/*--

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Πως πρέπει να κυβερνάμε τη γλώσσα μας

Ανάγκη μεγάλη είναι να κυβερνά κάποιος όπως πρέπει την γλώσσα του και να την χαλιναγωγή. Γιατί, κάθε ένας κλίνει πολύ στο να την αφήνη να τρέχη και να ομιλή για εκείνα που δίνουν ευχαρίστησι στις αισθήσεις μας· η πολυλογία, τις περισσότερες φορές, προέρχεται από την υπερηφάνεια, απο την οποία, φανταζόμενοι εμείς πως γνωρίζουμε πολλά, και ικανοποιώντας τη γνώμη μας, πιεζόμαστε με πολλές επαναλήψεις των λόγων μας, να τυπώσουμε την γνώμη μας αυτή στις καρδιές των άλλων, για να τους κάνουμε τον δάσκαλο, σάν να έχουν ανάγκη να μάθουν από μας· και μάλιστα την ίδια υπερηφάνεια δείχνουμε οταν τους διδάσκουμε χωρίς αυτοί να μας ρωτήσουν πρώτα.

Τα κακά που γεννιούνται από την πολυλογία, δεν είναι δυνατό να τα περιγράψουμε με λίγα λόγια· η πολυλογία είναι μητέρα της ακηδίας· υπόθεσις άγνοιας και ανοησίας· πόρτα της καταλαλιάς, υπηρέτης των ψεμμάτων και ψυχρότητα της ευλαβούς θερμότητας· τα πολλά λόγια δυναμώνουν τα πάθη και από αυτά κινείται μετά απο αυτά η γλώσσα με περισσότερη ευκολία στην αδιάκριτη συζήτησι. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Ιάκωβος, θέλοντας να φανερώση πόσο δύσκολο είναι το να μην αμαρτάνη κάποιος στα λόγια που λέει, είπε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό των τελείων ανδρών· «Αν κάποιος δεν κάνη σφάλματα με ττα λόγια, αυτός είναι τέλειος άνθρωπος, ικανός να χαλιναγωγήση όλο του τον εαυτό» (3). Γιατί, αφού η γλώσσα αρχίσει μία φορά να μιλάει, τρέχει σαν αχαλίνωτο άλογο, και δεν μιλάει μόνο τα καλά και αυτά που πρέπει, αλλά και τα κακά· γι αυτό και ονομάζεται αυτή από τον ίδιο τον Απόστολο, «μεστή από κακό, γεμάτη από δηλητήριο θανατηφόρο». Οπως σύμφωνα και ο Σολομώντας είπε, οτι από την πολυλογία δεν θα αποφύγης την αμαρτία· «εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη αμαρτίαν» (Παρ. 10,20). Και για να μιλήσουμε γενικά, όποιος μιλάει πολύ, δείχνει ότι είναι ανόητος· «ο άφρων πληθύνει λόγους» (Εκκλ. 10,14).

Μην ανοίξης μεγάλες συνομιλίες με εκείνον, που σε ακούει με κακή όρεξι, για να μη τον αηδιάσης και τον κάνης να σε σιχαθή, όπως γράφτηκε: «Ο πλεονάζων λόγον, βδελυχθήσεται» (Σειράχ κεφ. 7). Απόφευγε να μιλάς αυστηρά και μεγαλόφωνα. Γιατί και τα δύο είναι πολύ μισητά και δίνουν υποψία ότι είσαι μάταιος και έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου μην μιλάς ποτέ για τον εαυτό σου και για τις υποθέσεις σου ή για τους συγγενείς σου· παρά, όταν είναι ανάγκη και όσο μπορείς περισσότερο, με συντομία και ολιγολογία. Και αν σου φανή πως άλλοι μιλούν γιά τον εαυτό τους παραπάνω, εσύ πίεσε τον ευατό σου να μη τους μιμηθής, αν υποτεθή ότι και τα λόγια τους να φαίνωνται ταπεινά και των ίδιων κατηγορητικά. Για δε τον πλησίον σου και για όσα ανάγονται σε αυτό, μίλα όσο λιγώτερο μπορείς, όταν και εκεί που είναι ανάγκη για το καλό του.45

