/*--

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Το πανάγιο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

Μέχρις εδώ σου πρόσφερα, όπως είδες, αναγνώστη μου, τέσσερα όπλα, που σου είναι απαραίτητα στον πόλεμο αυτόν, για να μπορέσης να νικήσης τους εχθρούς σου· δηλαδή, το να μην έχης θάρρος στον εαυτό σου, το να ελπίζης στον Θεό, το να αγωνίζεσαι πάντοτε και το να προσεύχεσαι. Τώρα σου δείχνω άλλο ένα. Αυτό είναι το πανάγιο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι όπως το μυστήριο αυτό είναι ανώτερο από τα άλλα, έτσι είναι και όπλο ανώτερο από τα άλλα. Τα τέσσερα όπλα που είπαμε, παίρνουν την δύναμι από τις αξιομισθίες και την χάρι που μας αξίωσε το αίμα του Χριστού. Αλλά αυτό το όπλο είναι αυτό το ίδιο Αίμα και αυτό το ίδιο το Σώμα με την ψυχή και με την Θεότητα του Χριστού. Με εκείνα γίνεται η μάχη κατά των εχθρών με την δύναμι του Χριστού. Με αυτό το όπλό όμως πολεμούμε εκείνους μαζί με τον Χριστό και ο Χριστός τους πολεμεί μαζί με εμάς. Διότι όποιος τρώγει το σώμα του Χριστού και πίνει το Αίμα του, μένει με το Χριστό και ο Χριστός με αυτόν· «Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, μένει σ’ εμένα κι εγώ σ’ αυτόν» (Ιω. 6,56). Γι αυτό και εμείς αν νικήσουμε τον εχθρό, τον νικούμε με την δύναμι του αίματος αυτού, όπως αναφέρεται στην Αποκάλυψι: «Νίκησαν με το αίμα του Αρνίου» (12,11).

Και επειδή αυτό το μυστήριο που είναι το πιο άγιο, και αυτό το όπλο, μάλλον αυτός ο ίδιος ο Χριστός που βρίσκεται μέσα στο μυστήριο αυτό, μπορεί να πραγματοποιήται (να βάνεται εις πράξιν) με δύο τρόπους, δηλαδή να το δέχεται κανείς μυστηριακά, δηλαδή με ευλάβεια, πολύ συχνά και όσες φορές μπορέση, (αν βέβαια δεν έχη κάποιο εμπόδιο από τον Πνευματικό) με την απαραίτητη προετοιμασία, δηλαδή, συντριβή, εξομολόγησι, ικανοποίησι και την νηστεία που είναι σύμφωνα με την δύναμί του· και πρέπει κανείς να το λαμβάνη πνευματικά και νοερά κάθε ώρα και κάθε στιγμή, γι’ αυτό και σύ μη σταματήσης να το λαμβάνης με τον δεύτερο τρόπο πολλές φορές, και όταν μπορής, σύμφωνα με τον πρώτο τρόπο που ακολουθεί.

Πως πρέπει κανείς να δέχεται το πανάγιο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, δηλαδή πως πρέπει να δέχεται μυστηριακά τον Χριστό

Σε διάφορες περιπτώσεις μπορούμε να πλησιάζουμε σε αυτό το θειότατο μυστήριο, το οποίο για να το πετύχουμε πρέπει να κάνουμε διάφορα πράγματα τα οποία είναι διαιρεμένα σε τρείς περιόδους: Πριν από την Μετάληψι, τον καιρό της Μεταλήψεως και μετά την Μετάληψι. Πριν από την Μετάληψι πρέπει να καθαρισθούμε με το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως από τον μολυσμό τόσο της θανάσιμης όσο και της μη θανάσιμης αμαρτίας που κάναμε και να φυλάξουμε τον Κανόνα που θα μας δώση ο Πνευματικός. Και με την διάθεσι όλης μας της καρδιάς να δοθούμε ολοκληρωτικά με όλη μας την ψυχή, με όλη μας την ισχύ και με όλες τις δυνάμεις μας στον Ιησού Χριστό και σε ό,τι του αρέσει. Επειδή και ο ίδιος σε αυτό το μυστήριο μας δίνει το Σώμα και το Αίμα του με την ψυχή και την Θεότητα και με τις αξιομισθίες του. Και σκεπτόμενοι ότι το δώρο μας, συγκρίνοντάς το με το δικό του, είναι λίγο και σχεδόν μηδαμινό, πρέπει να επιθυμούμε να έχουμε τόσο μεγάλο δώρο, όσο ποτέ δεν του πρόσφεραν όλα τα κτίσματα, ανθρώπινα και ουράνια, για να μπορέσουμε να το δώσουμε στην θεία του Μεγαλειότητα.

Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν θέλης να δεχθής το Μυστήριο αυτό, για να καταστραφούν και οι δικοί του και οι δικοί σου εχθροί, προτού να μεταλάβης, άρχισε από το εσπέρας ή και νωρίτερα να σκέπτεσαι πόσο επιθυμεί ο Υιός του Θεού να του δώσης εσύ τόπο στην καρδιά σου με το Μυστήριο αυτό, για να ενωθή μαζί σου και να σε βοηθήση να νικήσης κάθε σου πάθος. Αυτή η επιθυμία του Κυρίου είναι τόσο μεγάλη και αμέτρητη που δεν μπορεί να την καταλάβη μέχρι το ύψος της κτιστός νους. Εσύ, όμως, για να μπορέσης κάπως να την χωρέσης στο νου σου, πρέπει να βάλης καλά στο νου σου δύο πράγματα: Το ένα είναι η ανέκφραστη επιθυμία που έχει ο Υιός του Θεού να βρίσκεται μέσα μας. Διότι αυτή την ένωσι με τους ανθρώπους την ονομάζει τρυφή και ευχαρίστησι δική του: «Η ευχαρίστησί μου είναι με τους υιούς των ανθρώπων». 

Το άλλο είναι να σκεφθής καλά ότι ο Θεός μισεί πολύ την αμαρτία, επειδή αυτή είναι αιτία στο να ενώνεται ο Θεός μαζί μας, πράγμα που τόσο πολύ επιθυμεί, και είναι αντίθετη στις θεϊκές του τελειότητες. Διότι ο Θεός όντας εκ φύσεως απόλυτο αγαθό, καθαρό φως και άπειρη ωραιότητα, δεν μπορεί παρά εκ φύσεως να μισή και να συχαίνεται αμέτρητες φορές την αμαρτία, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά απόλυτο κακό, σκοτάδι, έλλειψι και ανυπόφορη ασχήμια στις ψυχές μας. Και αυτό το μίσος του Θεού κατά της αμαρτίας είναι τόσο δυνατό και τόσο πολύ, ώστε για την καταστροφή της δόθηκε διαταγή και έγιναν όλα τα έργα της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης και μάλιστα εκείνα του Παναγίου Πάθους του Υιού του. Γι’ αυτό και λέγουν μερικοί θεολόγοι και διδάσκαλοι, ότι για να εξαλείψη ο Θεός από εμάς κάθε πταίσμα και το πιο μικρό ακόμη, αν ήταν ανάγκη και έπρεπε, ήταν έτοιμος να παραδοθή και σε χιλιάδες πάλι θανάτους.

Από τις μελέτες λοιπόν αυτές και τις σκέψεις, αν και σε πολύ μικρό βαθμό, καταλαβαίνοντας το μέγεθος της επιθυμίας που έχει ο Θεός να εισέλθη στην καρδιά σου, για να νικήση εντελώς τους εχθρούς τους δικούς Του και τους δικούς σου, θα ανάψης μέσα σου μία ζωντανή επιθυμία να τον δεχθής, για να φέρη μέσα σου το αποτέλεσμα αυτό. Και έτσι, αφού γεμίσης από ανδρεία και παίρνοντας θάρρος από την ελπίδα ότι θα έλθη να κατοικήση μέσα σου ο επουράνιός σου αρχιστράτηγος Ιησούς, κάλεσε δυνατά πολλές φορές σε πόλεμο το πάθος εκείνο που θέλεις να νικήσης και κατάβαλέ το με διπλές και τριπλές επιθυμίες και ορέξεις, μισώντας το και προβάλλοντας πράξεις αρετής αντίθετες προς το πάθος εκείνο. Έτσι θα κάνης το εσπέρας.

