/*--

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

«Εὐαγγέλιο καί Πατριωτισμός»

Κατά τά τελευταία χρόνια ἔχουν εἰσχωρήσει καί στήν πατρίδα μας ἀρχές καί διακηρύξεις πρωτόγνωρες, ὥστε νά ἀμφισβητεῖται ἡ ἐθνική ταυτότητα καί ὁ πατριωτισμός κάθε ἀνθρώπου. Υπάρχουν, μάλιστα, τά ἐλεύθερα πνεύματα τῶν ἀνθρώπων, πού δέν δεσμεύονται καί δέν φαλκιδεύονται ἀπό ἕνα μικρό κομμάτι γῆς, ἀλλά ἁπλώνονται παντοῦ, σέ ὁλόκληρη τήν ὑφήλιο, γενόμενοι πρωτοπόροι μιᾶς νέας καταστάσεως πραγμάτων. Οἱ ὑποστηρικτές αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, δέν κάνουν τίποτε ἄλλο, παρά νά διακηρύττουν, ὅτι θά πρέπει νά μήν ὑπάρχουν ὅρια ἐθνῶν καί κρατῶν καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά μήν ἔχουν ἰδιαίτερη πατρίδα, ἀλλά νά άναγνωρίζουν ὡς πατρίδα τήν οἰκουμένη. Νά εἶναι μέ δύο λόγια διεθνιστές. Τέτοιοι εἶναι οἱ ἀπάτριδες χιλιαστές, οἱ μαρξιστές, οἱ κάθε εἴδους δῆθεν προοδευτικοί ἀπό ὅλες τίς πολιτικές ἀποχρώσεις.

Ἔχουμε ὅμως καί τήν ἄκρως ἀντίθετη ἀρχή, ὁρισμένων κρατῶν πού ἀπέβλεπαν καί ἤθελαν «πάσῃ θυσίᾳ» νά ὑποτάξουν στό ἅρμα τους ὅλα τά ὑπόλοιπα ἔθνη, μέ τήν ἔπαρση καί ἀλαζονεία, ὅτι αὐτοί ἀποτελοῦν τήν Ἀρία καί ἐκλεκτή φυλή καί ὀφείλουν, οἱ πάντες νά ἀφομοιωθοῦν ἀπ’ αὐτό τό τεράστιο καί ὁρμητικό ρεῦμα. Αὐτή ἡ κίνηση χαρακτηρίζεται καί εἶναι σωβινισμός, γιατί δέν ἀναγνωρίζει καμία ἄλλη φυλή ἀπό τή δική της καί δέν σέβεται καμία ἀνθρώπινη προσωπικότητα, ἐφ’ ὅσον δέν προέρχεται ἀπό τό χῶρο τό δικό της. Αὐτό ἔγινε μέ τόν Φασισμό καί τό Ναζισμό. Οἱ διεθνιστές καί οἱ ἀπάτριδες ἰσχυρίζονται ὅτι ὑποστηρίζουν ἀορίστως καί ἀφηρημένα τό συμφέρον τῆς ἀνθρωπότητας, γιατί τάχα ὁ ἐθνοπατρίδης περιορίζεται ἀποκλειστικά στά ὅρια τῆς πατρίδας του. Πόσο ὅμως σαθρό καί ἀστήρικτο εἶναι τό ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἡ φιλοπατρία, ὄχι ἡ νοσηρή, ἀλλά ἡ ὑγιής, ἀντιτίθεται στό συμφέρον τῆς ἀνθρωπότητας, ἀποδεικνύεται ἀπό τό παράδειγμα τῶν Ἑλλήνων.

