/*--

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

ΠΑΣΧΑ, ΑΝΑΛΗΨΗ, ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ Η Εξήγηση του Νικηφόρου Θεοτόκη Αρχιεπισκόπου Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως

Από το Πάσχα μέχρι την Ανάληψη και την Πεντηκοστή τα Αποστολικά Αναγνώσματα στις Θεῖες Λειτουργίες ἀλλὰ καὶ καθημερινά λαμβάνονται από το βιβλίο τῶν Πράξεων των Αποστόλων. Ποιός είναι ο λόγος για αυτήν την λειτουργική διευθέτηση; Το κήρυγμα που δημοσιεύουμε κατωτέρω είναι πολύ διαφωτιστικό και μας δίνει την εξήγηση στο παραπάνω ερώτημα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που έγραψε το πρῶτο υπόμνημα στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τονίζει ότι το βιβλίο των Πράξεων είναι εφάμιλλο με το Ευαγγέλιο. Εάν το Ευαγγέλιο είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πρόσωπο και το έργο του Χριστού, Οι Πράξεις των Αποστόλων είναι το Ευαγγέλιο τῆς Εκκλησίας και βασίζεται στο πρόσωπο και στο έργο του Αγίου Πνεύματος με το οποίο οικειοποιείται η Εκκλησία το Ευαγγέλιο του Χριστού! Ο έγκριτος διδάσκαλος του γένους ο Νικηφόρος Θεοτόκης εξηγεί το ίδιο μήνυμα. Ας το προσέξουμε!


1. Η Κυριακή του Πάσχα και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων: Η Κυριακή του Πάσχα είναι η Ημέρα κατά την οποία ο Ιησούς Χριστός καταπάτησε το θάνατο και ανέστη τριήμερος χαρίζοντας στον κόσμο τη Ζωή. Ως εκ τούτου, η ημέρα αυτή είναι ημέρα ανεκλάλητης χαράς σε ολόκληρο το σύμπαν, στον ουρανό και στη γη και στα καταχθόνια: Στον ουρανό χάρηκαν οι Άγγελοι για τη σωτηρία των ανθρώπων. Στη γη χάρηκαν οι άνθρωποι γιατί με τήν ανάσταση άνοιξε ο δρόμος για την αποκατάστασή τους στην αρχική (προπτωτική) τους θέση. Στα καταχθόνια χάρηκαν οι φυλακισμένες ψυχές των κεκοιμημένων για την απαλλαγή και απολύτρωσή τους από τα δεσμά τους.

Αυτήν την παγκόσμια χαρά γιορτάζει η Εκκλησία του Χριστού κάθε χρόνο, την ημέρα του Πάσχα, ψάλλοντας ύμνους γεμάτους από χαρά καί ευφροσύνη. Επίσης, από την ημέρα του Πάσχα μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής τα αποστολικά αναγνώσματα στην Εκκλησία, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση των αγίων Πατέρων της Ἐκκλησίας, προέρχονται από το βιβλίο τών Πράξεων των αγίων Αποστόλων.

Το βιβλίο των Πράξεων τών Αποστόλων περιέχει τα έργα των Αποστόλων, τό κήρυγμα και τα θαύματα τους. Ο συγγραφέας του είναι ο Λουκάς ο Ευαγγελιστής και Απόστολος, ο οποίος πρώτα έγραψε το Ευαγγέλιο που φέρει το όνομά του και έπειτα το βιβλίο αυτό. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λουκάς και τα δύο αυτά βιβλία τα έστειλε σε κάποιον σημαίνοντα άρχοντα της εποχής του που ονομαζόταν Θεόφιλος.

2. Το βιβλίο τών Πράξεων είναι εξ ίσου θεόπνευστο όπως και το Ευαγγέλιο. Σ’ αυτό το βιβλίο διηγείται ο θεηγόρος Λουκάς τα έργα των Αποστόλων έτσι ώστε να περιγράψει την εκπλήρωση των υποσχέσεων τις οποίες έδωσε στους Αποστόλους ο Χριστός, αλλά και την έκβαση πολλών προρρήσεών του για τις οποίες τους είχε προειδοποιήσει ότι επρόκειτο να συμβούν (Πράξ. β'). Διαβάζουμε σ’αυτό με τρόπο εμπεριστατωμένο την ιστορία της κατάβασης του παναγίου Πνεύματος εξ ουρανού, την οποίαν ο Χριστός είχε προϋποσχεθεί. Βλέπουμε την ένωση και την σύμπνοια καρδιάς, την οποίαν είχαν οι πρώτοι χριστιανοί εξ αιτίας της τέλειας αγάπης τους (Πράξ. δ' 32) σύμφωνα με τα λόγια της προσευχής του Κυρίου «Ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν» (Ιωάν. ιε' 22). 

Βλέπουμε ακόμη τους άγιους Αποστόλους να παραδίνονται στα Συνέδρια και στις συναγωγές, να υβρίζονται, να λιθοβολούνται, και να υπομένουν το δικό τους μαρτυρικό θάνατο, όπως είχε προφήτευσει για όλα αυτά ο θεάνθρωπος Κύριος (Πράξ. ε' και ζ΄, Ματθ. ι΄17, Λουκ. κα' 13). Βλέπουμε, επίσης, στο βιβλίο αυτό τις οδοιπορίες, τους κόπους, το ζήλο, τους κινδύνους, τα παθήματα, τις αρετές, και τα θαύματα των Αποστόλων, και όσα άλλα σχετικά με αυτά προείπε ο Κύριος.

