/*--

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Πώς πρέπει να εξασκούμε τη θέλησί μας για να θέλη ως τελειωτικό σκοπό την ευχαρίστησι του Θεού

Πέρα από την εκγύμνασι του νου σου πρέπει να κυβερνήσης και την θέλησί σου με τέτοιο τρόπο, που να μην την αφήσης να στρέφεται προς τις επιθυμίες της, και η οποία πρέπει να γίνη όλη ένα με την θέλησι του Θεού. Και σκέψου καλά οτι δεν είναι αρκετό σε σένα αυτό μόνο, το να θέλης και να ζητάς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά επιπλέον ακόμη, και το να θέλης, ως κινούμενος από τον Θεό, και για μόνο το τέλος, να αρέσης σ’ αυτόν καθαρά. Για το σκοπό αυτό, εχουμε μεγαλύτερη φιλονεικία με τη φύσι, παρά για όλα τα παραπάνω που έχουμε πεί. Επειδή η φύσις μας παρεκλίνει μόνη της τόσο πολύ, που σε όλα τα πράγματα, μερικές φορές ακόμη και σε αυτά τα καλά και τα πνευματικά, ζητά την ανάπαυσί της και την ευχαρίστησί της και από αυτό, σαν τελείως ανυποψίαστα, τρέφεται με λαχτάρα σαν από τροφή.


Γι’ αυτό και όταν μας προσφέρωνται τα πνευματικά, αμέσως τα επιθυμούμε και τα βλέπομε όχι όμως παρακινημένοι από το θέλημα του Θεού ή για μόνον το να αρέσουμε στό Θεό, αλλά και για εκείνη την ευχαρίστησι και την χαρά, που προέρχεται σε μάς, θέλοντας εκείνα που θέλει ο Θεός. Αυτή η οποία πλάνη είναι τόσο περισσότερη κρυμμένη, όσο είναι απο μόνο του καλύτερο και πνευματικώτερο εκείνο που θελήσαμε. Γιατί δεν φθάνει μόνον το να θέλουμε εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά και το να τα θέλουμε, καθώς και όταν και όπως και γιατί  εκείνος τα θέλει16, ώστε και στο να επιθυμούμε και αυτόν τον ίδιο το Θεό, συνήθως βρίσκονται σ’ αυτό πολλές απάτες της δικής μας αγάπης, δηλαδή της φιλαυτίας. Επειδή πολλές φορές αποβλέπουμε περισσότερο στο δικό μας συμφέρον και καλό, παρά στο θέλημα του Θεού, ο οποίος για μόνο την δόξα του, ευαρεστείται και θέλει να τον αγαπάμε, να τον επιθυμούμε και να του κάνουμε υπακοή όπως είπαμε πρίν.

Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, για να φυλαχθής από αυτό τον δεσμό, που εμποδίζει τον δρόμο της τελειότητας και για να προκόψης στό να θέλης και να κάνης κάθε σου πράξι για μόνο το θέλημα και τη δόξα και ευαρέστησι του Θεού και για να υπηρετής μόνον αυτόν (ο οποίος, σε κάθε μας πράξι και λογισμό, θέλει να είναι μόνος αυτός, η αρχή και το τέλος) χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο.

Οταν πρόκειται να επιχειρίσης καμμία πράξι, την οποία θέλει ο Θεός, η οποία είναι απλά καλή· μη στρέφης την επιθυμία σου αμέσως στο να την θέλης, αν πρώτα δεν υψώσης το νου σου στό Θεό, να δης αν είναι και θέλημα δικό του το να την θελήσης και αν αυτός έτσι θέλη και αν μέσα απο αυτή αρέσεις σε αυτόν μόνο. Και όταν σκεφθής ότι από αυτήν την θεία θέλησι είναι παρακινημένη η δική σου κλίσις, τότε να θέλης την πράξι εκείνη και να την πραγματοποιής, γιατί την θέλει ο Θεός και είναι για μόνο την δόξα και την υπακοή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν θέλης να αποστραφής εκείνο που δεν θέλει ο Θεός, δηλαδή το κακό, μην το αποστραφής αμέσως, αν πρώτα δεν προσηλώσης το βλέμα του νου σου στην θεία του θέλησι, η οποία θέλει να το αποστραφής για να αρέσης σε αυτόν. Γιατί η απάτη της φύσεως είναι πολύ λεπτή και για αυτό είναι σε λίγους γνωστή, επειδή αυτή αναζητάει κρυφά τον εαυτό της πάντα· και πολλές φορές κάνει να φαίνεται σε μάς, ότι ο δικός της σκοπός είναι να άρέσουμε μόνο στον Θεό, όμως δεν είναι έτσι η αλήθεια.

