/*--

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Επί των ημερών ημών η προσευχή δια του Ονόματος του Ιησού διαδίδεται ευρέως εις όλας τας ηπείρους. Πολλά εξ όσων εγράφησαν περί αυτής απαιτούν σοβαράν προσοχήν· παραλλήλως όμως προς αυτά ελέχθησαν και ουκ ολίγαι παράλογοι ιδέαι. Εν όψει τούτου απεφάσισα να γράψω σύντομον σχετικήν πραγματείαν, όπως, αφ’ ενός μεν, προειδοποιήσω τους ευσεβείς εργάτας αυτής περί μη πεπατημένων οδών, αφ’ ετέρου δε, επιβεβαιώσω τας θεμελιώδεις θεολογικάς και ασκητικάς θέσεις της μεγάλης ταύτης πνευματικής εργασίας.


Η θεωρία της προσευχής ταύτης δύναται να εκτεθή εις ολίγας σελίδας, αλλ’ η πρακτική εφαρμογή αυτής εν τη χριστιανική ασκητική συνδέεται μετά τοιούτων δυσκολιών, ώστε από των πρώτων χρόνων οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας παρώτρυνον παντοιοτρόπως τους αναζητητάς του τρόπου αυτού της μετά του Θεού ενώσεως, όπως προσεγγίζουν αυτήν μετά φόβου, αναζητούντες χειραγωγούς, οίτινες διήλθον την άσκησιν ταύτην. Ουδόλως ελπίζω να εξαντλήσω το εξαιρέτως σοβαρόν τούτο θέμα, αλλά θα περιορίσω εμαυτόν ενταύθα εις την παρουσίασιν μέρους εξ όσων εδιδάχθην κατά τους χρόνους της ζωής μου εν Αγίω Όρει, εν τη Μονή και κατόπιν [//124] εν τη ερήμω. Εν τη προσπαθεία ταύτη είναι αδύνατον να αποφύγω εντελώς επαναλήψεις εκείνων, άτινα εγράφησαν ήδη και υπό άλλων. Νομίζω όμως ότι παρόμοιαι επαναλήψεις ουχί μόνον δεν είναι περιτταί, αλλά καθίστανται και απαραίτητοι δια την διευκρίνησιν του θέματος τούτου εις διαφορετικά πλαίσια.

Ο Κύριος κατά τας τελευταίας ώρας της μεθ’ ημών ζωής Αυτού είπεν: «Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τω Ονόματί Μου· αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών ή πεπληρωμένη … Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τω Ονόματι Μου, δώσει υμίν» (Ιωάν. 16,24 και 23). Οι λόγοι ούτοι του Χριστού αποτελούν το δογματικόν και ασκητικόν θεμέλιον της δια του Ονόματός Αυτού προσευχής. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Μαθηταί του Χριστού ετήρησαν την εντολήν ταύτην. Τούτο καθίσταται έτι βεβαιότερον, διότι ούτοι ήδη εγνώριζον την δύναμιν του Ονόματος Αυτού, ότε απεστάλησαν ως «άρνες εν μέσω λύκων» (πρβλ. Λουκ. 10,3), ίνα φέρουν την ειρήνην εις τους ανθρώπους, θεραπεύουν τους ασθενείς, αναγγέλλουν την προσέγγισιν της Βασιλείας του Θεού: «Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες· Κύριε και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω Ονόματί Σου». Και εν άλλη περιπτώσει: «Είδομέν τινα επί τω Ονόματί Σου εκβάλλοντα δαιμόνια …» (Λουκ. 10,17· 9,49). Ούτω λοιπόν, η ιστορία της δια του Ονόματος του Ιησού προσευχής άρχεται από των αποστολικών χρόνων. Δεν διετηρήθησαν οι λεκτικοί τύποι των δεήσεων αυτών, αλλά όλη η Καινή Διαθήκη γέμει μαρτυριών, ότι οι Απόστολοι ετέλουν πολλά παράδοξα θαύματα δια του Ονόματος τούτου.

Αλλά τί σημαίνει το Όνομα του Θεού; Είναι άρα γε [//125] αναγκαίον να κατανοώμεν την σημασίαν, τας ιδιότητας, την φύσιν του Ονόματος αυτού, ίνα προσευχώμεθα «εν Αυτώ»; Ναι, είναι μάλιστα και απαραίτητον, «ίνα η χαρά ημών πληρωθή» (Ιωάν. 15,11).

Τα βάθη της εν Χριστώ ζωής είναι ανεξερεύνητα· είναι δυνατόν να αφομοιωθούν κατόπιν παρατεταμένης διαδικασίας και μεγάλης εντάσεως όλων των δυνάμεων ημών. Η κατανόησις δε του περιεχομένου και του νοήματος του Θείου Ονόματος αποκτάται μόνον βαθμηδόν. Και στιγμιαία επίκλησις αυτού δύναται να χαροποιήση την καρδίαν ημών· και τούτο είναι πολύτιμον. Αλλά δεν πρέπει να μείνωμεν εις το μέσον της οδού. Η ενταύθα διαμονή ημών είναι βραχεία και οφείλομεν να εκμεταλλευθώμεν εκάστην ώραν, ούτως ώστε να ωριμάση η περί Θεού γνώσις ημών. Όταν δε συμβάλλουν εις έν και η χαρά της καρδίας και το φως του νοός, τότε προσεγγίζομεν την τελειότητα.

Την μεγάλην ταύτην καλλιέργειαν της προσευχής συνήντησα εν Αγίω Όρει. Φυσικώ τω τρόπω επεθύμουν να μάθω εκ των Πατέρων πώς κατανοούν ούτοι την σπουδαιοτάτην ταύτην πλευράν της χριστιανικής ασκητικής. Ήλθον εις Άγιον Όρος κατά το έτος 1925. Ολίγον προ τινος είχον λάβει χώραν εκεί θυελλώδεις διαμάχαι περί της φύσεως του Θείου Ονόματος. Εν τη εντάσει των διενέξεων εκείνων –ομοίων προς τας θεολογικάς έριδας του 14ου αιώνος περί της φύσεως του Θαβωρίου Φωτός– διεπράχθησαν εξ αμφοτέρων των παρατάξεων ουκ ολίγα, άτινα δεν θα ανέμενέ τις εξ ανθρώπων, οίτινες παρέδωκαν τας ψυχάς αυτών εις χείρας του Αγίου Παντοκράτορος. Εν τη πολεμική ταύτη δύναται να εύρη τις αναλογίαν προς τας παλαιάς διαμάχας μεταξύ νομιναλιστών και πραγματιστών, ιδεαλιστών και ορθολογιστών. Καταστέλλονται [//126] αύται προς καιρόν, ίνα και πάλιν εκσπάσουν υπό άλλην μορφήν. 

Παρατηρούνται δύο διάφοροι ως προς την φύσιν αυτών θέσεις: αφ’ ενός μεν η των προφητών και ποιητών, αφ’ ετέρου δε η των διανοουμένων και τεχνοκρατών. Δεν προτίθεμαι να επιμείνω εις την εξωτερικήν πλευράν των γεγονότων του καιρού εκείνου, αλλά προτιμώ να εξετάσω μετά προσοχής την ουσίαν του προβλήματος, ώστε να αφομοιώσωμεν την άφθαρτον γνώσιν, την Άνωθεν κατερχομένην, της οποίας ηξιώθησαν οι άγιοι ασκηταί, οι ερασταί της νοεράς εργασίας.