Η ευρυθμία της σύνταξης, η γλυκύτητα του λόγου, η λαμπρότητα των νοημάτων, η καθαρότητα του ύφους, η σύντομη έκθεση των αναγκαίων περιστατικών σε κάθε υπόθεση, που διαλάμπουν στο βιβλίο αυτό, όχι μόνον αποδεικνύουν ότι είναι γνήσιο σύγγραμμα του θεόπνευστου Λουκά, αλλά και ευφραίνουν και κατανύγουν την καρδιά κάθε αναγνώστη ή ακροατή.

3. Ο ιδιόμορφος τρόπος διδασκαλίας και η σημασία των Πράξεων των Αποστόλων: Εκείνο όμως που ξεχωρίζει σαν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο άγιο αυτό βιβλίο είναι ο ιδιόμορφος τρόπος διδασκαλίας. Διδάσκει την πίστη όχι δογματικά, αλλά ιστορικά, όχι με λόγια πειστικά, αλλά με εκθέση απλοϊκή. Διδάσκει την αρετή όχι με νουθεσίες, αλλά περιγράφοντας τις αρετές, όχι με λόγια προτρεπτικά, αλλά με παραδείγματα ενάρετων έργων, όχι με φοβερισμούς ή υποσχέσεις βραβείων, αλλά με συγκεκριμένα παραδείγματα και πράξεις. Έτσι με την απλή διδασκαλία του ελκύει κατά παράδοξο τρόπο και στηρίζει το νου του ανθρώπου στην αλήθεια της πίστεως, και θερμαίνει την καρδιά με αξιοθαύμαστο έρωτα για την αρετή.

Για αυτό κυρίως το λόγο διαβάζεται το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων στίς Εκκλησίες, από την Ημέρα του Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή. Διαβάζεται επίσης επειδή μιλάει ρητά για τη 40ήμερη διαμονή του Χριστού με τους Μαθητές του μετά την Ανάστασή του, για την Ανάληψή του στους ουρανούς, και για την κατάβαση του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει το πρόβλημα ότι πολλοί που ακούνε τά λεγόμενα στο βιβλίο αυτό δέν καταλαβαίνουν εντελώς τά νοήματα που περιέχουν. Έτσι όμως τό ώφελος είναι ελάχιστο άν όχι μηδενικό. Για αυτό το λόγο ο θεόπνευστος Παύλος παρήγγειλε στους Κορινθίους να έχουν κάποιον ερμηνευτή των θείων λόγων («Καὶ εἷς διερμηνευέτω», Α' Κορ. Ιδ΄ 27).

Εμείς, βέβαια, ομολογούμε με παρρησία, ότι δεν είμαστε άξιοι να διακονήσουμε σ’ ένα έργο τόσο θείο και υψηλό, όσο είναι το έργο της ερμηνείας. Το τολμούμε όμως στην περίπτωση αυτή επειδή παίρνουμε θάρρος από Εκείνον, ο οποίος απέκρυψε τα νοήματα των θείων λόγων «ἀπὸ τοὺς σοφοὺς καὶ συνετούς, καὶ ἀποκάλυψε αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. ια' 25), αφού προηγουμένως επικαλεσθούμε το πανάγιο αυτού Όνομα. Το μόνο που ζητάμε από τους ακροατές μας είναι η προσεκτική ακρόαση, έτσι ώστε ακούοντας και κατανοώντας αυτά που λέγονται να αποθησαυρίσουν τους καρπούς των θείων χαρισμάτων.

4. Η σχέση του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων: «Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς Ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Αγίου, οὓς ἐξελέξατο, ἀνελήφθη» (Πράξ. α'1-2). Ο θεσπέσιος Παύλος ονόμασε «Ευαγγέλιο» το πρώτο σύγγραμμα του θεηγόρου Λουκά, γιατί περιέχει τα καλά νέα της σωτηρίας, και μάλιστα διαβεβαίωσε ότι όλες οι Εκκλησίες των πιστών που βρίσκονται σε διάφορους τόπους στεφάνωσαν τον ιερομύστη Λουκά με επαίνους για αυτόν ακριβώς το λόγο («Συνεπέμψαμεν δὲ μετ’ αὐτοῦ τὸν ἀδελφόν, οὗ ὁ ἔπαινος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ διὰ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» (Β' Κορ. η' 18).

Ο τρισμακάριος Λουκάς, είτε επειδή το όνομα «λόγος» σημαίνει γενικά το σύγγραμμα για οποιαδήποτε υπόθεση, είτε επειδή από ταπεινοφροσύνη απέφευγε τους επαίνους των ανθρώπων, ονόμασε το Ευαγγέλιο που φέρει το όνομά του «λόγον πρώτον», επειδή πρώτα έγραψε αυτό και έπειτα τις Πράξεις των Αποστόλων. Ότι δε ο Θεόφιλος, προς τον όποιον απέστειλε αυτά τα δύο βιβλία δεν ήταν άνθρωπος ιδιώτης, αλλά Ηγεμόνας και Άρχοντας, είναι φανερό από το επίθετο «κράτιστος» το όποιο προσάρμοσε στό όνομα του στο Ευαγγέλιο («Κράτιστε Θεόφιλε», Λουκ. α', 3), διότι και τόν Φήλικα τόν Ηγεμόνα της Καισάρειας ωνόμασε Κράτιστον, και τόν Φήστον τόν διάδοχον τούτου στην Ηγεμονεία της Καισάρειας (Πράξ. κγ' 24-2β καὶ κδ' 23 καί κστ΄35). Που όμως ηγεμόνευε ο Θεόφιλος, και ποιά ήταν ή πατρίδα του, και τα λοιπά τα περί αυτού είναι ἀγνωστα.

