/*--

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Πως πρέπει να εκπαιδεύουμε το νου μας, για να τον φυλάμε απο την αμάθεια.

Αν η δυσπιστία στον εαυτό μας και η ελπίδα στον Θεό, οι τόσο απαραίτητες σ’ αυτόν τον πόλεμον, μείνουν μοναχές, όχι μόνον δεν θα νικήσουμε, αλλά και θα γκρεμισθούμε σε πολλά κακά. Γι’ αυτό το λόγο, κοντά σε αυτές χρειάζεται και η εκγύμνασι, που είναι το τρίτο πράγμα που είπαμε στην αρχή, η οποία πρέπει να γίνεται πρώτα με το νου και με τη θέλησι. Και τον μεν νου πρέπει να φυλάμε από την αγνωσία, η οποία είναι σε αυτόν πολύ αντίθετη, επειδή τον σκοτίζει και του εμποδίζει στην γνώσι της αλήθειας, η οποία είναι το δικό του αντικείμενο. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να τον γυμνάζουμε, ώστε να γίνη λαμπρός και καθαρός, για να μπορή να διακρίνη καλά εκείνο που μας χρειάζεται για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη και να την στολίσουμε με τις αρετές.


Αυτή λοιπόν την λαμπρότητα του νου μπορούμε να την αποκτήσουμε με δύο τρόπους· ο πρώτος και πλέον αναγκαίος, είναι η προσευχή, με την οποία παρακαλούμε το Αγιο Πνεύμα να καταδεχθή να σκορπίση το θείο του φως μέσα στις καρδιές μας, το οποίο, βέβαια, θα το κάνη αν ζητήσουμε πραγματικά μόνο τον Θεό, αν κάνουμε το θέλημά του το άγιο και αν υποτάξουμε κάθε τι μας στη συμβουλή και ερώτησι των εμπείρων και πνευματικών μας Πατέρων.

Ο δεύτερος τρόπος είναι, μία παντοτεινή εκγύμνασις βαθειάς σκέψεως και μελέτης των πραγμάτων, για να γνωρίσουμε με αυτή, ποιά πράγματα είναι καλά, ποιά κακά, όχι όπως τα κρίνει λανθασμένα η αίσθησις και ο κόσμος, αλλά καθώς τα κρίνει ο ορθός λόγος και το Πνεύμα το Αγιο, δηλαδή, η αλήθεια των θεοπνεύστων Γραφών και των πνευματοφόρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Γιατί, όταν αυτή η σκέψις και μελέτη γίνη σωστή και όπως πρέπει, μας κάνει να γνωρίσουμε καθαρά ότι πρέπει να θεωρούμε μηδέν και μάταια και ψεύτικα όλα εκείνα που αγαπά και με διαφόρους τρόπους ζητάει ο τυφλός και διεφθαρμένος κόσμος.

Δηλαδή, ότι οι τιμές και οι ηδονές και ο πλούτος του κόσμου δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ματαιότητα και θάνατος της ψυχής· οτι οι βρισιές και οι δυσφημίσεις που μας κάνει ο κόσμος, προξενούν σε μάς αληθινή δόξα και οι θλίψεις χαρά· με το να συγχωράμε τους εχθρούς μας και να τους κάνουμε καλά, είναι μεγαλοψυχία και μία από τις μεγαλύτερες ομοιότητες με τον Θεό· οτι περισσότερο ισχύει το να καταφρονήση κάποιος τον κόσμο, παρά να είναι εξουσιαστής όλου του κόσμου· ότι το να υπακούη κάποιος πρόθυμος, είναι μία πράξις μάλλον μεγαλόψυχη και γενναία, παρά το να υποτάση και να προστάζει μεγάλους βασιλείς.

