/*--

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ό άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως

Ονομαζόμενος κατά κόσμον Βαλεντίνος Φηλίκοβιτς Βόινο-Γιασενέτσκι, ο άγιος Λουκάς γεννήθηκε τό 1877 στό Κέρτς τής Ουκρανίας άπό άρχοντική οικογένεια πολωνικής καταγωγής. Άπό μικρό παιδί είχε πάθος μέ τήν ζωγραφική καί άποφάσισε νά φοιτήσει στήν Ακαδημία Καλών Τεχνών τής Αγίας Πετρούπολης. Κατά τήν διάρκεια τών εισαγωγικών εξετάσεων όμως τόν κυρίευσε ή άμφιβολία καί εξ αύτοϋ εβγαλε τό συμπέρασμα ότι δέν είχε τό δικαίωμα νά κάνει αύτό πού τόν εύχαριστοϋσε, άλλά ότι οφειλε νά έργασθεΐ πρός άνακούφιση τοϋ πόνου τών άλλων.


Μετά άπό σύντομη παραμονή στό Μόναχο, έπέστρεψε στήν Ρωσία καί καταπιάστηκε ξανά μέ τήν ζωγραφική. Ή άνάγνωση, όμως, τών λόγων τοϋ Κυρίου γιά τούς έργάτες τοϋ θερισμοϋ (Ματθ. 9, 37) τόν ώθησε νά ύπηρετήσει τόν λαό τοϋ Θεοϋ. Έπέλεξε τήν ιατρική καί μπήκε στήν ’Ιατρική Σχολή τοϋ Κιέβου. Τό σχεδιαστικό του ταλέντο τόν ε'στρεψε πρός τήν σπουδή τής άνατομίας πού άπαιτεΐ εξαιρετική άκρίβεια.

Άφοϋ ολοκλήρωσε λαμπρά τίς σπουδές του (1903), άκριβώς πρίν ξεσπάσει ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος, άρχισε τήν άγροτική ιατρική σταδιοδρομία του στό νοσοκομείο τοϋ Τσιτά, στήν περιοχή τής Λίμνης Βαϊκάλης. Έκεΐ παντρεύτηκε μία νοσηλεύτρια μέ τήν οποία άπέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετατέθηκε στό νοσοκομείο τοϋ Άρντάτωφ, στήν περιφέρεια τοϋ Σιμπίρσκ καί κατόπιν στό χωριό Βέρχνι Λιουμπάζ τής περιοχής

Συνέταξε περισσότερες άπό 1.250 ομιλίες - πού διακρίνονται γιά τόν ζωντανό καί πρωτότυπο χαρακτήρα τους - άπό τίς οποίες περίπου 700 κυκλοφόρησαν στήν Ρωσία σέ δώδεκα τόμους. τοϋ Κούρσκ, όπου μελέτησε τίς δυσκολίες πού δημιουργεί ή γενική αναισθησία καί εφθασε στό συμπέρασμα ότι στίς περισσότερες περιπτώσεις θά έπρεπε νά αντικατασταθεί μέ τοπική αναισθησία. 

Παρά τίς αντίξοες συνθήκες πραγματοποίησε μέ επιτυχία πολλές χειρουργικές επεμβάσεις, γεγονός πού προσείλκυσε ασθενείς άπό τίς γύρω περιοχές. Άφοϋ πέρασε ένα χρονικό διάστημα στήν Ρομάνοβκα, στήν περιφέρεια τοϋ Σαρατώφ, έγινε έν συνεχεία άρχίατρος σέ νοσοκομείο 50 κλινών στό Περεϊασλαβ-Ζαλέσκι, οπου άνέπτυξε έντονη χειρουργική δράση, έξακολουθώντας παράλληλα τίς έρευνές του. Τό 1916, ύπεστήριξε έπιτυχώς στήν Μόσχα τήν διδακτορική του διατριβή μέ θέμα τήν τοπική άναισθησία καί άρχισε νά έκπονεί τήν μελέτη του γιά τήν χειρουργική τών πυωδών έξελκώσεων. Τό 1917, ένώ μαινόταν ή έπανάσταση στίς μεγάλες πόλεις, εγινε άρχίατρος στό μεγάλο νοσοκομείο τής Τασκένδης, οπου έγκαταστάθηκε μέ τήν οίκογένειά του. Ή γυναίκα του, ομως, πέθανε σύντομα άπό φυματίωση.