Ακούωντας όμως τον Λουκά να λέει «Λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων» (δηλαδή, μίλησα για όλα τα έργα του Ιησού Χριστού), δεν πρέπει να νομίσουμε ότι τούτο έρχεται σε αντίφαση με εκείνο που λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «Ἅτινα ἐὰν γράφηται κάθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι χωρῆσαι τὸν κόσμον τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ἰωάν. κα' 25). Και τούτο διότι ο μεν Λουκάς πράγματι μίλησε για όλα, αλλά μίλησε γενικά, με τρόπο σύντομο και ανακεφαλαιωτικό, ενώ ο Ιωάννης μίλησε για κάθε ένα από τα έργα, τα θαύματα και τα διδάγματα του Ιησού Χριστού, και είπε ότι αν γραφόνταν ειδικά, εμπεριστατωμένα και με λεπτομέρειες, τότε δεν θα χωρούσε ο κόσμος όλος από τα βιβλία που θα γράφονταν. Ας σημειώσουμε επίσης και τούτο: ότι με το ρήμα «οἶμαι» (=δηλαδή, εγώ νομίζω), μετρίασε ο Ιωάννης την υπερβολή του λόγου του.

5. Τι παράγγειλε ο Χριστός στους Αποστόλους μετά την Ανάστασή Του. Τι όμως σημαίνει το άλλο εκείνο που λέει ο Λουκάς στην αρχή του βιβλίου των Πράξεων: «ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς Ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Ἁγίου... ἀνελήφθη»; Σημαίνει ότι ο Λουκάς έγραψε στό Ευαγγέλιο που φιλοπόνησε μόνον όσα έπραξε και παράγγειλε ο Ιησούς Χριστός στους Αποστόλους πρό της Αναστάσεως του, αλλά καί όσα παράγγειλε σ’ αυτούς από τότε που αναστήθηκε εκ νεκρών μέχρι τήν ημέρα της ανάληψής του. Και ποιά είναι αυτά που παράγγειλε ο Χριστός μετά την Ανάστασή του;

Πρώτον, όσα είπαν για αυτόν ο Μωϋσής και όλοι οι άλλοι προφήτες, τα οποία παρουσίασε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους Αποστόλους του μετά την Ανάστασή του, ερμηνεύοντάς τους τις θείες Γραφές: «Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως, καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διερμήνευσε σ’αὐτοὺς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ» (Λουκ. κδ' 27).

Δεύτερον, την εντολή της ειρήνης που τους παρέδωσε όταν τους απηύθυνε τον αναστάσιμο χαιρετισμό: «Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσω αὐτῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς, εἰρήνη ὑμῖν...» (Λουκ. κδ' 36).

Τρίτον, την εντολή που τους έδωσε να κηρύξουν το Όνομά μου και τήν μετάνοια σε όλα τα έθνη και τήν άφεση τών αμαρτιών που προσφέρεται στο Όνομά μου αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ, λέγοντάς τους ότι έτσι ήταν πρέπον, γιατί εκείνοι ήσαν οι αυτόπτες μάρτυρες όλων των έργων του: «Καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοια καὶ ἄφεσις ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἀρξάμενοι ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δὲ ἔστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ' 47-48).

Τέταρτον, την εντολή να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ, και να περιμένουν εκεί μέχρις ότου λάβουν τη δύναμη, η οποία θα τους σταλθεί από τον ουρανό: «Ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν εξ ὕψους» (Λουκ. κδ', 49). Αυτή είναι η τελευταία εντολή του, τήν οποία τους έδωσε την ημέρα κατά την οποίαν αναλήφθηκε στους ουρανούς, διότι όπως αναφέρει ο Λουκάς, «ταῦτα εἰπών, ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἔξω τῆς Ἱερουσαλήμ ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ εὐλογήσας αὐτούς, διέστη ἀπ’ αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν» (Λουκ. κδ' 51).

Επειδή όμως όλα όσα παράγγειλε ο Κύριος στους Αποστόλους του και προ της ανάστασής του και μετά την ανάστασή του ήταν πνευματικά και θεία, και τα έπραξε όλα και τα δίδαξε όντας ενωμένος με το Άγιο Πνεύμα, προς το οποίο ήταν ομοφυής ως θεός και ομοούσιος, για αυτό πρόσθεσε τη φράση, «διὰ Πνεύματος ἁγίου». Ιδού λοιπόν η σημασία των εισαγωγικών λόγων του Λουκά στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων: «Ὦ Θεόφιλε», λέει, «στον πρώτο λόγο μου» (δηλαδή, στο Ευαγγέλιο το όποιο έγραψα και σου έστειλα), μίλησα για όλα τα έργα τα θαύματα και τις διδαχές του Κυρίου Ιησού, από τον καιρό που αυτός ο ίδιος, μαζί με το Άγιο Πνεύμα που ήταν μαζί του, άρχισε να κάνει, μέχρι εκείνη την ημέρα κατά την οποίαν, αφού έδωσε τις τελευταίες του παραγγελίες σ’ εκείνους τους οποίους εξέλεξε μέσα από όλο τον κόσμο (δηλαδή, στους Αποστόλους), αναλήφθηκε στον ουρανό» (Ιωάν. ιε' 19).

Αυτά λοιπόν είπε περιληπτικά ο παμμακάριστος Απόστολος, τα οποία και εξηγεί με τα εξής λόγια: «Οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτόν, ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς, καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Και συναυλιζόμενος, παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός, ἣν ἠκούσατέ μου» (Πράξ. α΄ 3-4).

