/*--

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση

   
Τό πιό δυνατό σημεῖο γιά νά καταλάβει κανείς τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση, ὅπως τόν ὁρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι νά κοιτάξει μέ προσοχή τίς σαράντα ἡμέρες τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Ἀνάσταση μέχρι καί τήν Ἀνάληψή του στούς οὐρανούς. Ἡ ἀναστημένη ἀνθρώπινη φύση εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἡ ἀπώλεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ κόλαση. Ἡ Ἐκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ὑπάρχει ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν σκοπό: νά χαρίζει τήν Ἀνάσταση στήν ἀνθρώπινη φύση. 

Καί πρίν τήν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος ἦταν ὁ ἴδιος καί εἶχε τήν ἴδια ἀναστημένη ἀνθρώπινη φύση, ἐφόσον εἶχε πάντοτε καί τή θεϊκή φύση, ὅμως κατά παραχώρηση ἐκδήλωνε τήν ἀνθρώπινη φύση Του, ὅπως βρίσκεται σέ ἐμᾶς, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία (ἡ ὁποία εἶναι διαβολική σπορά), καί ὄχι ἀναστημένη ὅπως τή βλέπουμε μετά τήν Ἀνάσταση, γιά νά γίνει πραγματικά καί συγκεκριμένα ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί ὄχι αἰθέρια, ρομαντικά καί θεωρητικά.

Οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας εἴτε περιγράφουν τίς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου, εἴτε ἀπαντοῦν στόν Ἄρειο, τόν Νεστόριο ἤ τόν μονοφυσιτισμό, εἴτε ἐξηγοῦν τό γνωμικό θέλημα (ἕνα σπουδαῖο δογματικό ζήτημα πού συζητήθηκε ἔντονα τόν 7ο μ.Χ. αἰώνα) δέν κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά ἀναφέρονται στόν παράδεισο πού χάρισε ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου στήν ἀνθρώπινη φύση. Συνδέουν τόν παράδεισο καί τήν ἀπώλειά του καί μέ τήν περιγραφή τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, ὅπως διασώζεται στό βιβλίο Γένεσις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅμως ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τό κέντρο στή διδασκαλία τους, γιά νά ἐξηγήσουν καί νά βιώσουν τόν Παράδεισο.

Ἐπειδή βλέπουν τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση μέσα ἀπό τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου, ὁ Παράδεισος ἔχει γι’ αὐτούς καθαρά ὑπαρξιακό περιεχόμενο. Δέν εἶναι τόποι ἀλλά καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, οἱ ὁποῖες ξεκινοῦν ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί ἐκτείνονται καί μετά τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Πρίν τή Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος εἶχε προϊδεάσει τούς μαθητές του γιά τό δῶρο πού θά χάρισε στήν ἀνθρώπινη φύση μέ τήν ἐνανθρώπιση καί τήν Ἀνάσταση. Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ἡ θεοφάνεια στό ὄρος Θαβώρ ἐνώπιον τριῶν μαθητῶν του, ἦταν τά καλύτερα σημεῖα γιά νά τούς δείξει τήν εὐεργεσία πού χάρισε στόν ἄνθρωπο. Ὁ παράδεισος βιώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν σήμερα σημεῖα πού μποροῦμε νά ψηλαφήσουμε τόν παράδεισο. Ἕνα ἀπό τά πιό δυνατά εἶναι τά λείψανα τῶν ἁγίων.

Ὑπάρχουν λείψανα ἁγίων πού εὐωδιάζουν ἤ εἶναι ἄφθαρτα. Ἡ καλύτερη ἀπόδειξη γιά τήν ἀνάσταση καί τόν παράδεισο πού χάρισε στήν ἀνθρωπότητα ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου. Φυσικά δέν εἶναι τά μόνο σημεῖο. Σήμερα ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ὅπως ἀσκητές στήν περιοχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ ὁποῖοι τρῶνε ἐλάχιστα ἤ κοιμοῦνται ἐλάχιστα. Ἡ συμπεριφορά αὐτή δέν εἶναι δεῖγμα ἑκούσιας κακώσεως τοῦ σώματος ἤ δίαιτας. Εἶναι δείγματα ἁγιασμοῦ καί ἀφθαρτοποιήσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. 