Η ζωή εκάστου εξ ημών ευρίσκεται εις στενωτάτην σχέσιν προς τας παραστάσεις ημών περί του κόσμου, περί ημών των ιδίων και περί του Θεού. Η προσευχή εν τω εσχάτω αυτής βαθμώ απαιτεί την κατά το δυνατόν ακριβεστέραν γνώσιν περί της αυθεντικής εικόνος του Θείου Είναι. «Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη (πλήρως) τί εσόμεθα· οίδαμεν δε (εκ πείρας) ότι εάν φανερωθή, όμοιοι Αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστι» (Α’ Ιωάν. 3,2). Και ημείς ωσαύτως γνωρίζομεν εκ της χιλιετούς πείρας του γένους ημών ότι ο φυσικός νους, εγκαταλελειμμένος εις εαυτόν εν τη παρούση καταστάσει, σκεπτόμενος περί του Θεού δεν δύναται να πορευθή πέραν τινών εικασιών. Είναι απαραίτητον όπως ο Ίδιος ο Θεός αποκαλυφθή εις τον άνθρωπον δίδων εις αυτόν την περί Αυτού γνώσιν. Καθώς εν τη ζωή εκάστου εξ ημών ο Θεός αποκαλύπτεται βαθμηδόν, ούτω και εν τη ιστορία της ανθρωπότητος, ως αύτη περιγράφεται εν τη Βίβλω, «πολυμερώς και πολυτρόπως» (Εβρ. 1,1) απεκαλύπτετο Ούτος εις τους Πατέρας και τους Προφήτας μετ’ αυξανομένης δυνάμεως και βάθους.

Την πρώτην μνείαν περί της εισέτι ασαφούς επικλήσεως [//127] του Θεού συναντώμεν εις την Γένεσιν: «Τω Σηθ εγένετο υιός, επωνόμασε δε το όνομα αυτού Ενώς. Ούτος ήλπισεν επικαλείσθαι το Όνομα Κυρίου του Θεού» (4,26). Έπειτα αποκαλύπτεται εις τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ εις ένα συνεχώς ευρυνόμενον ορίζοντα. «Εγώ Κύριος· ώφθην προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, Θεός ών αυτών, και το Όνομα μου Κύριος ουκ εδήλωσα αυτοίς» (Έξ. 6,3). Ο Θεός ωνομάζετο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Εις δε τον Μωυσήν «ώφθη … εν πυρί φλογός … και είπεν· Εγώ ειμι ο Ών (Γιαχβέ)» (Έξ. 3,2 και 14). Ο Θεός επλήρωσε την περί Εαυτού αποκάλυψιν: «Και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και παρέστη αυτώ (τω Μωυσή) εκεί· και εκάλεσε τω Ονόματι Κυρίου. Και παρήλθε Κύριος προ προσώπου αυτού και εκάλεσε· Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλαιος και αληθινός, και δικαιοσύνην διατηρών και έλεος εις χιλιάδας, αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας, και ου καθαριεί τον ένοχον, επάγων ανομίας πατέρων επί τέκνα και επί τέκνα τέκνων, επί τρίτην και τετάρτην γενεάν» (Έξ. 34,5‐7). 

Ούτως εξ αρχής ο Θεός απεκαλύφθη εις τον Μωϋσήν ως προσωπικός και μόνος εν αληθεία Ών μετ’ αγνώστων εισέτι ιδιωμάτων. Η επακολουθήσασα αποκάλυψις εφανέρωσε τας ιδιότητας τούτου του «Εγώ ειμι» ως Θεού οικτίρμονος και φιλανθρώπου. Αλλά και τούτο ήτο ασαφές και ο Μωϋσής ανεγνώρισε το ατελές της εις αυτόν δοθείσης γνώσεως.

Οι Προφήται ωσαύτως δεν έφθασαν το ποθητόν πλήρωμα. Ας ακούσωμεν όμως τους λόγους του Ησαΐου: «Ούτως λέγει Κύριος ο Θεός ο λυτρούμενος υμάς, ο άγιος του Ισραήλ … Εγώ Θεός πρώτος, και εις τα επερχόμενα Εγώ ειμι … ίνα γνώτε … ότι Εγώ ειμι. Έμπροσθεν Μου ουκ εγένετο άλλος Θεός και μετ’ Εμέ ουκ έσται» (Ησ. 43,14· 41,4· 43,10). [//128] Ο Θεός ούτος, ο Πρώτος και ο Έσχατος, απεκαλύφθη ως Προσωπικόν Απόλυτον, Ζων· ουχί ως αφηρημένον τι Παν‐Όν ή ως υπερβατική Πανενότης ή τα όμοια τούτων. Ούτως είναι φανερόν ότι το πνεύμα των Προφητών του Ισραήλ εφέρετο προς το Πρωταρχικόν Όν, προς Εκείνον Όστις είναι απ’ αρχής. Αύτη ακριβώς η στάσις χαρακτηρίζει τον άνθρωπον – την εικόνα του Απολύτου. Εις ουδέν ενδιάμεσον ικανοποιείται, οιονδήποτε και εάν είναι τούτο.

Εκ της Βιβλικής διηγήσεως βλέπωμεν ότι πάσα νέα αποκάλυψις εγίνετο δεκτή ως Θεοφάνεια, ως άμεσος ενέργεια του Θεού. Εν σχέσει προς αυτό και τούτο το Όνομα εβιούτο ως παρουσία του Θεού. Εν τω Ονόματι περιεκλείετο διττή δύναμις: Αφ’ ενός μεν η αίσθησις του Ζώντος Θεού, αφ’ ετέρου δε η γνώσις περί Αυτού. Εκ τούτου προέρχεται και ο φόβος να επικαλεσθή τις ματαίως το Όνομα. Κατά το μέτρον του πλουτισμού της αποκαλύψεως περί των ιδιωμάτων του Θεού, περί των ενεργειών Αυτού, εβαθύνετο και η Θεογνωσία εν γένει. Παρά την πεποίθησιν των Ισραηλιτών ότι είναι ο εκλεκτός λαός, ότι ο Ύψιστος αποκαλύπτεται εις αυτούς, δεν έπαυσαν μέχρι της ελεύσεως του Χριστού οι στεναγμοί των Προφητών εν τη προσευχή προς τον Θεόν, όπως Ούτος έλθη εις την γην και δώση περί Αυτού την αληθώς πλήρη γνώσιν, η δίψα της οποίας είναι αναφαίρετος από του πνεύματος του ανθρώπου.

Απεκαλύπτετο ο Θεός και ως Προνοητής, Λυτρωτής, Σωτήρ και πολλά άλλα, εν τούτοις όμως επικάλυμμα τι εκρέματο επάνω του νοός των ανθρώπων. Ο Ιακώβ κατά την τραγικήν στιγμήν της ζωής αυτού, επιστρέφων εκ του οίκου του Λάβαν εις τα πάτρια εδάφη – όπου εισέτι έζη ο αδελφός αυτού Ησαύ, την συνάντησιν μετά του οποίου [//129] εφοβείτο – και παραμείνας κατά την νύκτα μόνος μακράν της παρεμβολής, επάλαιε (βλ. Γέν. 32,25). Δεν ήσαν εύκολοι οι χρόνοι τους οποίους διήλθεν εν τω οίκω του Λάβαν. Η αντιμετώπισις του Ησαύ ήτο δι’ αυτόν φοβερά. Εζήτει ούτος ευλογίαν και υπεράσπισιν, αλλ’ εν εντανική πάλη ηγωνίζετο προς Αυτόν ενοχοποιών Αυτόν (Γέν. 32,24).