6. Τα «τεκμήρια» (οι εμφανίσεις) της εκ νεκρών Ανάστασης του Χριστού: Σύντομα και μονολεκτικά είπε προηγουμένως (στο Ευαγγέλιο), ότι ο Ιησούς Χριστός αναλήφθηκε. Τώρα όμως (στις Πράξεις των Αποστόλων) περιγράφει πλατύτερα τι έκανε από τότε που αναστήθηκε εκ νεκρών μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε στον ουρανό. Λέει λοιπόν, ότι αυτός ο Ιησούς Χριστός, μετά το πάθος του που προξένησε το θάνατό του, αναστήθηκε εκ νεκρών, παρουσιάσθηκε Ζωντανός ενώπιον
των Αποστόλων, καί συνέχισε να εμφανίζεται σ’ αυτούς επί 40 ημέρες «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» (δηλαδή, με πολλές αποδείξεις).

Ποιά είναι τα «τεκμήρια» αυτά, δηλαδή τα σημεία και οι αποδείξεις, που έδωσε ο Ιησούς για να επιβεβαιώσει την ανάστασή του;

1ον, «Ἀναστάς πρωί την πρώτη ημέρα μετά το σάββατο φανερώθηκε πρώτα στην Μαρία τη Μαγδαληνή» (Μάρκ. ιστ' 9).

2ον, Κατά την ίδια ημέρα φανερώθηκε στους δύο μαθητές του που περπατούσαν προς την Εμμαούς (Λουκ. κδ' 13).

3ον, Το βράδυ της ίδιας ημέρας εισήλθε «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι» (Ιωάν. κ' 19). Κατά τον ίδιο τρόπο και μετά από 8 ημέρες πάλιν παρουσιάσθηκε ενώπιον των μαθητών του (Ιωάν. κ', 26).

4ον, «Ἐφανερώθη ἐνώπιον τῶν ἕνδεκα μαθητῶν εἰς τὸ ὅρος τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. κη', 16).

5ον, Έπειτα από αυτά, φανερώθηκε πάλι στους Μαθητές του στή θαλάσσα της Τιβεριάδος (Ίωάν: κα' 1) .

6ον , Όχι μόνο παρουσιαζόταν ενώπιον των μαθητών του, αλλά και συνομιλούσε μαζί τους, και τους ερμήνευε τις Γραφές, και τους παρήγγελλε να μή αποχωρίσουν από την Ιερουσαλήμ (Λουκ. κδ' 39).

7ον, Επίσης, για να τους πληροφόρησει ακόμη περισσότερο, «Ἐπέδειξε αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶι τοὺς πόδας, ἔτι δὲ καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, καὶ ἐνεφύσησε δέ, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς τὸ λύειν καὶ δεσμεῖν τὰς ἁμαρτίας» (Ίωάν. κ΄20-22).

8ον, Για ακόμη περισσοτέραν πιστοποίηση, ανέχτηκε να ψηλαφήση την πλευρά του ο άπιστος Θωμάς, αλλά και «συναυλιζόμενος ἦν», δηλαδή συναναστρεφόταν και έτρωγε μαζί τους.

9ον, Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται ρητά ότι έφαγε ενώπιόν τους «ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου» (Λουκ. κδ' 42).

10ον, Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι συνέφαγε μαζί τους «ἄρτον καὶ οψάριον» στην παραθαλάσσια περιοχή της θάλασσας της Τιβεριάδας (Ιωάν. κα' 15). Αυτά, λοιπόν, είναι τα τεκμήρια (οι αποδείξεις), που έδινε ο Ιησούς Χριστός στους Μαθητές του γιά 40 ημέρες με παρρησία για τους διαβεβαιώσει σχετικά με την εκ νεκρών Ανάστασή του.

11ον, Σημειώστε επίσης, ότι όχι μόνον στους Αποστόλους αλλά και στήν Μαρία τη Μαγδαληνή φανερώθηκε μετά την Ανάστασή του, και ακόμη

12ον, και σε «ἐπάνω πεντακοσίοις αδελφοῖς» (Α' Κορ. ιε' 6), όπως μαρτυρεί ο θεσπέσιος Παύλος. Πότε όμως, και που έγινε τούτο, και ποιοί ήταν αυτοί οι πεντακόσιοι, δεν μας εξήγησε ο Παύλος, εκτός από το σχόλιο ότι στον καιρόν του πολλοί από αυτούς ήταν ζώντες, ενώ μερικοί άλλοι είχαν πεθάνει («ἐξ ὧν οἱ πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν». Ίσως όμως να έγινε αυτό στο όρος της Γαλιλαίας (Ματθ. κη' 16), επειδή εκεί διέταξε ο Κύριος τους Μαθητές του να προσέλθουν. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε εδώ είναι ότι σε όλους τους ποροαναφερθέντες φανερώθηκε ο αναστηγμένος Κύριος, επειδή μόνον αυτοί ήταν άξιοι να δούν το σώμα του, το οποίο έγινε άφθαρτο και θεοποιήθηκε, δηλαδή νά δεχθούν το μυστήριο της εκ νεκρών αναστάσεώς του.

7. Η Ανάληψη του Χριστού, η επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και το βάπτισμα των Αποστόλων: Σημειώστε ακόμη, ότι την Ανάληψη του Κυρίου Ιησού στους ουρανούς μας την δίδαξε ο Ιερός Μάρκος, λέγοντας: «Ὁ μὲν οὖν Κύριος μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθησεν ἐκ δεξιῶν τοῦ θεοῦ» (Μάρκ. ιστ' 19). Παρομοίως και ο θεηγόρος Λουκάς, γράφοντας στό κατ’ αυτόν Ευαγγέλιο τα εξής: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτούς, διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν» (Λουκ. κδ' 51).

Ότι όμως κατά την τεσσαρακοστήν ημέρα μετά την Ανάστασή του αναλήφθηκε ο Σωτήρας μας, και ότι ελάλησε προς τους Αποστόλους «τὰ τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ, καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα μὴ ἀναχωρήσωσιν ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλ’ ἐκεῖ συνηνωμένοι περιμένωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ», όπως άκουσαν από το στόμα του, μόνον τό βιβλίο των Πράξεων μας τα δίδαξε.

