματα, εν τη αισθήσει έλξεως προς επιστροφήν εις την [//189] κατάστασιν εκείνην της ησυχίας, εν τη οποία ο άνθρωπος ευρίσκετο τρόπον τινά προ της εμφανίσεως αυτού εις τον κόσμον τούτον. Εν πάση περιπτώσει μετά την πείραν της απεκδύσεως δύναται να αναφυή εν τω νοΐ το είδος τούτο της νοεράς πλάνης. Επί του προκειμένου, δεν προτίθεμαι να απαριθμήσω όλας τας πλάνας των νοερών θεωριών, αλλά θα είπω εξ ιδίας πείρας ότι ο Αληθής, ο Ζων Θεός τουτέστιν ο όντως Ών, ουδόλως ευρίσκεται εν αυταίς. Τούτο είναι η φυσική τάσις του ανθρωπίνου πνεύματος εις τας πλέον εξηυγενισμένας κινήσεις αυτού προς το απόλυτον.

Όλαι αι θεωρίαι, αίτινες επιτυγχάνονται δια της οδού ταύτης είναι αυτοθεωρία, ουχί όμως θεωρία Θεού. Εις τας καταστάσεις αυτάς ανακαλύπτομεν μόνον το κτιστόν κάλλος, και ουχί το Πρωταρχικόν Είναι. Και εν παντί τούτω δεν υπάρχει σωτηρία εις τον άνθρωπον. Η αυθεντική απολύτρωσις αρχίζει όταν δεχθώμεν πλήρως και αναμφιβόλως την Αποκάλυψιν: «Εγώ ειμι ο Ών»«Εγώ ειμι το Α και το Ω, ο Πρώτος και ο Έσχατος» (Αποκ. 1,10). Ο Θεός είναι το Προσωπικόν Απόλυτον, η ομοούσιος και αδιαίρετος Τριάς: Επί της Αποκαλύψεως ταύτης οικοδομείται άπασα η χριστιανική ημών ζωή. Ούτος ο Θεός εκάλεσεν ημάς εκ του μη όντος εις την ζωήν ταύτην. Η γνώσις του Ζώντος τούτου Θεού και η διείσδυσις εις το μυστήριον της δημιουργίας Αυτού ελευθεροί ημάς από του σκότους των ιδίων ημών (εκ των κάτω πορευομένων) ιδεών περί του Απολύτου· σώζει ημάς εκ της ολεθρίου, καίτοι ασυνειδήτου, τάσεως όπως απορρίψωμεν παν είδος υπάρξεως. Εκτίσθημεν, ίνα γίνωμεν κοινωνοί του Θείου Είναι, του όντως Όντος. Ο Χριστός υπέδειξεν εις ημάς την θαυμαστήν ταύτην οδόν: «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7,14). 

Κατανοούντες τα βάθη της σοφίας του Δημιουργού [//190] αποδεχόμεθα τα παθήματα δια των οποίων αποκτάται η Θεία αιωνιότης. Όταν δε επισκιάση ημάς το Φως Αυτού, τότε συνενούμεν εν ημίν την θεωρίαν των δύο άκρων της αβύσσου: του σκότους του άδου αφ’ ενός, και του θριάμβου της νίκης αφ’ ετέρου. Εισαγόμεθα οντολογικώς εις τον χώρον της ακτίστου Θείας Ζωής. Και ο άδης παύει να εξουσιάζη ημών. Δίδεται εις ημάς η χάρις να ζήσωμεν την κατάστασιν του Σαρκωθέντος Λόγου‐Χριστού, του καταβάντος εις τον άδην ως Νικητού. Τότε ημείς, τη δυνάμει της αγάπης Αυτού περιπτυσσόμεθα άπασαν την κτίσιν εν προσευχή: «Ιησού, Παντοκράτορ Αγαθέ, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». Η Αποκάλυψις του Προσωπικού Θεού προσδίδει εις πάντα θαυμαστόν χαρακτήρα. Το είναι δεν αποτελεί προκαθωρισμένην τινά κοσμικήν διαδικασίαν, αλλά το Φως της απεριγράπτου αγάπης των Θείων και των κτιστών προσώπων.