Το πρωί πάλι, λίγο πριν από την Θεία Κοινωνία, ρίξε νοερά ένα σύντομο βλέμμα μέσα σου στα σφάλματα που έκανες από τον καιρό που μετέλαβες μέχρι τότε, όσα έκανες με τόση αφοβία σαν να μην υπήρχε Θεός να σε βλέπη και να σε κρίνη, ούτε να υπέφερε για σένα τόσα πάθη επάνω στο σταυρό. Γιατί και συ προτίμησες τις σιχαμερές και τιποτένιες σου επιθυμίες και όχι το θέλημα και την τιμή του Θεού. Και σκεπτόμενος έτσι με πολλή ντροπή και με άγιο φόβο, θα ντραπής για την αχαριστία και για την αναξιότητά σου. Αλλά όμως και πάλι σκεπτόμενος μετά από αυτά ότι η αμέτρητη άβυσσος της αγαθότητος του Θεού σου προσκαλεί στα Μυστήριά του την άβυσσο της αχαριστίας σου και της μικρής σου πίστεως, πλησίασε σε αυτόν με θάρρος, και χάρισέ του τόπο ευρύχωρο στην καρδιά σου, για να γίνη σε αυτήν ολόκληρος Δεσπότης και Κυρίαρχος. Πως και με ποιο τρόπο; Όταν διώξης από μέσα από την καρδιά σου κάθε διάθεσι και αγάπη των κτισμάτων, κλείνοντάς την για να μην εισέλθη κάποιος άλλος, παρά ο Θεός σου.

Και αφού μεταλάβης μπες μέσα αμέσως στα απόκρυφα της καρδιάς σου, προσκυνώντας πρώτα τον Κύριο με κάθε ταπείνωσι και ευλάβεια και μίλησέ του νοερά με τον τρόπο αυτόν: «Εσύ βλέπεις, το μόνο μου αγαθό, πόσο εύκολα εγώ σε βλάπτω και πόση δύναμι έχει εναντίον μου το πάθος αυτό που με πολεμεί και μόνος μου δεν έχω την δύναμι να ελευθερωθώ. Γι’ αυτό δικός σου κυρίως είναι ο πόλεμος αυτός και από σένα μόνο ελπίζω την νίκη, μολονότι είναι ανάγκη να πολεμώ κι εγώ». Μετά από αυτά στρέφοντας το νου σου στον επουράνιο Πατέρα, πρόσφερέ του ως ευχαριστία και για την νίκη του εαυτού σου τον ευλογημένο του Υιό, που αυτός σου έδωσε στα Μυστήρια και που κρατάς πλέον μέσα στην καρδιά σου. Και πολεμώντας γενναία κατά του πάθους εκείνου που σε πολεμεί, περίμενε με πίστι την νίκη από τον Θεό. Και δεν υπάρχει περίπτωσι να σου στερήση την νίκη, αν έκανες εσύ ό,τι μπορούσες, κι αν ακόμη αργήση ο Θεός να σου την δώση.

Πως πρέπει να ετοιμαζώμαστε για την κοινωνία, για να παρακινηθούμε στην αγάπη του Θεού

Για να παρακινηθής με το επουράνιο αυτό μυστήριο στην αγάπη προς τον Θεό, θα σκεφθής με το λογισμό σου την αγάπη που έχει προς εσένα ο Θεός, σκεπτόμενος από το προηγούμενο βράδυ ότι εκείνος ο Μεγάλος και Παντοκράτορας Θεός δεν αρκέσθηκε μόνο στο ότι σε έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι και ότι έστειλε στη γη τον Μονογενή του Υιό να περπατήση τριάντα τρία χρόνια, για να σε ζητήση και για να υποφέρη σκληρότατα πάθη και τον βασανιστικό θάνατο του σταυρού, για να σε εξαγοράση από τα χέρια του διαβόλου, αλλά ακόμη θέλησε να σου τον αφήση για την ανάγκη και για την τροφή σου σε αυτό το θειότατο Μυστήριο. Σκέψου καλά, παιδί μου, τα ακατανόητα μεγαλεία αυτής της αγάπης, που την κάνουν σε όλα της τα μέρη πάρα πολύ τέλεια και υπέροχη.