Για τον Θεό, να μιλάς με όλη σου την όρεξι και μάλιστα για την αγάπη και την αγαθότητα του. Αλλά με φόβο, σκεπτόμενος, ότι μπορείς να κάνης λάθος ακόμη και σε αυτό. Οπότε, καλλίτερα αγάπα να προσέχης, οταν άλλοι μιλούν σχετικά με αυτά, φυλάττοντας τους λόγους τους στα εσωτερικά της καρδιάς σου. Για τα άλλα που μιλάνε, μόνο ο ήχος της φωνής ας ενοχλή την ακοή σου· αλλά ο νους σου, ας στέκεται ανυψωμένος στο Θεό. Αλλά και όταν ακόμη είναι ανάγκη να ακούσης εκείνον, που μιλάει για να καταλάβης και να του απαντήσης, και τότε μην παραλείψης ανάμεσα να υψώσης κάποιο με το λογισμό στον ουρανό, που κατοικεί ο Θεός σου· και σκέψου το ύψος του και πως αυτός βλέπει πάντα την μηδαμινότητά σου, εξέταζε καλά εκείνα, που έρχονται στην καρδιά σου για να πης, πρίν να περάσουν στη γλώσσα και θα βρης πολλά, που είναι καλλίτερα να μην βγούν από το στόμα σου· αλλά ακόμη γνώριζε, οτι και από εκείνα, που σκέφτεσαι ότι είναι καλά να πης, είναι πολύ καλλίτερο να τα θάψης στη σιωπή και θα το γνωρίσης, αφού περάση εκείνη η συνομιλία.

Η σιωπή, είναι μία μεγάλη ενδυνάμωσις του Αοράτου Πολέμου και μία σίγουρη ελπίδα της νίκης· η σιωπή, είναι πολύ αγαπημένη από εκείνον, που δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του, αλλά ελπίζει στό Θεό· είναι φύλακας της ιεράς προσευχής και θαυμαστή βοήθεια στην εκγύμνασι των αρετών·46 και ακόμη είναι σημείο φρονιμάδας. Γιατί, αν και άλλος δεν μιλάη, το κάνει γιατί δεν έχει λόγο να πη· «Εστί σιωπών, ου γαρ έχει απόκρισιν» (Σειράχ κεφ. 5)· και άλλος, διότι φυλάττει τον κατάλληλο καιρό για να μιλήση· «Και έστι σιωπών, ειδώς καιρόν» (αυτόθι). Και άλλος για άλλες αιτίες·47 γενικά όμως και ολοκληρωτικά, όποιος δεν μιλάει, δείχνει πως είναι φρόνιμος και σοφός· «εστί σιωπών και αυτός φρόνιμος» (Σειρ. 14,27). «Ένας σιωπαίνει και αποδεικνύεται σοφός» (Σειρ. 20,4).

Για να συνηθίσης να σιωπάς, σκέψου πολλές φορές τις ζημιές και τους κινδύνους της πολυλογίας και τα μεγάλα καλά της σιωπής και αυτούς τους τρεις τρόπους, που είπα στα προηγούμενα τρία κεφάλαια, δηλαδή το να ανεβαίνη κάποιος από τα αισθητά στη θεωρία του Θεού, στη θεωρία του σαρκωθέντος Λόγου· και στο στολισμό των ηθών, μπορούν να μεταχειρίζονται εκείνοι, που έχουν γνώσι, διάκρισι και δύναμι στο λογισμό, για να διορθώνουν τις αισθήσεις τους με αυτούς. Οσοι όμως δεν έχουν αυτή την γνώσι και την δύναμι, αυτοί με άλλον τρόπο μπορούν να διορθώνουν τις αισθήσεις τους· δηλαδή, με όλη τους την δύναμι να απέχουν από όλα εκείνα τα αισθητά, που μπορούν να βλάπτουν την ψυχή τους.