Οτι η ταπεινή γνώσι του εαυτού μας, πρέπει να τιμάται περισσότερο από το ύψος όλων των επιστημών· οτι το να νικήσουμε και να νεκρώσουμε τα θελήματά μας και τις ορέξεις μας, όσο και αν είναι μικρές, είναι άξιο μεγαλυτέρου επαίνου, παρά το να καταπολεμήσουμε πολλά κάστρα, να κατατροπώσουμε δυνατά στρατόπεδα με τα όπλα στα χέρια και το να κάνουμε θαύματα ή να αναστήσουμε νεκρούς.
.
Γιατί δεν διακρίνουμε σωστά τα πράγματα και με ποιόν τρόπο μπορούμε να τα γνωρίζουμε.

Η αιτία που δεν διακρίνουμε ορθά όλα αυτά τα πράγματα που είπαμε και αλλά πολλά, είναι γιατί δεν τα σκεφτόμαστε στο βάθος τους ποιά είναι, αλλά πιάνουμε την αγάπη ή το μίσος σε αυτά, αμέσως από μόνη την εξωτερική τους μελέτη και εμφάνισι. Έτσι όταν, η αγάπη τους ή το μίσος προλαμβάνουν και σκοτίζουν το νου μας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τα διακρίνη σωστά, όπως είναι στην αλήθεια.14 Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, εάν θέλης να μην βρη τόπον η πλάνη αυτή στο νου σου, πρόσεχε καλά· και όταν, ή βλέπης με τα μάτια ή μελετάς με το νου κανένα πράγμα, κράτα όσο μπορείς την θέλησί σου και μη την αφήσης να το αγαπήση ή να το μισήση, αλλά παρατήρησέ το με το νου μοναχά.

Πρίν απ’ όλα, όμως, σκέψου φρόνιμα, οτι αν αυτό είναι οδυνηρό και αντίθετο στην φυσική σου κλίσι, παρακινείσαι από το μίσος να το αποστρέφεσαι. Αν όμως σου προξενή ευχαρίστησι, παρακινείσαι από την αγάπη να το θέλης. Γιατί, τότε που ο νους σου δεν είναι ζαλισμένος από το πάθος, είναι ελεύθερος και καθαρός και μπορεί να γνωρίση την αλήθεια και να διαπεράση μέσα στο βάθος του πράγματος, που το κακό είναι κρυμμένο κάτω απο την ψεύτικη ευχαρίστησι ή που το καλό είναι σκεπασμένο κάτω απο την επιφάνεια του κακού.

Αν όμως η θέλησις πρόλαβε να το αγαπήση ή να το μισήση, δεν μπορεί πλέον ο νους να το γνωρίση καλά, καθώς πρέπει· διότι εκείνη η διάθεσις, ή καλύτερα να πώ, εκείνο το πάθος που μπήκε στο μέσο, σάν τείχος, ζαλίζει το νου τόσο, που νομίζει το πράγμα άλλο από εκείνο που είναι στην αλήθεια και το περνά ως τέτοιο στην επιθυμία, η οποία όσο πηγαίνει μπροστά και περισσότερο αγαπά ή μισεί το πράγμα εκείνο, τόσο και ο νους σκοτίζεται περισσότερο και έτσι σκοτισμένος, κάνει πάλι να φαίνεται στην επιθυμία το πράγμα εκείνο περισσότερο όσο ποτέ αγαπητό ή μισητό. Έτσι όταν δεν τηρήται ο παραπάνω κανόνας που είπα, (ο οποίος είναι πολύ αναγκαίος σε όλη αυτή την εκγύμνασι), δηλαδή, το να κρατάς την επιθυμία σου από την αγάπη ή το μίσος του πράγματος, αυτές οι δύο δυνάμεις της ψυχής, ο νους δηλαδή και η θέλησις, προχωρούν πάντα κακώς, σάν σε κύκλο, από το σκοτάδι σε βαθύτερο σκοτάδι και από το σφάλμα σε μεγαλύτερο σφάλμα.