Πότε όμως άκουσαν τήν επαγγελία αύτη οι Απόστολοι; Την άκουσαν όταν είπε προς αυτούς ό Κύριος, «Καὶ ἐγὼ ερωτήσω τὸν Πατέρα, καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα» (Ίωάν. ιστ' 16). Επειδή όμως παρουσίασε ο Λουκάς τον Χριστό λαλούντα τότε πρός τους Αποστόλους του και λέγοντάς τους, «Τήν επαγγελίαν του Πατρός, ήν ήκούσατέ μου», για αυτό το λόγο προσθέτει και τα εξής λόγια ως λεγόμενα τότε προς αυτούς υπό του Ιησού Χριστού: «Ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας» (Πράξεις α΄ 5).

Μέ τα λόγια αυτά φανέρωσε ο Θεάνθρωπος το λόγο για τον οποίο είπε να περιμένουν την επαγγελία του Πατρός του. Πρέπει, τους λέει, να περιμένετε την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Πατρός μου. Διότι ο Ιωάννης, ο Βαπτιστής μου και Πρόδρομος, βάπτισε με ύδωρ, εσείς όμως μετά από λίγες ημέρες θα βαπτισθείτε με το Άγιο Πνεύμα. Τα ίδια είπε και ο Ιωάννης, επειδή σαν προφήτης που ήταν προγνώριζε ότι το Άγιο Πνεύμα θα κατέβαινε με πύρινη μορφή στους Αποστόλους. Αυτό όμως το «ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» προξενεί κάποια απορία σχετικά με το βάπτισμα των θείων Αποστόλων.

Μερικοί, με βάση τα λόγια αυτά, πιστεύουν ότι τότε βαπτίστηκαν οι Απόστολοι, όταν κατέβηκε επ’ αυτούς το Άγιο Πνεύμα στο Ανώγειο όπου κάθονταν. Μάλιστα λένε ότι και αν ακόμα δεν υπήρχε ύδωρ στο υπερώο, υπήρχε όμως το Πνεύμα, και προσθέτου ότι και ο Χριστός αν και δεν χρίστηκε με αισθητό έλαιο, όμως ήταν Χριστός. Άλλοι πάλι απαντούν σ’αυτούς, ότι οι Απόστολοι ήταν βαπτισμένοι με ύδωρ κατά διαφόρους καιρούς με το βάπτισμα του Ιωάννη, και ότι αργότερα, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής βαπτίστηκαν και με το Πνεύμα. Αυτά όμως οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι οι Απόστολοι μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής δεν ήταν βαπτισμένοι με το βάπτισμα του Χριστού, και επομένως δεν ήταν καθαροί από τον ρύπο του προπατορικού αμαρτήματος.

Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι πως να μην είχαν βαπτισθεί με το βάπτισμα του Χριστού, αφού τον είδαν να βαπτίζεται στον Ιορδάνη και άκουσαν από το στόμα του, όταν μιλούσε με τον Νικόδημο, το «Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ιωάν. γ΄ 5).

Το δεύτερο ερώτημα είναι πως ήταν αβάπτιστοι εάν βάπτιζαν άλλους, όπως αναφέρει ο Ιωάννης («Καίτοι γε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ», Ιωάν. δ΄2);

Το τρίτο ερώτημα είναι, πώς λοιπόν είπε για αυτούς ο Θεάνθρωπος με παρρησία ότι είναι καθαροί («καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστέ, ἀλλ’ οὐχὶ πάντες», Ιωάν. ιγ΄10); Πως λοιπόν ΄ταν όλοι τους ακόμη ακάθαρτοι από την αμαρτία του προπάτορα; Μήπως λοιπόν πρέπει να προτιμήσουμε εκεῖνο που εξιστορεί ο Ευώδιος, ο πρώτος Επίσκοπος της Αντιόχειας, που ήταν άγιος άνθρωπος και διάδοχος των Αποστόλων; Ο Ευώδιος μας εξιστορεί τα εξής: «Ὁ Χριστὸς ἐβάπτισε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια μόνο τὸν Πέτρο. Ὁ Πέτρος, τὸν Ἀνδρέα καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου. Ὁ Ἀνδρέας καὶ οἱ υἱοί του Ζεβεδαίου, τούς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Τοὺς ἐβδομήκοντα τοὺς βάπτισαν ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης». Εάν το δεχθούμε αυτό, τότε είναι φανερό ότι το «βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» δεν σημαίνει βάπτισμα, αλλά λέχθηκε μεταφορικά για να φανερώσει τον πλούτο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, τον οποίο έλαβαν οι μαθητές του Σωτήρα μας κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Βεβαίως είχαν λάβει προηγουμένως οι μαθητές του Κυρίου διάφορα χαρίσματα. «Ἔλαβον τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ. Τὴν ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά. Τὴν δύναμιν τοῦ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τὸ χάρισμα τοῦ λύειν καὶ δεσμεῖν τὰς ἁμαρτίας» (Λουκ. ι΄19, Ιωάν. κ΄23, Ματθ. ι΄1). Κατά την ημέρα όμως της Πεντηκοστής δεν έλαβαν ένα ή δύο χαρίσματα, αλλά το πλήρωμα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, γιατί πληρώθηκαν από σοφία καί δύναμη, καί κάθε ἄλλο θεϊκό χάρισμα.

Ελήφθη λοιπόν η μεταφορά από το ρήμα βαπτίζω, για να φανερωθεί το άφθονο και το πλούσιο περιεχόμενο της θείας δωρεάς. Διότι όπως το ύδωρ καταβρέχει όλο το σώμα του ανθρώπου που βαπτίζεται, έτσι και το Πανάγιο Πνεύμα πλήρωσε όλο το νου και την ψυχή και την καρδία των μαθητών του Σωτήρα Χριστού.