Α΄) Διότι αν σκεφθούμε ότι ο Θεός μας αγάπησε αιώνια και άναρχα, και όσο είναι αυτός αιώνιος κατά την Θεότητά του, άλλο τόσο αιώνια είναι και η αγάπη του, με την οποία προ πάντων των αιώνων αποφάσισε να μας δώση τον Υιό του με αυτόν τον θαυμάσιο τρόπο! Γι’ αυτό, ευφραινόμενος εσωτερικά, μπορείς να πης τα εξής με πνευματική χαρά: Λοιπόν σε εκείνη την άβυσσο της αιωνιότητας ήταν η μικρότητά μου, τόσο ψηφισμένη (υπολογισμένη) και αγαπημένη από τον απόλυτο Θεό, σε τέτοιο τρόπο που αυτός σκεπτόταν για μένα και επιθυμούσε με θέλησι της ανεκδιήγητης αγάπης του να μού δώση για βρώσι τον Μονογενή του Υιό;

Β΄) Όλες οι άλλες αγάπες του κόσμου, όσο μεγάλες κι αν είναι, έχουν κάποιο μέτρο και όριο και δεν μπορούν να επεκταθούν περισσότερο. Αλλά μόνον αυτή η αγάπη του Θεού προς εμάς είναι χωρίς μέτρο. Και γι αυτό θέλοντας ο Θεός να θεραπευθή εντελώς, έδωσε τον Υιό του, ίσο στην μεγαλειότητα και απειρία με τον εαυτό του και μιας και της ίδιας ουσίας και φύσεως. Γι’ αυτό λοιπόν τόση μεγάλη είναι η αγάπη του, όσο είναι και το χάρισμα, και αντίστροφα τόσο είναι το χάρισμα, όση είναι και η αγάπη. Και το ένα και το άλλο είναι τόσο μεγάλα, ώστε μεγαλύτερο μέγεθος δεν μπορεί να φαντασθή κανένας κτιστός νους.

Γ΄) Ο Θεός δεν παρακινήθηκε από καμμιά ανάγκη να μας αγαπήση, αλλά από μόνη την φυσική του αγαθότητα και από την τόσο μεγάλη του αγάπη προς εμάς, που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε.

Δ΄) Ούτε κανένα έργο ή κάποια καλή πράξι δική μας μπόρεσε να προηγηθή, για να δείξη εκείνος ο άπειρος Θεός μία τέτοια υπερβολή αγάπης με την ταλαιπωρία μας. Αλλά εξ αιτίας της ελευθερίας του μόνο, δόθηκε ολοκληρωτικά σε μας τα κτίσματά του, που είμαστε εντελώς ανάξιοι.

Ε΄) Αν σκεφθής καλά την καθαρότητα της αγάπης αυτής, θα δής ότι δεν είναι σαν τις αγάπες του κόσμου, αναμεμιγμένη με κάποιο κέρδος προσωπικό. Διότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τα αγαθά μας. Επειδή αυτός και μόνος του και χωρίς εμάς είναι πάρα πολύ ευτυχισμένος, μακάριος και πάρα πολύ ένδοξος. ΄Ετσι, χρησιμοποίησε την ανέκφραστη αγαθότητα και αγάπη του προς εμάς, όχι για δική του ωφέλεια, αλλά για δική μας!