Γι’ αυτό συμβαίνει πολλές φορές να νομίζουμε εκείνο που θέλουμε, ή δεν θέλουμε για δικό μας συμφέρον ότι το θέλουμε ή δεν το θέλουμε για να αρέσουμε μόνο και μόνο στο Θεό. Λοιπόν, για να αποφύγουμε αυτή την απάτη, η καθ’ εαυτού θεραπεία είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η οποία αποτελείται από το να αποβάλλουμε τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούμε τον νέο (καί σε αυτό προσανατολίζεται όλος αυτός ο πόλεμος).

Ομως, για να σε μάθω την τέχνη να κάνης αυτό, άκουσε. Στην αρχή κάθε σου πράξεως πρέπει να βγης όσο μπορείς, από κάθε θέλημα δικό σου και να μη θελήσης ούτε να κάνης ούτε να αποστραφής κανένα πράγμα, αν πρώτα δεν καταλάβης οτι παρακινείσαι και παρασύρεσαι σε αυτό, από μόνο την απλή θέλησι του Θεού. Και εάν σε όλα σου τα έργα τα εξωτερικά, και μάλιστα στα εσωτερικά της ψυχής, δεν μπορής να αισθάνεσαι ενεργεία πάντα αυτή την απο το Θεό παρακίνησι και ευαρέστησι17 τουλάχιστον να έχης την ευχαρίστησι να την έχης δυνάμει· δηλαδή, να έχης εσύ πάντα από μόνος σου άποψι αληθινή, να αρέσης μόνο στον Θεό σου σε κάθε σου έργο.

Στα έργα όμως που θα κρατήσουν κάποιο διάστημα, όχι μόνο στην αρχή είναι καλό να παρακινής τον εαυτό σου σε αυτή την ευχαριστία προς τον Θεόν, άλλα και έως τέλους έχεις χρέος να φροντίζεις να αναναιώνεις πολλές φορές αυτή με την υπενθύμηση γιατί18, αν δεν κάνεις έτσι, κινδυνεύεις να μπλεχτείς πάλι στο δεσμό της φυσικής αγάπης του εαυτού σου, ή οποία, με το να παρεκλίνει περισσότερο στον εαυτό της παρά στο Θεό, συνηθίζει πολλές φορές με το διάστημα του χρόνου, να μας κάνει να αλλάζουμε αστόχαστα τα πράγματα και να μεταβάλουμε τα τέλη και τους πρώτους σκοπούς μας.

Οπότε, όποιος δεν προσέχει καλά σ’ αυτό, αρχίζει πολλές φορές να κάνη κανένα έργο, με σκοπόν για να αρέση μόνο στον Κύριό του· αλλ’ έπειτα, μετά απο ολίγο, οδηγείται χωρίς να το καταλαλάβη, να του αρέση και αυτού αυτό με την δική του θέλησι , έτσι που λησμονεί το θείο θέλημα· και δένεται τόσο πολύ με την ευχαρίστησι εκείνου του έργου, που αν ο ίδιος ο Θεός τον εμποδίση με κάποια ασθένεια ή με πειρασμό δαιμόνων και ανθρώπων ή με άλλο μέσο κανενός κτίσματος, αυτός συγχίζεται ολόκληρος και ταράσσεται και μερικές φορές κατακρίνει τον ένα και τον άλλον, ότι του στάθηκαν εμπόδιο (για να μην πώ πως γογγύζει και κατά του ιδίου του Θεού καμμία φορά), πράγμα το οποίο είναι σημείο ολοφάνερο, οτι η κρίσις του δεν ήταν όλη του Θεού, αλλά γενήθηκε από την σάπια και διεφθαρμένη ρίζα της φιλαυτίας.

