/*--

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΜΠΟΝΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Νυν επί του προσώπου όλης της γης είναι διεσπαρμένοι άνθρωποι, οίτινες προσπαθούν να ανεύρουν απάντησιν εις τας αναζητήσεις αυτών. Η άσβεστος πνευματική δίψα πολλών εξ αυτών αποτελεί ιστορικόν γεγονός, όντως τραγικόν. Δεν είναι ολίγοι οι ιστάμενοι επί του χείλους της απογνώσεως. Έκαστος κατά το μέτρον αυτού, εις τα βάθη του πνεύματος αυτού, πάσχει εκ του παραλόγου της συγχρόνου ζωής. Είναι απαράκλητοι οι άνθρωποι εν τη θλίψει αυτών: Αι ατομικαί προσπάθειαι δεν επαρκούν να ελευθερώσουν αυτούς εκ της περιπτυσσομένης τον κόσμον ταραχής και να προσηλώσουν τον νουν αυτών εις το πλέον σπουδαίον ζήτημα (βλ. Λουκ. 10,42).


Τείνουν να χαρακτηρίσουν τινές την εποχήν ημών ως μεταχριστιανικήν. Εγώ δε προσωπικώς, εν τοις ορίοις των γνώσεών μου περί της ιστορίας του κόσμου και του Χριστιανισμού, είμαι πεπεισμένος ότι ο Χριστιανισμός εις τας αυθεντικάς αυτού διαστάσεις ουδέποτε μέχρι τούδε εγένετο δεκτός υπό της μεγάλης μάζης, ως ώφειλε. Κράτη είχον την αξίωσιν να ονομάζωνται «χριστιανικά», και οι λαοί αυτών έφερον προσωπείον ευσεβείας, όμως «την δύναμιν αυτής ηρνούντο» (πρβλ. Β’ Τιμ. 3,5): Έζησαν και ζουν εθνικώς (βλ. Γαλ. 2,14). Όσον και αν φαίνηται παράδοξον, ακριβώς αι χριστιανικαί αύται χώραι κρατούν [//98] επί αιώνας το μέγιστον μέρος της οικουμένης εις τα σιδηρά δεσμά της δουλείας· κατά τους τελευταίους δε χρόνους περιεκάλυψαν τον κόσμον δια σκοτεινού νέφους αναμονής του αποκαλυπτικού πυρός: «Οι δε νυν ουρανοί και η γη … τεθησαυρισμένοι εισί πυρί τηρούμενοι εις ημέραν κρίσεως και απωλείας των ασεβών ανθρώπων» (Β’ Πέτρ. 3,7· Λουκ. 21,34‐35).

Εν τη παρούση κρίσει του Χριστιανισμού ανά μέσον των λαϊκών μαζών είναι τελείως δεδικαιολογημένον να διακρίνουν αύται την εξέγερσιν της φυσικής συνειδήσεως εναντίον εκείνων των διαστροφών, εις τας οποίας υπεβλήθη η Ευαγγελική διδαχή κατά την ιστορικήν αυτής πορείαν. Ζώμεν εκ νέου εν τη ατμοσφαίρα των πρώτων αιώνων της χριστιανικής εποχής: «Ημίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν» (Φιλ. 1,29). Ουχί άπαξ ήρχετο εις εμέ χαρά επί τω λογισμώ ότι η ζωή μου κατά το μέγιστον αυτής μέρος συνέπεσε μετά διωγμών κατά του Χριστιανισμού. Τούτο επιτρέπει εις εμέ να αισθανθώ εναργέστερον εμαυτόν ως χριστιανόν, να συνειδητοποιήσω την ασύγκριτον τιμήν κατά τους χρόνους ημών να ακολουθώ τον Μονογενή Υιόν του Πατρός εις την προς τον Γολγοθάν Αυτού πορείαν. Διωγμοί πανταχού, αλλ’ εις ποικίλας μορφάς. Εν τούτοις ουδένα εξ αυτών δύναται τις ευκόλως να υπομείνη. Είθε ο Θεός της αγάπης να λυτρώση πάσαν ψυχήν εκ της συμφοράς να καταστή διώκτης έστω και «ενός των μικρών τούτων» (πρβλ. Ματθ. 18,10).

Εν τω «υπέρ Αυτού πάσχειν» περικλείεται ιδιαιτέρα ευλογία εισέτι και εκλογή. Ο πάσχων δια της πορείας αυτής των εξωτερικών περιστάσεων ευρίσκεται εις αδιάκοπον σχέσιν μετά του Ιησού Χριστού, εισάγεται εις την [//99] σφαίραν της Θείας αγάπης, γίνεται θεοφόρος. Υπάρχουν δύο είδη θεολογίας: το έν –ευρέως γνωστόν κατά τους παρελθόντας αιώνας– είναι η επαγγελματική καθέδρα του πολυμαθούς· το άλλο η συσταύρωσις μετά του Χριστού, η γνώσις Αυτού εν τοις ενδομύχοις της καρδίας. Το πρώτον είδος είναι προσιτόν εις το πλήθος των διανοητικώς πεπροικισμένων ανθρώπων, των προτιμώντων την φιλοσοφικήν προσέγγισιν της θεολογίας. Η πραγματική δε πίστις εις την Θεότητα του Χριστού, ήτις εκφράζεται δια ζωής συμφώνου προς το πνεύμα των εντολών Αυτού, δεν είναι απαραίτητος δι’ αυτούς. 

Το δεύτερον είδος είναι θεολογία ομολογίας, ήτις γεννάται δια του βαθέος φόβου του Θεού εν τω πυρί της φλογεράς μετανοίας, ήτις εισάγει εις την οντολογικήν πραγματικότητα δια της εμφανίσεως του Ακτίστου Φωτός. Η ακαδημαϊκή θεολογία εν συνδυασμώ μετά της ζώσης πίστεως δίδει αγαθά αποτελέσματα. Ευκόλως όμως «εκφυλίζεται», αποβαίνει αφηρημένη θεωρία, παύει να είναι εκείνο, όπερ παρατηρείται εν τη ζωή των Αποστόλων, των Προφητών και των Πατέρων ημών, τουτέστιν άμεσος ενέργεια του Θεού εν ημίν: «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας Με ελκύση αυτόν … έστι γεγραμμένον εν τοις προφήταις· και έσονται πάντες διδακτοί Θεού. Πας ο ακούων (εν τη καρδία) παρά του Πατρός και μαθών έρχεται προς Με» (Ιωάν. 6,44‐45).

Η Αγία Τριάς είναι Θεός Αγάπης. Η αγάπη, περί της οποίας γίνεται λόγος εν τω Ευαγγελίω, είναι άκτιστος ζώσα ενέργεια της ανάρχου Θεότητος. Ίδιον αυτής είναι να ενοί ημάς εν αυτώ τούτω τω είναι. Ο διαμένων εν τοιαύτη ενώσει μετά του Θεού προοδεύει βαθμηδόν εις την [//100] νοεράν κατανόησιν του εν αυτώ τελουμένου. «Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψε (περί Αυτού) δια του Πνεύματος Αυτού· το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού … ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν· ά και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου» (Α’ Κορ. 2,10‐13). «Συ εί ο Χριστός ο Υιός του Θεού του Ζώντος». Και καθώς ο Χριστός είπε: «Σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψε τούτο (τω Πέτρω), αλλ’ ο Πατήρ … ο εν τοις ουρανοίς» (πρβλ. Ματθ. 16,16‐17). «Μέγα το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α’ Τιμ. 3,16). Και τούτο είναι η φυσική αύξησις εν τω Πνεύματι μέσω της διαμονής εν τω Θείω χώρω δια της τηρήσεως των εντολών του Χριστού.