Ἀξιοσημείωτο ὅμως εἶναι τό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι ἀνάμεσά μας πού ἐμφανίζουν παρόμοια σημάδια, ἀκριβῶς γιατί συνειδητοποίησαν τό δῶρο πού προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καί ἄφησαν τόν ἑαυτό τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί βρῆκαν τόν παράδεισο. Βέβαια το πιό δυνατό σημεῖο, ὡς τό κέντρο ὅλων αὐτῶν, εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο ἄλλωστε εἶναι καί τό κέντρο τῆς θείας λατρείας. Ἐκεῖ κυρίως οἱ πιστοί βλέπουν καθαρά καί βιώνουν ζωντανά τόν ἁγιασμό τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί τόν παράδεισο.

Μία ἀπό τίς πιό χαρακτηριστικές ἀναφορές τῆς πατερικῆς θεολογίας γιά τό τί εἶναι ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση βρίσκουμε στά κείμενα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ζεῖ τόν 8ο αἰώνα μ.Χ. Εἶχαν προηγηθεῖ βέβαια τά κείμενα τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν Πατέρων, οἱ ἀναφορές τοῦ ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, ἡ διήγηση τοῦ Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου -ὁ περίφημος διάλογος στήν ἔρημο μέ τό κρανίο τοῦ αἱρεσιάρχου. Ὁ Δαμασκηνός ὅμως, μέ ἁπλότητα καί γλαφυρότητα, δανειζόμενος παραστάσεις τῆς καθημερινότητας, δίνει τήν πιό συγκλονιστική περιγραφή γιά τό ποιές εἶναι αὐτές οἱ δύο ὑπαρξιακές καταστάσεις.

Γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό ἡ ψυχή εἶναι τό κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα καί παρέχει σέ αὐτό ζωή, αὔξηση, αἴσθηση καί γέννηση1. Ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ εὐσέβεια καί ἡ νόηση. Κοινά χαρακτηριστικά τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος εἶναι οἱ ἀρετές, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν κυρίως τήν ψυχή, γιατί ἡ ψυχή χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα2. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί τό σῶμα του, ὑπάρχει οἰκονομία καί κυβέρνηση, γιατί ὅ,τι καί νά πράξει ἔχει τή δυνατότητα μέ τή μετάνοια νά τό διορθώσει. Μετά τό θάνατο ὅμως, δηλαδή τό χωρισμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἡ ψυχή δέν «ἀλλάζει πλέον»3.

Ἡ ψυχή τρέπεται μόνο ὅταν εἶναι μαζί μέ τό σῶμα. Ὅπως οἱ δαίμονες μετά τήν ἔκπτωση δέν μετανοοῦν καί οἱ ἄγγελοι δέν ἁμαρτάνουν, γιατί καί οἱ δύο ἀπέκτησαν τό ἄτρεπτο, ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ ἄνθρωπος μετά τό θάνατο ἔχει τό ἄτρεπτο4. Αὐτό πού ποθεῖ ὁ ἄνθρωπος τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, δηλαδή ἤ τόν ἀγαθό Θεό ἤ τήν ἁμαρτία, εἶναι αὐτό πού θά τόν συνοδεύει πάντα, γιατί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἡ ψυχή δέν ἀλλάζει5. Οἱ ἄνθρωποι πού ποθοῦν τό Θεό, μετά τό θάνατό τους συνεχίσουν νά τόν ποθοῦν, ἀφοῦ ἡ ζωή εἶναι ἑνιαία, καί εὐφραίνονται ἀντίθετα οἱ ἁμαρτωλοί, δηλαδή αὐτοί πού σκέπτονται συνεχῶς τήν κακία καί τήν ἁμαρτία, μετά τό θάνατο ποθώντας τήν ἁμαρτία κολάζονται χωρίς καμία παρηγοριά, γιατί δέν ἔχουν τό ὑλικό τῆς ἁμαρτίας. 