Γιατί εκείνος που κινείται για μόνο το θέλημα και την ευχαριστία του Θεού, δεν προτιμά περισσότερο το ένα έργο από το άλλο, ούτε αν είναι το ένα είναι υψηλό και μεγάλο, και το άλλο ταπεινό και μικρό αλλά εξ ίσου θέλει και τα δύο, γιατί είναι αρεστά στο Θεό για το καιρό ή για τη μέθοδο ή για άλλη κάποια περίστασι που εκείνος μόνος γνωρίζει· οπότε αυτός, είτε το σημαντικό και μεγάλο έργο παίρνει στα χέρια του, είτε το ταπεινό και μικρό, μένει το ίδιο ειρηνικός και αναπαυμένος· γιατί με κάθε τρόπο απολαμβάνει το σκοπό του που ήταν να φανή ευάρεστος στό Θεό σε όλα τα έργα του, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο. «Γι’ αυτό και αγωνιζόμαστε με ζήλο, γι αν αείμαστε ευάρεστοι στον Θεό, είτε μείνουμε στο σώμα, είτε φύγουμε από αυτό» (Β' Κορινθ. 5,9). Οπότε, αγαπητέ, ας είσαι πάντα προσεκτικός και συνεσταλμένος στον εαυτό σου και προσπάθησε να κατευθύνης τις πράξεις σου σε αυτό το τελικό σκοπό.

Εάν πάλι και καμιά φορά παρακινηθής από την επιθυμία της ψυχής σου να κάνης το καλό για να αποφύγης τους τόπους τιμωρίας και για να απολαύσης τον Παράδεισο, μπορείς ακόμη και σε αυτό να σκεφτείς για τελευταίο σκοπό σου την ευαρέστησι και επιθυμία του Θεού, ο οποίος θέλεις να μπής στη βασιλεία του και να μην πάς στόν Αδη. Αυτή την αιτία, δηλαδή το τέλος, δεν είναι δυνατό να γνωρίση κανείς σωστά, πόση εξουσία και δύναμι έχει.

Γιατί ένα έργο, ας είναι πολύ ταπεινό, ας είναι πολύ μικρό, όμως οταν γίνεται με σκοπό για να αρέση μόνο στο Θεό και στη δόξα του, αξίζει απείρως περισσότερο (για να πώ έτσι), από άλλα πολλά έργα σπουδαία, ένδοξα και πολύ μεγάλα, που γίνονται χωρίς αυτό το σκοπό· έστι κοντά στο Θεό περισσότερο ευχάριστο είναι ένα μόνο λεπτό. όταν το δώσης σε ένα φτωχό, για αυτή μόνη την αιτία για να αρέσης στη Θεία του μεγαλωσύνη, παρά το να ξεγυμνωθής απο ολα τα πολλά υπάρχοντά σου, όταν το κάνης με κάποιον άλλο σκοπό και αν το κάνης γιά να απολαύσης τα ουράνια αγαθά, τα οποία είναι σκοπός όχι απλά καλός, αλλά και πολύ επιθυμητός. Αυτή η εξάσκησις την οποία πρέπει να κάνης σε κάθε σου πράξι, το να έχης δηλαδή ένα σκοπό, να αρέσεις μόνον στο Θεό, η άσκησις λέω αυτή, και στην αρχή θα σου φανή δύσκολη, όμως μετά απο αυτά θα σου γίνη εύκολη, ένα μεν από την χρησιμοποίησι της υποθέσεως και άλλο δέ, από το να επιθυμής πάντα το Θεό και γι’ αυτόν να αναπνέης με ζωντανή διάθεσι της καρδιάς σου, σάν σε τελειότατο και μοναδικό αγαθό, το οποίο είναι άξιο για μόνο τον εαυτό του να αναζητήται από όλα τα δημιουργήμτα και να υπηρετήται και να αγαπάται περισσότερο από κάθε άλλο.

Αυτός ο λογαριασμός της άπειρης αξιομισθίας του Θεού, όσο γίνεται πιό πολύ βαθύς και πιό πολύ συνεχώς, τόσο θα είναι και πιό πολύ θερμές και συνεχείς οι παραπάνω αναφερόμενες πράξεις της θελήσεώς μας. Και έτσι, πιό πολύ ευκολώτερα και γρηγορότερα θα αποκτήσουμε την συνήθεια να κάνουμε κάθε μας πράξι μόνο για την αγάπη και ευχαρίστησι του Δεσπότου εκείνου, που μόνος είναι άξιος να αγαπάται. Τελευταία, αν θέλης να καταλάβης αν ο Θεός σε παρακινή σε κάθε σου πράξι, πρέπει να ζητήσης αυτό από τον Θεό με θερμή προσευχή, παρακαλώντας τον να σου προσθέση ακόμη και αυτή τη χάρι κοντά στις άλλες αναρίθμητες ευεργεσίες και χάρες που σου έκανε και σου κάνει συνέχεια, για μόνον την αγάπη και χωρίς κανένα κέρδος δικό του.