9. Η επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και η Βασιλεία του Χριστού: Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν φανέρωσε ο Χριστός στούς μαθητές του ούτε την ώρα ούτε την ημέρα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος. Το έκανε αυτό ώστε να περιμένουν με περισσότερη προσοχή και προθυμία και έτσι να γίνουν άξιοι της υποδοχής του. Τους είπε όμως «όχι μετά από πολλές ημέρες», για να παρηγορήσει την αθυμία της καρδιάς τους, εξ αιτίας του χωρισμού του από αυτούς, αλλά και να στηρίξει την πίστη και την ελπίδα τους. Αυτά, λοιπόν, είναι όσα είπε ο Χριστός μετά την Ανάστασή του όπως τα κατέγραψε ο Απόστολος, και πρόσθεσε σ’αυτά και τα ερώτηματα των Αποστόλων και τις απαντήσεις του Χριστού σ’ αυτά, που έχουν ως εξής: «Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες, Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν Βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ» (Πράξεις α΄6); 

Ὅταν το Πανάγιο Πνεύμα κατήλθε πάνω στους Αποστόλους, τότε φώτησε και ύψωσε το νού τους από τα ταπεινά και γήϊνα νοήματα στις υψηλές και επουράνιες έννοιες, σύμφωνα με την πρόρρηση του Κυρίου. «Ὁ δὲ Παράκλητος τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν» (Ίωάν. Ιδ΄26). Πριν από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος αυτοί ήσαν τόσο ατελείς, ώστε δεν είχαν σαφή κατανόηση ούτε των λόγων που σηματοδοτούσαν πράγματα πνευματικά και επουράνια. Και μάλιστα, επειδή ήταν προκατειλημμένοι από τη γνώμη των απλών λαϊκών Ιουδαίων, πίστευαν ότι όταν θα έλθει ο Μεσσίας θα τους αποδώσει την επίγεια βασιλεία, την οποίαν άρπαξαν απ’ αυτούς οι βασιλειάδες της Ρώμης. Ενόμιζαν, λοιπόν, ότι θα καθίσει ο Χριστός μετά την εκ νεκρών ανάσταση στο θρόνο της βασιλείας του Ισραήλ.

Για το λόγο αυτό, από την μιά μεριά οι υιοί του Ζεβεδαίου τον πλησίασαν και το παρακάλεσαν, λέγοντάς του, «Δὸς ὑμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωσιν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μαρκ. ι΄37). Από την άλλη μεριά ο Λουκάς και ο Κλεόπας, που δεν γνώρισαν τον νεκραναστημένο Χριστό, όταν τους μιλούσε στην οδό (προς Εμμαούς), διηγούντας σ’αυτόν τι φρονούν περί του Ιησού Χριστού, και τί ελπίζουν από αυτόν, έλεγαν, «Ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐστὶν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ» (Λουκ. κδ΄21).

10. Τι σημαίνει το ότι την γνώση και την εξουσία χρόνων και καιρών την έχει μόνον ο Πατήρ και όχι οι άνθρωποι: Έχοντας λοιπόν τέτοια φρονήματα περί του Ιησού Χριστού και τέτοιες ελπίδες, και βλέποντας ότι πλησίασε ο καιρός που θα τους αποχωριζόταν, συναθροίστηκαν ενώπιόν του και τον ρωτούσαν να τους φανερώσει εάν επρόκειτο εκείνο τον καιρό να επαναφέρει τη βασιλεία των Ισραηλιτών στην προηγούμενή της κατάσταση: «Κύριε, εἰ τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τήν βασιλεία στον Ισραήλ;» Και Εκείνος του αποκρίθηκε, λέγοντας: «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς. Οὐχ ὑμῶν ἐστὶ γνῶναι χρόνους ἢ καιρούς, οὕς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» (Πράξ. α΄7).

Όταν οι Απόστολοι, ρώτησαν τον Κύριο Ιησού Χριστό λίγο πριν από το σωτήριο πάθος του, πότε θα γίνει το τέλος του κόσμου, τότε τους αποκρίθηκε και τους είπε, ότι «περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, ουδὲ οἱ Ἄγγελοι οἱ ἐν τῷ ουρανῷ, οὐδὲ ὁ Υἱὸς, εἰμὴ ὁ Πατήρ» (Μάρκ. ιγ΄32). Όταν πάλι μετά την εκ νεκρών ανάστασή του τον ρώτησαν πότε επιστρέφει τη βασιλεία στους Ισραηλίτες, τότε τους είπε: «Οὐχ ὑμῶν ἐστὶ γνῶναι χρόνους ἢ καιρούς, οὕς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ.»

Εάν συγκρίνεις τις δυό αυτές αποκρίσεις, βλέπεις ότι και οι δυό έχουν τό ίδιο νόημα, δηλαδή την επίκρυψη της γνώσης των καιρών που ζητούσαν οι Απόστολοι. Διαφέρει όμως η πρώτη απόκριση από τη δεύτερη κατά το ότι στην πρώτη η αιτία της άγνοιας των καιρών είναι η άγνοια του Ιησού Χριστού, ενώ στη δεύτερη η αιτία είναι η ανθρώπινη αδυναμία. Και το ότι ο Ιησούς Χριστός όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος γνώριζε και τους καιρούς, και τις ημέρες και τις ώρες όσων επρόκειτο να γίνουν, διότι ήταν ενωμένος κατά την υπόσταση της θεότητάς του με τον Πατέρα είναι βέβαιο και αναμφίβολο. Το ίδιο βέβαιο και αναμφίβολο είναι επίσης ότι κατ’οικονομίαν είπε ο Χριστός εκείνο το «ούτε ο Υιός γνωρίζει», επειδή ήθελε να δώσει τέρμα στην αναποτελεσματική περιέργεια των Αποστόλων.