Ο νους αίφνης αποκτά γνώσιν και εκφράζει αυτήν δι’ ανθρωπίνων όρων. Τούτο έρχεται ως λάμψις αστραπής, όταν η καρδία πυρούται δια της αγάπης. Τούτο είναι το «θαυμαστόν φως» της αιωνιότητος, εις το οποίον πάντες ημείς εκλήθημεν (βλ. Α’ Πέτρ. 2,9). Η συσσώρευσις τοιούτων στιγμών ελλάμψεως της συνειδήσεως ημών εν τη πείρα της Εκκλησίας ωδήγησεν οργανικώς εις την σύνθεσιν αυτών εις έν όλον. Ούτως εμφανίζεται η πρώτη απόπειρα συστηματοποιήσεως της ζώσης θεολογίας, ήτις εγένετο υπό του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ανδρός ωσαύτως πλουσίου και κατά την προσωπικήν αυτού πείραν. Η ματαίωσις της θαυμαστής αυτής αναβάσεως προς τον Θεόν – εν τω ανεξιχνιάστω πλούτω της υψίστης γνώσεως – προέκυψεν εις εποχάς παρακμής της ζώσης πείρας δια της τάσεως υποβολής των δεδομένων της Αποκαλύψεως εις την κριτικήν του λογικού ημών· δια της [//101] στροφής προς την «φιλοσοφίαν της θρησκείας». Έπακόλουθον τούτου είναι τα σχολαστικά συστήματα θεολογίας, εν τοις οποίοις επικρατεί η φιλοσοφία και ουχί το πνεύμα της ζωής.

Η όντως εν τω Θεώ και μετά του Θεού ζωή δίδεται ή εις τα «παιδία» (Ματθ. 18,3· 11,25) ή εις τους δια Χριστόν μωρούς, ως εις τον μέγαν Παύλον (βλ. Α’ Κορ. 4,8‐10· 1‐20). Έγραφεν ούτος περί εαυτού: «Αλλ’ άτινα ήν μοι κέρδη, ταύτα ήγημαι δια τον Χριστόν ζημίαν. Αλλά μενούνγε και ηγούμαι πάντα ζημίαν είναι δια το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου μου, δι’ Όν τα πάντα εζημιώθην, και ηγούμαι σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω … Του γνώναι Αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως Αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων Αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω Αυτού, εί πως καταντήσω εις την εξανάστασιν των νεκρών» (Φιλ. 3,7‐11). Ο Παύλος εξεπλήρωσε την διαθήκην του Κυρίου, Όστις είπεν: «Ούτως ουν πας εξ υμών, ός ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι Μου μαθητής» (Λουκ. 14,33) – «πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν» επί του επιπέδου του κτιστού είναι, εν τη απομονώσει του ανθρώπου από του Θεού, εν τω αυτοκαθορισμώ αυτού. «Οι εκ πίστεως … εισίν υιοί Αβραάμ … και ευλογούνται συν αυτώ» (βλ. Γαλ. 3,7‐9 και 29). 

Επομένως είναι εις ημάς αναγκαίον να ακολουθήσωμεν το παράδειγμα του κατά πνεύμα πατρός ημών Αβραάμ: Να λάβωμεν ανά χείρας πυρ και μάχαιραν και να αναβώμεν εις υψηλόν τόπον, ίνα προσφέρωμεν εις τον Θεόν ως ολοκάρπωσιν παν ό,τι είναι εις ημάς κατά σάρκα πολύτιμον. Τότε και ημείς θα ακούσωμεν: «Νυν οίδα σε … και ευλογών ευλογήσω σε» (Γεν. 22). Και τούτο είναι η αληθής οδός προς την μακαρίαν [//102] αιωνιότητα: Εις πάσαν άλλην οδόν παραμένουν ίχνη θανάτου. Μόνον όταν παραδοθώμεν «εις τέλος» (Ιωάν. 13,1) ακολουθούντες τον Χριστόν, διανοίγονται εντός ημών αι ύψισται δυνατότητες της φύσεως ημών και καθιστάμεθα ικανοί να δεχθώμεν το Ευαγγέλιον εις την αιωνία αυτού διάστασιν. Η αποφασιστικότης του «αφιέναι πάντα» (Ματθ. 19,27‐30) οδηγεί ημάς εις το κατώφλιον μεταξύ χρόνου και αιωνιότητος, ημείς δε διδασκόμεθα να θεωρώμεν τας πραγματικότητας άλλου, αφθάρτου Είναι, κεκρυμμένου έως τότε αφ’ ημών. Ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερίαν ημών. Δεν θα εισβάλη Ούτος εντός της καρδίας ημών, εάν ημείς δεν είμεθα διατεθειμένοι να ανοίξωμεν εις Αυτόν την είσοδον: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής Μου και ανοίξη την θύραν, … εισελεύσομαι προς αυτόν» (Αποκ. 3,20). Και όσον ευρύτερον ανοίγομεν την θύραν, τοσούτον αφθονώτερον το Άκτιστον Φως πληροί τον εσωτερικόν ημών κόσμον.

Η βιωθείσα υφ’ ημών αγάπη προς τον Θεόν και η αγάπη Αυτού προς ημάς ριζηδόν μεταβάλλει και τον ψυχισμόν και την σκέψιν ημών. Πάσα έχθρα μεταξύ ανθρώπων‐αδελφών εμφανίζεται ως φοβερά αφροσύνη. Πάντες ημείς έχομεν ως μόνον εχθρόν την θνητότητα ημών. Εάν ο άνθρωπος είναι θνητός και δεν υπάρχη ανάστασις τότε άπασα η ιστορία του κόσμου δεν είναι πλείον ή άλογος οδύνη της κτίσεως. Και η αγάπη εισέτι ενταύθα συνυφαίνεται μετά του θανάτου: Να αγαπά τις σημαίνει να αποθνήσκη. Και το πνεύμα ημών καταπονείται όπως διαβή εις εκείνην την φωτοφόρον σφαίραν όπου δεν υπάρχει κώλυμα δια την ακόρεστον αγάπην· όπου αυτό τούτο το ακόρεστον είναι ουχί άλλο, ει μη η άκρα δυναμική της [//103] ζωής, «το περισσόν» της υπό του Χριστού δοθείσης ζωής (Ιωάν. 10,10).