Καί λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, α΄ μεν, πρέπει να φυλάττης με μεγάλη προσοχή τους κακούς και γρήγορους κλέφτες που έχεις, δηλαδή, τα μάτια σου, και να μην τα αφήνης να τεντώνωνται και να βλέπουν με περιέργεια τα πρόσωπα των γυναικών, τόσο τα όμορφα, όσο και τα άσχημα ή τα πρόσωπα των ανδρών και μάλιστα των νέων και αγένειων ή να βλέπουν την ξεγύμνωσι όχι μόνο των ξένων σωμάτων, αλλά και αυτού του ιδίου σου σώματος. Γιατί από αυτήν τήν περιέργεια και το εμπαθή κοίταγμα, η καρδιά συλλαμβάνει την ηδονή και την επιθυμία της πορνείας και της παιδεραστίας. Καθώς είπε ο Κύριος. «Όποιος βλέπει γυναίκα με επιθυμία πονηρή, έχει κιόλας μέσα του διαπράξει την μοιχεία με αυτήν» (Ματθ. 5,38). Και κάποιος σοφός ειπε «εκ τού οράν, τίκτεται το εράν»48. Γι’ αυτό και ο Σολομώντας παραγγέλνει, να μη πιαστούμε από τα μάτια μας, μήτε να νικηθούμε από επιθυμία ωραιότητας· «υιέ, μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μητέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς» (Παρ. 6,25).

Εκτός από αυτά, φυλάξου να μη βλέπης περίεργα τα όμορφα φαγητά και ποτά, ενθυμούμενος την πρώτη μητέρα του γένους μας Ευα η οποία, για να δη τον απαγορευμένο καρπό του εμποδισμένου ξύλου στόν Παράδεισο, τον επιθύμησε, τον πήρε, τον έφαγε και έτσι πέθανε· ούτε να βλέπης με ευχαρίστησι τα όμορφα ρούχα ή τον χρυσό και το αργύριο ή τις λαμπρές δόξες του κόσμου, για να μη περάση από τα μάτια σου μέσα στη ψυχήν σου το πάθος της φιλοδοξίας και φιλαργυρίας. «Απόστρεψαν γαρ, φησι, τους οφθαλμούς μου, του μη ιδείν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118.)· και για να μιλήσω γενικά, φυλάξου να μη βλέπης χορούς, παιχνίδια, τραπέζια, ξεφαντώματα, μαλώματα, παλαίσματα, τρεχάματα και όλα τα άλλα άτακτα και άσεμνα πράγματα, που αγαπά ο ηλίθιος κόσμος και έχει απαγορευμένα ο νόμος του Θεού· αλλά απόφευγε και κλείσε τα μάτια σου από αυτά, για να μη γεμίσης την καρδιά και την φαντασία σου από άσχημες εικόνες και πάθη, και ξεσηκώσης ταραχή και νέο πόλεμο εναντίον σου, αφήνοντας τον αγώνα, που έχεις να αγωνίζεσαι εναντίον των παλαιών σου παθών. Αγάπα όμως να βλέπης τις Εκκλησίες, τις αγίες εικόνες, τα ιερά βιβλία, τα κοιμητήρια, τους τάφους και όσα άλλα είναι σεμνά και άγια, των οποίων η θεωρία σε ωφελεί.

Α'. Πρέπει να προφυλάττης τα αυτιά σου. Πρώτα για να μην ακούς τα αισχρά και ερωτικά λόγια, τα τραγούδια και τα μουσικά όργανα, απο τα οποία γλυκαίνεται η ψυχή σου και η καρδιά σου ανάβει από την σαρκική επιθυμία. Γιατί είναι γραμμένο· «απομάκρυνε από μένα τα επονείδιστα λόγια» (Παρ. κζ' 11).

Κατα δεύτερο λόγο, για να μην ακούς τα αστεία και τα γελωτοποιά λόγια, τα οποία μάλιστα είναι φαντασιώσεις και τα κάθε είδους και διάφορα του κόσμου ψέμματα, νοστιμευόμενος και γλυκαινόμενος απο αυτά. Επειδή δεν είναι σωστό στο χριστιανό να ακούη με ευχαρίστησι αυτά, αλλά εκείνων των διεφθαρμένων ανθρώπων, σχετικά με τους οποίους είπε ο Παύλος, ότι, «θα κλείσουν τα αυτιά τους στην αλήθεια και θα στραφούν στα παραμύθια» (Β'. Τιμοθ. δ' 4.)