Ἔχασαν «τάς ὕλας τῆς ἁμαρτίας», ὅπως τό ὀνομάζει ὁ Δαμασκηνός, ἀφοῦ δέν ἔχουν πλέον τό σῶμα καί δέν μποροῦν ἁμαρτήσουν, ὅμως ἡ ψυχή τους συνεχίζει νά ἐπιθυμεῖ μόνο τήν ἁμαρτία7. «Ἐπιθυμοῦντες οὖν καί μή ἔχοντες τά τῆς ἐπιθυμίας πυρός δίκην ὑπό τῆς ἐπιθυμίας καταφλέγονται»8. Γι’ αὐτό τό λόγο ὁ Δαμασκηνός λέγει πώς ἡ κόλαση δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά «ἡ τοῦ ποθουμένου στέρησις»9. Ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση εἶναι θέμα καθαρά βουλητικό. Κατά τήν ἀναλογία τοῦ πόθου, ὅσοι ποθοῦν τό Θεό εὐφραίνονται καί ὅσοι ποθοῦν τήν ἁμαρτία κολάζονται10.

Ἑπομένως ἡ κόλαση, στά κείμενα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, δέν εἶναι μία αἰώνια τιμωρία, ἀλλά ὡς «στέρησις τοῦ ποθουμένου» εἶναι μία ἀστοχία τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ διάβολος καί οἱ κολασμένοι ἐπιθυμοῦν ἀνύπαρκτα πράγματα, γιατί μετά τό θάνατο δέν ὑπάρχει κακία καί ἁμαρτία. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει καί νά κατατρώγει τόν ἄνθρωπο. Μόλις χαθεῖ τό σῶμα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ ἄνθρωπος δέν τρώει, δέν παντρεύεται, δέν ντύνεται, δέν πλουτίζει, δέν δείχνει φθόνο, οὔτε τί τῶν τῆς ἁμαρτίας εἰδῶν.

Μετά τό θάνατο ὑπάρχει ἡ πλήρης πραγματικότητα, ὁ ἀγαθός Θεός, τόν ὁποῖο οἱ κολασμένοι δέν τόν θέλουν. Ὅσοι ὅμως ἐπιθυμοῦν τό Θεό, τό ὄν καί ἀεί ὄν, πέτυχαν τόν σκοπό τους καί νιώθουν εὐφροσύνη, γιατί μετά τό θάνατο ἐπιβεβαιώθηκαν πλήρως. Ἐπιθυμοῦσαν καί ἐπιθυμοῦν κάτι πραγματικό καί παντοτινό, πού τώρα τό καταλαβαίνουν πλήρως, ὅπως καί οἱ κολασμένοι πλήρως, τώρα, καταλαβαίνουν τό λάθος τους : 

«Εἰ δέ λέγεται, ὅτι συνέφερεν αὐτῷ μή γενέσθαι ἥπερ γενέσθαι καί κολασθῆναι ἀτελευτήτως, φαμέν ὅτι ἡ κόλασις ἐκείνη οὐδέ ἕτερον ἔστιν εἰ μή πῦρ ἐπιθυμίας τῆς κακίας καί ἁμαρτίας καί πῦρ ἀστοχίας τῆς ἐπιθυμίας. Οὐ γάρ ἐπιθυμοῦσι Θεοῦ οἱ ἐν τῇ κακίᾳ τό ἄτρεπτον ἐσχηκότες, ἀλλά τῆς κακίας, ἐκεῖ δέ ἐνέργεια κακίας καί ἁμαρτίας οὐκ ἔσται. Οὐδέ γάρ ἐσθίομεν, οὐδέ πίνομεν, οὐδέ ἐνδυόμεθα, οὐδέ γαμοῦμεν, οὐδέ πλουτοῦμεν, οὐδέ φθόνος ἰσχύει, οὐδέ τι τῶν τῆς ἁμαρτίας εἰδῶν. Ἐπιθυμοῦντες οὖν καί μή ἔχοντες τά τῆς ἐπιθυμίας πυρός δίκην ὑπό τῆς ἐπιθυμίας καταφλέγονται. Οἱ δέ τοῦ ἀγαθοῦ, τοὐτέστι μόνου τοῦ Θεοῦ, ἐπιθυμοῦντες, τοῦ ὄντος καί ἀεί ὄντος, καί τυγχάνοντες εὐφραίνονται κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν, καθ’ ἥν τυγχάνουσιν τοῦ ἐπιθυμουμένου»11.

Ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση, ὅπως περιγράφονται κυρίως στό ἔργο τοῦ Δαμασκηνοῦ Κατά Μανιχαίων διάλογος, δείχνουν πώς ἡ ὑπαρξιακή ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει καί μετά τό θάνατο, ὅμως τώρα εἶναι κομματιασμένη. Ἀπό τόν ἄνθρωπο λείπει πλέον τό σῶμα, καί ἑπομένως ὁ ἴδιος καί οἱ ἐπιθυμίες του πολύ πιό δύσκολα τρέπονται. Παρότι πάντοτε εἶναι τρεπτός, καί μόνο ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι ἄτρεπτος, ἡ τρεπτότητά του μετά τό θάνατο γίνεται δύσκαμπτη. Ἄν δέν ἐπιθυμεῖ τό Θεό ὅταν ἔχει τήν πλήρη ὕπαρξή του (σῶμα καί ψυχή), δέν ὑπάρχει πιθανότητα νά τόν ἐπιθυμήσει ὅταν ἡ ὕπαρξή του θά κομματιαστεῖ μέ τό θάνατο καί θά μείνει μόνο μέ τήν ψυχή. 

Ὁ Θεός καί μετά τό θάνατο εἶναι δίπλα του καί τόν περιμένει, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος δέν τόν θέλει γιατί ἡ τρεπτότητα τοῦ νοῦ (καί τῆς ὑπόλοιπης ὑπάρξεώς του πού συνδέεται ἄμεσα μέ τό νοῦ, ὅπως ἡ θέληση) γίνεται δύσκαμπτη καί δυσκίνητη. Γι’ αὐτό καί ὁ Δαμασκηνός τονίζει στό Κατά Μανιχαίων διάλογος πώς ὁ Θεός πάντοτε δέχεται τή μετάνοια (δηλαδή τήν ἀλλαγή τοῦ νοῦ) τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα καί μετά τό θάνατό του, καθώς δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀρνηθεῖ τό πλάσμα του, ἀλλά μετά τό θάνατο ἡ ψυχή δέν θέλει νά μετανοήσει: «οὐχί τοῦ θεοῦ μή δεχομένου μετάνοιαν -αὐτός γάρ ἑαυτόν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται οὐδέ ἀποβάλλεται τήν συμπάθειαν- ἀλλ’ ἡ ψυχή οὐκέτι τρέπεται»12.

Ἡ εὕρεση τοῦ παραδείσου εἶναι ζήτημα ζωῆς καί θανάτου. Δύο χιλιάδες χρόνια ἡ Ἐκκλησία βῆμα βῆμα μέσα σέ κακοήθειες, βάναυσες καταστάσεις καί ἀντιξοότητες γίνεται τό ἁλάτι τοῦ κόσμου χαρίζοντας τόν ἁγιασμό στήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ καλύτερη ἀπόδειξη εἶναι ἡ μόνιμη παρουσία της στόν πολιτισμό. Τά πάντα ἔπεσαν ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία: Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, βυζαντινή αὐτοκρατορία, γεωγραφικά ὅρια, σύνορα, λαοί πού κυριάρχησαν καί ἐξαφανίστηκαν ἐντελῶς, ἕνα πράγμα μόνο ἔμεινε: ἡ Ἐκκλησία καί ὁ λατρευτικός της πλοῦτος. Πλοῦτος πού χαρίζει στόν ἄνθρωπο τόν ἁγιασμό καί τήν ἀφθαρτοποίηση· δηλαδή τόν παράδεισο.