Η προσέγγισις εις την υψίστην προσευχήν συνοδεύεται στενώς υπό βαθείας μετανοίας δια τας αμαρτίας ημών. Όταν το πικρόν του ποτηρίου τούτου υπερβαίνη το μέτρον των δυνάμεων ημών να υπομένωμεν, τότε εκ του εξωχρονικού πόνου, εκ της ισχυράς αποστροφής προς ημάς αυτούς, εντελώς απροσδοκήτως, δια της εμφανίσεως της αγάπης του Θεού το παν αίφνης μεταβάλλεται και ο κόσμος «λησμονείται». Το φαινόμενο τούτο πολλοί ονομάζουν έκστασιν. Δεν συμπαθώ τον όρον τούτον, διότι μετ’ αυτού συνδέονται πολλαί διαστροφαί. Αλλά και εάν προσεδίδομεν άλλο όνομα εις το δώρον τούτο του Θεού, εάν ωνομάζομεν τούτο έξοδον της μετανοούσης ψυχής προς τον Θεόν, τότε και πάλιν οφείλω να είπω ότι ουδέποτε εσκέφθην να «καλλιεργήσω» – τεχνηέντως να επιτύχω – την κατάστασιν ταύτην. Αύτη ήρχετο πάντοτε εντελώς απρόβλεπτος, και δη εκάστοτε κατά διάφορον τρόπον. Το μόνον όπερ ενθυμούμαι (και τούτο γνωρίζω ως γεγονός) είναι η περί της αποστάσεώς μου από του Θεού απαράκληρος θλίψις μου, ήτις τρόπον τινά συνεδέθη μετά της ψυχής μου. Εν οδύνη μετεμελούμην δια την πτώσιν μου. Και εάν εντός μου υπήρχον φυσικαί δυνάμεις, ο θρήνος μου δεν θα εγνώριζε τέλος.

Ιδού, έγραψα τους λόγους τούτους και ουχί άνευ θλίψεως «μιμνήσκομαι» των αρχαίων εκείνων ημερών (Ψαλμ. 142,5) – μάλλον δε και των νυκτών – ότε ο νους και η καρδία μου μετά τοιαύτης ενεργείας απεμακρύνοντο εκ του παρελθόντος βίου μου, ότε επί έτη ουδέ η μνήμη της εγκαταλειφθείσης υπ’ εμού παλαιάς ζωής ήγγιζεν εμέ. [//104] Ήτο δυνατόν εισέτι να μη ενθυμούμαι τας πνευματικάς μου πτώσεις, αλλ’ η όρασις της αναξιότητος μου ενώπιον του Αγίου τούτου Θεού, η συντρίβουσα εμέ, δεν έπαυε να εντείνηται. Πολλάκις ησθάνθην εμαυτόν εσταυρωμένον επί αοράτου σταυρού. Τούτο συνέβαινεν εν τω Άθω, ότε θυμός εκυρίευεν εμού εναντίον εκείνων οίτινες προσέβαλλον εμέ. Το πονηρόν τούτο πάθος εφόνευεν εν εμοί την προσευχήν και ούτως ωδήγει εμέ εις φρίκην. Κατά καιρούς η πάλη προς το πάθος τούτο εφαίνετο αδύνατος: Κατέσχιζεν εμέ, ως το άγριον θηρίον κατασπαράσσει το θύμα αυτού. Συνέβη ποτέ εξ αιτίας στιγμιαίου ερεθισμού η προσευχή να αποχωρήση απ’ εμού. Ηγωνιζόμην επί οκτώ μήνας, όπως επιστρέψη αύτη. Ότε όμως ο Κύριος ενέδωσεν εις τα δάκρυα μου, τότε η καρδία μου εγένετο νηφαλιωτέρα και πλέον υπομονητική.

Η πείρα αύτη της σταυρώσεως επανελήφθη αργότερον (εν Γαλλία ήδη), αλλά δι’ άλλου τρόπου. Δεν ηρνούμην να διακονώ ως πνευματικός τους προσερχομένους εις εμέ. Ιδιαιτέρως συνέπασχεν η καρδία μου μετά των ψυχικώς ασθενούντων. Τινές εξ αυτών κλονισθέντες υπό ακραίων δυσκολιών της συγχρόνου ζωής, εζήτουν επιμόνως παρ’ εμού διαρκή προσοχήν, πράγμα όπερ υπερέβαινε τας δυνάμεις μου. Εδημιουργούντο αδιέξοδοι καταστάσεις: Προς οιανδήποτε κατεύθυνσιν και εάν εκινούμην, υπήρχε τις όστις θα έκραζεν εκ του πόνου. Τούτο απεκάλυψεν εις εμέ τα παθήματα των συγχρόνων ανθρώπων, των συντετριμμένων υπό της αγριότητος του περιβοήτου ημών πολιτισμού. 

Η κολοσσιαία κρατική μηχανή, καίτοι εδημιουργήθη υπό των ανθρώπων, φέρει εν τούτοις χαρακτήρα απροσώπου, ίνα μη είπω απανθρώπου, συσκευής, ήτις μετά αδιαφορίας καταπιέζει εκατομμύρια ανθρωπίνων [//105] υπάρξεων. Ανίσχυρος να αλλάξω τα κατ’ ουσίαν ανυπόφορα και όμως νόμιμα εγκλήματα της κοινωνικής ζωής των λαών, κατά την εκτός πάσης ορατής εικόνος προσευχήν μου ησθάνθην την παρουσίαν του εσταυρωμένου Χριστού. Έζων το Πάθος Αυτού εν πνεύματι τοσούτον εναργώς, ώστε η φυσική όρασις του «υψουμένου εκ της γης» (βλ. Ιωάν. 12,32) ουδόλως θα ενίσχυε την συμμετοχήν μου εις τον πόνον Αυτού. Όσον μηδαμινά και αν ήσαν τα βιώματα μου, εν τούτοις ηύξανον εις βάθος την γνώσιν του Χριστού ως προς την επί γης εμφάνισιν Αυτού, ίνα σώση τον κόσμον.

Θαυμαστή αποκάλυψις εδόθη εις ημάς εν Αυτώ. Ούτος ελκύει προς Εαυτόν το πνεύμα ημών δια του μεγαλείου της αγάπης Αυτού. Η ψυχή μου μετά κλαυθμού ηυλόγει και ευλογεί τον Θεόν και Πατέρα, τον ευδοκήσαντα να αποκαλύψη εις εμέ δια του Πνεύματος του Αγίου την μετ’ ουδενός συγκρινομένην αγιότητα και αλήθειαν του Υιού Αυτού, δια μέσου μικρών παθημάτων εις τα οποία υποβαλλόμεθα. Το μέτρον της χάριτος όπερ δίδεται εν τη αρχή ίνα ελκύση και διδάξη τους ανθρώπους, είναι δυνατόν να μη είναι ολιγώτερον εκείνου, όπερ παρέχεται εις τους τελείους. Εν τούτοις ουδόλως τούτο σημαίνει ότι η φοβερά αύτη ευλογία αφωμοιώθη υπό των δεξαμένων αυτήν. Η αφομοίωσις των δωρεών του Θεού απαιτεί παρατεταμένην δοκιμασίαν και έντονον αγώνα. Η πλήρης αναγέννησις του πεπτωκότος ανθρώπου εις «καινόν» άνθρωπον (Εφες. 4,22‐24) τελείται εις τρεις περιόδους: Η πρώτη, η αρχική, είναι η της κλήσεως και εμπνεύσεως προς τον προκείμενον αγώνα· η δευτέρα η της άρσεως της «αισθητής» χάριτος και της βιώσεως της Θεοεγκαταλήψεως, ήτις αποσκοπεί όπως παράσχη εις τον ασκητήν την δυνατότητα [//107] να επιδείξη εις τον Θεόν την πιστότητα, την ελευθερίαν και την σύνεσιν αυτού· η τρίτη και τελική η της επανακτήσεως της αισθητής χάριτος και διαφυλάξεως αυτής, ήτις συνδέεται ήδη μετά της νοεράς γνώσεως του Θεού.