Τρίτο, για να μην ακούς με ευχαρίστησι τις κατακρίσεις και πολυλογίες που οι άλλοι κάνουν εναντίον του πλησίον αλλα ή να τις εμποδίζεις, αν μπορείς ή να μην κάθεσαι να τις ακούς. Επειδή ο μέγας Βασίλειος θεωρεί άξιους αφορισμού, τόσο εκείνους που πολυλογούν, όσο και εκείνους που στέκονται και ακούν τις συκοφαντίες· «Αν βρεθή κάποιος να καταλαλή άλλον ή να αν ακούη να καταλαλούν και δεν τους επιτιμά… μαζί με αυτόν να αφορίζεται»49.

Τέταρτο, φυλάξου να μη γλυκαίνεσαι και ακούς τα περιττά και μάταια λόγια και τις φλυαρίες, στις οποίες καταπιάνεται ο περισσότερος κόσμος. γιατί, είναι γραμμένο· «δεν θα ακούσης λόγο μάταιο» (Εξόδ. 23,1). Και ο Σολομώντας είπε· «μάταιο λόγο κάντον μακρυά μου» (Παρ. 30,8). Και ο Κύριος είπε· «Για κάθε μάταιο λόγο που θα πουν οι άνθρωποι, θα λογοδοτήσουν την ημέρα της κρίσεως» (Ματθ. 12,36).

Καί για να πούμε σύντομα, φυλάξου να μην ακούς όλα εκείνα τα λόγια και ακούσματα, που μπορούν να βλάψουν την ψυχή σου· αυτά κυρίως είναι οι κολακείες των κολάκων και οι έπαινοι, σχετικά για τους οποίους είπε ο Ησαῒας «λαός μου, αυτοί που σας καλοτυχίζουν, σας κοροϊδεύουν» (3,11). Αγάπησε δε να ακούς τα θεία λόγια, τις ιερές μελωδίες και ψαλμωδίες, και όλα όσα είναι σεμνά, άγια, σοφά και ψυχωφελή· και μάλιστα αγάπα να ακούς τις ατιμίες και τις βρισιές που σου κάνουν οι άλλοι.

Ε'. Φύλαξε την όσφρησί σου από τα μυρωδικά, τους μόσχους και άλλα ευωδιαστά αρώματα, τα οποία δεν πρέπει ούτε πάνω σου να τα βάζης ή να τα αλείφης, ούτε με υπερβολή να μυρίζεσαι. Επειδή αυτά, όλα είναι χαρακτηριστικό των ασέμνων γυναικών, και όχι των φρονίμων ανδρών, και κοιμίζουν την γενναιότητα της ψυχής, και την σπρώχνουν σε πορνικά πάθη και επιθυμίες και κάνουν να έρχωνται σε αυτούς που τα μεταχειρίζονται, οι προφητικές εκείνες κατάρες, που λένε «Καί αντί της ευχάριστης ευωδίας, θα υπάρχη μούχλα» (Ησ. 3,23), «Καί αλοίομονο σε όσους αλείφονται με τα καλύτερα αρώματα» (Αμ. 6,6).

ΣΤ΄. Φύλαξε την γεύσι και την κοιλιά σου, για να μην υποδουλώνεται σε παχυντικά και ευχάριστα και πολυποίκιλα φαγητά, και νόστιμα και ευώδη ποτά. Γιατί, τα τρυφερά αυτά τραπέζια, πριν να τα αποκτήσης, θα σε κάνουν να πέσης σε κλεψιές, ψέματα, κολακείες, και άλλα χίλια υπηρετικά πάθη και κακά· αφού όμως τα αποκτήσης, θα σε γκρεμίσουν στους λάκκους των σαρκικών ηδονών και κτηνόμορφων επιθυμιών, όσες πραγματοποιούνται κάτω απο την κοιλιά· και θα φέρουν εναντίον σου τις προφητικές εκείνες κατάρες του Αμώς· «Αλοίμονο εσείς που τρώτε τρυφερά αρνάκια και καλοθρεμμένα μοσχαράκια από τα κοπάδια….» (6,4).