Ὅλοι οἱ φιλόσοφοι, ὅλοι οἱ διανοούμενοι κι αὐτός ἀκόμη ὁ Νίτσε, δέν ἀρνεῖται τή μεγάλη προσφορά τῆς Ἑλλάδος στήν πρόοδο καί τόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητας. Ὅλοι ὑμνοῦν καί θαυμάζουν τόν ἀρχαῖο Ἑλληνικό πολιτισμό, στόν ὁποῖο πολλά ὀφείλουν ὅλα τά ἔθνη, ὅλες οἱ πατρίδες τοῦ κόσμου. Κι ὅμως, ἐδῶ εἶναι τό θαυμαστό. Οἱ Ἕλληνες πού προσέφεραν τόσα πολλά στόν πολιτισμό, εἶχαν βαθύτατο πατριωτικό συναίσθημα. Δέν εἶχαν, βέβαια, ἁρπακτικές καί κατακτητικές διαθέσεις, ἀγαποῦσαν ὅμως τήν πατρίδα τους καί θυσιάζονταν γι’ αὐτήν. Καμία ἄλλη φιλολογία δέν ἔχει νά ἐπιδείξει τόσα ἡρωικά ἔπη καί τόσους παιᾶνες καί διθυράμβους καί τραγωδίες ἐμπνευσμένες ἀπό τήν πρός τήν πατρίδα αγάπη, ὅσον ἡ Ἑλληνική.

Ἡ Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἡ πλέον ἀπαράμιλλη ἀπεικόνιση τῆς βαθιᾶς νοσταλγίας τοῦ ἥρωος γιά τήν ἐπιστροφή στήν πατρίδα -τήν Ἰθάκη - χάριν τῆς ὁποίας ἀγωνίζεται σκληρά ἐπί δέκα ἔτη. Ὁ Πλάτων ὅταν ὁμιλεί γιά τήν πατρίδα σκιρτᾶ ἀπό σεβασμό κι εὐγνωμοσύνη. «Μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερον ἐστίν ἡ πατρίς καί σεμνώτερον καί ἁγιώτερον». Ἐπάνω, λοιπόν, ἀπό τήν ἀξία «οἰκογένεια» εὐρίσκεται ἡ ἀξία «πατρίς».Ὁ Πίνδαρος ὑμνεῖ τήν πρώτη πόλη τῆς πατρίδος του, «τάς κλεινάς Ἀθήνας». Ὁ Ἠρόδοτος ἀναφέρει τήν απάντηση πού ἔδωσαν οἱ Ἀθηναῖοι στούς πρέσβεις τῶν Περσῶν, ὅταν ἐζήτησαν πλήρη ὑποταγή. «Τότε οἱ Ἀθηναῖοι θά προσφέρουν γῆ καί ὕδωρ στούς Πέρσες, ὅταν ὁ ἥλιος μεταβάλλει τήν τροχιά του».

Ἀλλά καί ἡ φιλοπατρία τῶν Ἑλλήνων κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους, σέ τί ἐμπόδισε τή δημιουργία τοῦ ὑπέροχου ἐκείνου Ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπί χίλια ὁλόκληρα ἔτη, φώτιζε ὅλο τόν κόσμο; Καί μήπως δέν ἀναγνωρίζουν σήμερα ὅλοι οἱ κορυφαῖοι ξένοι Βυζαντινολόγοι, ὅτι ἡ αὐτοθυσία τῶν Ἑλλήνων τοῦ Βυζαντίου πού ἀντιμετώπιζαν τά κύματα τῶν βαρβάρων, ἔσωσε τόν πολιτισμό καί τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τόν ἐκβαρβαρισμό; Ἀλλά καί ἡ ἐθνική παλιγγενεσία τό 1821 καί τό «ΟΧΙ» καί τό ἔπος τοῦ 1940 ἀποτελοῦν μικρή συμβολή στήν ἐλευθερία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητος; Πόσοι ὕμνοι καί παιᾶνες ἀκούσθηκαν στίς πέντε ἡπείρους γιά τήν αὐτοθυσία τῶν Ἑλλήνων πού εἶναι καρπός τῆς φιλοπατρίας τους;