«Ο πιστός εν ελαχίστω και εν πολλώ πιστός εστι· και ο εν ελαχίστω άδικος και εν πολλώ άδικος εστιν. Ει ουν εν τω αδίκω μαμωνά πιστοί ουκ εγένεσθε, το αληθινόν τίς υμίν πιστεύσει; Και ει εν τω αλλοτρίω πιστοί ουκ εγένεσθε, το υμέτερον τίς υμίν δώσει;» (Λουκ. 16,10‐12). Εκείνος, όστις κατά την πρώτην περίοδον ωδηγηθή υπ’ αυτής ταύτης της ενεργείας της χάριτος εις προσευχήν και εις παν άλλο έργον αγαθόν, και εν τω καιρώ της παρατεταμένης Θεοεγκαταλήψεως ζη ως η ιδία χάρις να παρέμενε πάντοτε μετ’ αυτού, θα λάβη μετά μακράν δοκιμασίαν της πιστότητος αυτού τον «αληθινόν» πλούτον ως αναφαίρετον και αιώνιον ήδη κτήμα. Εν άλλαις λέξεσιν, η χάρις συνυφαίνεται μετά της κτιστής φύσεως και αι δύο αύται γίνονται έν. Το τελικόν τούτον δώρον είναι η θέωσις του ανθρώπου· η μετάδοσις εις αυτόν της θείας μορφής υπάρξεως, της ανάρχου, της αγίας. Είναι η μεταμόρφωσις του όλου ανθρώπου, δια της οποίας ούτος γίνεται χριστοειδής, τέλειος.

Όσοι δεν εφάνησαν πιστοί «εν τω αλλοτρίω», κατά την έκφρασιν του Κυρίου, θα απολέσουν και εκείνο, όπερ έλαβον εν τη αρχή. Παρατηρούμεν ενταύθα παραλληλισμόν τινα μετά της παραβολής των ταλάντων: « … παρέδωκεν αυτοίς τα υπάρχοντα Αυτού. Και ώ μεν έδωκε πέντε τάλαντα, ώ δε δύο, ώ δε έν, εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν … μετά δε χρόνον πολύν έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και συναίρει μετ’ αυτών λόγον. Και προσελθών ο τα πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντα μοι παρέδωκας· ίδε άλλα [//107] πέντε τάλαντα εκέρδησα επ’ αυτοίς. Έφη αυτώ ο κύριος αυτού· εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ· επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου. Προσελθών δε και ο τα δύο τάλαντα λαβών είπε· … ίδε άλλα δύο τάλαντα εκέρδησα επ’ αυτοίς· … εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ· επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου. Προσελθών δε και ο το έν τάλαντον ειληφώς είπε· κύριε, έγνων σε ότι σκληρός εί … και φοβηθείς … έκρυψα το τάλαντον σου εν τη γη· ίδε έχεις το σον. Αποκριθείς δε ο κύριος αυτού είπεν αυτώ· πονηρέ δούλε και οκνηρέ … άρατε ούν απ’ αυτού το τάλαντον και δότε τω έχοντι τα δέκα τάλαντα … από δε του μη έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ’ αυτού» (Ματθ. 25,14).

 Η παραβολή αύτη, ως και η προηγούμενη, δεν προσιδιάζει εις τας συνήθεις ανθρωπίνας σχέσεις, αλλά μόνον εις τον Θεόν: Ο Θεός δεν έλαβε τα τάλαντα από του δούλου, όστις ειργάσθη επ’ αυτών και εδιπλασίασεν αυτά, αλλά επέστρεψεν εις αυτόν πάντα, και τα δοθέντα (δύο) και τα επ’ αυτών κερδηθέντα δια της εργασίας – τα πάντα έδωκεν εις αυτόν ως κτήμα, ως εις συνιδιοκτήτην: «Είσελθε εις την χαράν (απόκτησιν της Βασιλείας) του Κυρίου σου». Και ότε το μη εκμεταλλευθέν τάλαντον επεστράφη, ο Κύριος έδωκεν αυτό «τω έχοντι τα δέκα» … «ότι παντί» τω εργαζομένω επί των δωρεών του Θεού «δοθήσεται και περισσευθήσεται» (Ματθ. 25,29).

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι είναι δυνατόν να συνηθίσωμεν εις πάσαν επιστήμην, πάσαν τέχνην, παν επάγγελμα και να πράττωμεν το έργον άνευ ιδιαιτέρας πλέον προσπαθείας. Αλλ’ εις ουδένα εδόθη ποτέ να προσεύχηται άνευ κόπου· προ παντός εάν έχωμεν υπ’ όψιν την [//108] την μετά προσοχής προσευχήν, την τελουμένην νοερώς εν τη καρδία. Εάν τις αισθάνηται ισχυράν έλξιν προς την προσευχήν ταύτην, είναι δυνατόν να έλθη εις αυτόν η δυσκόλως κατορθωτή επιθυμία: να αποσυρθή πανταχόθεν· να κρυβή από πάντων εις το βάθος της γης, εκεί, όπου δεν οράται και αυτό το φως του ηλίου· εκεί όπου δεν ακούονται οι ήχοι ούτε του κόπου των ανθρώπων ούτε της χαράς αυτών· εκεί όπου εγκαταλείπεται πάσα μέριμνα των παρερχομένων. Και τούτο γίνεται καταληπτόν: Είναι εις πάντας φυσικόν να κρύπτουν από αλλοτρίου οφθαλμού την μυστικήν αυτών ζωήν, ενώ η προσευχή αύτη αποκαλύπτει και αυτόν τον πυρήνα της ψυχής, μη υπομένοντα ουδεμίαν ψαύσιν, ει μη την εκ της χειρός του Ποιήσαντος ημάς.

Ώ, εις ποίας οδυνηράς εντάσεις υποβάλλεται ο τοιούτος άνθρωπος εις τας προσπαθείας αυτού, όπως ανεύρη κατάλληλον μέρος δια την ποθουμένην προσευχήν! Η προσευχή αύτη ως πνοή άλλου κόσμου οδηγεί εις διαφόρους συγκρούσεις: και εις εσωτερικάς και εις εξωτερικάς. Μία εξ αυτών είναι η πάλη προς το σώμα ημών, όπερ δεν βραδύνει να φανερώση την αδυναμίαν αυτού να ακολουθήση την ορμήν του πνεύματος· συχνάκις αι σωματικαί ανάγκαι φθάνουν εις τοιούτον βαθμόν παθημάτων, ώστε το πνεύμα αναγκάζεται να κατέλθη εκ του ύψους της προσευχής εις την μέριμναν του σώματος, όπερ αλλέως αποθνήσκει.