Ένώ ξαγρυπνοϋσε τήν νεκρή, σκέφτηκε νά ζητήσει άπό τήν νοσηλεύτρια τής χειρουργικής κλινικής νά άναλάβει τήν έκπαίδευση τών παιδιών του. Έκείνη δέχθηκε άμέσως καί ο γιατρός Βαλεντίνος μπόρεσε νά συνεχίσει τήν δραστηριότητά του, τόσο στό νοσοκομείο οσο καί στό πανεπιστήμιο, οπου δίδασκε άνατομία καί χειρουργική. Συχνά λάβαινε μέρος σέ οργανωμένες συζητήσεις γιά πνευματικά θέματα, κατά τίς οποίες έπαιρνε τόν λόγο γιά νά καταγγείλει τήν ύλιστική άθεΐα. Στό τέλος μίας άπό τίς συγκεντρώσεις αύτές, κατά τήν διάρκεια τής οποίας είχε μιλήσει έπί μακρόν καί μέ φλογερό τρόπο, ο έπίσκοπος Ίννοκέντιος τόν πήρε παράμερα καί τοϋ είπε: «Γιατρέ, πρέπει νά γίνετε ιερέας!»

Παρόλο πού δέν τοϋ είχε περάσει ποτέ άπό τόν νοϋ ή ίερωσύνη, συναίνεσε άμέσως στήν πρόταση τοϋ ιεράρχη. Τήν έπομένη Κυριακή, χειροτονήθηκε διάκονος καί μία έβδομάδα άργότερα έλαβε τό ιερατικό άξίωμα. Άσκοϋσε παράλληλα τά καθήκοντα τοϋ γιατροϋ, τοϋ καθηγητή καί τοϋ ίερέα, τελοϋσε τήν Λειτουργία μόνο τίς Κυριακές στόν καθεδρικό ναό καί παρέδιδε τά μαθήματά του φορώντας ράσο.

Τελοϋσε λίγες Ακολουθίες ή Μυστήρια, άλλά έπιδιδόταν μέ ζήλο στό κήρυγμα, τό οποίο συμπλήρωνε μέ συζητήσεις έπί πνευματικών θεμάτων τής έπικαιρότητας. Έπί δύο χρόνια είχε δημόσια άντιπαράθεση μέ έναν άποστάτη ιερέα, ο οποίος διηύθυνε τήν άντιθρησκευτική προπαγάνδα τής περιοχής καί ο οποίος γνώρισε άθλιο θάνατο. Τό 1923, ένώ τό σχίσμα τής «Ζωντανής Εκκλησίας» έσπερνε τήν διαίρεση καί τήν συγχυση στούς κόλπους τής Εκκλησίας, ο έπίσκοπος Τασκένδης Ίννοκέντιος ύποχρεώθηκε νά φύγει, άφήνοντας τήν εύθύνη τής διοικήσεως τής έπισκοπής στόν πατέρα Βαλεντίνο καί σέ έναν άκόμη πρωτοπρεσβύτερο.

Ένας έξόριστος έπίσκοπος ετυχε νά περάσει άπό τήν πόλη καί ένέκρινε τήν έκλογή του σέ έπίσκοπο, πού είχε γίνει άπό τήν σύναξη τοϋ κλήρου πού είχε παραμείνει πιστός στήν Εκκλησία. Έν συνεχεία άφοϋ τόν έκειρε μοναχό στό δωμάτιό του, μέ τό ονομα Λουκάς, τόν έστειλε στήν μικρή πόλη Πεντζικέντ, 100 χιλιόμετρα περίπου άπό τήν Σαμαρκάνδη, όπου διέμεναν δύο έξόριστοι έπίσκοποι, γιά νά τόν χειροτονήσουν έκεΐ μέ τήν μεγαλύτερη μυστικότητα (18 Μαΐου 1923). Δώδεκα περίπου ήμέρες μετά τήν έπιστροφή του στήν Τασκένδη καί τήν πρώτη Λειτουργία του, συνελήφθη άπό τήν μυστική άστυνομία μέ τήν κατηγορία τής άντεπαναστατικής δράσης καί κατασκοπείας γιά λογαριασμό τής Βρετανίας καί καταδικάσθηκε σέ δύο χρόνια έξορία στήν Σιβηρία, στήν περιοχή τοϋ Τουρουχάνσκ. 