Η αυτή πάλη παρατηρείται και εν τη ζωή των προφητών Ηλιού και Ιωνά. Ο πρώτος εδέετο: «Ικανούσθω νυν, λάβε δη την ψυχήν μου απ’ εμού, Κύριε, ότι ου κρείσσων εγώ ειμι υπέρ τους πατέρας μου … Ζηλών εζήλωσα τω Κυρίω παντοκράτορι, ότι εγκατέλιπόν Σε οι υιοί Ισραήλ· τα θυσιαστήρια Σου κατέσκαψαν και τους προφήτας Σου απέκτειναν εν ρομφαία, και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος, και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν» (Γ’ Βασ. 19,4 και 10). Ο δε Ιωνάς έλεγε: Κύριε, Συ με απέστειλας μετά τοιαύτης βίας να προφητεύσω εις τους Νινευΐτας περί της επερχομένης επ’ αυτούς απωλείας ένεκα της ασεβείας αυτών, γνωρίζων ότι Συ δεν θα ποιήσης τούτο εις αυτούς, διότι «Συ εί ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. Και νυν, Δέσποτα Κύριε, (ότε η προφητεία μου δεν εξεπληρώθη και μένω κατησχυμμένος), λάβε την ψυχήν μου απ’ εμού, ότι καλόν το αποθανείν με μάλλον ή ζην με» (Ιωνάς 4,2 και 3).

Μεγαλυτέραν εντύπωσιν προκαλεί η περίπτωσις του Ιώβ: «Απόλοιτο η ημέρα, εν ή εγεννήθην, και η νυξ εκείνη, ή είπαν, ιδού άρσεν … εκλάβοι δε αυτήν σκότος και σκιά θανάτου … καταραθείη η ημέρα και η νυξ εκείνη, απενέγκαιτο αυτήν σκότος … η νυξ εκείνη είη οδύνη, και μη έλθοι επ’ αυτήν ευφροσύνη μηδέ χαρμονή· αλλά καταράσαιτο αυτήν ο καταρώμενος την ημέραν εκείνην … εις φωτισμόν μη έλθοι και μη ίδοι εωσφόρον ανατέλλοντα, [//130] ότι ου συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· απήλλαξε γαρ αν πόνον από οφθαλμών μου. Διατί γαρ εν κοιλία ουκ ετελεύτησα, εκ γαστρός δε εξήλθον και ουκ απωλόμην ευθύς; … νυν αν κοιμηθείς ησύχασα (εν τη μεγάλη αναπαύσει της ανυπαρξίας), … εκεί ασεβείς … ανεπαύσαντο κατάκοποι … μικρός και μέγας εκεί εστι (εν τη μηδαμινότητι αυτών) … και θεράπων δεδοικώς τον Κύριον αυτού· ινατί γαρ δέδοται τοις εν πικρία φως, ζωή δε ταις εν οδύναις ψυχαίς; Οί ιμείρονται του θανάτου και ου τυγχάνουσιν … περιχαρείς δε εγένοντο ανορύσσοντες ώσπερ θησαυρούς, εάν κατατύχωσι. Ινατί δέδοται ανθρώπω το φως, ού η οδός (προς γνώσιν του Θεού) εστι κεκρυμμένη, και όν ο Θεός περιέφραξεν» (Ιώβ κεφ. 3).

Εν τοις πεπρωμένοις ημών υπάρχει πάντοτε κοινόν τι μεθ’ εκάστου εκ των Προφητών αυτών. Επάλαιεν ο Ισραήλ μετά του Θεού· και τις εξ ημών δεν παλαίει; Όλος ο κόσμος μέχρι και του νυν είναι βεβυθισμένος εις την απόγνωσιν, ουδαμού ευρίσκων διέξοδον. Εν μαρτυρικώ αγώνι πάσα η γη μέμφεται Αυτόν δια τα παθήματα αυτής. Η ζωή δεν αποτελεί απλήν υπόθεσιν, ούτε δυνάμεθα ευκόλως να εισδύσωμεν εις το βαθύ νόημα του Είναι.

Δώρον ανώφελον, δώρον τυχαίον
Ζωή, ινα τί μοι εδόθης;
Ή δια ποίας μυστικής μοίρας
εις θάνατον κατεδικάσθην;
Τις εκ του μηδενός δι’ εχθρικής εξουσίας
εκάλεσεν εμέ,
την ψυχήν μου πάθους ενεπλήρωσε
τον νουν μου δι’ αμφιβολίας εσάλευσεν;

Ούτως έγραφεν εν βαθεία πικρία ο ποιητής (Πούσκιν), εκφράζων κατ’ ουσίαν το αυτό ως και ο πολυπαθής Ιώβ.

[//131] Να παραμένωμεν πάντοτε καταβεβλημένοι υπό του σκότους της αγνοίας είναι και εξουθενωτικόν και αποκρουστικώς ανιαρόν. Το πνεύμα ημών αναζητεί άμεσον διάλογον μετ’ Αυτού· μετ’ Εκείνου, Όστις εκάλεσεν εμέ «εκ του μηδενός». Ποίος παρεβίασε την ησυχίαν μου ως μη‐όντος και έρριψεν εμέ εις την παράλογον και εισέτι αποτρόπαιον τραγωδιοκωμωδίαν; Θέλομεν να γνωρίζωμεν εις ποίον ευρίσκεται η αδικία: εις ημάς ή εις Εκείνον, τον Δημιουργόν; Φαίνεται εις ημάς ότι ήλθομεν εις τον κόσμον τούτον παρά την θέλησιν ημών, ενδεχομένως άνευ συγκαταθέσεως ημών. Ενθυμείται άρα γε τις εξ ημών στιγμήν κατά την οποίαν ηρώτησέ τις αυτόν, «θέλεις να έλθης εις την ζωήν ταύτην;», αποκαλύπτων βεβαίως εκ των προτέρων εις αυτόν οποία είναι αύτη; Είχομεν την δυνατότητα να αρνηθώμεν το δώρον τούτο; Είναι άρα γε δίκαιον να αποδώσωμεν «αφροσύνην τω Θεώ»; (Ιώβ 1,22).

Ιδού, ακούω άλλην φωνήν: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών Εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. 8,12). Εάν τις διψά ερχέσθω προς Με και πινέτω. Ο πιστεύων εις Εμέ … ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιωάν. 7,37‐38). Να μη αποδεχθώ μετά πίστεως την κλήσιν ταύτην του Χριστού, όπως αγωνισθώ όντως δια την απόκτησιν της αμεταθέτου Βασιλείας της αγάπης του Πατρός, και να πορευθώ δια της οδού την οποίαν ο Χριστός έδειξεν εις ημάς; Εάν δεν εδόθη εις ημάς να ποιήσωμέν τι εκ του «μηδενός», έπεται ότι ούτε η ιδέα της αιωνιότητος δύναται να προέρχηται εξ ημών, και η παρουσία αυτής εν ημίν θα ήτο οντολογικώς αδύνατος. 

Εξετάζοντες μετά προσοχής την ροήν της περιβαλλούσης ημάς πραγματικότητος, παρατηρούμεν ότι πάσα πραγματική ανάγκη έχει εν τω κοσμικώ είναι την δυνατότητα της ικανοποιήσεως [//132] χρειάζεται μόνον να ευρεθή η οδός προς αυτήν. Εν τη ιστορία της επιστημονικής προόδου πολλαί ιδέαι αίτινες εφάνησαν υπερμέτρως τολμηραί, επραγματοποιήθησαν νυν προ των οφθαλμών ημών. Διατί θα έπρεπε να αμφιβάλλω ότι και η ιδική μου δίψα της μακαρίας αθανασίας και της αιωνίου ενώσεως μετά του Δημιουργού δύναται ωσαύτως να πραγματοποιηθή;

Πώς μεταβάλλεται το παν ριζικώς, όταν αίφνης ανοίγη η καρδία, ίνα δεχθή την κλήσιν του Χριστού; Εκάστη στιγμή γίνεται πολύτιμος, πλήρης βαθέος νοήματος. Και τα παθήματα και αι χαραί ενούνται κατά θαυμαστόν τρόπον μετά του νέου αγώνος. Η κλίμαξ του ουρανού υψούται προ των οφθαλμών ημών (βλ. Γέν. 28,12). «Ου κληθήσεται έτι το όνομα σου Ιακώβ, αλλά Ισραήλ έσται το όνομα σου ότι ενίσχυσας μετά του Θεού και μετ’ ανθρώπων δυνατός έση» (Γέν. 32,28).