Είναι η ελευθέρα κίνησις των προσωπικών πνευμάτων, ήτις πληρούται συνετής επιγνώσεως παντός υπαρκτού και αυτοσυνειδησίας. Εκτός τούτων εις ουδέν υπάρχει νόημα, αλλά μόνον θάνατος. Η προσευχή μετά του Θείου Προσώπου, τουτέστι λαμβάνει απόλυτον χαρακτήρα. Αύτη δε εκφράζεται δια της προσευχής ημών προς τον Λόγον του Πατρός: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συνάναρχε Λόγε του Ανάρχου Πατρός Σου, ελέησον ημάς, σκήνωσον εν ημίν, σώσον ημάς και τον κόσμον Σου». Η αρχή της συλλήψεως του σοφού υπέρ ημών σχεδίου του Δημιουργού και Θεού ημών διεγείρει την αγάπην [//191] ημών προς Αυτόν, και ημείς προσευχόμενοι αισθανόμεθα νέαν έμπνευσιν. Η θεωρία της Θείας Σοφίας εν τω κάλλει του κόσμου ελκύει το πνεύμα ημών προς νέαν ανάβασιν, ήτις ήδη αποσπά ημάς από παντός κτιστού. Η απόσπασις αύτη δεν είναι φιλοσοφικός τις μετεωρισμός εις την σφαίραν των καθαρών ιδεών –όσον και αν φαίνωνται αύται ελκυστικαί– ούτε καλλιτεχνική ή ποιητική δημιουργία, αλλ’ αρπαγή όλου του είναι ημών υπό ενεργείας ζωής, αγνώστου μέχρι τότε.

Η μελέτη του Ευαγγελίου οδηγεί εις την ανύψωσιν του πνεύματος ημών υπεράνω παντός κτιστού, εν τω οποίω αρχίζομεν να διακρίνωμεν την Πράξιν της Θείας Αυτοαποκαλύψεως. Τούτο είναι η εισαγωγή εις την χάριν της θεολογίας, ουχί ως ανθρώπινης επιστήμης, αλλ’ ως καταστάσεως Θεοκοινωνίας. Δεν θέτομεν τον λόγον του Κυρίου υπό την κρίσιν του χαμερπούς ημών λογικού, αλλά κρίνομεν εαυτούς εν τω φωτί της δοθείσης γνώσεως. Εις την μετά ταύτα φυσικήν ημών ορμήν όπως καταστήσωμεν τον ευαγγελικόν λόγον περιεχόμενον όλου του είναι ημών, ελευθερούμεθα από της εξουσίας των παθών εφ’ ημών, και δια της δυνάμεως του Θεού‐Ιησού νικώμεν το κοσμικόν κακόν, όπερ εμφωλεύει εντός ημών. Γνωρίζομεν αληθώς ότι Ούτος ο Ιησούς, είναι ο μόνος κυρίως ειπείν Σωτήρ‐Θεός, και η χριστιανική προσευχή τελείται δια της απαύστου επικλήσεως του Ονόματος Αυτού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού και Θεέ, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Το μέγα ερώτημα, όπερ τίθεται ως τραγικόν πρόβλημα δι’ όλην την ανθρωπότητα, είναι το εξής: Πού ευρίσκεται το αληθινόν Είναι και που η αυταπάτη της πεπτωκυίας ημών φαντασίας; Πού αληθώς υπάρχει η ζώσα αιωνιότης, [//192] και πού η απατηλή έλξις του πνεύματος ημών προς τας ιδέας τας οποίας δυνάμεθα να συλλάβωμεν δια του νοός; Είναι άρα γε η αρχή του προσώπου‐υποστάσεως περιοριστική καθ’ εαυτήν, επομένως δε αναξία του Θεού και ανάρμοστος προς Αυτόν, ή είναι όντως η εικών του Ζώντος Απολύτου, Εγώ ειμι ο Ών; Εκ της μιάς ή της άλλης θέσεως ημών εξαρτάται άπαν το μέλλον ημών. Εάν μείνωμεν εις την σκέψιν ότι η αρχή του προσώπου καθ’ εαυτήν είναι περιοριστική, τότε θα πράξωμεν εν τω ασκητικώ ημών αγώνι το παν, όπως υπερβώμεν εν ημίν την αρχήν ταύτην. Και αντιθέτως: Εάν αποδεχθώμεν αυτήν ως την μόνην δυνατήν εικόνα του Απολύτου Είναι, τότε μετ’ ενθουσιασμού εκ της εν ημίν εκχεομένης δυνάμεως θα προσευχώμεθα: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς …» ή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Υιός του Πατρός, ελέησον ημάς, θεράπευσον ημάς από παντός ίχνους της φονευούσης ημάς αμαρτίας και ποίησον ημάς μετόχους της ζωής Σου». 