Αυτά συλλογιζόμενος καλά θα πης στον εαυτό σου: «Πως γίνεται αυτό; Ένας Θεός Ύψιστος να βάλλη την καρδιά του σε ένα κτίσμα τόσο χαμηλό; Τι θέλεις, Βασιλιά της δόξης; Τι περιμένεις από εμένα, που δεν είμαι τίποτε άλλο, παρά λίγη σκόνη και κονιορτός; Βλέπω, καλά, Θεέ μου, στο φως της αγάπης σου, που είναι σαν φωτιά, ότι έχεις μόνο ένα σκοπό, που πλέον καθαρά μου δείχνει την αγάπη σου προς εμένα που είναι χωρίς δόλο. Επειδή δεν μου δίνεσαι για άλλο σκοπό προς βρώσι και πόσι, παρά μόνο για να με μεταβάλλης ολόκληρο στον εαυτό σου, όχι διότι έχεις ανάγκη από εμένα, αλλά ζώντας εσύ σε μένα και εγώ σε σένα, θα μπορέσω να γίνω διά μέσου της αγαπητικής ενώσεως όπως εσύ ο ίδιος· και από την ένωσι της δικής μου επίγειας καρδιάς και της δικής σου της επουράνιας να γίνη μέσα μου μία μόνη νοερή και θεϊκή καρδιά».

Από τέτοιους λογισμούς, λοιπόν, εσύ πρέπει να γεμίσης από έκπληξι και χαρά, βλέποντας τον εαυτό σου να έχη τιμηθή τόσο πολύ και να είναι αγαπημένος από τον Θεό και γνωρίζοντας ότι αυτός με την παντοδύναμη αγάπη του δεν ζητεί άλλο, ούτε θέλει κάτι άλλο από εσένα, παρά να τραβήξη όλη σου την αγάπη προς τον εαυτό του και να σε ξεχωρίση ως πρώτον από όλα τα κτίσματα και κατόπιν και από τον ίδιο τον εαυτό σου, διότι είσαι κτίσμα· για να προσφέρης όλο σου τον εαυτό στον Θεό ως ολοκαύτωμα και για να παρακινή από εδώ και πέρα η μόνη του αγάπη και θεϊκή του αρέσκεια τον νου σου, την θέλησί σου και την μνήμη σου και να κυβερνά όλες σου τις αισθήσεις. Και βλέποντας μετά από αυτά ότι δεν μπορεί άλλο πράγμα να προξενήση σε σένα τα παρόμοια θεϊκά αποτελέσματα, όπως το πανάγιο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, άνοιξε την καρδιά σου προς αυτό με τις ακόλουθες ερωτικές και αγαπητικές εμπνεύσεις και πες: 

«Ω υπερουράνια βρώσις, πότε θα έλθη η ώρα εκείνη που εγώ θα θυσιασθώ ολόκληρος για σένα όχι με άλλη φωτιά, αλλά με εκείνη της αγάπης σου; Πότε θα ζήσω μόνο από εσένα και για σένα και μόνον για σένα; Ω, πότε, η ζωή μου; Ζωή ωραία, ζωή ευχάριστη και αιώνια, μάννα ουράνιο, πότε εγώ να αηδιάσω από κάθε άλλη επίγεια βρώσι και να επιθυμήσω μόνον εσένα, να τραφώ μόνον από εσένα; Πότε θα γίνη αυτό, ω δική μου Γλυκύτητα; Πότε μόνον μου αγαθό; Ω Κύριέ μου, ερασμιώτατε, και παντοδύναμε ελευθέρωσε αυτή την άθλια καρδιά μου από κάθε προσκόλημμα και από κάθε εγκληματικό πάθος. Στόλισέ την με τις άγιες αρετές σου και με εκείνον τον αληθινό σκοπό, για τον οποίο μπορώ να κάνω το κάθε τι για να σου αρέσω. Με τον τρόπο αυτόν θα έλθω για να σου ανοίξω την καρδιά μου. Θέλω να σε παρακαλέσω και θέλω να σε ευχαριστήσω, να εισέλθης σε αυτήν, μέσα στην οποία, εσύ Κύριε, χωρίς αντίστασι θα φέρης εκείνα τα αποτελέσματα, τα οποία πάντοτε επιθυμείς να ενεργής».