Περί δε του Ονόματός Μου μη ερώτα, διότι είναι θαυμαστόν και συ εισέτι δεν είσαι ικανός να δεχθής Αυτό. Και όμως είσαι ευλογημένος (βλ. Γέν. 32,29). «Ανέτειλε δε αυτώ ο ήλιος, … αυτός δε επέσκαζε τω μηρώ αυτού» (Γέν. 32,31): Δεν απεκαλύφθη εισέτι η οδός προς την τελείαν γνώσιν, αλλά πρόγευσις ήδη εδόθη. Θα λάβη βάθος αύτη εν τη συνειδήσει των Προφητών, θα λεχθούν πολλοί πύρινοι λόγοι περί του Προαιωνίου Λόγου του Πατρός του μέλλοντος να έλθη· και το τέλειον Φως, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία», θα φανή εις ημάς εν πάση τη δυνάμει Αυτού.

Η πάλη μετά του Θεού ενέχει κίνδυνον: Δύναται αύτη να οδηγήση εις τον όλεθρον, αλλά και να καταστήση ημάς ισχυρούς, ώστε να νικήσωμεν τον «παλαιόν άνθρωπον», τον διαφθαρέντα υπό της εωσφορικής υπερηφανίας. Να νικήσωμεν δια της ταπεινώσεως: «… και μετ’ ανθρώπων δυνατός έση». Πώς; Δια της ταπεινώσεως. «Είπε δε [//133] Ιακώβ· ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και ο Θεός του πατρός μου Ισαάκ … εξελού με εκ χειρός του αδελφού μου … Ησαύ, ότι φοβούμαι εγώ αυτόν, μη ποτε ελθών πατάξη με και μητέρα επί τέκνοις» (Γέν. 32,28· 32,9 και 11). «Αναβλέψας δε Ιακώβ τοις οφθαλμοίς αυτού είδε και ιδού Ησαύ ο αδελφός αυτού ερχόμενος και τετρακόσιοι άνδρες μετ’ αυτού … αυτός δε (Ιακώβ) … προσεκύνησεν επί την γην επτάκις έως του εγγίσαι τω αδελφώ αυτού. Και προσέδραμεν Ησαύ εις συνάντησιν αυτώ και περιλαβών αυτόν προσέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν και έκλαυσαν αμφότεροι» (Γέν. 33,1 και 34). Επραΰνθη ο Ησαύ, όστις εμίσει τον Ιακώβ τον δι’ απάτης σφετερισθέντα την ανήκουσαν εις αυτόν ευλογίαν του πατρός αυτών Ισαάκ. Εν τω Ιακώβ εδόθη εις ημάς τύπος ταπεινής μετανοίας.

Η εν όλω τω κόσμω παρατηρούμενη πνευματική κρίσις άρα γε δεν είναι προετοιμασία προς μίαν νέαν μεγάλην αναγέννησιν; Επομένως, ό,τι τελείται νυν εις τας ψυχάς μεμονωμένων ατόμων, δύναται να λάβη χώραν και εις πλήθος ψυχών. Και τούτο είναι δυνατόν να έλθη ως ισχυρά πλήμμυρα, ως εκτυφλωτική αστραπή εν μεσονυκτίω σκότει. Η δοθείσα εις ημάς περίοδος της ιστορίας δύναται και θα ώφειλε να αποβή περίοδος αφομοιώσεως του είναι εις όλας αυτού τας διαστάσεις. Εν τω φωτί της ελπίδος ταύτης τα παθήματα καθʹ εαυτά διανοίγουν ενώπιον ημών μεγαλειώδες θέαμα: «Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα, και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν» (Ψαλμ. 18,3), εάν διερχώμεθα αυτάς εν προσευχή, ήτις φθάνει «τα όρια της οικουμένης» «Απ’ άκρου του ουρανού η έξοδος αυτής (της προσευχής), και το κατάντημα αυτής έως άκρου του ουρανού, και ουκ έστιν ός αποκρυβήσεται της θέρμης αυτής (της προσευχής)» (πρβλ. Ψαλμ. 18,7). Αύτη και ημάς [//134] θερμαίνει και ευφραίνει. Είναι ο αγωγός δια του οποίου μεταδίδεται η Άνωθεν αποκάλυψις.

«Είη το Όνομα του Θεού ημών ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος».

Η σειρά της περί του Θεού αποκαλύψεως, ήτις εκτίθεται εν τη Αγία Γραφή, συμπίπτει εις μέγαν βαθμόν μετά της διαδικασίας της προσωπικής ημών προόδου – αυξάνομεν εν τη γνώσει ομοίως προς τους προπάτορας και τους πατέρας ημών: Κατ’ αρχήν οι άνθρωποι συλλαμβάνουν την έννοιαν περί Ανωτέρου Όντος. Έπειτα συνεχώς νέα και νέα κατηγορήματα Αυτού γίνονται γνωστά εις το ανθρώπινον πνεύμα, ούτω δε φθάνει η ώρα του φοβερού Σιναϊτικού «Εγώ ειμι» (Έξ. 3,14). Εις τους επακολουθήσαντας αιώνας εμβαθύνεται η πείρα και η κατανόησις, καίτοι δεν επιτυγχάνεται εισέτι η τελειότης, μέχρις ότου έλθη ο Προσδοκώμενος.

Ο υπερώνυμος κατά την Ουσίαν Αυτού, αποκαλύπτεται εις τα κτισθέντα κατ’ εικόνα Αυτού λογικά όντα υπό πλήθος ονομάτων: Αιώνιος, Παντογνώστης, Παντοδύναμος, Παντοκράτωρ· Φως, Ζωή, Κάλλος, Σοφία, Αγαθότης, Αλήθεια, Αγάπη, Δίκαιος, Σώζων, Άγιος, Αγιασμός, κλπ. Εις έκαστον και δι’ ενός εκάστου εξ αυτών αισθανόμεθα την προς ημάς επαφήν του Μόνου Θεού, ένεκα δε του αδιαιρέτου Αυτού έχομεν Αυτόν όλον. Πρέπον είναι να σκεπτώμεθα ούτως, αλλ’ εν ταυτώ ουδέ έν εξ αυτών των ονομάτων δίδει εις ημάς το πλήρωμα της κατανοήσεως «καθώς εστιν» Ούτος. Το Είναι Αυτού κατά την Ουσίαν Αυτού υπερέχει πάντων των Ονομάτων. Παρά ταύτα συνεχίζει Ούτος να αποκαλύπτηται δια των Ονομάτων.

Προ είκοσι αιώνων ήλθεν Εκείνος, ο Λόγος του Πατρός, τον Οποίον ανέμενον οι λαοί. Ο Υπερκόσμιος κατά [//135] την Ουσίαν Αυτού Ποιητής της φύσεως ημών «έλαβε μορφήν δούλου εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρέθη ως άνθρωπος» (πρβλ. Φιλ. 2,7). Ο Άναρχος Λόγος του Πατρός «σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1,14). Ο Αιώνιος εφανέρωσεν Εαυτόν εν χρόνω. Η αποκάλυψις έφερεν εις ημάς το νέον Όνομα: Ιησούς, Σωτήρ, ή Θεός‐Σωτήρ. Το μέγα Φως εισήλθεν εις την ζωήν του κόσμου. Ανέτειλε νέα εποχή. Ήτο ιερά η ιστορία από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως. Ιερά από της στιγμής της Σιναϊτικής Θεοφανείας. Και πλέον έτι ιερά από της στιγμής της ελεύσεως του Χριστού.