Λοιπόν, φυλάξου, αγαπητέ, με κάθε είδους προσοχή, από την εμπαθή αγάπη ή το μίσος του κάθε πράγματος, το οποίο δεν έφθασες να ερευνήσης καλά πρότερα με το φως του νου και του ορθού λόγου, με το φως των θείων Γραφών, με το φως της χάριτος και της προσευχής και με την κρίση του πνευματικού σου πατρός για να μην κάνης λάθος και να υπολογίζης το αληθινά καλό για κακό και το αληθινά κακό για καλό. Καθώς αυτό συμβαίνει να γίνεται, ως επί το πλείστον, σε κάποια έργα, τα οποία φαίνονται μεν καθ' εαυτά πως είναι καλά και άγια, για μερικές όμως περιστάσεις· δηλαδή γίνονται ή παράκαιρα ή σε σχετικό τόπο ή με ανάλογο μέτρο, προξενούν όμως μεγάλη βλάβη σε εκείνους που τα επιχειρούν, καθώς γνωρίζουμε πολλούς που κινδύνευσαν σε παρόμοια επαινετά και αγιώτατα έργα.

Πως πρέπει να φυλάμε το νου μας από την πολυπραγμοσύνη και την περιέργεια.

Καθώς είναι ανάγκη να φυλάμε το νου μας από την αγνωσία, όπως είπαμε πρίν, έτσι παρομοίως είναι ανάγκη να τον φυλάμε ακόμη και από την πολυπραγμοσύνη, την αντίθετη της αγνωσίας. Γιατί, αφού τον γεμίσουμε από πολλούς λογισμούς μάταιους και άτακτους και βλαπτικούς, τον κάνουμε αδύνατο και δεν μπορεί να καταλάβη εκείνο που ταιριάζει στην αληθινή απονέκρωσί μας και τελειότητα. Γι’ αυτό, πρέπει να είσαι σάν πεθαμένος εντελώς, σε κάθε έρευνα των επιγείων πραγμάτων, το οποία, αν και μπορεί να επιτρέπωνται, δεν είναι όμως και αναγκαία. Και μαζεύοντας πάντα το νου σου, όσο μπορείς μέσα στον εαυτό σου, κάνε το αμαθή από τα πράγματα όλου του κόσμου τα πράγματα.

Τα μηνύματα, οι καινούργιες ειδήσεις και όλες οι μεταβολές και οι αλλοιώσεις, μικρές και μεγάλες του κόσμου και των βασιλείων, ας είναι για σένα τέτοιου είδους, σάν να μην υπάρχουν καθόλου.15 Αλλα και αν σου προσφέρωνται από τους άλλους, εναντιώσου σε αυτά, απομάκρυνε τα από την καρδιά και τη φαντασία σου. Ας είσαι δε προσεκτικός εραστής στο να καταλάβης τα πνευματικά και τα ουράνια, μη θέλοντας να γνωρίζης άλλο μάθημα στον κόσμο, παρά τον Εσταυρωμένο και τη ζωή του και τον θάνατο και το τι ζητάει αυτός από σένα· και βέβαια θα ευχαριστήσης πολύ τον Θεόν, ο οποίος έχει για εκλεκτούς και αγαπημένους του εκείνους που τον αγαπούν και φροντίζουν να κάνουν το θέλημα του.

Επειδή, κάθε άλλο ζήτημα και έρευνα, είναι εγωισμός και υπερηφάνεια, δεσμά και παγίδες του διαβόλου, ο οποίος σαν πανούργος, βλέποντας οτι η θέλησις εκείνων που προσέχουν στην πνευματική ζωή είναι δυνατή και ισχυρή, γυρεύει να νικήση το νου τους με τέτοιες περιέργειες, για να κυριεύση με αυτόν τον τρόπο και το ένα και το άλλο. Οποτε, συνηθίζει πολλές φορές να τους δίνη σκέψεις δήθεν υψηλές, λεπτές και περίεργες και μάλιστα στους εύστροφους στό νου και σε εκείνους που είναι εύκολοι να υψηλοφρονήσουν.