Ὅλες οἱ σελίδες τῆς ἔνδοξης ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐμπνευσμένες καί γραμμένες, ἀπό τό πρός τήν πατρίδα συναίσθημα, γιατί κάθε ἀληθινός Ἕλληνας, ἀνέκαθεν πίστευε καί πιστεύει, ὅτι «ἡ πατρίς φίλτα- τον βροτοῖς». Ἐρχόμαστε τώρα στό Εὐαγγέλιο καί πρῶτα στήν Παλαιά Διαθήκη, γιατί ἐδῶ προφητεύεται καί προαναγγέλλεται ὁ Χριστός. Ὁ Προφήτης Μωϋσῆς στή δεύτερη ὠδή, λέει σαφέστατα, ὅτι οἱ πατρίδες εἶναι στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ: «Ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρε υἱούς Ἀδάμ, ἔστησε ὅρια ἐθνῶν κατά ἀριθμόν ἀγγέλων Θεοῦ (Δευτ. λβ’, 8)». Ποιός δέν ἐννοεῖ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοί ἀποτελοῦν καταδίκη τοῦ διεθνισμοῦ καί ἀναγνώριση τῆς Πατρίδος; Ἀς ἀνοίξουμε τό Ψαλτήριο. Ὁ 136ος ψαλμός ἀποτελεῖ τό παθητικώτερον, αἰσθηματικώτερον καί φλογερώτερον ὅλων τῶν πατριωτικῶν, τοῦ ψαλτῆρος, ἐλεγειῶν, μέ τοῦ ὁποίου τά βαθύπνοα λόγια ἔκλεισε τούς ὀφθαλμούς «μακράν τῆς πεφιλημένης του Ἑλλάδος», ὁ μέγας διδάσκαλος τοῦ γένους Ἀδαμάντιος Κοραῆς.

Ἀλλά μήπως καί ἡ Καινή Διαθήκη δέν ὁμιλεῖ ἐπανειλημμένα περί πατρίδος; Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος γράφει γιά τόν Κύριο: «Καί ἐλθών εἰς τήν πατρίδα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτούς ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν» (Ματθ. ιγ’ 54). Δέν εἶναι χωρίς σημασία τό γεγονός, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὡς μία ἀπό τίς πρῶτες πόλεις, πού ἀρχίζει τήν διδασκαλία του, ἐπιλέγει καί τήν ἰδιαιτέρα πατρίδα του, τήν Ναζαρέτ «οὗ ἦν τεθραμμένος». Ὁ Χριστός, κατά τό ἀνθρώπινο, ἀνῆκε στό ἔθνος, στήν πατρίδα τῶν Ἰουδαίων. Οἱ ὁμοεθνεῖς του γνώριζαν καλά, ὅτι ἀγάπησε ὀ Κύριος βαθύτατα τό ἔθνος, στό ὁποῖο γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε. Γι’ αὐτό, ὅταν τόν παρακάλεσαν νά θεραπεύσει τόν δοῦλο τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου, προκειμένου νά παρακινήσουν περισσότερο τήν εὐσπλαχνία του, εἶπαν, ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν φίλος τοῦ ἔθνους τους. 