Ετέρα εσωτερική σύγκρουσις παρατηρείται ιδιαιτέρως εν τη αρχή: Πώς είναι δυνατόν να αγνοήσωμεν τον πλησίον, τον οποίον εκλήθημεν δια της εντολής να αγαπώμεν ως εαυτόν; Θεολογικώς η αποταγή χάριν της προσευχής φαίνεται να αντιφάσκη προς το νόημα της εντολής· ηθικώς, αύτη παρουσιάζεται ως ανεπίτρεπτος «εγωϊσμός»· [//109] μυστικώς δε, ως κατάδυσις εις το σκότος της απεκδύσεως· εκεί όπου ουδέν στήριγμα υπάρχει δια το πνεύμα και είναι δυνατή η απώλεια της συνειδήσεως της πραγματικότητος του κόσμου τούτου. Εν τέλει δε, ο φόβος, διότι είναι άγνωστον εις ημάς, εάν το εγχείρημα ημών είναι ευάρεστον εις τον Θεόν.

Η ασκητική απέκδυσις από παντός κτιστού, ως αποτέλεσμα μόνον εντάσεως της ανθρωπίνης ημών θελήσεως, είναι καθ’ υπερβολήν αρνητική. Είναι φανερόν εις τον νουν ότι η αρνητική πράξις αυτή καθ’ εαυτήν δεν δύναται να οδηγήσει εις θετικήν, συγκεκριμένην κατοχήν του ποθουμένου. Βεβαίως, είναι αδύνατον να εκθέσωμεν όλας τας αμφιταλαντεύσεις του νου εις τοιαύτας περιόδους. Μία εξ αυτών: Ηρνήθην παν το εφήμερον, αλλ’ ο Θεός δεν είναι μετ’ εμού. Δεν είναι άρα γε τούτο «το σκότος το εξώτερον», η ουσία του άδου; Πολλαί άλλαι, ουχί σπανίως φοβεραί δια την ψυχήν, καταστάσεις θα συναντήσουν τον αναζητητήν της καθαράς προσευχής. Ενδέχεται πάντα ταύτα να είναι αναπόφευκτα εν τη οδώ ταύτη. Η πείρα δεικνύει ότι είναι φυσικόν εις την προσευχήν να διαπερά τους αχανείς χώρους του κοσμικού είναι.

Αι εντολαί του Χριστού δι’ αυτής ταύτης της φύσεως αυτών υπερνικούν πάντας τους περιορισμούς· η ψυχή κρέμαται επάνω αβύσσων όπου το αδόκιμον πνεύμα ημών δεν διαβλέπει διέξοδον. Τι ποιήσω; Δεν δύναμαι να χωρήσω τας αποκαλυφθείσας αβύσσους· βλέπω την μικρότητα μου, την αδυναμίαν μου· προς στιγμήν πίπτω. Αλλ’ η ψυχή μου παραδεδομένη εις τας χείρας του Ζώντος Θεού, στρέφεται κατά φυσικόν τρόπον προς Αυτόν, Ούτος δε άνευ δυσκολίας προφθάνει εμέ, όπου και εάν ευρίσκωμαι. [//110] Κατ’ αρχάς η ψυχή τρέμει, αλλ’ ουχί άπαξ σωθείσα δια της προσευχής, βαθμηδόν ενδυναμούται εν τη ελπίδι, γίνεται ανδρειοτέρα εκεί όπου ενωρίτερον η ανδρεία εφαίνετο τελείως αδύνατος.

Προσπαθώ να γράψω περί της αοράτου πάλης του πνεύματος ημών. Αι βιωθείσαι υπ’ εμού εμπειρίαι δεν παρείχον επαρκή βάσιν να θεωρήσω αυτάς ως ήδη αποκτηθείσαν αιωνιότητα. Φρονώ ότι, έως ότου είμεθα εν τω υλικώ τούτω σώματι, είναι αναπόφευκτος η ολίσθησις της αντιλήψεως ημών προς ορατάς αναλογίας. Είναι εισέτι άγνωστον τι θα συμβή όταν τελικώς εγκαταλείψωμεν το υλικόν και πρόσκαιρον τούτο σώμα. Επαναλαμβάνω: Εν εκείνη τη απειρότητι δεν υπάρχουν οραταί οδοί: ο φόβος, ουχί ο ζωώδης, οδηγεί την έντασιν της προσοχής μέχρι του άκρου των δυνάμεων ημών. Μόνον η προσευχή δύναται να δώση εις ημάς σταθεράν ισορροπίαν εις όλας τας αμφιταλαντεύσεις. Η ψυχή κράζει συχνάκις άνευ λόγων ή δια συντόμων λόγων: «Κύριε σώσον με».

Ενθυμούμαι εκείνον τον καιρόν, ότε εγκατέλειψα την ενασχόλησιν μου εις την τέχνην και, ως εφαίνετο, παρεδόθην πλήρως εις τον Χριστόν. Πολλοί επιφανείς αντιπρόσωποι της ρωσικής κουλτούρας – της πνευματικής και της ανθρωπιστικής – ωμίλουν μετά πάθους ότι ο κόσμος εισήλθεν εις τραγικήν εποχήν· ότι πάντες όσοι έζων υπευθύνως ώφειλον να εννοήσουν την ηθικήν αναγκαιότητα να περιληφθούν εις την τραγωδίαν ταύτην, ήτις εκύκλωσεν όλην την οικουμένην, να συμμετάσχουν εις αυτήν, να συνεργήσουν κατά το μέτρον των δυνάμεων αυτών εις την εύρεσιν ευνοϊκής διεξόδου και τα όμοια. Μετά βαθέος σεβασμού ήκουον τους σπουδαίους αυτούς ανθρώπους, αλλά δεν ηδυνάμην να ακολουθήσω τα ίχνη αυτών: [//111] Εσωτερική τις φωνή επληροφόρει εμέ ότι η οδός αυτών δεν ήτο δι’ εμέ. Ούτω, δεν έπαυον να δέωμαι του Θεού, όπως οδηγήση εμέ εις τοιαύτας συνθήκας, εις τοιούτον μέρος, όπου εγώ, ο πένης και αμαθής, θα ηδυνάμην να εύρω σωτηρίαν. Εν ταις προσευχαίς μου εξέθεσα εις τον Θεόν το σχέδιον και τα προγράμματα μου· και Ούτος εξεπλήρωσε τα πάντα μετά μαθηματικής ακριβείας. Ερρίφθην υπό της φιλανθρώπου χειρός Αυτού εν τω μέσω των ασκητών του Άθωνος.

Εκεί, εν τω Αγίω Όρει, εύρον τας αναγκαίας δι’ εμέ συνθήκας: μακράς ακολουθίας, κατά το πλείστον νυκτερινάς· απλάς εργασίας, αίτινες δεν απήτουν διανοητικήν έντασιν· την δυνατότητα να ζήσω εν υπακοή, μη σκεπτόμενος πώς ο ηγούμενος και οι συνεργάται αυτού, γέροντες του Μοναστηρίου, διοικούν πάντα τα πράγματα της Μονής. Ελεύθερος από πάντων των βιοτικών προβλημάτων, ηδυνάμην να προσεύχωμαι αδιαλείπτως ημέρας και νυκτός. Ολίγος χρόνος παρέμενε δια την ανάγνωσιν βιβλίων, ενίοτε ημίσεια ή και ολιγώτερον ώρα, καθ’ ημέραν. Αλλ’ ο Κύριος ήτο μετ’ εμού· δεν απεσπώμην απ’ Αυτού ούτε επί βραχύ τι λεπτόν. Η καρδία μου εφλέγετο απάυστως.

