/*--

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

«Ο μικρός πρίγκιπας» - η αλεπού - The little prince - the fox

Και τότε εμφανίστηκε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε αλλά δεν είδε τίποτα.
«Εδώ είμαι» είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...»
«Τι είσαι εσύ;» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Είσαι πολύ όμορφη...»
«Είμαι μια αλεπού» είπε η αλεπού.
«Έλα να παίξουμε» της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. «Είμαι πολύ λυπημένος...»
«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου» είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη».
«Α, συγγνώμη!» έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Μα, αφού το σκέφτηκε, πρόσθεσε:
«Τι θα πει "εξημερωμένη";»
«Δεν είσαι από δω» είπε η αλεπού. «Ψάχνεις για τίποτα;»
«Ψάχνω για τους ανθρώπους» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Τι θα πει "εξημερωμένη";»
«Οι άνθρωποι» είπε η αλεπού «έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Φοβερό πράμα. Θρέφουν όμως και κότες. Είναι το μόνο τους καλό. Ψάχνεις για κότες;»
«Όχι» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Ψάχνω για φίλους. Τι θα πει "εξημερωμένη";»
«Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό» είπε η αλεπού. «Θα πει "να κάνεις δεσμούς"...»
«Να κάνεις δεσμούς;»
«Ασφαλώς» είπε η αλεπού. «Για μένα είσαι ως τώρα μονάχα ένα αγοράκι, ίδιο κι απαράλλαχτο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δε σ' έχω ανάγκη. Ούτε κι εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με άλλες εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με εξημερώσεις, θα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα είσαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα είμαι για σένα μοναδική στον κόσμο...»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Υπάρχει κάποιο λουλούδι... νομίζω ότι μ' έχει εξημερώσει...»
«Δεν αποκλείεται» είπε η αλεπού. «Βλέπει κανείς σ' αυτή τη Γη τόσα και τόσα...»
«Α, μα δεν είναι στη Γη!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε να παραξενεύεται:
«Σε άλλον πλανήτη;»
«Ναι».
«Υπάρχουν κυνηγοί στον πλανήτη αυτό;»
«Όχι».
«Ενδιαφέρον αυτό! Κότες;»
«Ούτε».
«Τίποτα δεν είναι τέλειο» αναστέναξε η αλεπού.

Η αλεπού όμως ξανάπιασε την αρχική της σκέψη:
«Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, με κυνηγάνε οι άνθρωποι, Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Κάπως βαριέμαι λοιπόν. Αν όμως μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα λάμψει. Θα αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων αλλιώτικο απ' όλους τους άλλους. Τα βήματα των άλλων με κάνουν και χώνομαι στη γη. Τα δικά σου θα με καλούν έξω απ' τη γη, σαν να 'ναι μουσική. Ύστερα δες! Να, κάτω εκεί, βλέπεις εκείνα τα σπαρμένα χωράφια; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι δε μου χρειάζεται, Τα στάχυα στα χωράφια δε μου θυμίζουν τίποτα. Κρίμα, ε! Εσύ όμως έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Έτσι, θα είναι υπέροχα όταν μ' εξημερώσεις! Το χρυσαφένιο στάρι θα μου θυμίζει εσένα. Και θ' αγαπάω τη βουή του ανέμου μες στα στάχυα».
Η αλεπού σώπασε και κοίταξε κάμποση ώρα το μικρό πρίγκιπα.
«Σε παρακαλώ... εξημέρωσε με!» είπε.
«Θα το 'θελα πολύ» απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, «αλλά δεν έχω πολύ καιρό. Έχω ν' ανακαλύψω φίλους και να μάθω πολλά».
«Δε μαθαίνεις παρά τα πράγματα που εξημερώνεις» είπε η αλεπού. «Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Όλα τα παίρνουν έτοιμα από τα μαγαζιά. Αφού όμως δεν υπάρχουν μαγαζιά που να πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!»
«Τι πρέπει να κάνω;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή» απάντησε η αλεπού. «Θα κάτσεις πρώτα λίγο μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάω με την άκρη του ματιού και δε θα βγάλεις άχνα. Τα λόγια είναι που δημιουργούν τις παρεξηγήσεις. Κάθε μέρα όμως, θα μπορείς να κάθεσαι και λιγάκι πιο κοντά...»
Την άλλη μέρα ξανάρθε ο μικρός πρίγκιπας.
«Θα ήταν καλύτερα να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα» είπε η αλεπού. «Αν έρχεσαι, ας πούμε, στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις θ' αρχίζω να 'μαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνά η ώρα, τόσο θα νιώθω ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, θα πηγαινοέρχομαι και θ' ανησυχώ. Θ' ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας! Αν όμως έρχεσαι όποτε να 'ναι, ποτε' δε θα ξέρω πότε ακριβώς να σου 'χω ανοίξει την καρδιά μου... Χρειάζεται τελετουργία».
«Τι θα πει "τελετουργία";» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί» είπε η αλεπού. «Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να διαφέρει από την άλλη, τη μια ώρα από την άλλη. Οι κυνηγοί μου, ας πούμε, έχουν κάποια τελετουργία. Χορεύουν κάθε Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Έτσι η Πέμπτη είναι υπέροχη μέρα! Πάω και μια βόλτα ώς το αμπέλι. Αν όμως χόρευαν οι κυνηγοί όποτε να 'ναι, όλες οι μέρες θα 'ταν ίδιες, κι εγώ δε θα 'χα ανάπαυλα ούτε στιγμή».