Σε αυτές τις αγαπητικές διαθέσεις μπορείς να γυμνάζεσαι από το εσπέρας και το πρωί για την ετοιμασία της ιεράς Μεταλήψεως. Έπειτα, όταν πλησιάση ο καιρός, σκέψου ποιός είναι εκείνος που έχεις για να ζήσης, ότι δηλαδή εκείνος είναι Υιός του Θεού, που έχει μεγαλειότητα που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, μπροστά στην οποία τρέμουν οι ουρανοί και όλες οι εξουσίες! Ότι είναι ο Άγιος των Αγίων, ο πιο καθαρός καθρέπτης! Η καθαρότητα που δεν είναι δυνατόν να κατανοηθή, αναλογικά με την οποία δεν υπάρχει κανένα κτίσμα καθαρό! Ότι είναι Εκείνος που σαν σκουλήκι της γης και σαν τρυγιά (κατακάθι από σταφύλι), θέλησε για την αγάπη την δική σου να καταφρονηθή, να εμπαιχθή, να σταυρωθή από την κακία και την παρανομία του κόσμου!

Ότι είναι ο Θεός εκείνος στα χέρια του Οποίου βρίσκεται η ζωή και ο θάνατος όλου του κόσμου. Και ότι εσύ που πρόκειται να τον μεταλάβης είσαι αντίθετα ένα μηδέν και εξ αιτίας της κακίας σου έγινες χειρότερος και από το μηδέν και από κάθε τιποτένιο και ακάθαρτο κτίσμα, άξιος μόνον να καταντροπιάζεσαι και να εμπαίζεσαι από τους σκοτεινούς δαίμονες! και ότι εσύ αντί να τον ευχαριστήσης για τις τόσες αναρίθμητες ευεργεσίες του, καταφρόνησες με τις φαντασίες και τις ορέξεις σου ένα τόσο Ύψιστο και αθάνατο Κύριο και καταφρόνησες το πολύτιμα Αίμα του! Όμως εκείνος παρ΄ όλα αυτά, εξ αιτίας της παντοτινής του αγάπης και της αμετάβλητης αγαθότητάς του σε προσκαλεί στο θεϊκό του Τραπέζι. Και μερικές φορές σε βιάζει να πάς, απειλώντας σε με θάνατο λέγοντάς σου: «Αν δεν φάτε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πιήτε το Αίμα του, δεν έχετε μέσα σας ζωή» (Ιω. 6,53). Και ούτε σου κλείνει την πόρτα της ευσπλαγχνίας του, ούτε σου γυρίζει τις θεϊκές του πλάτες, αν και συ από την φύσι σου είσαι γεμάτος από την λέπρα της αμαρτίας, χωλός, υδρωπικός, τυφλός, δαιμονισμένος και υποδουλωμένος στα πάθη της ατιμίας!

Αυτό μόνον ζητεί από εσένα: α΄) να πονέση η καρδιά σου για την λύπη που του προξένησες, β΄) να μισήσης περισσότερο από κάθε άλλο την αμαρτία, μικρή και μεγάλη, γ΄) να προσφέρης όλο σου τον εαυτό σε αυτόν και να δοθής με διάθεσι και καρδιακή αγάπη πάντοτε και για κάθε πράγμα στο θέλημά του και στην υποταγή του, δ΄) να ελπίζης και να έχης σταθερή πίστι ότι αυτός θα σε συγχωρέση, θα σε καθαρίση και θα σε φυλάξη από όλους σου τους εχθρούς. Και αφού στερεωθής από αυτή την ανέκφραστη αγάπη του Θεού, θα πλησιάσης στην Αγία Κοινωνία με έναν άγιο φόβο και ένα φόβο που προκαλεί αγάπη λέγοντας: «Εγώ, Κύριε μου, δεν είμαι άξιος να σε υποδεχθώ, διότι τόσες και τόσες φορές σε λύπησα και ακόμη δεν έκλαψα όπως έπρεπε που σε λύπησα. Εγώ, Κύριέ μου, δεν είμαι άξιος να σε υποδεχθώ, διότι ακόμη δεν παραδόθηκα ειλικρινά στην αγάπη σου, στην θέλησί σου, στην υποταγή σου. Ω, Θεέ μου, Παντοδύναμε και απείρως αγαθέ, εσύ μόνος με την δύναμι της αγαθότητός σου αξίωσέ με να σε υποδεχθώ με αυτήν την πίστι».