 Ο νους μου, ως επί βράχου, ίστατο επί του λόγου του Θεού. Και εν τη ψυχή μου δεν εκρύπτετο ουδεμία κίνησις αλλοτρία προς το Πνεύμα του Χριστού, προκαλουμένη εκ των ισχυρών επιθέσεων των εναντίων δυνάμεων. Προσηυχόμην ως άφρων εκ της κατεχούσης εμέ φρίκης δι’ ό,τι ήμην και είμαι εισέτι. Η καρδία και ο νους μου εγένοντο πεδίον συγκρούσεων μεταξύ του Χριστού και του Εχθρού, κολοσσού κοσμικών διαστάσεων. Κατ’ εκείνην την περίοδον εβάδιζον επί αοράτου σχοινίου επάνω αβύσσων. Παράδοξος απόγνωσις κατείχεν εμέ εξ όλων των κατευθύνσεων, όν τρόπον τα ύδατα περιβάλλουν [//112] τον καταποντούμενον άνθρωπον. Λέγω «παράδοξος» διότι ότε το αίσθημα της απογνώσεως απεχώρει απ’ εμού, ησθανόμην ως να απέθνησκον πνεύματι. Εξ αυτής της απογνώσεως, ως εξ ηφαιστείου, επήγαζε φλογερά προσευχή· ως ο Απόστολος Πέτρος έκραζον προς τον Παντοκράτορα Χριστόν: «Κύριε σώσον με»!

Ούτω, μετ’ εντάσεως ποικίλης δυνάμεως παρήρχοντο μήνες και έτη. Είναι αδύνατον να περιγράψω το παν. Βραδύτερον ηδυνάμην να εννοήσω ότι τούτο επετράπη εις εμέ δια την υπερήφανον, ασύνετον πτώσιν μου. Κατενόησα ότι ακολουθούντες τον Χριστόν‐Θεόν ριπτόμεθα κατά τινα φυσικόν τρόπον εις τους απεράντους ωκεανούς του πνεύματος. Το εν Χριστώ ζην σημαίνει να αισθανθή τις Αυτόν ως τον αληθώς Νικητήν του θανάτου: «Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, … ουκ … ίνα κρίνω …, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον …» (Ιωάν. 12,46‐47). «Τα πρόβατα τα Εμά … ακολουθούσι Μοι, καγώ ζωήν αιώνιον δίδωμι αυτοίς, και ου μη απόλωνται εις τον αιώνα, και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός Μου» (Ιωάν. 10,27‐28 κ.α.).

Κατ’ εκείνας τας ημέρας συνήντησα τους τολμηρούς λόγους του Αγίου Ισαάκ του Σύρου: «Μη συγκρίνης τους ποιούντας τα σημεία και τέρατα και δυνάμεις εν τω κόσμω τοις ησυχάζουσιν εν γνώσει. Αγάπησον την αργίαν της ησυχίας, υπέρ το εμπλήσαι πεινώντας εν κόσμω και επιστρέψαι πολλά έθνη εις προσκύνησιν του Θεού» (Λόγος κγ’). Ουδέποτε απεπειράθην να συγκρίνω εμαυτόν προς τους Πατέρας ή να εφαρμόσω εις εμαυτόν πλήρως τους λόγους αυτών, αλλ’ αναλογία πείρας οφείλει να υπάρχη, αλλέως μένομεν πάντοτε εκτός της αληθούς γνώσεως των πνευματικών πραγματικοτήτων. Ο νους μου ουδέποτε απετόλμησε να ερευνήση επαρκώς εκείνην την κατάστασιν εν τη οποία διέμενεν ο Άγιος Ισαάκ, ότε εξέφρασε [//113] την όρασιν αυτήν, την υπερβαίνουσαν το μέτρον του ανθρώπου. Και νυν θα αναφερθώ εν ολίγοις μόνον εις την περίπτωσιν μου.

Η ακατανόητος δι’ εμέ αγαθότης του Θεού κατά τους πρώτους χρόνους της επιστροφής μου εις τον Χριστόν «σκληρώς» έρριψεν εμέ εις την απειρότητα, δίδουσα εις εμέ να λάβω την αίσθησιν της μηδαμινότητος μου, της κενώσεως και του «μηδενός» μου. Δια της δωρεάς ταύτης εκαθαρίσθη η καρδία μου εκ της θανατηφόρου πληγής της υπερηφανίας και εγενόμην ικανός εν αγάπη και ειρήνη να θεωρήσω τον Θεόν, να δεχθώ παρ’ Αυτού την νέαν άφθαρτον ζωήν. Απόγονοι όντες του Αδάμ, πάντες ημείς φέρομεν εν εαυτοίς τας συνεπείας της πτώσεως εκείνης, περί της οποίας ομιλεί η Αποκάλυψις· αλλ’ ουχί πάντες ζουν ταύτην μετά της ιδίας βαθείας επιγνώσεως των οντολογικών διαστάσεων της συμφοράς ταύτης. 

Η εις βάθος ψυχανάλυσις του Ανθρώπου – εικόνος του Θεού – άρχεται από των πρώτων σελίδων της βιβλικής Αποκαλύψεως και ουχί από του θαλάμου τοκετών. Η υπερηφανία, ως εμφανής ή λανθάνουσα τάσις προς αυτοθέωσιν, παρεμόρφωσε την καρδίαν των ανθρώπων. Ευθύς ως διακρίνομεν εν εαυτοίς σημεία τινα πνευματικής αναβάσεως, ο όφις ούτος αμαυροί τον νουν, καταστέλλει την όρασιν, απομακρύνει από του Θεού. Βλέπω νυν ότι η άκρα αμάθεια μου κατά την αρχικήν περίοδον απεδείχθη δι’ εμέ σωτήριος. Εν τη προσευχή της απεγνωσμένης μετανοίας μου ο Κύριος έδιδεν εις εμέ άμεσον καθοδήγησιν και η κενοδοξία δεν ήγγιζεν εμέ.

 Όθεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι το μέχρι τέλους συντετριμμένον εκ της μεταμελείας πνεύμα ημών αποδεικνύεται ικανόν προς αποδοχήν των ενεργειών του Θεού. [//114] Οι ανωτέρω αναφερθέντες λόγοι του Αγίου Ισαάκ ανταπεκρίνοντο εις την πνευματικήν μου ιστορίαν υπό την έννοιαν ότι η γνώσις του Αληθινού Θεού ήτο δι’ εμέ πολυτιμοτέρα όλων των γεγονότων της παγκοσμίου πολιτικής ζωής. Η δίψα μου δια τον Θεόν ήτο πλέον ουσιώδης ή αι λοιπαί πτυχαί της επιγείου υπάρξεως. Άνευ της γνώσεως ταύτης – περί του ανθρώπου και του Θεού – ησθανόμην εαυτόν εν τω σκότει· εκτός του Χριστού ουδεμία διέξοδος υπήρχεν εκ του σκοτεινού «υπογείου». Αλλά και εις όλην την οικουμένην έβλεπον μόνον τον αποκρουστικόν κόμβον των ανθρωπίνων παθών, «Γόρδιον δεσμόν», άτμητον υπό οιασδήποτε υλικής σπάθης.