Και ενωρίτερον υπήρξαν ιδέαι περί Θεού‐Σωτήρος, αλλά μετά διαφόρου περιεχομένου, άλλης διαστάσεως· είχον χαρακτήρα ασυγκρίτως ολιγώτερον συγκεκριμένον. «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε Φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς» (Ματθ. 4,16).

Το Όνομα Ιησούς αποκαλύπτει πρωτίστως εις ημάς το νόημα και τον σκοπόν της εν σαρκί ελεύσεως του Θεού: «δια την ημών σωτηρίαν». Η πρόσληψις της φύσεως ημών υπό του Θεού δεικνύει την δυνατότητα να γίνωμεν και ημείς τέκνα Θεού. Η υιοθεσία αύτη συνίσταται εις την μετάδοσιν εις ημάς της Θείας μορφής υπάρξεως: «Εν Αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2,9). Μετά την Ανάληψιν εκάθισεν Ούτος εν δεξιά του Πατρός, ήδη δε και ως Υιός Ανθρώπου. Ιδού, πώς ομιλεί ο Ίδιος: «Την δόξαν ήν δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς Ημείς έν εσμέν, Εγώ εν αυτοίς και Συ εν Εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν, και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι Συ Με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς Εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκας Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσι μετ’ Εμού, ίνα [//136] θεωρώσι την δόξαν την Εμήν ήν έδωκας Μοι, ότι ηγάπησας Με προ καταβολής κόσμου … εγνώρισα αυτοίς το Όνομα Σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ήν ηγάπησας Με εν αυτοίς ή, καγώ εν αυτοίς» (Ιωάν. 17,22‐26).

Ο νους ημών σιγά εν θαυμασμώ προ του μυστηρίου τούτου: Ο Κτίστης ενεδύθη το κτιστόν· ο Αιώνιος και Υπερκόσμιος προσέλαβε την πρόσκαιρον και ευμετάβλητον μορφήν του είναι· το Πνεύμα, το υπερέχον πάσαν έννοιαν, εγένετο σαρξ εν τω προσώπω του Λόγου και έδωκεν εις ημάς την δυνατότητα να ψηλαφήσωμεν Αυτόν δια των χειρών, να ατενίσωμεν εις Αυτόν δια των σωματικών οφθαλμών· ο Απαθής υπεβλήθη εις παθήματα· η Άναρχος Ζωή συνεδέθη μετά του θανάτου.

Ο φιλοσοφών νους εγκαταλελειμμένος εις εαυτόν δεν δύναται να συμφωνήση μετά της Ευαγγελικής εντολής. Τούτο αποτελεί δι’ αυτόν αφροσύνην. Το Απόλυτον των φιλοσόφων δεν έλαβε την άδειαν παρά των δημιουργών αυτού να κενώση εαυτό μέχρι και της δουλικής μορφής (βλ. Φιλ. 2,7). Το φανταζόμενον υπ’ αυτών Απόλυτον είναι κατ’ ουσίαν το μη‐όν (υπό την πλήρη έννοιαν της λέξεως ταύτης). Προ της ελεύσεως του Χριστού υπήρξαν πολλοί νόες, οίτινες ανέπτυξαν λίαν ελκυστικάς θεωρίας περί ενός τοιούτου αφηρημένου Απολύτου. Δια τούτο δεν πρέπει να εκπλήττη ημάς η εμφάνισις των ιδίων τάσεων επί των ημερών ημών. Δυστυχώς πολλοί γίνονται θύματα της πνευματικής ταύτης παραπλανήσεως. Ο μέγας Παύλος έψαλεν εν σχέσει προς τούτο τον μεγαλοφυή ύμνον: «Γέγραπται γαρ· απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω … ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, [//137] Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, … Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1,19‐25).

«Ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1,14). Δεν κατανοούμεν πώς είναι τούτο δυνατόν, αλλά δεν αποκλείομεν ότι Εκείνος, Όστις έπλασε την φύσιν ημών, ηδύνατο να προσλάβη αυτήν εν τη Υποστάσει Αυτού. Δεν προσέλαβε νέαν, άλλην υπόστασιν, ανθρωπίνην. Μένων εν τη αιωνία Αυτού Υποστάσει ως Θεός ήνωσεν εν Αυτή την Θείαν φύσιν μετά της κτιστής φύσεως. Εφανέρωσεν εις ημάς εν σαρκί την τελειότητα του Πατρός, και έδειξε μετ’ εξαιρέτου δυνάμεως την σύγκρασιν Θεού και Ανθρώπου.

Ο Χριστός έφερεν εις ημάς την γνώσιν της Αγίας Τριάδος: του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο Μωυσής υπό το Όνομα Γιαχβέ – Εγώ ειμι – ηννόει έν Πρόσωπον. Ο Λόγος και το Πνεύμα ήσαν δι’ αυτόν ενέργειαι του Ενός Όντος. Εις ημάς δε απεκαλύφθη ότι ο Λόγος και το Πνεύμα είναι Υποστάσεις ομότιμοι προς τον Πατέρα: Είς ο Θεός εν τη Ουσία Αυτού, τριπλούς εν ταις Υποστάσεσιν. Εικόνα του Θεού τούτου αποτελεί η μία φύσις του Ανθρώπου εν τω πλήθει των υποστάσεων.

Ένεκα της ενότητος του Θεού το Όνομα Εγώ ειμι αναφέρεται εξ ίσου και εις όλην την Τριάδα και εις εκάστην Υπόστασιν ιδιαιτέρως. Το Όνομα τούτο καθώς και πολλά άλλα δύναται, και οφείλει, να εννοήται και ως κοινόν (προσηγορικόν) Όνομα, και ως ίδιον εκάστου Προσώπου. Ομοίως ως και το Όνομα Κύριος, αναφέρεται και εις τα τρία ομού Πρόσωπα, εν ταυτώ δε χρησιμοποιείται [//138] και ως ίδιον Όνομα δι’ έν έκαστον των τριών Προσώπων. Το αυτό είναι δυνατόν να είπωμεν και περί του Ονόματος Ιησούς – τουτέστι Θεός Σωτήρ. Αλλ’ εν τη ασκήσει της προσευχής χρησιμοποιούμεν το Όνομα τούτο Ιησούς αποκλειστικώς ως ίδιον Όνομα του Χριστού, του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Κατά την αρχαιότητα η γνώσις περί της Θεότητος εδίδετο εις το ανθρώπινον πνεύμα δια μέσου Ονομάτων, άτινα απεκάλυπτον κυρίως τας ιδιότητας του Θεού, τα κατηγορήματα Αυτού: την παντοδυναμίαν, την πανταχού παρουσίαν, την παγγνωσίαν, την πρόνοιαν, την δόξαν και τα όμοια. Εις τον Μωϋσήν όμως το όνομα Γιαχβέ‐Εγώ ειμι εδόθη ως ίδιον Όνομα του Θεού. Δια της σαρκώσεως του Λόγου του Πατρός απτόμεθα του Θεού υπό τοιαύτην μορφήν, εις τοιούτον πλήρωμα, ώστε να μη αναμένωμεν περαιτέρω συμπλήρωσιν, αλλά να έχωμεν μόνον ανάγκην αγώνος ζωής συμφώνου προς τας εντολάς ίνα προσλάβωμεν το δώρον εις τας αληθείς αυτού διαστάσεις: Έζησεν Ούτος μεθ’ ημών υπό τας συνθήκας της πτώσεως ημών· ωμίλησε προς ημάς εις την γλώσσαν ημών· συγκατέβη μέχρις ημών εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να ψηλαφήσωμεν Αυτόν· εν ορατή μορφή εφανέρωσεν εις ημάς τον Αόρατον Πατέρα εν τη τελειότητι. Απεκάλυψεν εις ημάς πάντα όσα αφορούν εις τας σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Η σωτηρία την οποίαν έφερεν έχει αποκλειστικώς συγκεκριμένον χαρακτήρα. Ήρχισε το κήρυγμα Αυτού δια της κλήσεως: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,17). Εις το κήρυγμα τούτο παρατηρούμεν συνέχισιν της συνομιλίας Αυτού μετά του Αδάμ εν τω Παραδείσω (πρβλ. 3,8‐19).