Μεγάλη στοργή ἔδειξε ὁ Κύριος στούς ὁμοεθνεῖς του, μολονότι ἔβλεπε τήν ἀντίδραση πού πρόβαλαν στό λυτρωτικό του ἔργο. Μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἔδινε πλούσια τήν ἀγάπη του πρός αὐτούς. Λίγες ἡμέρες πρίν τό πάθος του βλέπει τήν Ιερουσαλήμ, τήν πρωτεύουσα τοῦ Ἰσραήλ. Προβλέπει τήν καταστροφή της καί κλαίει. Ἰδιαίτερη ἀγάπη καί τρυφερότητα δείχνουν οἱ λόγοι του: «Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ... ποσάκις ἡθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τά τέκνα σου ὅν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τά νοσσία ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἠθελήσατε». (Ματθ.κγ’37).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ ἰκανοποίηση ὁμιλεῖ γιά τήν ἰδιαίτερή του πατρίδα, τήν Ταρσό, πρός τόν Ρωμαῖο χιλίαρχο: «Εἶπε δέ Παῦλος, ἐγώ ἄνθρωπος μέν εἰμί Ἰουδαῖος, Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης». Αἰσθανόταν τόση ἀγάπη πρός τούς ὁμοεθνεῖς του, ὥστε δέν δίστασε νά γράψει: «Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατά σάρκα, οἵτινες εἰσίν Ἰσραηλῖται» (Ρωμ. η΄ 3). Στήν περίφημη δημηγορία του πρός τούς Ἀθηναίους στόν Ἄρειο Πάγο, ὁ Παῦλος δέν κήρυξε κανένα κοσμοπολιτισμό ἤ διεθνισμό. Ἀντίθετα, κατά τρόπο σαφή καί κατηγορηματικό διεκήρυξε, ὅτι ἡ ὕπαρξη τῶν διαφόρων ἐθνῶν εἶναι ἔργο αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Μ. Βασίλειος στήν ὁμιλία του, στούς τεσσαράκοντα Μάρτυρες, μεταξύ ἄλλων λέει: «Οὐκ ἦν μία πατρίς τοῖς ἁγίοις...». Εἶχαν δηλαδή τόσο πολύ συνδεθεί μέ τήν πίστη στο Χριστό, ὥστε ὁ καθένας εἶχε τήν πατρίδα του καί τήν ἀγαποῦσε, ταυτόχρονα ὅμως ἀγαποῦσε καί τήν πατρίδα τῶν ἄλλων. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σ’ ἐπιστολή του πρός τόν Βασίλειο γράφει: «... Κοινή δέ πάντων ἡ πατρίς ... τήν πατρίδα τίμησαν καί τῇ ἀρετῇ βοήθησαν αὐτῇ». Ἄν θελήσουμε νά ἐμβαθύνουμε περισσότερο στή χριστιανική ἀντίληψη περί πατρίδος, θά μπορούσαμε νά σημειώσουμε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστιανισμός, παραδέχεται τήν πατρίδα ὡς κάτι τό ἀγαθό, τό σεβαστό, ὡς μία «αξία».

Δέν παραδέχεται ὅμως τήν ἀξία αὐτή, ὡς ὑπέρτατη, ἀπόλυτη, ὡς ὑπέρ ἄνω πάσης ἄλλης ἀξίας: ἡ πατρίς εἶναι ἀξία, ἡ ὁποία τοποθετεῖται στήν κλίμακα τῶν ἀξιῶν, παραπάνω ἀπό τήν ἀξία πού λέγεται ἄνθρωπος, πρόσωπο, ἄτομο. Ἡ πατρίδα, εἶναι ἀκόμη ἀνωτέρα καί ἀπό τήν ἀξία πού λέγεται οἰκογένεια. Αὐτή ὅμως ἡ πατρίδα ταυτόχρονα εἶναι καί ἀξία πού εὐρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἀξία πού λέγεται «πίστις». Ἡ ἀγάπη πρός τήν πατρίδα θά ἐκδηλώνεται, ὅπως ἡ χριστιανική πίστη ὁρίζει κι ὄχι ἀντιστρόφως. Ἡ «πατρίς» εἶναι ἀξία πού εὐρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἀξία τῆς δικαιοσύνης καί ὄχι ὑπεράνω αὐτής. 

Ἡ ἀντίθετη ἀντίληψη, ὅτι θά κάνω, ὅ,τι συμφέρει στήν πατρίδα μου, ἀδιάφορο ἄν αὐτό εἶναι δίκαιο ἤ ἄδικο, ὁ παράφρων αὐτός σωβινισμός πού παρατηρεῖται κυρίως στούς μεγάλους λαούς, εἶναι ἀντιχριστιανικός. Ποτέ, λοιπόν, ὁ χριστιανισμός δέν κινδύνευε νά παρασυρθεῖ ἀπό τίς ἀντιχριστιανικές θεωρίες, περί ζωτικοῦ χώρου καί προνομιούχου φυλῆς, γιατί διά τοῦ Μεγάλου Ἀποστόλου Παύλου διακήρυττε: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ.γ’,28). Ἡ «διάστροφος» αὐτή καλλιέργεια τοῦ πατριωτικοῦ συναισθήματος, ἡ τυφλή καί ἀνεξέλεγκτη ἀγάπη πρός τήν πατρίδα, ἐμποδίζει τήν ἀνάπτυξη συνεργασίας καί φιλικῶν δεσμῶν πρός ἄλλες χῶρες καί δημιουργεῖ ἐγωϊστές καί ἀτομιστές πολίτες, οἱ ὁποῖοι τελικά βλάπτουν καί καταστρέφουν τήν πατρίδα τους.

