/*--

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΣΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΩ... Χριστός Ανέστακας!

  
Xριστός Ανέστακας, αναγνώστη μου μερωντικέ.

Ναι, ανέστακας ο Χριστός, έτσ’ απαράλλαχτα ως το ’πε ο παλιός καλογερόπαπας στη βιασύνη ντου και στη χαρά ντου, ν’ αναγγείλει και να μεγεθύνει το μέγα συμβάν. Ως μας λέει ο Καζαντζάκης, «η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη “ανέστη” του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. Και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το Χριστό».


Κείνους τους χρόνους τους παλιούς, που οι Τούρκοι ήτονε στα πράγματα, λίγοι γνωρίζανε γράμματα. Ημερολόγια και ωρολόγια εκκλησιαστικά σπάνια βρίσκουνταν, και κάθα χωριό ήτονε κι ένας κόσμος αυτόφωτος κι αυτεξούσιος, αν ετύχαινε μάλιστα να βρίσκεται σε βουνό σκαρφαλωμένο και ξεμοναχιασμένο, σαν εκείνο που σας ανιστορώ. Όπου οι άθρωποί του χάσανε μια χρονιά τα μερομήνια, καθώς έπεφτε νωρίς το Πάσχα, το χιόνι δεν ήτονε λυωμένο και το χωριό βρίσκουνταν αποκομμένο από τον αποδέλοιπο κόσμο, καθώς δεν είχε βέβαια τελέγραφους, δρόμους, σούστες και τέτοιες πολυτέλειες. Κι ως είδανε τον παπά του πέρα μοναστηριού που πήγε ν’ αναστήσει, τον ερωτούσαν ανίδεοι:

–Πότες πέφτει, γέροντα, οφέτος η Λαμπρή;

Κι εκείνος, απορημένος που ζούσαν ακόμης αθρώποι κρουφά του Θεού, μα και περίχαρος που από τ’ αχείλι ντου θα πρωτακούγανε το άγγελμα της Ανάστασης, εσήκωσε τα χέρια ντου κι αρχίνιξε να σπαθοκοπά με τα φαρδομάνικά ντου και να διαλαλεί ετούτο το «Ανέστηκα». Για να δείξει μεγαλώτατο το μέγα συμβάν, και να ξυπνήσει «τους ραθυμούντας», ως αποκαλούν τσι κοιμισμένους οι Γραφές, κι οι παπάδες.

–Χριστός Ανέστακας, ευλοημένοι, από ντα ’ψες, μόνο βροντάτε διπλοκάμπανα και γλακάτε στην εκκλησία να σας σε ψάλλω τ’ Αναστάσιμα...

Χριστός Ανέστακας, το λοιπόν, αναγνώστη μου μερωντικέ, που πολλά ’χω να σου διηγούμαι για τούτες τις πασίχαρες ημέρες της Λαμπρής, μ’ από πού να ξεκινήσω και πού να τελειώσω και πού να βρίστω τοσονά χαρτί και για να τα τυπώσω.

Ήθελα να σου ’γραφα το λοιπόν αναγνώστη μου, μια πρωτινή αρμενιανή Ανάσταση, μ’ ούλα τα περίλαμπρα περιστατικά τζη, που δε χωρούνε όμως σ’ ετούτο το στενό λουριδάκι το χαρτί που ’πεσε μερτικό στο «Γραμματσάκι» μου.

Μα, θα μου πεις, και με το δίκιο σου, πως, στενό, μικιό, σ’ ό,τι σπηλιαράκι βρεις στρώσε το καποτάκι σου να κοιμηθείς.

Μ’ ούλη μου, το λοιπόν, τη στένα και την ανέχεια χαρθιού, θ’ «αναθιβάλλω και θα πω», ως λέει κι ο Ρωτόκριτος, ένα-δυο μόνο συμβάντα μια Λαμπρής παλαιικής, που ’χε μάλιστα κείνη τη χρονιά πέσει αργά, κι είχε συμπέσει με το μεσουράνημα τσ’ άνοιξης και τ’ αποθέωμα τσ’ ομορφιάς τσ’ αρμενιανής γης.

Π’ από την ούγια του δρόμου ως τη χαραμάδα του μπεντενιού, οπού χε στραλίξει μια άχνη χωμάτου, ήτονε ανθισμένη, μυροφόρα και μυριοστολισμένη, από χαμομήλι και κατιμέρι, αροσμαρί κι αροδαμό, μαντιλίδα, κιτρόχορτο και μπαρμπαρούσα...