Ταξιδεύοντας κάτω άπό τρομερές συνθήκες, μπόρεσε νά κάνει χειρουργικές έπεμβάσεις καί έσωσε άπό βέβαιο θάνατο πολλούς άρρώστους πού συνάντησε στήν οδύσσειά του. Στόν τόπο τής έξορίας του κατόρθωσε νά άσκήσει τήν ειδικότητά του στό νοσοκομείο, όπου έκανε σοβαρές έπεμβάσεις. Συνηθίζοντας νά εύλογεΐ τούς άσθενεΐς καί νά προσεύχεται πρίν τήν έπέμβαση, τράβηξε τήν προσοχή τών πρακτόρων τής μυστικής άστυνομίας, οί οποίοι τοϋ άπαγόρευσαν νά τό κάνει, άλλά βρέθηκαν άντιμέτωποι μέ τήν σθεναρή άρνηση τοϋ έπισκόπου. Κλήθηκε στήν άστυνομία καί τοϋ δόθηκε μισή ώρα νά ετοιμάσει τίς βαλίτσες του, έν συνεχεία δέ τόν εστειλαν μέ έλκηθρο έως τίς άκτές τοϋ Βορείου Πολικοϋ κύκλου, οπου πέρασε τόν χειμώνα σέ διάφορα μικρά χωριά. 

Στίς άρχές τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής κλήθηκε πίσω στό Τουρουχάνσκ γιά νά ξαναπιάσει δουλειά στό νοσοκομείο, διότι οί χωρικοί είχαν έξεγερθεί μετά τήν άπουσία του, πού άφησε τό νοσοκομείο χωρίς χειρουργό. Άφέθηκε έλεύθερος τό 1926 καί έπέστρεψε στήν Τασκένδη. Τό έπόμενο φθινόπωρο ο μητροπολίτης Σέργιος τοϋ πρότεινε διαδοχικά νά τόν τοποθετήσει βοηθό έπίσκοπο στό Ρίλσκ (έπισκοπή τοϋ Κούρσκ) καί κατόπιν στό Γελέτς (έπισκοπή τοϋ Όρελ) καί τέλος έπίσκοπο στό Τζέβσσκ, άλλά μέ τήν συμβουλή τοϋ μητροπολίτου Αρσένιου τοϋ Νόβγκοροντ ο Λουκάς άρνήθηκε καί ζήτησε νά άποσυρθεί, μία άπόφαση γιά τήν οποία μετάνοιωσε πικρά έν συνεχεία.

Άφοϋ συνέχισε ήσυχα τίς δραστηριότητές του γιά τρία περίπου χρόνια, στίς άρχές τοϋ 1930, ένας συνάδελφός του στήν Ιατρική Σχολή, ο καθηγητής Μιχαήλοβσκι, έχοντας χάσει τά λογικά του μετά τόν θάνατο τοϋ γυιοϋ του, προσπάθησε νά έπαναφέρει στήν ζωή τό πτώμα μέ μεταγγίσεις αίματος. Έν συνεχεία αύτοκτόνησε. Άνταποκρινόμενος στό αίτημα τής χήρας καί λαμβάνοντας ύπ’ οψιν του τήν ψυχική άσθένεια τοϋ άποθανόντος, ο Λουκάς έδωσε άδεια νά ένταφιασθή χριστιανικά. 

Οί κομμουνιστικές Άρχές άδραξαν τήν εύκαιρία καί τόν κατηγόρησαν ώς συνεργό στήν δολοφονία τοϋ καθηγητή, τόν οποίο, άπό θρησκευτικό φανατισμό, ύποτίθεται, θέλησε νά έμποδίσει νά κατορθώσει τήν άνάσταση ένός νεκροϋ μέ βάση τήν ύλιστική έπιστήμη. Συνελήφθη λίγο πρίν τήν κατεδάφιση τοϋ ναοϋ τοϋ αγίου Σεργίου, στόν οποίο κήρυττε, καί μετά άπό σειρά άνακρίσεων οδηγήθηκε σέ ένα κελλί τής φυλακής, οπου ή άτμόσφαιρα ήταν άποπνικτική καί κλόνισε τήν ευθραστη ύγεία του. ’Άρχισε άπεργία πείνας γιά νά διαμαρτυρηθεί γιά τήν άπάνθρωπη αύτή μεταχείριση καί ένας άπό τούς άρχηγούς τής άστυνομίας τοϋ ύποσχέθηκε νά τόν άνακουφίσει άν σταματοϋσε. Δέν κράτησε φυσικά, τόν λόγο του καί ο άγιος έπίσκοπος καταδικάσθηκε σέ νέα έξορία γιά τρία χρόνια στήν Σιβηρία. 