Ζ'. Πρέπει να φυλάγεσαι. να μη πιάνης με το χέρι όχι μόνο ξένο σώμα γυναίκας, άνδρα ή γέροντα, το ίδιο και νεώτερου, αλλά ούτε το δικό σου σώμα και μάλιστα τα απόκρυφα σημεία σου, χωρίς να υπάρχη ανάγκη. Γιατί, οσο άκομψη είναι αυτή η αίσθησις της αφής, τόσο αισθητική και ζωντανή είναι και παρακινεί τα πάθη της σάρκας, και γκρεμίζει τον ανθρωπο ως αυτή την πράξι της αμαρτίας. Και όλες μεν οι άλλες αισθήσεις, υπηρετούν την αφή, και κατά κάποιο τρόπο, από μακριά εργάζονται την αμαρτία. Αλλά όταν κάποιος φθάση στην αφή, δηλαδή φτάνη και πιάνη, δύσκολα πιά μπορεί να κρατηθή και να μην διαπράξ την αμαρτία.

Στην αίσθησι της αφής, αναφέρεται και ο στολισμός της κεφαλής και του σώματος και των ποδιών. Οπότε, φυλάξου να μη στολίζης το σώμα σου με μαλακά και διάφορα και λαμπρά ρούχα ή με πολυέξοδα καλύμματα της κεφαλής ή με πολύτιμα παπούτσια, γιατί αυτά αρμόζουν στις γυναίκες και στους άνδρες δεν ταιριάζουν· αλλά μόνο να φοράς σεμνά και ταπεινά και όσα είναι αναγκαία και χρειάζονται, στο κρύο του χειμώνα και στον καύσωνα του καλοκαιριού για την συντήρησι του σώματος, για να μην ακούσης και συ εκείνο, που άκουσε ο πλούσιος που ντύθηκε την βασιλική και μεταξωτή ενδυμασία, δηλαδή, τό· «Απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου» (Λουκ. 16,25) και έλθη πάνω σου η κατάρα που λέγει ο Ιεζεκιήλ· «Θα βγάλουν τους μανδύες τους και θα πετάξουν από πάνω τους τα χρυσοκέντητα ρούχα τους» (26,16).

Στην αφή αναφέρονται ακόμη και οι άλλες ανέσεις του σώματος· όπως είναι, το φτιάξιμο των μαλλιών και το συχνό πλύσιμο των γενιών, τα λαμπρά και πολύτιμα σπίτια, τα πολυέξοδα και μαλακά στρώματα και καθίσματα. Από αυτά όλα να φυλάγεσαι, ως βλαβερά της συνέσεώς σου και υπεύθυνα της πορνείας και των σαρκικών παθών, για να μην κληρονομήσης το ουαί του Αμώς, που λέγει· «Αλοίμονο σε σας που ξαπλώνετε σε ανάκλιντρα στολισμένα με ελεφαντόδοντο» (6,4).

Αυτά που σου είπα ως τώρα, είναι η γη, την οποία κατεδικάστηκε να τρώη το νοητό φίδι ο διάβολος. Αυτά είναι, η ύλη και η τροφή, με την οποία τρέφονται όλα τα πάθη της σάρκας. Και λοιπόν, εάν εσύ δεν τα καταφρονήσης, ως δήθεν μικρά, αλλά πολεμήσης γενναία και δεν τα αφήσης να μπούν μέσα απο τις αισθήσεις στην ψυχή και την καρδιά σου, σε πληροφορώ, οτι αλήθεια, εύκολα θα εξαφανίσης με την ατροφία τον διάβολο και τα πάθη και σε λίγο καιρό θά φανής νικητής άριστος σε αυτό τον Αόρατο Πόλεμο. Γιατί είναι γραμμένο στον Ιώβ, οτι ο μυρμηκολέοντας (δηλαδή ο διάβολος) εξαφανίστηκε και χάθηκε μη έχοντας να φάη τροφή, «Μυρμηκολέων ώλετο, παρά το μη έχειν βοράν» (δ' 11)50.