Εάν η υπεσχημένη εις ημάς εν Χριστώ δια της Αναστάσεως αθανασία είναι προσωπική, τότε ουδόλως «θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής. Ο δε κατεργασάμενος ημάς εις αυτό τούτο Θεός, ο και δους ημίν τον αρραβώνα του Πνεύματος» (Β’ Κορ. 5,4‐5). «Χριστέ Ιησού, ο αναστάς εκ των νεκρών, ελέησον ημάς». «Εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι Εγώ ειμι (ο αποκαλυφθείς εις τον Μωϋσήν επί του Σινά), αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις ημών» (Ιωάν. 8,28)· «Αβραάμ … ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την Εμήν, και είδε και εχάρη» (Ιωάν. 8,56)· «ώφθην προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ (μετά του ονόματος Θεός Παντοκράτωρ)· και το Όνομά Μου [//193] Κύριος (Γιάχβε) ουκ εδήλωσα αυτοίς» (Έξ. 6,3· βλ. Πράξ. 7,2). «Ει γαρ επιστεύσατε Μωυσεί, επιστεύσατε αν Εμοί· περί γαρ Εμού εκείνος έγραψεν» (Ιωάν. 5,46). «Και αρξάμενος από Μωυσέως και από πάντων των προφητών διηρμήνευεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί Εαυτού» (Λουκ. 24,27). Εν τω πνευματικώ ημών θανάτω απωλέσαμεν την αίσθησιν της αμαρτίας, και νυν άνευ του Χριστού και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος δεν δυνάμεθα να ίδωμεν αυτήν εν ημίν.

Η δε αμαρτία κατά την ουσίαν αυτής είναι πάντοτε έγκλημα κατά της αγάπης του Θεού. Το έγκλημα τούτο είναι δυνατόν ουχί άλλως ει μη εάν ο Εγώ Ειμι, τουτέστιν ο απόλυτος Θεός, είναι Προσωπικός και αι μετ’ Αυτού σχέσεις ημών βαθέως προσωπικαί. Δεν υπάρχει άλλη πίστις ή άλλη θρησκεία όπου το μυστήριον της αμαρτίας θα απεκαλύπτετο δια τοιούτου τρόπου. Ιδού πώς ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, πλήρης Πνεύματος Αγίου, προσηύχετο: «Δώρησαι μοι του οράν τα εμά πταίσματα»· και όλοι οι Πατέρες συνεφώνουν ότι η όρασις της αμαρτίας ημών είναι τι μείζον της οράσεως Αγγέλων. Επομένως, διακρίνοντες το απ’ αιώνος κεκρυμμένον, εν κατανύξει καρδίας κράζομεν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν, σώσον με τον πεπτωκότα». «Μέγα εστι το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α’ Τιμ. 3,16).

Πάντες ημείς είμεθα απόγονοι του Αδάμ, του πεπτωκότος δια της εωσφορικής πτώσεως. Η ιδέα της θεώσεως είναι έμφυτος εις τον κατ’ εικόνα Θεού κτισθέντα άνθρωπον, το πρόβλημα όμως είναι, πώς επιτυγχάνεται αύτη. Εάν είμεθα κτίσματα και ουχί το Πρώτον [//194] και Αυθύπαρκτον Όν, τότε είναι αφροσύνη να υποθέσωμεν ότι δυνάμεθα να γίνωμεν ίσοι προς τον Θεόν, αντιπαρερχόμενοι Αυτόν. Θεμέλιον της ζωής ημών αποτελεί η «εν σαρκί φανέρωσις του Θεού». Εάν η προσδοκία της θεώσεως είναι αναφαίρετος αφ’ ημών, τότε η οδός προς αυτήν συνίσταται εις την πρόσληψιν της ζωής του Θεού, Όστις εφανέρωσεν Εαυτόν εις ημάς εν τη ημετέρα μορφή υπάρξεως· όντως οφείλομεν να αφομοιώσωμεν τον λόγον Αυτού, το Πνεύμα Αυτού· να ομοιωθώμεν προς Αυτόν εις πάσας τας εκδηλώσεις ημών. Και όσον πληρεστέρα είναι η ομοίωσις ημών προς Αυτόν εν τω κόσμω τούτω, τοσούτον πληρεστέρα και τελειοτέρα θα είναι η θέωσις ημών. Και πάλιν ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ο κολλώμενος (δια της προσευχής και της θείας μεταλήψεως) τω Κυρίω έν πνεύμα εστι» (Α’ Κορ. 6,17)· όθεν και προσευχόμεθα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Μονογενής Υιός του Πατρός, Μόνος Συ εί η ελπίς ημών· μετά Σου και δια Σου οδήγησον ημάς προς τον Πατέρα … ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Τούτο είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως: το ζην αιωνίως εν τοις κόλποις της Αγίας Τριάδος. Αλλ’ «η Βασιλεία (Αυτής) … βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Είναι απαραίτητος η βία, διότι είναι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7,14). Και όταν ημείς οι χριστιανοί δεν συγκατατιθέμεθα να συμπορευθώμεν μετ’ εκείνων οίτινες «ουχ ευρίσκουσιν αυτήν», διότι δεν θέλουν, τότε αναφύονται συγκρούσεις. Γινόμεθα ανεπιθύμητοι υπό των υιών του κόσμου τούτου – τοιούτος είναι ο κλήρος των αγαπώντων τον Χριστόν. [//195] Όταν ο Κύριος είναι μεθ’ ημών, πάντα τα παθήματα της ζωής δεν φαίνονται φοβερά, διότι μετ’ Αυτού «μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Α’ Ιωάν. 3,14). Είναι εν τούτοις αναπόφευκτοι αι ώραι και αι περιόδοι εισέτι της Θεοεγκαταλείψεως: «Θεέ Μου, Θεέ Μου, ινατί Με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Εάν όμως πλέον τούτου υπομένωμεν και την εκ μέρους των ανθρώπων αποστροφήν, η απόγνωσις ημών δύναται να λάβη λίαν βαθείαν μορφήν, και ημείς επικαλούμεθα Αυτόν, Όστις, «πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. 2,18):
«Κύριε Ιησού, σώσον με τον καταποντιζόμενον, ως έσωσας τον Πέτρον».

