/*--

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Πνευματικοί Λόγοι Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

 
Σε κάθε περίπτωση, για τον γέροντα Πορφύριο η αγάπη είναι αδιάζευκτα αγάπη προς τον Θεό και αγάπη προς τον άνθρωπο. Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Η αγάπη στον Χριστό είναι κι αγάπη στον πλησίον, σ ́ όλους, και στους εχθρούς [...]. Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό θα κατορθώσουμε να αγαπήσομε τον Θεόν. Ενώ το επιθυμούμε, ενώ το θέλομε, ενώ είμαστε άξιοι, η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν αγαπάμε τον αδελφό, αγαπάμε την Εκκλησία, άρα τον Χριστό. Μέσα στην Εκκλησία είμαστε κι εμείς. Άρα όταν αγαπάμε την Εκκλησία, αγαπάμε και τον εαυτό μας.

Ένα είναι το ζητούμενο στη ζωή μας, η αγάπη, η λατρεία στο Χριστό και η αγάπη στους συνανθρώπους μας [...]. Κανείς δεν μπορεί να φτάσει το Θεό, αν δεν περάσει από τους ανθρώπους. Γιατί, «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πώς δύναται αγαπάν;». Στον Πορφύριο, ο αδελφός είναι όρος της σωτηρίας. Κάθε εκκλησιαστικό μυστήριο στοιχειώνει από το μυστήριο του αδελφού, αλλιώς εκφυλίζεται σε μηχανιστική τελετή.

Πνίγεται, θα λέγαμε, στον ριτουαλισμό. Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει. Οι προσευχές μας δεν εισακούονται, διότι δεν είμαστε άξιοι. Πρέπει να γίνεις άξιος, για να προσευχηθείς.  Τι θα περίμενε, άραγε, κανείς ως συνέχεια της τελευταίας φράσης; Να ορίσει ίσως την αξιοσύνη βάσει μιας διαδικασίας προσωπικής κάθαρσης, φωτισμού κ.ο.κ.; 

Ο Πορφύριος όμως συνέχισε ως εξής: Δεν είμαστε άξιοι, διότι δεν αγαπάμε τον πλησίον μας ως εαυτόν. Το λέει ο ίδιος ο Χριστός: «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου...» Αυτή την ευαγγελική παράδοση απηχεί και η μαρτυρία ότι ο Πορφύριος διέγνωσε αδυναμία κάποιου πιστού να κοινωνήσει, επειδή είχε διαπράξει αδικία κατά ενός εργαζομένου, και για την οποία έπρεπε να επανορθώσει. Στο προκείμενο, έχει εξαιρετική σημασία το γεγονός ότι ο Πορφύριος θεωρούσε τη νοερή προσευχή (την «ευχή του Ιησού») πολύ περιεκτική και σημαντική, ωστόσο τη θεμελίωνε στην άμεση, φλογερή και ανεπιτήδευτη αγάπη...

...Αν προσέξουμε τις διδαχές του Πορφυρίου, θα δούμε, νομίζω, ότι η αγάπη είναι καρπός της πνευματικής ζωής· όμως, κατά έναν περίεργο τρόπο, είναι και  προϋπόθεσή της. Η αληθινή αγάπη είναι δώρημα του Χριστού· δεν εκδηλώνεται αν δεν υπάρξει «κάτι» εκ μέρους του ανθρώπου. Αυτό το «κάτι», ο Πορφύριος το προσδιορίζει ποιητικά, με επάλληλες εκφράσεις. Είναι η ταπείνωση, το άνοιγμα του ανθρώπου, το αίτημα του για επίσκεψη του Θεού. Υπάρχει ένας υπαρξιακός αποφατισμός σ ́ αυτήν την προσέγγιση. Λόγου χάρην, η ταπείνωση αλλού δηλώνεται ως προυπόθεση, αλλού όμως μνημονεύεται ως δώρημα. Είναι κάτι παρόμοιο μ ́ αυτό που συμβαίνει στην προσευχή:

« Η προσευχή», έλεγε ο Πορφύριος, «γίνεται μόνο με το Άγιον Πνεύμα. Αυτό διδάσκει την ψυχή πώς να προσεύχεται [...]. Πριν απ ́ την προσευχή, η ψυχή πρέπει να προετοιμάζεται με προσευχή. Προσευχή για την προσευχή». Ο άνθρωπος, κοντολογίς, δεν δύναται μεν να πετύχει από μόνος του την αληθινή αγάπη, αυτό όμως που δύναται, είναι να προσανατολίσει αποφασιστικά τον εαυτό του προς αυτή. Αυτό που ζητείται από τον άνθρωπο είναι το  να θελήσει να αγαπήσει, να παραδεχτεί ότι μόνος δεν αρκεί.