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Die Schriften des Johannes von Damaskos, ἐκδ. B. Kotter, Walter-De Gruyter 1973, t. II (Patristische Texte und Studien 12) 26 44-47: «Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ’ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεώς και γεννήσεως παρεκτική…».
2. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς, 26 91-93: «Ἴδια δὲ τῆς ψυχῆς ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ νόησις. Κοινὰ δὲ ψυχῆς καὶ σώματος αἱ ἀρεταί, ἐχουσῶν καὶ τούτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἀναφορὰν, οἷον ψυχῆς προσχρωμένης σώματι».
3. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου μοναχοῦ πρεσβυτέρου τοῦ Δαμασκηνοῦ κατά Μανιχαίων, Die Schriften des Johannes von Damaskos, ἐκδ. B. Kotter, Walter - De Gruyter 1981, t. IV (Patristische Texte und Studien 22) 75 5-9: «καὶ ἐν μεν τῷ βίῳ τούτῳ οἰκονομία τις ἐστι καὶ κυβέρνησις καὶ πρόνοια ἄρρητος πρὸς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν καλοῦσα τοὺς ἁμαρτάνοντας, μετὰ δὲ θάνατον οὐκέτι τροπή, οὐκέτι μετάνοια, οὐχὶ τοῦ θεοῦ μὴ δεχομένου μετάνοιαν -αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται οὐδὲ ἀποβάλλεται τὴν συμπάθειαν-, ἀλλ’ ἡ ψυχὴ οὐκέτι τρέπεται».
4. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 13-16: «Ὡς γὰρ οἱ δαίμονες μετὰ τὴν ἔκπτωσιν οὐ μετανοοῦσιν οὐδὲ οἱ ἄγγελοι νῦν οὐχ ἁμαρτάνουσι, ἀλλ’ ἀμφότεροι ἔσχον τὸ ἄτρεπτον, οὕτω καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸ ἄτρεπτον ἔχουσι,…»˙ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 37 15-17: «Καὶ τοῦτο δὲ εἰδέναι χρή, ὅτι, καθὼς ἐξέλθῃ ἡ ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, οὕτως διαμένει ἄτρεπτος τοῦ λοιποῦ εἴτε τὸ ἀγαθὸν ποθοῦσα, εἴτε τὸ πονηρὸν.».
5. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 9-12: «Διὸ κἄν τις ποιήσῃ πάσας τὰς δικαιοσύνας ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ βίου, ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται.».
6. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων, 75 16-17: « Καὶ οἱ μὲν δίκαιοι ποθοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες αὐτὸν ἀεὶ ἐν αὐτῷ εὐφραίνονται, . . .».
7. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 17-19: «οἱ δὲ ἁμαρτωλοί ποθοῦντες τὴν ἀμαρτίαν καὶ μὴ ἔχοντες τὰς ὕλας τῆς ἁμαρτίας, ὡς ὑπὸ πυρὸς καὶ σκώληκος κατεσθιόμενοι, κολάζονται μηδεμίαν παρηγορίαν ἔχοντες».
8. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 36 14-15.
9. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 19- 20: «Τὶ γὰρ ἐστι κόλασις στέρησις εἰ μὴ τοῦ ποθουμένου στέρησις;».
10. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 20–24: « Κατὰ τήν ἀναλογίαν οὖν τοῦ πόθου οἵ τε τὸν θεὸν ποθοῦντες εὐφραίνονται καὶ οἱ τὴν ἁμαρτίαν ποθοῦντες κολάζονται˙ καὶ γὰρ οἱ ἐπιτυγχάνοντες τοῦ ποθουμένου κατὰ τὸ μέτρον τοῦ πόθου εὐφραίνονται καὶ οἱ ἀποτυγχάνοντες κατὰ τὸ μέτρον τοῦ πόθου ὀδυνώνται».
11. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 36 7-18. Ἡ συγκεκριμένη ἀλήθεια γιά τήν κατάσταση τοῦ παραδείσου καί τῆς κολάσεως, ὡς θέμα τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, διατυπώθηκε ἀπό προηγούμενους θεολόγους τοῦ Βυζαντίου, τούς ὁποίους ὁ Δαμασκηνός ἀκολουθεῖ. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον PG 29, 120B: «Εἰ ἀκόρεστος τούτου ἡ θέα, ποταπός τῷ κάλλει ὁ τῆς δικαιοσύνης ἥλιος. Εἰ τυφλῷ ζημία τοῦτον μὴ βλέπειν, ποταπὴ ζημία τῷ ἁμαρτωλῷ τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς στερηθῆναι;»˙ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογικὰ τε καὶ οἰκονομικὰ PG 90, 1312C: «Οὐκ ἔχει ἡ φύσις τῶν ὑπὲρ φύσιν τοὺς λόγους ὥσπερ οὐδὲ τῶν παρὰ φύσιν τοὺς νόμους. Ὑπὲρ φύσιν δὲ λέγω τὴν θείαν καὶ ἀνεννόητον ἡδονήν, ἥν ποιεῖν πέφυκεν ὁ Θεὸς φύσει, κατὰ χάριν τοῖς ἀξίοις ἑνούμενος˙ παρὰ φύσιν δὲ, τὴν κατὰ στέρησιν ταύτης συνισταμένην ἀνεκλάλητον ὀδύνην, ἥν ποιεῖ εἴωθεν ὁ Θεὸς φύσει, παρὰ χάριν τοῖς ἀναξίοις ἑνούμενος. Κατὰ γὰρ τὴν ὑποκειμένην ἑκάστῳ ποιότητα τῆς διαθέσεως, ὁ Θεὸς τοῖς πᾶσι ἑνούμενος, ὡς οἶδεν αὐτὸς, τὴν αἴσθησιν ἑκάστῳ παρέχεται, καθὼς ἐστιν ἕκαστος ἐξ ἑαυτοῦ διαπεπλασμένος, πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ πάντως πᾶσιν ἑνωθησομένου κατὰ τὸ πέρας τῶν αἰώνων»˙ 1328D: «Ὁ μὲν Θεὸς κατὰ μίαν ἀπειροδύναμον τῆς ἀγαθότητος βούλησιν πάντας συνέξει καὶ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, ἀγαθοὺς τε καὶ πονηροὺς, οὗτοι δὲ πάντες οὐκ ἴσως μεθέξουσι Θεοῦ, τοῦ διὰ πάντων ἀσχέτως χωρήσαντος, ἀλλ’ ἀναλόγως ἑαυτοῖς»˙ 1329A: «Οἱ μὲν τῇ φύσει φυλάξαντες διὰ πάντων ἰσονομοῦσαν τὴν γνώμην καὶ τῶν τῆς φύσεως λόγων κατ’ ἐνέργειαν δεκτικὴν αὐτὴν καταστήσαντες καθ’ ὅλον τὸν τοῦ ἀεὶ εὖ εἶναι λόγον, διὰ τὴν πρὸς τὴν θείαν βούλησιν τῆς γνώμης εὐπάθειαν, ὅλης μεθέξουσι τῆς ἀγαθότητος».
12. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατὰ Μανιχαίων, 75 5-9: «καὶ ἐν μεν τῷ βίῳ τούτῳ οἰκονομία τις ἐστι καὶ κυβέρνησις καὶ πρόνοια ἄρρητος πρὸς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν καλοῦσα τοὺς ἁμαρτάνοντας, μετὰ δὲ θάνατον οὐκέτι τροπή, οὐκέτι μετάνοια, οὐχὶ τοῦ θεοῦ μὴ δεχομένου μετάνοιαν -αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται οὐδὲ ἀποβάλλεται τὴν συμπάθειαν-, ἀλλ’ ἡ ψυχὴ οὐκέτι τρέπεται».

Δρ. Ἰωάννου Ν. Λίλη,
Λέκτορoς Α.Ε.Α.Η.Κ.

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...