11. Γιατί δεν μπορούν οι άνθρωποι να γνωρίζουν το τέλος της ζωής τους και του κόσμου; Για ποιό λόγο, λοιπόν, δεν μπορούν οι άνθρωποι να γνωρίζουν τους χρόνους και τους καιρούς ; Διότι, όπως λέει οι Χριστός, ο Πατήρ τους έχει θέσει κάτω από την εξουσία του. Αλλά δεν είναι μόνο οι καιροί, αλλά τα πάντα που βρίσκονται κάτω από το κράτος της δεσποτείας Του. Όταν όμως θέλει Εκείνος, τότε τα φανερώνει στους ανθρώπους. Γιατί λοιπόν με τέτοιο τρόπο εξουσιάζει τους καιρούς ο Θεός ώστε να είναι αδύνατο για μας να τους γνωρίσουμε; Γιατί Εκείνος τους μεταβάλλει αυξάνοντάς τους ή ελαττόνοντάς τους ανάλογα με το θέλημά Του. 

Αυτές οι μεταβολές φαίνονται πολύ καθαρά στα ιερά βιβλία. Την εποχή του Ιησού του Ναυή ο Θεός μετέβαλε το μέτρο της ημέρας, και έκανε μιά ημέρα μεγαλύτερη από τις άλλες (Ἰησ. Ι΄12). Στον καιρό του Εζεκία μετέβαλε τον αριθμό των ημερών της ζωής του, προσθέτοντας σ’αυτόν 15 χρόνια ζωής (Ἠσ. Λη΄5). Στον καιρό του Ιωνά μετέβαλε τις 3 ημέρες σε πολλούς αιώνες (Ἰων Γ΄4), διότι η Νινευή καταστράφηκε μετά από πολλούς αιώνες, και όχι μετά από 3 ημέρες όπως ώρισε Εκείνος και κήρυξε ο Ιωνάς. Στον καιρό της συντέλειας του κόσμου θα περιορίσει τον καθορισμένο αριθμό των ημερών για χάρη των εκλεκτών (Μαρθ. κδ΄22).

11. Ο Θεός μεταβάλλει τους καιρούς και τούς χρόνους της ζωής των ανθρώπων: Τα παραδείγματα αυτά μας πληροφορούν ότι ο Θεός μεταβάλλει και τους καιρούς και τους όρους της ζωής των ανθρώπων. Έτσι ή πληροί τον άνθρωπο με μακρότητα ημερών, ή επιφέρει σ’αυτόν πρόωρο θάνατο. Επειδή όμως οι μεταβολές αυτές είναι μυστηριώδεις, και κρέμονται μόνο από την εξουσία του Θεού, και τελούνται όταν ο Θεός το θέλει, και όπως το θέλει, γι’ αυτό το λόγο είπε ο Ιησούς Χριστός ότι τους χρόνους και τους καιρούς τους έθεσε ο Πατήρ κάτω από τη δική του εξουσία. Από τη μιά μεριά, για τις μυστηριώδεις αυτές μεταβολές των χρονικών ορίων ο άνθρωπος δεν είναι επιδεκτικός μαθήσεώς των. 

Από την άλλη μεριά, ο Θεός έκρυψε τη γνώση τους, όχι γιατί δεν μπορεί να μας τις αποκαλύψει, αλλά διότι ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει το μυστήριο των μεταβολών που επισυμβαίνουν σ’αυτές. Δεν είναι δυνατόν σε μας, στην ανθρώπινη ικανότητά μας, να γνωρίζουμε χρόνους και καιρούς, το πότε, το πως και το γιατί εκτελεί ο Θεός τέτοιες μεταβολές στους καιρούς. Ακριβώς για αυτό το λόγο έκρυψε ο Θεάνθρωπος από τους ανθρώπους τη γνώση της συντέλειας του κόσμου και του τέλους της ζωής του καθενός ανθρώπου. Κρύβει τους καιρούς για να τους μεταβάλλει ανάλογα με το συμφέρον της ψυχής μας.

12. Η Βασιλεία του Χριστού και η αποστολή των Δώδεκα Αποστόλων Αξίζει επίσης να εξετάσουμε και το εξής: γιατί ο Χριστός δεν θεράπευσε την προκατάληψη των Αποστόλων; Εκείνοι νόμιζαν ότι η βασιλεία του είναι επίγεια, και έτσι τον παρακαλούσαν να τους φανερώσει πότε θα επαναφέρει τη βασιλεία του Ισραήλ στην προηγούμενη κατάστασή της. Γιατί λοιπόν αποκρίθηκε και σ’ αυτούς όπως και στον Πιλάτο, «Ἡ Βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ του κόσμου τούτου» (Ἰωάν. ιη΄36), αλλά αφού έδωσε γενική απόκριση για την άγνοια των καιρών, στερέωσε κατά κάποιο τρόπο την αμάθεια της γνώμης τους;

Πολλές φορές τους μίλησε για το θέμα αυτό. Εκείνοι όμως ποτέ δεν κατάλαβαν τα λόγια του. Γι’ αυτό το λόγο τους έλεγε: «Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. Ὅταν δὲ ἔλθη Ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει «ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. ιστ΄12-13). Άφησε λοιπὸν τη γνώμη τους, ώστε το Πνεῦμα της αληθείας, τὸ οποίο θα ερχότανε μετά από λίγες μέρες προς αυτούς, να την θεραπεύσει με το φωτισμό της χάριτός του. Έτσι έστρεψε αμέσως τα λόγια του στον προκείμενο σκοπό, δηλαδή στη κατάβαση του Αγίου Πνεύματος και στα χαρίσματα τα οποία θα χορηγούσε, λέγοντας τα εξής: «Ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν, ἐπελθόντος του Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεις α΄8).