Κομμάτι τση Παράδεισος ήτονε κείνο τ’ απόβραδο του Μεγαλοσαββάτου το περιαύλι τ’ Αη Γιαννιού, ως έλαμπε, ασβεστωμένο και παστρικό, με τα περίχαρα πρόσωπα τω χωριανώ, την κεροδοσιά και τα μύρα που απόπνεε η πασχαλιά τριγύρα, η ροδαρά, η λουίζα, τ’ αγιόκλημα τσ’ αλτάνας κι η λευκή μοσκοβολιά τ’ ανθισμένου αρμενιανού κάμπου, που ’φερνε τ’ αεράκι μαζί με τον κελαϊδισμό τση ποταμίδας από την πεζούλα του Λαμπροκλή. Απ’ όπου ένα κατάλευκο περιστέρι, ίδιο με το εν είδει περιστεράς Άγιον Πνεύμα του μέσα τέμπλου, επρόβλε, ανοιγόκλεισε τσι φτερούγες του, ως να μας εχαιρέτα, και σαν αστραπή επέταξε για τον περιστεριώνα του Παπαγιαννοσπύρο!

Θυμούμ’ ακόμης, κι αναγαλιά η ψυχή μου, κείνο το θαύμασμα του κόσμου που ήτον ο μέσα ναός, με τη στόλιση των εικόνων και τσι Πύλης με κλωνάρια νερατζανθούς, κρίνους λευκούς της Παρθένου, υακίνθους, γαρούφαλα και ρόδα. Τι ’ταν εκείνη, Θε μου, η ομορφιά τω γυναικώ και των αντρώ, που ως λέει κι ο ποιητάρης «στολή και πλούτος κι αρχοντιά ήτονε το κορμί» ντους.

Και στην ώρ’ απάνω, ως να εσήμανε το ρολόι του Θεού, ακούστηκε από τη διπλανή ροδακινιά ο πετεινός τση Νικόλαινας, να χτυπά τσι φτερούγες του και να κράζει μεσάνυχτα, μιαν αναπνοή δηλαδή ήμαστανε από την Ανάσταση και παρευθύς: –Πάσχα! Πάσχα Κυρίου Πάσχα έφταξε!

Το εκκλησίασμα ούλο, σα να ’ταν ένα κορμί, ανετρίχιασε ως άκουσε να ψάλλει ο παπάς εκείνο το «αχόρταστον πασχάλιον άσμα»: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας, και να χυμά το Άγιο Φως, σαν ένα μάτσο πεφτάστρα, από την Ωραία Πύλη.

Σπιθίζανε κι αχτιδοβολούσαν τα μάτια τω χωριανώ κι ούλο το εκκλησιδά- κι ήτονε λουσμένο στα χρυσαφιά χρώματα των μανουαλιών των πολυελαίων και των αναστάσιμων λαμπάδων, κι ο τόπος εμοσκοβόλα, ως τα ουράνια μοσκολίβανο, διατσέντο και νερατζανθό.

Και το χωριό, οπού συγκλώναρο βρίσκουνανε κείνη την ευλογημένην ώρα στον Αη-Γιάννη, «εν ενί στόματι και μιά καρδία» έψαλλ’ ετούτο το χαρισάμενο άγγελμα της ανάστασης και της ελπίδας που «κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάθια των ανθρώπω»: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών...

Δεν μπορώ, αναγνώστη μου, να σ’ ανιστορήσω και τ’ αποδέλοιπα, γιατί ένα- δύο μόνο αράδες χαρτί μ’ απομένει, και θα σ’ αποχαιρετήξω μ’ ένα μαντινιδάκι βέβαια πάλι, ως το συνήθιζαν κι οι παλιοί μας, σ’ έσμιξες κι αποχωρισμούς.

Τούτο το τραγούδιξε, την άλλη μέρα εκείνης τση Λαμπρής, εορτή τ’ Αη-Γιωργιού, μεγάλ’ η χάρη, η Βαγιωνίνα τ’ αντρούς τση –μύρο το χώμα που τσι σκεπάζει– ως αντίκρυσε ν’ ανεβαίνει από την πλατέα, θεορατικός κι όμορφος, απαράλλαχτος Αη-Γιώργης, ντυμένος για τη σκόλη ντου, το μπλάβοτσοχαδένιο σαλβάρι και το μεϊτανογέλεκο, κεντημένο στου Μπαλαντίνο, στη Χώρα:

«Ως στέκει τ’ άδολο κρασί στην κρουσταλλένια κούπα,
έτσα σου στέκου μάθια μου, τα τσοχαδένια ρούχα».

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Φιλώ σας κατακούτελα

Ο ΓΕΡΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
και ο γραμματικός του Χαράλαμπος Μπουρνάζος

πηγή : Χανιώτικα νέα
ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...