Ὁ Ἕλληνας κατά κανόνα ἀγαπᾶ τήν πατρίδα του, ὅσο ἴσως κανείς πολίτης ἄλλης χώρας. Αὐτό μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τριῶν χιλιάδων ἐτῶν. Εἶναι ἕτοιμος, ὅταν κληθεῖ, νά θυσιάσει τή ζωή του γιά τήν πατρίδα. Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τήν πατρίδα δέν πρέπει νά ἐκδηλώνεται μόνο σέ περιόδους ἐθνικῶν κινδύνων. Πῶς μπορεῖ κανείς νά μήν ἐξανίσταται καί νά μήν ἀντιδρᾶ, ὅταν στήν ἐποχή μας δέν ἀκούγονται παρά μόνο οἱ φωνές τῶν δῆθεν προοδευτικῶν καί κουλτουριάρηδων, πού τείνουν νά καταπνίξουν τή φωνή τοῦ γνήσιου κι ἀληθινοῦ πατριώτη, μέ τίς νοθευμένες καί παραχαραγμένες ἀντιλήψεις περί πατριωτισμού; Αὐτή τήν τάση ἀκολουθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, πού θέλουν νά καλυφθοῦν ὡς ἀντιρρησίες συνειδήσεως πίσω ἀπό τά προπετάσματα καπνοῦ τῶν παγκοσμίων ὀργανώσεων περί εἰρήνης καί ἀτομικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀρνησιπάτριδες καί βρίσκουν ποικίλους τρόπους νά ἀποφεύγουν τό πρός τήν πατρίδα χρέος, εἴτε ἐν καιρῷ εἰρήνης, εἴτε ἐν καιρῷ πολέμου.

Ἀποκαλοῦν ἐθνικιστές ἐκείνους πού ἔχουν ὁραματισμούς καί προοπτικές γιά τήν πατρίδα καί ἀναλώνουν κάθε ἰκμάδα τῶν δυνάμεών τους, προκειμένου νά διατηρηθοῦν τά ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί νά μήν ἀπεμπολοῦνται καί διαγράφονται οἱ ἀπαραχάρακτες μνῆμες τῶν ξερριζωμένων καί ἀλησμόνητων πατρίδων μέ τή λησμοσύνη καί τήν παραχάραξη τῆς ἱστορίας. Τί εἶναι, λοιπόν, ἐθνικιστής σύμφωνα μέ τό λεξικό; Αὐτός πού εἶναι ἀποκλειστικά προσηλωμένος στά ἐθνικά ἰδεώδη. Ἔ, λοιπόν, ἀφοῦ εἶναι ἔτσι, προτιμοῦμε καλύτερα νά εἴμαστε ἐθνικιστές παρά διεθνιστές. Ἀλλά πάνω ἀπ’ ὅλα προτιμοῦμε νά εἴμαστε γνήσιοι πατριώτες, κι ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη νά θυσιάσουμε ἀκόμη καί τή ζωή μας γιά τήν πατρίδα.

Εἶναι καιρός πλέον νά βγοῦμε ἀπό τή μιζέρια καί τήν πτόηση, ἀπό τὀ αἴσθημα τῆς μειονεξίας καί τῆς δειλίας, τί θά ποῦν τάχα οἱ ἄλλοι, πού εἶναι στήν οὐσία ὑποτελεῖς καί ὑπόδουλοι σέ μία σκοπιμότητα. Ἀς γίνουμε, λοιπόν, πρωτοπόροι κι ὄχι οὐραγοί διαφόρων ἰδεῶν καί ἀνούσιων θεωριῶν. Αὐτό τό δικαίωμα, μᾶς τό δίνει ὁ Κύριος μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο «ζεῖς ἐλευθερία ᾖ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε. 

Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀναστασίου Παρούτογλου
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης

πηγή : Ὀρθόδοξα Μηνύματα 
Περιοδική Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...