Είναι μέγα το Όνομα Εγώ ειμι· μέγα το Όνομα της [//139] Αγίας Τριάδος· μέγα ωσαύτως και το Όνομα Ιησούς. Περί του Ονόματος Αυτού είναι δυνατόν να είπωμεν πολλά: Είναι ανεξάντλητον κατά το περιεχόμενον αυτού· ανήκει εις Εκείνον, εις τον Οποίον πάντα τα όντα οφείλουν την ύπαρξιν αυτών: «Πάντα δι’ Αυτού εγένετο, και χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. Εν Αυτώ ζωή ήν, και η ζωή ήν το φως των ανθρώπων» (Ιωάν. 1,3‐4). Ούτος είναι «εν αρχή»· τουτέστιν είναι η αρχή πάσης της κτίσεως. Εν τη ενδοτριαδική ζωή είναι εστραμμένος προς τον Πατέρα· εν τη πράξει δε της δημιουργίας ο αυτός Λόγος εστράφη προς τα κατ’ εικόνα Αυτού κτίσματα.

Το Όνομα Ιησούς και ως έννοια‐γνώσις, και ως «ενέργεια» του Θεού εν σχέσει προς τον κόσμον, και ως ίδιον Όνομα Αυτού, συνδέεται οντολογικώς μετ’ Αυτού. Το Όνομα τούτο είναι πνευματική πραγματικότης· το ακουστικόν αίσθημα Αυτού (το σημαίνον) δύναται να ταυτισθή προς το σημαινόμενον, αλλ’ ουχί απαραιτήτως. Ως όνομα εδόθη εις πολλούς βροτούς, αλλά όταν προσευχώμεθα, προφέρομεν τούτο μετ’ άλλου περιεχομένου, μετ’ άλλης διαθέσεως του πνεύματος ημών. Αποβαίνει δι’ ημάς γέφυρα μεταξύ ημών και Αυτού· καθίσταται αγωγός, δια του οποίου έρχονται εις ημάς τα ρεύματα της Θείας δυνάμεως. Ως προερχόμενον εκ του Αγίου Θεού είναι άγιον, αγιάζει δε ημάς δια της επικλήσεως αυτού. Μετά του Ονόματος τούτου και δι’ αυτού η προσευχή αποκτά αισθητόν χαρακτήρα: Ενοί ημάς μετά του Θεού. Εν τω Ονόματι τούτω είναι παρών ο Θεός ως εν τινι πολυτίμω δοχείω πλήρει αρώματος. Χάριν τούτου ο Υπερκόσμιος γίνεται αισθητώς ενδοκόσμιος. Ως θεία ενέργεια τούτο εκπορεύεται εκ της Ουσίας της Θεότητος και είναι Θείον καθ’ εαυτό.

Όταν προσευχώμεθα έχοντες συνείδησιν των όσων [//140] ελέχθησαν ανωτέρω, η προσευχή γίνεται πράξις φοβερά και εν ταυτώ πανηγυρική. Κατά την αρχαιότητα εδόθη η εντολή να μη προφέρηται το Όνομα του Θεού επί ματαίω. Ο Κύριος δε έδωκε την εντολήν και την υπόσχεσιν να «αιτώμεν παρά του Πατρός εν τω Ονόματι Αυτού» (πρβλ. Ιωάν. 14,13‐14· 15,16). Δια της ελεύσεως του Χριστού απεκαλύφθησαν εις ημάς όλα τα Ονόματα του Θεού εν τη βαθυτέρα αυτών εννοία, ημείς δε έπρεπε να τρέμωμεν – ως τούτο συμβαίνει μετά πολλών ασκητών, εν μέσω των οποίων εδόθη εις εμέ να ζήσω – προφέροντες το Άγιον Όνομα του Ιησού. Θα ήτο τολμηρόν να είπω ότι και εγώ είμαι ζων μάρτυς του ότι η αξία επίκλησις του Ονόματος τούτου πληροί δια της παρουσίας του Αιωνίου Θεού όλον το είναι ημών, μεταφέρει τον νουν εις άλλας σφαίρας και μεταδίδει εις ημάς ιδιαιτέραν ενέργειαν νέας ζωής. Το Θείον Φως, περί του οποίου δεν είναι εύκολον να ομιλήσωμεν, έρχεται δια του Ονόματος τούτου.

Γνωρίζομεν ότι ουχί το Όνομα Ιησούς, αλλά και πάντα τα άλλα Ονόματα, τα αποκαλυφθέντα ημίν Άνωθεν, συνδέονται οντολογικώς μετ’ Αυτού – του Θεού. Γνωρίζομεν τούτο εκ της πείρας της Εκκλησίας. Όλα τα μυστήρια εν τη Εκκλησία ημών τελούνται δια της επικλήσεως των Θείων Ονομάτων και πρωτίστως της Αγίας Τριάδος: του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η όλη λατρεία ημών θεμελιούται επί της επικλήσεως των Θείων Ονομάτων. Δεν αποδίδομεν εις την ακουστικήν αυτών μορφήν μαγικήν δύναμιν· όταν όμως προφέρωμεν ταύτα εν αληθεί ομολογία πίστεως και εν καταστάσει φόβου Θεού, ευλαβείας και αγάπης, έχομεν όντως και τον Θεόν ομού μετά των Ονομάτων Αυτού. 

Πολλαί γενεαί ιερουργών εφύλαξαν την γνώσιν της δυνάμεως του Ονόματος του Θεού και ετέλουν τα μυστήρια μετά [//141] βαθείας αισθήσεως της παρουσίας του Ζώντος Θεού. Εις αυτούς απεκαλύφθη το μυστήριον της ιερουργίας της Θείας Λειτουργίας. Δεν αμφέβαλλον ούτοι ότι το Αίμα και το Σώμα του Χριστού ευρίσκονται ενώπιον αυτών εν όλη αυτών τη πραγματικότητι. Επί του άρτου και του οίνου εγένετο η επίκλησις του Ονόματος Εκείνου, Όστις προφέρει λόγον, και ο λόγος εκείνος καθίσταται «γεγονός». «Και είπεν ο Θεός, γενηθήτω φως και εγένετο φως» (Γέν. 1,3).