Ένα άλλο ερώτημα που προβάλλει στο σημείο αυτό είναι το γιατί πριν από την Ανάστασή του περιώρισε ο Χριστός την αποστολή των Δώδεκα Αποστόλων σε σύνορα μικρά και περιορισμένα, λέγοντάς τους, «Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε» (Ματθ. ι΄5), ενώ μετά από την εκ νεκρών Ανάστασή του επλάτυνε τα όρια της αποστολής τους, και τα επέκτεινε όχι μόνον σ’ολόκληρη την Ιουδαία και Σαμάρεια αλλά και μέχρι τα πέρατα της γης, λέγοντάς τους «καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»;

Πρώτον, επειδή έπρεπε να προτιμήσει τους Ισραηλίτες, γιατί ήταν θεοσεβείς και προετοιμασμένοι από τους αγίους Προφήτες να υποδεχθούν την πίστη στο Χριστό, καί είχαν επουράνια προνόμια. Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «Ὧν ἡ υἱοθεσία, καὶ ἡ δόξα καὶ αἱ διαθῆκαι καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι. Ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστός κατὰ σάρκα» (Ρωμ. Θ΄4-5). Δέστε όμως ότι και πριν την Ανάσταση δεν απαγόρευσε ο Σωτήρας μας το Ευαγγελικό κήρυγμα από τά έθνη, αλλά προτίμησε τους Ισραηλίτες, γιατί είπε: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. ι΄6).

Δεύτερον, επειδή πρίν γίνει η κατάβαση του Αγίου Πνεύματος δεν είχαν οι Απόστολοι τα αναγκαία χαρίσματα για να διακονήσουν στην επιστροφή των εθνών. Όταν όμως κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, τους μετάδωσε το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων, καί τότε έγιναν ικανοί και επιτήδειοι στο να κηρύξουν στα έθνη πού ήταν τελείως ακατήχητα και πλανημένα και λάτρευαν την κτίση αντί τον κτίστη. Άκουσε, λοιπόν, πόσο φανερά το είπε αυτό ο Κύριος στους μαθητές του: «Λήψεσθε», τους είπε, «ὅταν ἔλθῃ ἐφ’ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, δύναμιν» σοφίας, γλωσσών, ζήλου, θαυμάτων, τελειότητας, και ἀρετῆς, δηλ. τα χαρίσματα που είναι τα πιό αναγκαία για την επιστροφή των εθνών. Έτσι θα είσαστε προετοιμασμένοι και καταρτησμένοι, και τότε, «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες», δηλ. θα μαρτυρήσετε για όσα είδατε και ακούσατε, και θα κηρύξετε την πίστη σε μένα, στην Ιερουσαλήμ, και σε όλη την Ιουσαία και Σαμάρεια, και μέχρι τα τελευταία πέρατα της γης.

Σημειώστε, ότι τά λογια αυτά είναι τα τελευταία που είπε ο Ιησούς Χριστός όταν ήταν ακόμη στη γη. Διότι, αφού τα είπε αυτά, αμέσως μετά υψώθηκε πάνω από τη γη μπροστά στα μάτια των Αποστόλων, ενώ μιά νεφέλη περιέβαλε το πανάγιο σώμα του και το έκρυψε από τα μάτια τους: «Καὶ ταῦτα εἰπών, βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (Πράξ. α΄9).

Μεταγλώτισση στην Νεοελληνική Πρωτοπρεσβυτέρου
Γεωργίου Διον. Δράγα,

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :

1 Ο Νικηφόρος Θεοτόκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα (1731) και πέθανε στη Μόσχα (1800). Ήταν ένας από τους πιό διακεκριμένους έλληνες λόγιους ἐκπαιδευτικούς και θεολόγους του 18ου αιώνα που αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα της εποχής του του ως Διδάσκαλος του Γένους. Μετά τις σπουδές του σε περίφημα πανεπιστήμια της Ιταλίας έγινε ιερομόναχος και διακρίθηκε ως εκπαιδευτικός και συγγραφέας επιστημονικών και θεολογικών έργων στην Κέρκυρα, στην Κωνσταντινούπολη, στο Ιάσιο της Μολδαβίας, στην Λειψία και στο Χάλλε της Γερμανίας κ.αλ. Τό 1776 εκλήθηκε και διαδέχτηκε τον Ευγένιο Βούλγαρη ως Αρχιεπίσκοπος Σκλαβενίου και Χερσώνος στα νεοκατακτηθέντα εδάφη της Νέας Ρωσίας (σημερινή Ουκρανία) όπου υπήρχαν πολλοί Έλληνες και το 1782 μετατέθηκε στην Αρχιεπισκοπή Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως στην ίδια περιοχή όπου υπηρέτησε μέχρι το 1792, οπότε απεσύρθη και εφυσήχασε ως Ηγούμενος στην Μονή του Αγίου Δανιήλ στη Μόσχα, όπου και απεβίωσε και ετάφη το 1800. Η παρούσα μεταγλωττισμένη Ερμηνεία του στο αποστολικό Ανάγνωσμα τῆς Κυριακής του Πάσχα βασίζεται στο πρωτότυπο κείμενό του που είναι δημοσιευμένο στο περίφημο έργο του Κυριακοδρόμιο Ἀποστόλων που πρωτοτυπώθηκε στη Μόσχα το 1796.

πηγή : “THE FORERUNNER”
«Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ»
Saint John the Baptist
Hellenic Orthodox Church
Ένα μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...