Εν τη ασκήσει της προσευχής έκαστος πορεύεται μέχρι του εφικτού εις αυτόν μέτρου. Δεν είναι εύκολον να εύρωμεν μόνοι τα όρια των δυνάμεων αυτών. Οι φερόμενοι Πνεύματι Αγίω ουδέποτε παύουν να μέμφωνται εαυτούς ως αναξίους του Θεού. Εις στιγμάς δε βαρείας απογνώσεως αποχωρούν προς καιρόν από του χείλους της αβύσσου, όπου ίστανται εν πνεύματι, ίνα δώσουν αναψυχήν εις τον ψυχισμόν και εις το σώμα αυτών, και εν συνεχεία επιστρέφουν εκ νέου επάνω της αβύσσου. Αλλ’ είτε ησυχάζει τις είτε αναπαύεται, εν τω βάθει της καρδίας μένει πάντοτε πληγή τις ήτις δεν επιτρέπει εις τον ασκητήν να παραδοθή εις υπερήφανον περί εαυτού λογισμόν. Η ασκητική ταπείνωσις ριζούται συνεχώς εν τη ψυχή και αποβαίνει τρόπον τινά φύσις αυτού. Θλίψεις και ασθένειαι συνοδεύουν ημάς κατά την επίγειον ημών πορείαν. Άνευ τούτων ουδείς εκ των υιών του Αδάμ δύναται να σταθή εν ταπεινώσει. Οι υπομένοντες όμως εις τέλος αξιούνται της «του Χριστού ταπεινώσεως» (βλ. Ματθ. 11,29), περί της οποίας ο Άγιος Σιλουανός λέγει ότι είναι «απερίγραπτος», [//196] διότι ανήκει εις άλλο, ανώτερον επίπεδον του είναι. Η απόκτησις του δώρου τούτου είναι δυνατή δια της συνεχούς μνήμης του Χριστού και της προσευχής προς Αυτόν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Μέγας και Άγιος Θεός, Συ Αυτός δίδαξον με την ταπείνωσιν Σου … δέομαι Σου, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Ούτω μόνον δια του πυρός της μετανοίας αναπλάττεται η φύσις ημών· δια της μετά δακρύων προσευχής εξαλείφονται εν ημίν αι ρίζαι των παθών· δια της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού καθαίρεται, αναγεννάται και αγιάζεται η φύσις ημών: «Υμείς καθαροί εστε δια τον λόγον όν λελάληκα υμίν. Μείνατε εν Εμοί …» (Ιωάν. 15,3‐4). Τίνι τρόπω να παραμείνωμεν εν Αυτώ; Εδόθη εις υμάς το Όνομά Μου, και εν τω Ονόματί Μου ο Πατήρ θα δώση εις υμάς πάντα όσα ζητήσητε: «… ό,τι αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τω Ονόματί Μου, δω υμίν» (Ιωάν. 15,16): «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Μόνος εν αληθεία αναμάρτητος, ελέησον με τον αμαρτωλόν». Οι Πατέρες ημών διδάσκουν να προσευχώμεθα δια του Ονόματος του Ιησού μη μεταβάλλοντες συχνάκις τον τύπον της προσευχής. Τούτο όμως είναι, από καιρού εις καιρόν, απαραίτητον δια την ανανέωσιν της προσοχής, και εισέτι δια την ανανέωσιν της προσευχής, όταν ο νους μεταβαίνη εις θεολογικάς θεωρίας ή πλατύνηται η καρδία, όπως περιλάβη τον κόσμον όλον. Ούτω δια του Ονόματος του Χριστού Ιησού δυνάμεθα να καλύψωμεν παν εσωτερικόν και εξωτερικόν γεγονός. Κατ’ αυτόν τον τρόπον η θαυμαστή αύτη προσευχή περιπτύσσεται το παν, γίνεται παγκόσμιος.

απόσπασμα από :
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
1993

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...