Αυτό είναι η έδρα της αγάπης. Και γι ́ αυτό, ο άνθρωπος παραμένει μεν ατελής και άστοχος, όμως έχει καίρια σημασία ο αυτό- προσανατολισμός του: σε ποια προοπτική δηλαδή ανοίγει τον εαυτό του και ποιόν καλωσορίζει στη ζωή του... ...Έχω την εντύπωση ότι η ανθρωπολογία του Πορφυρίου δημιουργεί δυνατότητες για την αναγνώριση της αθέατης αγιότητας, εκείνης δηλαδή της αγιότητας που δεν καν μπορεί να υποψιαστεί η στενόχωρη θρησκευτικότητα.

Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και τη χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Αυτή η ανοιχτότητα στη μυστική δράση του Θεού και στη ύπαρξη πολιτών της Βασιλείας, οι οποίοι αποτελούν έκπληξη για τους τακτικούς Χριστιανούς, διευρύνει εξαιρετικά την ανθρώπινη αδελφότητα. 

Για τον Πορφύριο, η Εκκλησία είναι η ίδια η Τριαδική ζωή και ταυτόχρονα η δυνατότητα του ανθρώπου για συμμετοχή σ ́ αυτή τη ζωή. Και γι ́ αυτό επέμενε να ονομάζει την Εκκλησία άκτιστη και προαιώνια. Όλα τα κτίσματα μετέχουν σ ́ αυτή δυνάμει, μιας και ανέκαθεν περιλαμβάνονταν στον νου του Θεού, ως δημιουργήματά του. Πόσο η θεώρηση αυτή θυμίζει τη θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή περί των λόγων των όντων, είναι περιττό να το υπογραμμίσουμε εδώ. Με το έργο λοιπόν του Χριστού ξεκίνησε η πραγμάτωση της κοσμικής-συμπαντικής κοινωνίας.

 Για τον Πορφύριο η Εκκλησία είναι πηγή ζωής. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη μυστική και πανταχού δράση του Χριστού. Έλεγε ότι « η χάρις του Θεού, χωρίς να εκβιάζει κανένα, έχει τρόπους να σώσει και τους πλέον πλανημένους· και εμείς πρέπει να βοηθήσωμε σε αυτή τη διαδικασία». Στην οπτική αυτή, οι Χριστιανοί δεν είναι ακριβώς ιεραπόστολοι. Είναι διάκονοι του κατ ́ εξοχήν ιεραποστόλου – του Θεού...

...Οι θεωρήσεις αυτές δημιουργούν μεγάλη ευρυχωρία. Ο Πορφύριος επέμενε ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια – απολύτως όλοι, καιόχι μόνο οι βαπτισμένοι. Και είχε το σθένος να διακρίνει υγιή αίσθηση του Θεού και σε έργα του αρχαίου, παγανιστικού κόσμου. Έτσι συνέχιζε την Ιωάννεια θεολογία (ότι ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον») και την ευαισθησία του μάρτυρα και φιλόσοφου Ιουστίνου, παρ ́ όλο που τη σχετική του θέση ο Πορφύριος τη διατύπωνε πριν ακόμα μάθει τη διδασκαλία του Ιουστίνου περί σπερματικού λόγου.

Το να πει κανείς ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια, είναι απλώς μια αυτονόητη χριστιανική αλήθεια. Προφανώς ωστόσο, ο γέροντας Πορφύριος χρειαζόταν να το τονίζει. Χρειαζόταν δηλαδή να διεμβολίζει την περίκλειστη θρησκευτική συνείδηση που αδιάκοπα συναντούσε. Γι ́ αυτό άλλωστε σε άλλη στιγμή, χρειάστηκε να υπογραμμίσει άλλο ένα αυτονόητο: ότι όσοι διαπράττουν εγκλήματα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι κακοί, αλλά συνήθως είναι καλές ψυχές σε οδύνες. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο  του Θανάση Ν. Παπαθανασίου 
«Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης  ένας ασκητής του Αγίου Όρους  στην καρδιά της πόλης»
 σελ. 27-31, 34-37 

πηγή : πρόθεση
ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ & ΒΙΑΝΝΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...