Μερικές σκέψεις που παρακινούν την επιθυμία του ανθρώπου να θέλη να κάνη σε κάθε πράγμα το θέλημα του Θεού.

Για να παρακινήσης τη θέλησί σου με περισσοτέρη ευκολία, να θέλης σε όλα την ευχαρίστησι και τη δόξα του Θεού, θυμήσου συχνά, οτι αυτός προτύτερα με διαφόρους τρόπους σε τίμησε και σε αγάπησε· σε δημιούργησε από το τίποτα, κατ’ εικόνα και ομοίωσι δική του και όλα τα άλλα κτίσματα τα έκανε στην δική σου υπηρεσία σε λύτρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου, στέλνοντας όχι έναν Αγγελο, αλλά τον Υιόν του τον Μονογενή για να σε εξαγοράση, όχι με φθαρτή τιμή χρυσού και αργύρου, αλλά με το πολύτιμο αίμα του και θάνατο τον πιό πολύ βασανιστικό και άτιμο και πάλι μετά από αυτά, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, σε φυλάει από τους εχθρούς· πολεμεί για σένα με τη θεία του χάρι έχει ετοιμο για τροφή σου και τιμή σου, τον αγαπητό του Υιό στα άχραντα Μυστήρια.

Αυτό είναι ένα σημάδι μιας υπέροχης τιμής και αγάπης, που έχει για σένα ο Θεός, τόσο μεγάλη, που δεν μπορεί κανείς να καταλάβη πόση τιμή κάνει ένας τόσο μεγάλος Βασιλιάς στην μηδαμινότητα και ταλαιπωρία μας και αντίθετα, πόση τιμή και σεβασμό χρωστάμε να κάνουμε εμείς, στην τόσο σημαντική αυτού μεγαλειότητα, ο οποίος έκανε για μας τόσα και τόσα θαυμάσια πράγματα.

Καί εάν οι επίγειοι βασιλείς, όταν τιμώνται από ανθρώπους και τους πιό ασήμαντους και ευτελείς, είναι οφειλέτες να τους κάνουν την ανταπόδοσι, πόσο περισσότερο πρέπει να κάνουμε εμείς οι τιποτένιοι στόν υπέρτατον Βασιλιά του σύμπαντος, από τον οποίον είμαστε τόσο πολύ τιμημένοι και αγαπημένοι; Εκτός από αυτό που είπαμε, έχε πάντα στην θύμησί σου περισσότερο από κάθε άλλο, ότι, όπως είπαμε πρίν, η θεία μεγαλειότητα απο μόνη της είναι απεριόριστα άξια να τιμάται και να υπηρετήται καθαρά από όλους κατά τον τρόπο που της αρέσει.

Τα πολλά θελήματα και οι επιθυμίες, που υπάρχουν στον άνθρωπο και η μάχη που υπάρχει ανάμεσά τους

Γνώριζε ότι στόν πόλεμο αυτό, δύο θελήσεις υπάρχουν μέσα μας αντίθετες αναμεταξύ τους· η μία, του λογικού και για αυτό λέγεται, θέλησις λογική, και ανώτερη· η άλλη, της αισθήσεως και γι αυτό ονομάζεται, θέλησις αισθητική και κατώτερη, η οποία ακόμη πιό συνηθισμένα, ονομάζεται θέλησις άλογη, θέλησις διαθέσεως σάρκας και πάθους· με την ανώτερη και λογική θέλησι επιθυμούμε όλα τα καλά· και με την κατώτερη και παράλογη θέλησι, επιθυμούμε όλα τα κακά· λοιπόν, οταν εμείς θέλουμε κανένα πράγμα με μόνον την αίσθησι, έως που δεν ταιριάζουμε με την ανώτερη και λογική θέλησι να το θέλουμε, δεν λογαριάζεται, οτι το θέλουμε στα αλήθεια. Οπότε όλος ο αόρατος πόλεμος, πρώτα σε αυτό μένει, δηλαδή, στο να μη γέρνει η ανώτερη θέλησι στη κατώτερη. Γιατί, η λογική θέλησι, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη θέλησι του Θεού, που μένει πάνω της και σε εκείνη της αισθήσεωςς, που είναι κάτω της, πολεμείται πάντα και από τη μία και από την άλλη. Επειδή και κάθε μία από αυτές θέλει να την παρασύρη και να την υποτάξη στον εαυτό της.19