Ταξιδεύοντας ύπό φρικτές συνθήκες, διέμεινε στό Κοτλά καί στόν Αρχάγγελο από τό 1931 έως τό 1933, ύπηρετώντας στό νοσοκομείο. Έχοντας παρουσιάσει έναν ογκο πήγε νά χειρουργηθεί στό Λένινγκραντ καί έκεί μία ήμέρα πού στεκόταν στήν έκκλησία γιά τήν Ακολουθία, είχε μία πνευματική  έ μ π ε ι ρ ί α  πού τόν αναστάτωσε καί τοϋ ύπενθύμισε τήν δέσμευσή του στήν διακονία Εκκλησίας. 

Κλήθηκε στήν Μόσχα γιά νέες ανακρίσεις καί έκεί τοϋ εγιναν έπωφελείς προτάσεις νά συνεχίσει τίς έπιστημονικές του ερευνες, αλλά μέ τόν όρο νά έγκαταλείψει τήν ίερωσύνη, πράγμα τό οποίο αρνήθηκε κατηγορηματικά. Απελευθερώθηκε τό 1933 καί γιά νά συνεχίσει τίς ερευνές του αρνήθηκε νά αναλάβει μία χηρεύουσα έπισκοπή. Τό αίτημά του όμως τελικά δέν εγινε δεκτό καί έπέστρεψε στήν Τασκένδη. όπου μπόρεσε νά ασκήσει τήν ιατρική σέ ένα μικρό νοσοκομείο.

Στά 1934, δημοσιεύτηκε τό εργο του  Δ ο κ ί μ ι α    γ ι ά Xειρουργική  των πυωδών έξελκώσεων. Σύντομα θά γινόταν κλασικό στήν έπιστήμη τής ιατρικής καί τοϋ απέφερε τό βραβείο «Στάλιν» καί διεθνή φήμη. Ένω έργαζόταν στήν Τασκένδη προσβλήθηκε από μία τροπική ασθένεια πού προκάλεσε τήν αποκόλληση τοϋ αμφιβληστροειδοϋς χιτωνος, συνέχισε, ώστόσο, τήν δραστηριότητά του μέχρι τό 1937. Οί τρομερές διώξεις πού έξαπέλυσε τότε ο Στάλιν, οχι μόνο κατά τής δεξιάς η τών κληρικών, άλλά καί έναντίον κομμουνιστών ήγετών, γέμισαν τά στρατόπεδα συγκέντρωσης μέ εκατοντάδες χιλιάδες άνθρώπους.

 Ό άγιος Λουκάς συνελήφθη μαζί μέ τόν άρχιεπίσκοπο Τασκένδης καί όλους τούς κληρικούς πού είχαν μείνει πιστοί στήν Εκκλησία, κατηγορούμενοι γιά σύσταση άνιτεπαναστατικής οργάνωσης κληρικών. Υποβλήθηκε σέ συνεχείς άνακρίσεις γιά δεκατρείς ήμέρες καί νύχτες. Ύπό τό έκτυφλωτικό φώς ενός προβολέα, οί άστυνομικοί έναλλάσσονταν γιά νά τόν άνακρίνουν άσταμάτητα καί νά τόν άναγκάσουν νά πέσει σέ άντιφάσεις. ’Άρχισε ξανά άπεργία πείνας καί μεταφέρθκε έξαντλημένος στά ύπόγεια τής μυστικής άστυνομίας. 

Μετά άπό περαιτέρω άνακρίσεις καί βασανιστήρια, χωρίς δυνάμεις πλέον καί άδυνατώντας νά έλέγξει τί κάνει, ύπέγραψε μέ τρεμάμενο χέρι τήν ομολογία συμμετοχής του σέ μιά άντικομμουνιστική συνωμοσία, έξορίσθηκε γιά τρίτη φορά στήν Σιβηρία, στήν περιοχή Κρασνογιάρσκ στίς άρχές τοϋ 1940 καί ξεπερνώντας χίλιες δυσκολίες καί άντιστάσεις κατάφερε νά άσκήσει έκεΐ τό έπάγγελμα τοϋ χειρουργοϋ καί νά συνεχίσει μάλιστα τίς έρευνες του στό Τόμσκ.