«Άνθρωπος εγεννήθη εν τω κόσμω» (Ιωάν. 16,21). Είδον αυτόν δια του Χριστού. Ο άνθρωπος, η θεοειδής υπόστασις, γεννάται δυνάμει· διέρχεται την διαδικασίαν του γίγνεσθαι, κατ’ αρχάς εν τοις ορίοις του κόσμου τούτου, ύστερον δε οφείλει να φθάση τας υπερκοσμίους διαστάσεις ακολουθών τον Χριστόν, Όστις ενίκησε τον κόσμον: «Θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16,33). Επαναλαμβάνω: Ο Κύριος εδωρήσατο εις εμέ την χάριν της μνήμης του θανάτου και της ευλογημένης απογνώσεως. Η «μνήμη του θανάτου» θέτει τον άνθρωπον προ της αιωνιότητος, κατ’ αρχήν εν τη αρνητική αυτής όψει: Άπαν το είναι οράται περιβεβλημένον το σκότος του θανάτου. Εν συνεχεία κατέρχεται επί την ψυχήν το Φως της Θεοφανείας μετά της νίκης επί του θανάτου. Η «απόγνωσις» ήτο αποτέλεσμα της επιγνώσεως της αποστάσεως μου από του Θεού. Τα δύο ταύτα, η μνήμη του θανάτου και η απόγνωσις, απέβησαν αι πτέρυγες δια την πτήσιν δια μέσου της αβύσσου. Φρικτή και παρατεταμένη υπήρξεν η πείρα αύτη της ευεργεσίας του Θεού. Χάριν [//115] τούτου ήρθη από της καρδίας μου το «αρχαίον κάλυμμα», όπερ δεν επέτρεπεν εις εμέ να εννοήσω την εν Χριστώ και Πνεύματι Αγίω Καινοδιαθηκικήν Αποκάλυψιν (βλ. Β’ Κορ. 3,13‐18).

Παν το ανόητον και φοβερόν επί της κοσμικής σκηνής, παν το τετριμμένον και ανιαρόν εν τη καθ’ ημέραν ζωή των ανθρώπων, εν τελευταία αναλύσει συνθέτει αντιφατικόν, αλλ’ εν τούτοις μεγαλειώδη πίνακα. Το ευγενές, όπως και το άσημον, δια του ενός ή του άλλου τρόπου αντανακλάται εις έκαστον εξ ημών. Εκ πολλών αντιθέσεων – του καλού και του κακού, του σκότους και του Φωτός, της λύπης και της χαράς, της μωρίας και της σοφίας, της αγάπης και του μίσους, της ασθενείας και της δυνάμεως, των δημιουργών και των καταστροφών, των γεννήσεων και των θανάτων – οικοδομείται η καθολική όρασις του Είναι. Εκ του αναριθμήτου πλήθους των καταναγκαστικών μαρτυρίων και χλευασμών εξουδενούται ο άνθρωπος, καταπατείται η αξιοπρέπεια αυτού. Η ψυχή τελεί εν απογνώσει εκ του θεάματος τούτου. Και αίφνης οι λόγοι του Χριστού, «άνθρωπος εγεννήθη εν τω κόσμω», φθάνουν μέχρι της ψυχής, της συνειδήσεως, εν τη αιωνίω αυτών σημασία έτι και δια τον Θεόν. Και εκ της χαράς ταύτης δεν μνημονεύονται πλέον πάσαι αι προγενέστεραι οδύναι και θλίψεις.

Αι εντολαί του Χριστού είναι εκπεφρασμέναι εν ολίγαις λέξεσιν, αλλά η τήρησις αυτών οδηγεί δια θαυμαστού τρόπου εις την διεύρυνσιν του πνεύματος ημών, ώστε τούτο εν μαρτυρική δίψη να περιπτυχθή «πάντα … τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφες. 1,10) εν αγάπη, ήτις εδόθη ως εντολή εις ημάς. Είναι άρα γε κατανοητόν [//116] οι εκ του «μηδενός» κληθέντες να κατέχουν τοιαύτην δύναμιν; Βεβαίως είναι αδύνατον εις ημάς να χωρήσωμεν εν τη καρδία πάσαν την κτίσιν, εάν στηριζώμεθα εις εαυτούς. Αλλ’ Αυτός ο Δημιουργός παντός υπαρκτού εφανερώθη εν τη μορφή της υπάρξεως ημών και έδειξεν αληθώς ότι η φύσις ημών επλάσθη ικανή ουχί μόνον να περιπτυχθή τον κτιστόν κόσμον, αλλά και να προσλάβη το πλήρωμα της Θείας ζωής. Άνευ Αυτού ουδέν δυνάμεθα να πράξωμεν (βλ. Ιωάν. 15,5), αλλά μετ’ Αυτού και εν Αυτώ τα πάντα δύνανται να επιτευχθούν, καίτοι ουχί άνευ «πόνου». Ο πόνος είναι αναγκαίος εις ημάς εν πρώτοις, ίνα αισθανθώμεν εαυτούς ελευθέρας υποστάσεις, ύστερον δε ίνα κατά την Κρίσιν ο Κύριος δυνηθή να δωρήση εις ημάς την ζωήν Αυτού ως αναφαίρετον κτήμα ημών (βλ. Λουκ. 16,10‐12).

Μεταφερόμενοι νοερώς εις κοσμικάς διαστάσεις, όταν πάσχωμεν, εξομοιούμεθα προς τον Χριστόν. Εάν σκεπτώμεθα ούτω, παν φαινόμενον εν τη ατομική ημών υπάρξει θα αποβή αποκάλυψις περί του τελουμένου εν τω κόσμω των ανθρώπων. Δια μέσου ημών θα διέλθουν τα ρεύματα της κοσμικής ζωής, και ημείς θα δυνηθώμεν δια ζώσης πείρας να γνωρίσωμεν και τον άνθρωπον εις τους αιώνας του χρόνου, έτι δε και τον Υιόν του ανθρώπου κατά τας δύο Αυτού φύσεις. Ούτως ακριβώς, εν οδύναις, αυξάνομεν μέχρι κοσμικής και μετακοσμικής αυτοσυνειδησίας. Διερχόμενοι την πείραν της κενώσεως, ακολουθούντες οπίσω του Χριστού και συσταυρούμενοι μετ’ Αυτού, γινόμεθα δεκτικοί του απείρως μεγάλου Θείου Είναι. Εν τη εξαντλητική προσευχή μετανοίας υπέρ όλου του κόσμου ενούμεθα πνευματικώς μεθ’ όλης της ανθρωπότητος: Γινόμεθα παγκόσμιοι κατ’ εικόνα της παγκοσμιότητος [//117] του Ιδίου του Χριστού, Όστις φέρει εν Εαυτώ παν ό,τι υπάρχει. Αποθνήσκοντες μετ’ Αυτού και εν Αυτώ ήδη εντεύθεν, προγευόμεθα της αναστάσεως.