Γι αυτό, μεγάλη δοκιμασία και κόπο, και μάλιστα στην αρχή, δοκιμάζουν εκείνοι, που συνήθισαν στο κακό, όταν αποφασίσουν να αλλάξουν την κοσμική και σαρκική τους ζωή και να παραδοθούν στην αγάπη και υπηρεσία του Θεού. Γιατί, τις αντιθέσεις που δέχεται η λογική θέλησί τους, από την θέλησι του Θεού και από την θέλησι της αισθήσεως, οι οποίες μένουν από το ένα μέρος και από το άλλο και την πολεμούν, είναι τόσο δυνατές, που με μεγάλη δοκιμασία τις αισθάνονται, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε εκείνους, που συνήθισαν ήδη, ή στις αρετές ή στις κακίες και που αναπαύονται να ζουν ή σε εκείνες ή σε αυτές.

Γιατί, οι μεν ενάρετοι, συμφωνούν εύκολα στην θέλησι του Θεού, οι δε κακοί, κλίνουν σε εκείνη της αισθήσεως, χωρίς καμία αντίθεσι.20 Οπότε, ας μην καυχάται κανείς, πως μπορεί να αποκτήση τις αληθινές χριστιανικές άρετές και να υπηρετήση τον Θεό, καθώς πρέπει, αν δεν βιάση στα αλήθεια τον εαυτό του για να εγκαταλείψη όχι μόνο τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις, αλλά ακόμη και τις μικρότερες, στις οποίες ήταν πρίν αφοσιωμένος με κοσμική αγάπη. Και από αυτό συμβαίνει να φθάνουν στην τελειότητα πολύ λίγοι.21 Γιατί, αφού κατάκτησαν με κόπο τις μεγαλυτέρες ευχαριστήσεις, δεν θέλουν μετά απο αυτά να πιέσουν τον εαυτό τους, στο να νικήσουν και τις μικρότερες και ασήμαντες επιθυμίες τους, οι οποίες κάθε ώρα τους κατακτούν.

Για παράδειγμα· υπάρχουν μερικοί, που δεν παίρνουν το ξένο πράγμα, αλλά όμως αγαπάνε με υπερβολή το δικό τους· είναι άλλοι που δεν ζητάνε τιμές με αθέμιτα και άπρεπα μέσα· ομως, δεν τις συχαίνονται, καθώς έχουν χρέος, αλλά και τις επιθυμούν, και κάποιες φορές τις γυρεύουν με άλλους διαφόρους τρόπους. Αλλοι πάλι, κρατάνε τις νομοθετημένες νηστείες κατά την υποχρεώσί τους, ομως κυριεύονται από την αδηφαγία και την βουλιμία, τρώγοντας περισσότερο από αυτό που τους είναι αρκετό. Αλλοι ζούν με εγκράτεια, ομως δεν ξεκολλάνε από κάποιες παρέες, που τους αρέσουν, οι οποίες τους προξενούν μεγάλο εμπόδιο στην πνευματική ζωή και στη ενωσι με το Θεό· και μάλιστα, οι εκείνες οι συναναστροφές, που γίνονται με πρόσωπα νέα και ευλαβή, από τα οποία οσο λιγώτερο φοβάται κάποιος, τόσο περισσότερο πρέπει να τα αποφεύγη.22

Οπότε, απο αυτά που είπαμε, ακολουθεί σε αυτούς το γεγονός οτι κάνουν τα καλά έργα, ατελή, ελλιπή και ταιριασμένα με την επιθυμία της τιμής και των επαίνων του κόσμου. Απο αυτά, σαν επακόλουθο έρχεται το να μη προκόβουν στό δρόμο της σωτηρίας, αλλά να επιστρέφουν και πίσω και να ξαναπέφτουν στα πρώτα κακά· γιατί δεν αγαπάνε την αληθινή αρετή, ούτε φαίνονται ευχάριστοι στο Θεό, που τους λύτρωσε πρίν από την τυραννία του διαβόλου· απο αυτά ακόμη ακολουθεί να είναι αυτοί αμαθείς πάντα και τυφλοί στο να μη βλέπουν τον κίνδυνο που βρίσκονται σε κάποια στιγμή, που νομίζουν πως είναι ασφαλείς και ακίνδυνοι.