 Κατά τήν εισβολή τών χιτλερικών δυνάμεων καί τήν έναρξη ενός πολέμου μέ εκατομμύρια θύματα (1941), τοποθετήθηκε άρχίατρος στό νοσοκομείο τοϋ Κρασνογιάρσκ καί ύπεύθυνος τών στρατιωτικών νοσοκομείων ολόκληρης τής περιφέρειας αύτής, ένώ παράλληλα διακονοϋσε ώς τοπικός έπίσκοπος σέ μία περιοχή όπου οί κομμουνιστές έπαίρονταν ότι δέν είχαν άφήσει καμμία έκκλησία σέ λειτουργία. Γιά τίς ύπηρεσίες του έλαβε τό παράσημο τής πατριωτικής τάξης καί ο μητροπολίτης Σέργιος τόν άνήγαγε στό άξίωμα τοϋ άρχιεπισκόπου. Ύπό αύτή τήν ιδιότητά του έλαβε μέρος στήν σύνοδο τοϋ 1943, πού έξέλεξε πατριάρχη τόν μητροπολίτη Σέργιο καί έγινε μέλος τής διαρκοϋς Ίεράς Συνόδου. 

Καθώς λόγω τοϋ πολέμου οί θρησκευτικοί διωγμοί είχαν χαλαρώσει κάπως, έβαλε σέ έφαρμογή ένα εύρύ πρόγραμμα άναγέννησης τοϋ έκκλησιαστικοϋ βίου καί έπιδόθηκε μέ άνανεωμένο ζήλο στό κήρυγμα. Όταν τό νοσοκομείο τοϋ Κρασνογιάρσκ μεταφέρθηκε στό Ταμπώφ (1944), έγκαταστάθηκε στήν πόλη αύτή καί άνέλαβε τήν διεύθυνση τής έπισκοπής, έργαζόμενος παράλληλα στήν έκδοση διαφόρων ιατρικών καί θρησκευτικών κειμένων καί συγκεκριμένα μίας άπολογίας κατά τοϋ ύλιστικοϋ άθεϊσμοϋ μέ τόν τίτλο Περί πνεύματος ψυχής καί σώματος, στήν οποία ύποστήριζε τίς άρχές τής χριστιανικής άνθρωπολογίας μέ τήν βοήθεια στέρεων έπιστημονικών έπιχειρημάτων.

Τό 1946, μεταφέρθηκε στήν Κριμαία καί έγινε άρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως. Έκεί χρειάστηκε κατ άρχήν νά άγωνισθεί γιά τήν άναμόρφωση τών ηθών τοϋ κλήρου. Δίδασκε οτι ή καρδιά τοϋ ίερέα πρέπει νά είναι μία φωτιά πού άκτινοβολή τό φώς τοϋ Εύαγγελίου καί τήν άγάπη του γιά τόν Σταυρό, εϊτε μέ τόν λόγο εϊτε μέ τό παράδειγμα τής πολιτείας του. Έξαιτίας τής καρδιακής του πάθησης, ύποχρεώθηκε νά σταματήσει τίς χειρουργικές έπεμβάσεις, συνέχισε, ομως νά βλέπει δωρεάν άσθενείς καί νά προσφέρει τίς συμβουλές του στούς άλλους γιατρούς τής περιοχής. 

Πολλές ίάσεις πραγματοποιήθηκαν τότε διά τής προσευχής του. Τό 1956, έχασε τελείως τό φώς του, χωρίς ώστόσο νά παύσει νά τελεί άπό στήθους τήν θεία Λειτουργία, νά κηρύττει καί νά διευθύνει τήν έπισκοπή. Άντιστάθηκε σθεναρά στό κλείσιμο τών ναών καί στίς διάφορες μορφές διωγμοϋ πού οί άρχές έξαπέλυαν δολίως. Πλήρης ήμερών καί ε'χοντας ολοκληρώσει τό έργο τής μαρτυρίας τοϋ Κυρίου, τοϋ ’Εσταυρωμένου γιά τήν δική μας σωτηρία έκοιμήθη έν ειρήνη στίς 11 Ιουνίου (29 Μαΐου) 1961. Στήν κηδεία του παρευρέθησαν ο κλήρος τής έπισκοπής καί μέγα πλήθος λαοϋ, ο τάφος του έγινε γρήγορα τόπος προσκυνήματος, οπου έπιτελοϋνται μέχρι τίς ήμέρες μας πλήθος ίάσεων.

πηγή : Περιοδικό Ο ΠΟΙΜΗΝ
          Ι.Μητρόπολις Μυτιλήνης 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...