Η λήθη του οντολογικού χαρακτήρος των Ονομάτων του Θεού, η απουσία της πείρας ταύτης εν τη προσευχή και τη τελέσει των μυστηρίων ηρήμωσε την ζωήν πολλών. Δι’ αυτούς η προσευχή και αυτά τα μυστήρια απώλεσαν την αιωνίαν πραγματικότητα αυτών. Η Λειτουργία εκ Θείας Πράξεως μεταπίπτει εις απλώς ψυχολογικήν ή διανοητικήν ανάμνησιν. Πολλοί έφθασαν μέχρι του σημείου να θεωρούν την προσευχήν ανώφελον απώλειαν χρόνου, ιδιαιτέρως εάν μετά την προσευχήν υπέρ βιωτικών αναγκών δεν εξεπληρώθη το αίτημα αυτών … Αλλά δεν αποτελεί άρα γε η ένωσις του είναι ημών μετά του Θεού το σημαντικώτερον θαύμα της υπάρξεως ημών; 

Τούτο αποτελεί εκείνην την «αγαθήν μερίδα», ήτις δεν αφαιρείται αφ’ ημών δια του θανάτου. Το γεγονός της αναστάσεως ημών εν τω Θεώ, ως τελικού σκοπού της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω, θα έπρεπε να αποτελή το επίκεντρον της προσοχής ημών. Η αγάπη προς τον Χριστόν, η πληρούσα τον όλον άνθρωπον, αλλάσει την ζωήν ημών ριζικώς. Ούτος ήνωσεν εν Εαυτώ τω Ιδίω τον Θεόν και τον άνθρωπον, και δι’ Αυτού έχομεν την προσαγωγήν προς τον Πατέρα. Υπάρχει άρα γε μείζον τι, όπερ θα ήτο δυνατόν να επιθυμήσωμεν;

[//142] Εκείνοι, οίτινες ηγάπησαν τον Χριστόν και το Όνομα Αυτού, ευφραίνονται επί τη αναγνώσει του Ευαγγελίου και της Αγίας Γραφής εν γένει. Τα Θεία Ονόματα και το εξ αυτών εκπορευόμενον Νόημα και Φως ελκύουν το πνεύμα του ανθρώπου, ώστε υπό ουδενός άλλου δύναται να δελεασθή. Ιδού, μετά ποίας υψηλής εμπνεύσεως ομιλεί ο Πέτρος: «Ουδέ γαρ Όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον τοις ανθρώποις εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4,12)· ή «αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι· ό δε έχω τούτο σοι δίδωμι· εν τω Ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει» (Πράξ. 3,6). 

Εν άλλη περιπτώσει οι Απόστολοι «ήραν φωνήν προς τον Θεόν και είπον· Δέσποτα, Συ ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς … έπιδε επί τας απειλάς αυτών (των βασιλέων και εξουσιαστών του κόσμου τούτου – Ηρωδών και Πιλάτων συν ένθεσι και λαοίς Ισραήλ) και δος τοις δούλοις Σου μετά παρρησίας πάσης λαλείν τον λόγον Σου εν τω την χείρα Σου εκτείνειν Σε εις ίασιν και σημεία και τέρατα γίνεσθαι δια του Ονόματος του Αγίου Παιδός Σου Ιησού. Και δεηθέντων αυτών εσαλεύθη ο τόπος εν ώ ήσαν συνηγμένοι, και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου, και ελάλουν τον λόγον του Θεού μετά παρρησίας … χάρις τε μεγάλη ήν επί πάντας αυτούς» (πρβλ. Πράξ. 4,24‐33).

Ο Θεός υπερβαίνει κατά την Ουσίαν Αυτού τα πάντα, και είναι επομένως επέκεινα παντός ονόματος και πάσης εννοίας. Όταν όμως αποκαλύπτηται, δίδει εις ημάς την ζώσαν πείραν της Παρουσίας Αυτού και αύτη φανερούται δια των Ονομάτων. Ούτω λοιπόν, όλη η Γραφή απ’ αρχής μέχρι τέλους γέμει μαρτυριών περί του Θεού δια των Ονομάτων Αυτού. Και δεν παύει να γλυκαίνηται το πνεύμα ημών εν τη συναντήσει των ιερών λόγων, και [//143] ευλογεί η ψυχή τον Θεόν, Όστις έδωκεν εις ημάς το ανεκτίμητον τούτο δώρον.

Βραδέως αναπτύσσεται ο άνθρωπος εν τη σφαίρα της γνώσεως του Θεού. Θα παρέλθουν χρόνοι και χρόνοι, πριν ή αποκαλυφθή εν τη συνειδήσει ημών το μεγαλειώδες θέαμα του Είναι: η δημιουργία του κόσμου μετά των κοσμικών δυνάμεων και φαινομένων και του ανθρώπου, ότε «Κύριος ο Θεός … ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2,7). Ο άνθρωπος αποτελεί συνδέουσαν αρχήν μεταξύ του Θεού και της λοιπής δημιουργίας, διότι εν αυτώ πραγματοποιείται η ένωσις των κτιστών κοσμικών ενεργειών μετά του Ακτίστου. Εκάστη ενέργεια εκπορευομένη εκ του Θεού, εκ της Ουσίας της Θεότητος, καλείται υπό των θεολόγων «θεότης». Εν τούτοις η Ουσία είναι αμέθεκτος, ενώ η Θεία ζωή ενούται μετά του ανθρώπου δυνάμει της Θείας ενεργείας. Η θέωσις τελείται δια της ακτίστου χάριτος. Το εναργέστερον παράδειγμα εν τη Καινή Διαθήκη συνιστά η Θαβώριος Αποκάλυψις: Εν τω οφθέντι Φωτί ήκουσαν οι Απόστολοι την φωνήν του Πατρός: «Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός» (Ματθ. 17,5). Και το Φως και η Φωνή (αμφότερα ανεξιχνίαστα) είναι «θεότης».

Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να μάθωμεν να διακρίνωμεν τας ενεργείας κατά την προέλευσιν αυτών. Η ανικανότης προς διάκρισιν θα βραδύνη την διαδικασίαν της πνευματικής ημών αναπτύξεως.
Δεν θα ήτο περιττόν να τονίσωμεν ότι εν τη δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή ουδέν το αυτόματον ή μαγικόν έχομεν. Εάν δεν αγωνιζώμεθα να τηρήσωμεν τας εντολάς Αυτού ματαία θα είναι και η επίκλησις του Ονόματος. Ο Ίδιος είπε: «Πολλοί ερούσι Μοι εν εκείνη τη [//144] ημέρα Κύριε, Κύριε, ου τω Σω Ονόματι προεφητεύσαμεν και τω Σω Ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν και τω Σω Ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Και τότε ομολογήσω αυτοίς ότι ουδέποτε έγνων υμάς· αποχωρείτε απ’ Εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ. 7,22‐23).

 Είναι σημαντικόν όπως ομοιωθώμεν προς τον Μωϋσήν, όστις εν υπομονή «τον Αόρατον ως ορών εκαρτέρησεν» (Εβρ. 11,27), και επικαλώμεθα Αυτόν εν συνειδήσει του οντολογικού συνδέσμου Ονόματος και Ονομαζομένου, του Προσώπου του Χριστού. Η αγάπη προς Αυτόν θα αναπτύσσηται και θα τελειούται κατά το μέτρον της αυξήσεως και εμβαθύνσεως ημών εις την γνώσιν της ζωής του ηγαπημένου Θεού. Όταν κατ’ άνθρωπον αγαπώμεν τινα, τότε μετ’ ευχαρίστου αισθήματος προφέρομεν το όνομα αυτού και δεν καταπονούμεθα εκ της επαναλήψεως. Ούτω συμβαίνει, και πολλώ μάλλον, μετά του Ονόματος του Κυρίου.

Όταν ηγαπημένον υφ’ ημών πρόσωπον συνεχώς, έτι και πλείον, αποκαλύπτηται ενώπιον ημών εν τοις χαρίσμασιν αυτού, αυξάνει και η αξία αυτού δι’ ημάς, μετά χαράς δε παρατηρούμεν εν αυτώ νέα χαρακτηριστικά. Ούτω συμβαίνει και μετά του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Μετά συναρπαστικού ενδιαφέροντος ανακαλύπτομεν εν τω Ονόματι Αυτού νέα μυστήρια των οδών του Θεού και γινόμεθα οι ίδιοι φορείς της πραγματικότητος εκείνης, ήτις περικλείεται εις τα Ονόματα. Δια της ζώσης αυτής γνώσεως εν τη πείρα της ζωής ημών μετέχομεν της αιωνιότητος: «Αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσι Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και Όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. 17,3).

Κύριε Ιησού, Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου.