Σημειώσεις :

45 Μιλώντας θυμήσου να προσέχης στην προσταγή του αγίου Θαλασσίου η οποία λεει· «Από τους πέντε τρόπους της συνομιλίας να διαλέξης τους τρεις. Τον τέταρτο μη τον συνηθίσης. Και από τονπέμπτο να απέχης» (Φιλοκαλ.). Οι τρεις δε τρόποι, σύμφωνα με τον Νικόλαο Κατασκεπηνό είναι το ναί, το όχι και το ξεκάθαρο. Ό τέταρτος είναι τα αμφίβολο. Ό δε πέμπτος, το άγνωστο, δηλαδή να μιλάς για πράγματα που γνωρίζεις πως είναι αληθινά, ή ψεύτικα η συγκεκριμένα· και για τα αμφίβολα και άγνωστα στους λόγους σου, να μην μιλάς· ή επειδή είναι πέντε τα είδη του λόγου, συμφωνα με τον Βλεμίδη στη λογική. Κλητικό με το οποίο καλούμε κάποιον. Ερωτηματικό, με το οποίον ερωτούμε. Ευκτικό, με το οποίο ευχόμαστε. Όριστικό, με το οποίο οριστικά και καταφατικά μιλάμε και Προστακτικό, με το οποίο άρχοντικά και αυθεντικά προστάζουμε. Εσύ χρησιμοποίησε στην ομιλία σου μόνο τα τρία, το δε Όριστικό και Προστακτικό μη το χρησιμοποιής.

46 Για αυτό και ο Άββας Ισαάκ (Λόγω γ΄) λέγει, οτι είναι συνεργός των καλών η σιωπή και μεγαλύτερη όλων των έργων της μοναχικής πολιτείας (Λογ. λδ΄). και μυοτήριο του μέλλοντος αιώνος (Επιστολ. γ΄ ). Ό δε μέγας Βαρσανούφιος λέει, οτι η σιωπή που κρατείται με τη θέλησί μας, είναι ανώτερη και απο αυτή τη θεολογία.

47 Ό δε Άββάς Ισαάκ λέγει, ότι για τρία πράγματα σιωπά κάποιος· ή γιά την δόξα των ανθρώπων ή για την ζεστή επιθυμία και το ζήλο της αρετής ή γαιτί έχει κρυφή θεϊκή συνομιλία μέσα στον εαυτό του και γι αυτό το λόγο πηγαίνει το νου του σε αυτή (λογ. κστ΄).

48 Είναι ολοφάνερο αυτό και από τα παραδείγματα της Αγίας Γραφής. Γιατί οι υιοί του Θεού, δηλαδή του Σήθ και του Ενώς, με το να δούν τις κόρες των ανθρώπων, δηλαδή των άπογόνων του Κάιν οτι ήταν όμορφες, πήραν αυτές γυναίκες και διέφθειραν αύτές και απο αυτό ακολούθησε ο παγκόσμιος εκείνος κατακλυσμός (Γεν. κεφ. ς'). Ό Συχέμ ο γιός του Εμμώρ στα Σίκιμα, για να δη την Δείνα την κόρη του Ιακώβ, την αγάπησε και ετσι την διέφθειρε και απο τη διαφθορά αυτή, έγινε ο καταστροφικός εκείνος αφανισμός των Σικίμων από τους ανθρώπους εως τα ζώα. (Γεν. λδ'). Ο Σαμψών γνώρισε γυναίκες, τόσο στα Θαμναθά, όσο και στη Γάζα και αγάπησε αυτές και κοιμήθηκε μαζί τους (Κριτ. ιδ' και ις'.) Είδε ο βασιλιάς Δαβίδ την Βηρσαβεέ όταν λουζόταν και την αγάπησε και έτσι εμοίχευσε με αυτή (Β' Βασιλ. ια'). Είδαν οι δύο εκείνοι ηλικιωμένοι και κριτές του λαού την Σωσάννα και την επιθύμησαν (Σωσαν. ιστορ. 9). Και άλλα τέτοια πολλά.

49 Στα επιτίμια που δεν έχουν γραφή.

απόσπασμα από το βιβλίο Αόρατος Πόλεµος

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...