Και αφού μεταλάβης, κλείσου αμέσως στα απόκρυφα της καρδιάς σου και λησμονώντας κάθε κτιστό πράγμα, μίλησε με τον Θεό σου με αυτόν ή με παρόμοιο τρόπο: «Ω Ύψιστε Βασιλιά του ουρανού, τι σε έφερε στην καρδιά μου, σε μένα που είμαι άθλιος, φτωχός, τυφλός και γυμνός;»

Και αυτός θα σου απαντήση: «Η αγάπη». Και συ πάλι πες: «Ω αγάπη άκτιστη! Ω αγάπη γλυκειά! Τι θέλεις εσύ από εμένα;». 

Και αυτός θα σου πη ότι δεν θέλει τίποτε δεν θέλω τίποτε άλλο παρά αγάπη λέγοντας: «Δεν θέλω να ανάψη άλλη φωτιά στο θυσιαστήριο της καρδιάς σου και σε όλα τα έργα σου, παρά μόνον η φωτιά της αγάπης μου, για να κατακάψη κάθε άλλη αγάπη και κάθε προσωπικό σου θέλημα και να μου το παραδώση ως οσμή ευωδίας. Αυτό ζήτησα και ζητώ πάντοτε από σένα. Διότι επιθυμώ να είμαι όλος δικός σου και συ όλος δικός μου, πράγμα το οποίο δεν θα γίνη ποτέ, αν δεν υποτάξης τον εαυτό σου, αλλά μένεις προσκολημμένος στην αγάπη του εαυτού σου, στην δική σου την γνώμη και σε κάθε επιθυμία σου και τιμή του κόσμου (φιλοτιμία). Σου ζητώ το μίσος του εαυτού σου για να σου παραδώσω την αγάπη μου. Ζητώ την καρδιά σου για να ενωθή με την δική μου, που για τον λόγο αυτό μου ανοίχθηκε με την λόγχη πάνω στο σταυρό. Και ζητώ ολόκληρον εσένα για να είμαι ολόκληρος δικός σου. Εσύ βλέπης ότι εγώ είμαι ασύγκριτης τιμής, και όμως γίνομαι τόσο, όσο αξίζεις εσύ. Αγόρασέ με λοιπόν, ω ψυχή μου αγαπημένη, με το να δοθής σε μένα. Εγώ θέλω, πολύ αγαπητό μου παιδί, να μην θέλης τίποτε, να μην ακούς τίποτε, να μην βλέπης τίποτε άλλο εκτός από εμένα και το θέλημά μου, για να θέλω κι εγώ κάθε πράγμα για σένα, να σκέπτωμαι για σένα, να σου υπακούω, και να βλέπω σε σένα, ώστε το δικό σου μηδέν αφού περιέλθει στην άβυσσο της απειρίας μου να μεταβάλλεται σ’ εκείνην, κι έτσι θα είσαι σε μένα γεμάτος από περιεχόμενο (δεν θα αισθάνεσαι κενός) πάρα πολύ ευτυχισμένος και μακάριος, και εγώ από σένα πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος».

Φρόντισε να αυξήσης και να περισσέψη στην ψυχή σου καθημερινά η πίστις σε αυτό το Πανάγιο Μυστήριο της Ευχαριστίας και μη σταματήσης ποτέ να θαυμάζης αυτό το τόσο ακατάληπτο Μυστήριο και να χαίρεσαι σκεπτόμενος πως φαίνεται ο Θεός κάτω από εκείνα τα ταπεινά είδη του άρτου και του οίνου, για να σε κάνη αγιώτερο, αξιώτερο και ευτυχέστερο. Διότι μακάριοι είναι εκείνοι που δεν βλέπουν, αλλά πιστεύουν, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Μακάριοι εκείνοι που δεν είδαν και πίστεψαν» (Ιω. 20,29). Μην επιθυμής να σου εμφανίζεται ο Θεός στη ζωή αυτή κάτω από άλλου είδους εμφανίσεις, παρά αυτής των Μυστηρίων. Προσπάθησε να θερμάνης την θέλησί σου στο Μυστήριο αυτό και καθημερινά να είσαι περισσότερο πρόθυμος στο να εκτελής το θέλημα του Θεού σε όλα τα πράγματα. Και πάντοτε, όταν προσφέρεσαι με το Μυστήριο αυτό στον Θεό, δηλαδή όταν μεταλαμβάνης, πρέπει να είσαι διατεθιμένος και προετοιμασμένος να πάθης για την αγάπη του όλα τα βάσανα και όλες τις θλίψεις και τις περιφρονήσεις που θα σου τύχουν και κάθε σωματική ασθένεια.97