[//145] Το Όνομα Ιησούς εδόθη κατ’ αποκάλυψιν Άνωθεν. Τούτο προέρχεται εκ της αιωνίου Θείας σφαίρας και ουδόλως αποτελεί επινόησιν γηΐνου νοός, καίτοι είναι εκπεφρασμένον δια ανθρωπίνης (κτιστής) λέξεως. Η αποκάλυψις είναι πράξις‐ενέργεια της Θεότητος, ως τοιαύτη δε ανήκει εις άλλο επίπεδον και υπερβαίνει τας κοσμικάς ενεργείας. Εν τη υπερκοσμίω αυτού δόξη το Όνομα Ιησούς είναι μετακοσμικόν. Όταν προφέρωμεν το Όνομα τούτο του Χριστού, επικαλούμενοι Αυτόν εις κοινωνίαν μεθ’ ημών, τότε Ούτος, ο τα πάντα πληρών, προσέχει ημάς και ημείς εισερχόμεθα εις ζώσαν επαφήν μετ’ Αυτού. Ως προαιώνιος Λόγος του Πατρός μένει εν αδιαστάτω ενότητι μετ’ Αυτού, και ο Θεός‐Πατήρ δια του Λόγου Αυτού εισέρχεται εις κοινωνίαν μεθ’ ημών. Ο Χριστός είναι ο Μονογενής και συναΐδιος Υιός του Πατρός, και ως εκ τούτου δύναται να λέγη: «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Εμού» (Ιωάν. 4,6). 

Το Όνομα Ιησούς σημαίνει Θεός‐Σωτήρ· ως τοιούτον δύναται να αποδοθή εις την Αγίαν Τριάδα· είναι δυνατή η αναφορά αυτού και προς εκάστην Υπόστασιν ιδιαιτέρως. Εν τη προσευχή όμως ημών το Όνομα Ιησούς χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ως κύριον Όνομα του Θεανθρώπου, και η προσοχή του νοός ημών στρέφεται προς Αυτόν. «Εν Αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Κορ. 2,9). Εν Αυτώ ευρίσκεται ουχί μόνον ο Θεός, αλλά και άπαν το γένος των ανθρώπων. Προσευχόμενοι για του Ονόματος του Ιησού Χριστού ιστάμεθα προ του απολύτου πληρώματος του Ακτίστου Πρωταρχικού Είναι αλλά και του κτιστού είναι. Ίνα εισέλθωμεν εις την περιοχήν τούτου του πληρώματος του Είναι, οφείλομεν να δεχθώμεν Αυτόν εν ημίν τοσούτον, ώστε η ζωή Αυτού να αποβή και ημετέρα, δια της επικλήσεως [//146] του Ονόματος Αυτού συμφώνως προς την εντολήν: Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν, ο δε «κολλώμενος τω Κυρίω έν πνεύμα εστι» (Α’ Κορ. 6,17).

Ανεφέρθην επί μακρόν εις την δογματικήν σημασίαν της προσευχής του Ιησού, διότι κατά τας τελευταίας δεκαετίας πολλάκις συνέβη να συναντήσω εσφαλμένας αντιλήψεις ως προς την άσκησιν ταύτης. Πλέον ανεπίτρεπτος είναι η ανάμιξις αυτής μετά της γιόγκα του βουδδισμού, έτι δε του «υπερβατικού διαλογισμού» και των ομοίων τούτοις. Η ριζική διαφορά όλων αυτών των αποκλίσεων από του Χριστιανισμού έγκειται εις το ότι θεμέλιον της ζωής ημών είναι η Αποκάλυψις περί του Προσωπικού Θεού: Εγώ ειμι. Όλαι αι άλλαι οδοί εκτρέπουν τον νουν του ανθρώπου από των προσωπικών σχέσεων μεταξύ Θεού και προσευχομένου προς την περιοχήν του αφηρημένου υπερπροσωπικού Απολύτου, προς άσκησιν μη έχουσαν αναφοράν εις πρόσωπον.

Ο διαλογισμός ως απέκδυσις του νοός ημών από πάντων των σχημάτων, δύναται να δώση εις ημάς την αίσθησιν αναπαύσεως, ειρήνης, εξόδου εκ των συνθηκών του χρόνου και του χώρου, αλλ’ εν αυτώ δεν υπάρχει η ενσυνείδητος παράστασις ενώπιον του προσωπικού Θεού· δεν υπάρχει εν αυτώ πραγματική προσευχή, τουτέστι προσευχή προσώπου προς Πρόσωπον. Τούτο δύναται να έχω ως αποτέλεσμα την ικανοποίησιν του ελκυομένου υπό του διαλογισμού εις ψυχικάς καταστάσεις παρομοίων φαινομένων και, όπερ και χείριστον, αυτή η έννοια του Ζώντος Θεού – του Προσωπικού Απολύτου – να καταστή δι’ αυτόν αλλότριος. Δεν είναι σπάνιαι αι ασύνετοι απόπειραι να αποκτηθή η «κοσμική συνείδησις», εισέτι [//147] δε και η πείρα της αμέσου κοινωνίας του Υπερπροσωπικού Απολύτου εις βραχύ χρονικόν διάστημα. Κατ’ ουσίαν όμως η άσκησις του είδους τούτου οδηγεί εις απομάκρυνσιν από του Αληθινού Θεού, του όντως Όντος.

Η Ευαγγελική διδαζή δεν ομιλεί μόνον περί του Προσωπικού Θεού, αλλά και περί της προσωπικής αθανασίας των σωζομένων. Τούτο κατορθούται δια της νίκης επί του κόσμου των παθών. Υψηλόν και μεγαλειώδες έργον! «Θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα τον κόσμον»· γνωρίζομεν δε ότι δεν είναι εύκολος η νίκη αύτη. Και πάλιν ο Χριστός διδάσκει: «Εισέλθετε δια της στενής πύλης· ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν. Προσέχετε δε από των ψευδοπροφητών …» (Ματθ. 7,13‐15).

Εις τι συνίσταται η απώλεια; Εις το ότι οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τον αποκαλυφθέντα εις ημάς Ζώντα Θεόν, φερόμενοι προς το «μηδέν» εκείνο, εκ του οποίου εκλήθησαν εις το είναι, ίνα μετάσχουν της αιωνίου μακαριότητος υπό την μορφήν της υιοθεσίας δια της εν αυτοίς κατοικήσεως του Θεού της Αγίας Τριάδος.

Ίνα πιστεύση τις εις τον Χριστόν είναι ανάγκη ή να έχη παιδικήν απλότητα – «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 18,3) – ή να εξομοιωθή προς τον Παύλον, όστις κατά την μωρίαν της τόλμης αυτού λέγει: «Ημείς μωροί δια Χριστόν … ημείς ασθενείς … ημείς άτιμοι … ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι» (Α’ Κορ. 4,10‐13)· και όμως «θεμέλιον … άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, Ός εστιν Ιησούς Χριστός» (Α’ Κορ. 3,11)· «παρακαλώ ουν υμάς, [//148] μιμηταί μου γίνεσθε» (Α’ Κορ. 4,16).

Εκ της χριστιανικής πείρας γνωρίζομεν ότι η κοσμική συνείδησις χαρίζεται εν προσευχή ομοία προς την Προσευχήν του Κυρίου εν Γεθσημανή, και ουχί εν τω φιλοσοφικώ υπερβατισμώ· «και είπεν (ο Κύριος) αυτοίς … ούτως έδει … κηρυχθήναι επί τω Ονόματι Αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη … υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων. Και ιδού Εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του Πατρός Μου εφ’ υμάς … υμείς δε (μείνατε εν προσευχή) … έως ού ενδύσησθε δύναμιν εξ ύψους» Λουκ. 24,46‐49).

απόσπασμα από :
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
1993

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...