Γιατί αυτοί αιχμαλωτισμένοι από την ηδονή και τη συνομιλία εκείνων των υψηλών σκέψεων, στις οποίες νομίζουν ψεύτικα οτι απολαμβάνουν τον Θεό, ξεχνούν να καθαρίσουν την καρδιά τους και να προσέχουν στην ταπεινή γνώσι του εαυτού τους και στην αληθινή απονέκρωσι· και έτσι αφού δεθούν με το δεσμό της υπερηφάνειας, γίνονται είδωλο του ιδίου του νου τους· και στη συνέχεια, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν, φθάνουν να λογαριάσουν, ότι δεν έχουν ανάγκη πλέον από την συμβουλή και τη νουθεσία των άλλων, επειδή συνήθισαν να προστρέχουν σε κάθε τους ανάγκη στό είδωλο της δικής τους κρίσεως· πράγμα, που είναι πολύ επικίνδυνο και δύσκολο να ιατρευθή· διότι η υπερηφάνεια του νου είναι πλέον περισσότερο επικίνδυνη απο εκείνη της θελήσεως.

Επειδή, η μεν υπερηφάνεια της θελήσεως, όντας φανερή στό νού, εύκολα θα μπορή καμιά φορά να ιατρευθή, υποτασσόμενη σ’ εκείνο που πρέπει. Ο νους όμως όταν έχη σταθερή γνώμη ότι η κρίσις του είναι καλύτερη από των άλλων, από ποιόν θα θα μπορή να ιατρευθή και πως να υποταχθή στην κρίσι των άλλων, εκείνος που δεν την έχει τόσον καλή σάν την δική του; Αν ο οφθαλμός της ψυχής, ο οποίος είναι ο νους, με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίση και να καθαρίση την υπερηφάνεια της θελήσεως, είναι ο ίδιος ασθενής, τυφλός και γεμάτος από υπερηφάνεια, ποιός έπειτα μπορεί να τον γιατρέψει; και αν το φως είναι σκοτάδι και ο κανόνας είναι λάθος, πως θέλει να φωτίση ή να διορθώση τα άλλα; Γι’ αυτό πρέπει να αντισταθής το γρηγορώτερο σε αυτή την επικίνδυνη υπερηφάνεια του μυαλού, προτού να διαπεράση μέσα στο νου των κοκκάλων σου και αντιστεκόμενος, βάλε χαλινάρι στην οξύτητα του νου σου και υπόβαλε τη δική σου γνώμη στη γνώμη των άλλων και γίνε ανόητος γιά την αγάπη του Θεού και θα είσαι σοφώτερος απο τον Σολομώντα· «Όποιος νομίζει ότι είναι σοφός με τα μέτρα αυτού εδώ του αιώνα, ας γίνη μωρός, για να γίνη πραγματικά σοφός» (Α΄ Κορινθ. 3,10).

Σημειώσεις :

14 Γι’ αυτό και ο θεολόγος Γρηγόριος, σύμφωνα με αυτό λέει, οτι από την αγάπη ή το μίσος, συνη-θίζει να κλέβεται η αλήθεια· «δεν υπάρχει τίποτε τόσο ευχάριστο στους ανθρώπους, όσο το να συζητούν τα ξένα,και μάλιστα όταν επηρεάζωνται από μίσος ή συμπάθεια για κάποιον, εξ αιτίας των οποίων, ως συνήθως, εξαφανίζεται η αλήθεια» (Λογ. άπολογητικ.)

15 Για αυτό και ο μέγας Βασίλειος προστάζει, να είναι σε μας, σαν μιά πικρή γεύσι όλα τα κοσμικά διηγήματα· «ητω σοι πικρά γεύσις, η των κοσμικών διηγημάτων ακρόαση, κηρία δε μέλιτος, τα των οσίων ανδρών διηγήματα» (Λόγ. ασκητικ. περί άποταγ.)" και ο προφήτης Δαβίδ, λέει· «Διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας, αλλ’ ούχ ως ο νόμος σου Κύριε» (Ψαλμ. ριη' 85).

απόσπασμα από το βιβλίο Αόρατος Πόλεµος
πηγή : 

         Ι.Ν. ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...