Ο Κύριος έπαθεν υπέρ πάντων ημών. Τα παθήματα Αυτού καλύπτουν πάσας τας ασθενείας της ζωής ημών μετά την πτώσιν του Αδάμ. Ίνα γνωρίσωμεν, καθώς πρέπει, τον Χριστόν, είναι απαραίτητον να συμμετάσχωμεν και ημείς εις τα παθήματα Αυτού και να βιώσωμεν, ει δυνατόν, το παν, καθώς και Αυτός ο Ίδιος. Ούτω και μόνον ούτω γνωρίζεται ο Χριστός‐Αλήθεια· τουτέστιν υπαρξιακώς, ουχί αφηρημένως, ουχί δια μέσου ψυχολογικής ή θεωρητικής πίστεως, ήτις στερείται βιωματικής πείρας. Εν τη αρχή της επιστροφής μου εις τον Χριστόν, ήδη μετ’ ολίγον βαθυτέρας κατανοήσεως του Τίς εστιν ο Ιησούς, ήλλαξεν η καρδία μου, και ο νους μου έλαβεν άλλην κατεύθυνσιν. Εκ των βεβιωμένων υπ’ εμού εσωτερικών συγκρούσεων μετεφερόμην αυθορμήτως εις τον κόσμον των ανθρώπων, και δια του τρόπου αυτού ήλθεν εις εμέ η ευσπλαχνία προς άπασαν την ανθρωπότητα. Εκ της πείρας ταύτης εγεννήθη η κατανόησις ότι εις όλους ημάς είναι αναγκαίον να ζήσωμεν τας τυχόν δοκιμασίας ουχί μόνον εις τα στενά πλαίσια της ατομικότητος ημών αλλ’ εις τας κοσμικάς διαστάσεις, εξερχόμενοι πνεύματι εκ του περιορισμού των σωματικών οφθαλμών.

 Εν άλλαις λέξεσι: να συναισθανθώμεν ότι δια μέσου ημών διέρχονται ρεύματα της αυτής κοσμικής ζωής, ήτις ρέει εις τας φλέβας εκάστου ανθρώπου. Η φυσική, θα έλεγε τις, αύτη ψυχολογική κίνησις εδίδαξεν εμέ να ζω τα ποικίλα παθήματα των ανθρώπων – συμφοράς, διαμάχας, εχθρότητας, καταστρεπτικάς θεομηνίας, πολέμους και τα όμοια – μετ’ αυξανομένης συμπαθείας. Η φυσική αύτη [//118] κατ’ ουσίαν ορμή απεδείχθη ρίζα, εκ της οποίας παρήχθη πολύτιμος δι’ εμέ καρπός: να ζω άπασαν την ανθρωπότητα ως εμαυτόν, ως ιδίαν ζωήν. Ακριβώς τούτο προδιεγράφη εις ημάς δια της εντολής, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. 22,39), βεβαίως, εν τη χριστιανική αντιλήψει του «τίς εστι μου πλησίον» (βλ. Λουκ. 10,29‐37). Ενώ ηυξανόμην και ενέτεινον τας προσπαθείας μου επί έτη, η συνείδησις μου κατά φυσικόν τρόπον επορεύθη προς τα έσχατα όρια του κόσμου, προς υπέρβασιν των ορίων αυτών, προς τον Άπειρον. 

Μετ’ ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν ενεθυμούμην πάσας τας συμφοράς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου· την φοβεράν εξάρθρωσιν, ως εφαίνετο, όλης της κρατικής μηχανής της χώρας· τας επαναστατικάς συγκρούσεις εφ’ όλων των εκτάσεων της Ρωσίας μετά των ανυπερβλήτων κινδύνων δι’ όλους και δι’ έκαστον· τας άκρας στερήσεις εις πάντα τα αναγκαία δια την φυσικήν ζωήν· τον αποχωρισμόν εξ όσων είναι σπουδαία και πολύτιμα εις την ψυχήν και τον νουν· την μαρτυρικήν στάσιν ενώπιον της αφροσύνης πάντων των συμβαινόντων … Ούτω εισήλθον εις την τραγωδίαν της συγχρόνου ιστορίας. Βραδύτερον ενεβάθυνα πλέον εις τας πηγάς αυτής: εις την βιβλικήν διήγησιν περί της Πτώσεως του ανθρώπου. Συγκλονιστική στιγμή! Και τούτο δεν είναι εισέτι το τέλος: «Έτι άπαξ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν» (Εβρ. 13,26).

Ούτω προσήγγισα εις το μέγα μυστήριον της εν ημίν «εικόνος του Θεού»: το Πρόσωπον. Απεκαλύφθη Ούτος εις ημάς εν τω Ονόματι – Εγώ Ειμι ο Ών. Βεβαίως, ημείς είμεθα εικών Αυτού. Όταν παριστάμεθα ενώπιον Αυτού εν τη προσευχή, το πνεύμα ημών ταυτοχρόνως και πανηγυρίζει και πάσχει: Η πανήγυρις γίνεται εκ της θεωρίας [//119] πραγματικοτήτων, αίτινες υπερβαίνουν την γηΐνην φαντασίαν· το πάθος προκαλείται εκ της αισθήσεως της μηδαμινότητος ημών, ήτις ουδόλως δύναται να χωρήση την δωρεάν του Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον καταπονείται η ψυχή εξ αυτής ταύτης της αρχής της Άνωθεν γεννήσεως ημών. Βεβαίως αυξάνομεν, αλλ’ η αύξησις αύτη φαίνεται εις ημάς βραδεία και εν ταυτώ μαρτυρική. Είναι δυνατόν να είπωμεν ότι η χριστιανική ζωή συνίσταται εις την «εν οδύναις γέννησιν» δια την αιωνιότητα (βλ. Ησ. 26,17‐18).

Βλέπω ότι ο νους μου αδιακόπως επιστρέφει εις την αυτήν όρασιν, από της οποίας δεν δύναμαι να αποσπασθώ και την οποίαν ήρχισα να οικειούμαι πλέον του ημίσεως ήδη αιώνος. Ο Κύριος απορροφά εμέ ολοκληρωτικώς. Και βλέπω και δεν βλέπω την περιβάλλουσαν εμέ πραγματικότητα. Το βλέμμα μου ολισθαίνει προς αυτήν κατ’ εκείνας τας στιγμάς, όταν είμαι απησχολημένος μετά των αναποφεύκτων αναγκών της καθ’ ημέραν ζωής. Αλλ’ είτε υπνώ, είτε γρηγορώ, ο Θεός περιβάλλει εμέ στενώτερον ή ο αήρ τον οποίον αναπνέω. Κατά τας παρελθούσας δεκαετίας η χάρις πολυτρόπως εξεχύθη επ’ εμέ αφθόνως, κατά καιρούς ως ευρύς ποταμός, ενίοτε δε ως καταρράκτης, τουτέστιν ως πτώσις «ζώντος ύδατος» επί την κεφαλήν μου (Ιωάν. 4,10). Συνέβαινε – και συμβαίνει – ως να διηνοίγοντο ενώπιον μου αι απέραντοι εκτάσεις του ωκεανού· ή ως αστάθμητος μηδαμινότης να εκρεμώμην επάνω ιδιομόρφου νοεράς αβύσσου … Και νυν ευρίσκομαι εν αμηχανία: Τα περιγραφέντα υπ’ εμού δεν είναι πλείον ή πρόχειρος σκιαγράφησις μεγαλειώδους πανοράματος εις τετράδιον ιχνογραφίας ζωγράφου. Η ψυχή μου θέλει να ψάλλη ύμνους εις τον Θεόν, Όστις μετά [//120] τοιαύτης αγάπης ήλθεν εις συνάντησιν εμού του πένητος, αλλά δεν έχω λόγους αξίους Αυτού.

απόσπασμα από :
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας
1993

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...