Καί εδώ φανερώνεται μία πλάνη, τόσο περισσότερο επιζήμια, όσο είναι λιγώτερο γνωστή· επειδή, είναι πολλοί που ακολουθούν την πνευματική ζωή, αγαπάνε όμως περισσότερο από ό,τι πρέπει τον εαυτό τους (αν και στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν να τον αγαπούν). Γιατί, καταπιάνονται περισσότερο, με εκείνα τα αγωνίσματα, που γέρνει η επιθυμία τους και αφήνουν τα άλλα, που έρχονται σε αντίθεσι με τη φυσική τους κλίσι και στις επιθυμίες των αισθήσεων, στις οποίες, έπρεπε με κάθε δίκαιο να πολεμούν μέ όλες τους τις δυνάμεις.

Για αυτό, αγαπητέ εν Κυρίω, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω να αγαπάς πάντα την δυσκολία και τη δοκιμασία, που φέρνει μαζί του αυτός ο πόλεμος, ακόμη και αν νικηθής κάποτε σε αυτόν. Γιατί λέει ο Σειράχ· «Μη μισήσης κουραστική εργασία» (7,16). Γιατί εδώ βρίσκονται τα πάντα. Επειδή και όσο πιό δυνατά αγαπήσης τη δυσκολία που δείχνει στους αρχάριους η αρετή και ο πόλεμος, τόσο περισσότερο και πιό γρήγορα θα νικήσης· τί λέω; εάν εσύ αγαπήσης περισσότερο τον βασανιστικό πόλεμο των παθών, παρά τις δικές σου αρετές και τις νίκες, φυσικά πολύ πιο γρήγορα θα αποκτήσης κάθε καλό.

Σημειώσεις :

16 Γι’ αυτό και ο Απόστολος μας παραγγέλλει να δοκιμάζουμε ποιό είναι το θέλημα του Θεού, όχι μόνο το αγαθό, αλλά και το ευάρεστο και σε όλες τις περιστάσεις τέλειο. «Να μεταμορφώνεσθε συνέχεια προς το καλό… για να διακρίνετε ποιο είναι το θέλημα του Θεού, το καλό και αρεστό στον Θεό και τέλειο» (Ρωμ. 12,2). Επειδή εάν μία μόνο περίστασι λείπει ή αν με όλη την προαίρεσι και δύναμί μας δεν κάνουμε το θέλημα του Θεού, είναι φανερό οτι ατελές και ελειπές αυτό και γίνεται και ονομάζεται.

17 Το να αίσθανώμαστε ενεργή την απο το Θεό παρακίνησι, αυτό γίνεται ή με θεϊκό φωτισμό και νοερή φώτισι, με τα οποία αποκαλύπτεται στους καθαρούς το του Θεού θέλημα θεωρητικά, ή με εσωτερική έμπνευσι του Θεού με λόγο· ή με αλλες ενέργειες της θείας χάριτος που ενεργούνται στη καθαρή καρδιά, τα οποία είναι μία ζεστασιά που δίνει ζωή, μία χαρά άρρητη, σκιρτήματα πνευματικά, κατάνυξι, καρδιακά δάκρυα, θεία αγάπη και τα άλλα θεοφιλή και μα-κάρια πάθη, τα οποία πετυχαίνονται όχι με την θέλησι τη δική μας, αλλά απο το Θεό, ετεροκίνητα και παθητικά· μέσα απο την αίσθησι λοιπόν αυτών όλων πληροφορούμαστε, οτι εκείνο που ζητάμε να κάνουμε είναι κατά το θέλημα του Θεού. Προτύτερα όμως από αυτά, έχουμε χρέος για το θέμα μας να κάνουμε προς τον Θεό θερμότατη και καθαρή προσευχή και μία φορά και δύο και πολλές φορές.