Τελευταία θα προσφέρης στον ουράνιο Πατέρα τον Υιό του, πρώτα για ευχαρίστησί του και κατόπιν για τις ανάγκες σου, για όλη την αγία Εκκλησία, για όλους τους συγγενείς σου, για όλους εκείνους στους οποίους είσαι χρεώστης και για τις ψυχές εκείνων που έχουν αναπαυθή εν πίστει. Και αυτή την προσφορά θα την κάνης εις ανάμνησι και ένωσι εκείνης της ίδιας προσφοράς, με την οποία ο Υιός του Θεού πρόσφερε τον εαυτό του, δηλαδή, όταν αυτός όλος γεμάτος από αίματα και κρεμασμένος πάνω στο σταυρό, προσφέρθηκε στον Πατέρα. Και με τον τρόπο αυτόν μπορείς να του προσφέρης όλες τις θυσίες, δηλαδή, ιερουργίες και προσευχές, όσες γίνονται την ημέρα εκείνη στην αγία Εκκλησία.

Σημειώσεις :

97 Ο Μέγας Βασίλειος σημειώνει και ένα ἀλλο χρέος που έχουν αυτοί που μεταλαμβάνουν. Διότι όσοι μεταλαμβάνουν καταγγέλλουν τον θάνατο του Κυρίου με την Μετάληψι, όπως λέγει και ο Παύλος: «Όσες φορές τρώγετε τον άρτον αυτό και πίνετε αυτό το ποτήριο, καταγγέλλετε τον θάνατο του Κυρίου» (Α΄ Κορ. 26). Και ο θάνατος του Κυρίου έγινε για όλους εκείνους που μεταλαμβάνουν και για όλους τους ανθρώπους γενικά, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο που λέγει: «Εάν ένας πέθανε για όλους, άρα απέθαναν όλοι, και πέθανε για όλους» (Β΄ Κορ. 5,15). Λοιπόν όσοι μεταλαμβάνουν οφείλουν να δείχνουν, για την αγάπη και την πίστι και για τις εντολές του Θεού, υπακοή μέχρι θανάτου και να μη σε αυτόν που πέθανε γι’ αυτούς και αναστήθηκε, πάλι σύμφωνα με τον Παύλο, που λέγει: «Ώστε όσοι ζουν, να μη ζουν πλέον για τον εαυτό τους, αλλά για εκείνον που πέθανε γι’ αυτούς και αναστήθηκε» (Β΄ Κορ. 5,15). Λοιπόν όσοι μεταλαμβάνουν οφείλουν να δείχνουν, για την αγάπη και την πίστι και για τις εντολές του Θεού, υπακοή μέχρι θανάτου και να μη ζουν πλέον στον κόσμο και στην αμαρτία και στον εαυτό τους, αλλά μόνο στον Θεό που μεταλαμβάνουν, σε αυτόν που πέθανε γι’ αυτούς και αναστήθηκε, πάλι σύμφωνα με τον Παύλο, που λέγει: «Ώστε όσοι ζουν, να μη ζουν πλέον για τον εαυτό τους, αλλά για εκείνον που πέθανε γι’ αυτούς και αναστήθηκε» (Β΄ Κορ. 5,15). Και αυτό λέγει ο άγιος ότι είναι δόγμα που έχει παραδοθή από τον Παύλο. (Στον λόγο ότι «δει τον αναγενηθέντα δια του βαπτίσματος τρέφεσθαι και τα εξής)

από το βιβλίο Αόρατος Πόλεµος

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...