18Γι’ αυτό και ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έγραφε: «Πρόσεχε και στην πρόθεσι· δηλαδή τηνπροαίρεσί σου) με ακρίβεια ερεύνα κάθε ώρα που κίνει· εάνκάθεσαι ησυχάζοντας κατά Θεόν, γι’ αυτό το καλό ή γι ατην ψυχική ωφέλεια, είτε ψάλλεις είτε μαλετάς, είτε προσεύχεσαι, είτε ργαζόμενος κάποια αρετή γι αν αμή συλληφθής χωρίς να ξέρης τι κάνεις» (Κεφ. ιβ'. Φιλοκαλ.).
άλλες αναρίθμητες ευεργεσίες και χάρες που σου έκανε και σου κάνει συνέχεια, για μόνον την αγάπη και χωρίς κανένα κέρδος δικό του.

19 Οι τρεις αυτές θελήσεις, ονομάζονται και νόμοι από τον Άπόστολο ΙΙαύλο (Ρωμ. κεφ. 7). Η λογική θέλησις, νόμος του νού, η παράλογη νόμος που βρίσκεται στα μέλη και αντιστρατεύεται το νόμο του νού, η επιθυμία του Θεού, νόμος πνευματικός και νόμος του Θεού, με τον οποίο συνδέεται ο νόμος του νού, προσθέτει δε και τέταρτο νόμο, τον της αμαρτίας· ο οποίος είναι, κατά την ερμηνεία του θείου Δαμασκηνού, η από τον εχθρό εξαπολυμένη επίθεσις των κακών λογισμών, στην οποία αιχμαλωτίζει τον νου ο νόμος που βρίσκεται στα μέλη· την δε λογική επιθυμία, και νόμο του νοός, ο Θείος Δαμασκηνός, ονομάζει συνείδησι.(Βιβλ. Θεολόγ. κεφ. 99).

20 Επειδή, κατά τον Σολομώντα «Οταν έλθη ασεβής εις βάθος κακών, καταφρονεί».(Παρ. ιη' 3).

21 Γιατί τόσο μεγάλο και λεπτό πράγμα είναι η τελειότητα και η ένωσις με τον Θεόν, ώστε ένα τόσο μικρό εμπόδιο, οσο είναι μία μοναχή τρίχα, μπορεί να την στερήση απο μας και να μη μας αφήση να ενωθούμε με τον Θεό, καθώς λέγει ο άγιος Συμεων ο νέος θεολόγος (Λογ. νζ'). «Ηγουν, αν έχωμεν από άμέλειάν μας κανένα μικρό λογισμόν, ή δισταγμόν απιστίας, ή διψυχίας, ή δειλίας, ή άλλο κανένα πάθος και προσπάθειαν, δεν θέλομεν αξιωθή να έχωμεν έγκάτοικον τον Θεόν εις την ψυχήν μας».

22Σημείωσε εδώ, αδελφέ, και για κάποιες φυσικές κλίσεις ή πάθη, τα οποία ούτε θανάσιμα αμαρτήματα λέγονται, ούτε συγγνωστά, με το να μη γίνωνται απο την προαίρεσί μας, είναι έξαρτημένα από την ιδιοσυγκρασία των σωμάτων αυτά δε ονομάζονται ατελειότητες, ελαττώματα και ψεγάδια φυσικά, καθώς λόγου χάρι, είναι πολλοί από τη φύσι τους πικροί και μελαγχολικοί· άλλοι αυστηροί και οξύθυμοι· άλλοι ελαφροί στο λογισμό και ασύστατοι, άλλοι πεισματώδεις· άλλοι φιλόφιλοι και άλλοι έχουν άλλα φυσικά ελαττώματα. Οπότε και κατά αυτών των ελαττωμάτων πρέπει να πολεμάμε, διορθώνοντας τις υπερβολές και τις ελλείψεις τους με την διάκρισι του σωστού λόγου και μετατρέποντας αυτά σε άαρετές. Γιατί κανένα φυσικό, όσο και αν είναι άγριο, δεν αντιστέκεται τόσο στην προαίρεσι, που με την χάρι του Θεού και με τον κόπο και την επιμέλεια τη δική μας, να μην μπορή να νικηθή. Λέγω δε να πολεμούμε και αυτά, γιατί αν και φυσικά και όχι και προαιρετικά, μας εμποδίζουν όμως από την τελειότητα

απόσπασμα από το βιβλίο Αόρατος Πόλεµος

πηγή

         Ι.Ν. ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...