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Και όταν πλησίασε η ώρα που θα έφευγε:
«Αχ!» είπε η αλεπού. «Θα κλάψω».
«Εσύ φταις» είπε ο μικρός πρίγκιπας, «εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ όμως ήθελες να σε εξημερώσω...»
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Όμως θα κλαις!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Επομένως δεν κέρδισες τίποτα!»
«Κέρδισα» είπε η αλεπού, «κέρδισα το χρώμα του σταριού!»
Και πρόσθεσε:
«Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Όταν ξανάρθεις να με αποχαιρετίσεις θα σου χαρίσω ένα μυστικό».

Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.
«Δε μοιάζετε καθόλου με το τριαντάφυλλο μου, δεν είστε ακόμα τίποτα» τους είπε. «Κανένας δε σας εξημέ-ρωσε και δεν εξημερώσατε κανέναν. Είστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού σαν εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο».
Και τα τριαντάφυλλα στενοχωρήθηκαν.
«Είστε όμορφα, μα είστε άδεια» τους είπε ακόμα. «Κανένας δε θα πεθάνει για χάρη σας. Βέβαια, ένας τυχαίος, περαστικός, θα νόμιζε ότι το δικό μου σας μοιάζει, Όμως εκείνο, μόνο του, είναι πολύ πιο σπουδαίο απ' ό,τι είστε όλα μαζί, γιατί εκείνο το πότισα- γιατί εκείνο το έβαλα κάτω απ' τη γυάλα- γιατί εκείνο το προστάτεψα απ' τον αέρα γιατί για χάρη του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο τρεις που άφησα για να γίνουν πεταλούδες) γιατί εκείνο τ' άκουσα να μου παραπονιέται ή να παινεύεται ή και, καμιά φορά, να σωπαίνει- γιατί είναι το τριαντάφυλλο μου».

Και ξαναγύρισε στην αλεπού.
«Αντίο» της είπε...
«Αντίο» είπε η αλεπού. «Άκου το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια».
«Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια» επανέλαβε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
«Ο καιρός που αφιέρωσες στο τριαντάφυλλο σου είναι που κάνει το τριαντάφυλλο τόσο σημαντικό».
«Ο καιρός που αφιέρωσα στο τριαντάφυλλο μου...» είπε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.


«Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια» είπε η αλεπού. «Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Θα 'σαι για πάντα υπεύθυνος για κείνα που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο σου...»

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
                                 *************************
It was then that the fox appeared.
"Good morning," said the fox.
"Good morning," the little prince responded politely, although when he turned around he saw nothing.
"I am right here," the voice said, "under the apple tree."
"Who are you?" asked the little prince, and added, "You are very pretty to look at."
"I am a fox," the fox said.
"Come and play with me," proposed the little prince. "I am so unhappy."
"I cannot play with you," the fox said. "I am not tamed."
"Ah! Please excuse me," said the little prince.
But, after some thought, he added:
"What does that mean--'tame'?"
"You do not live here," said the fox. "What is it that you are looking for?"
"I am looking for men," said the little prince. "What does that mean--'tame'?"
"Men," said the fox. "They have guns, and they hunt. It is very disturbing. They also raise chickens. These are their only interests. Are you looking for chickens?"
"No," said the little prince. "I am looking for friends. What does that mean--'tame'?"
"It is an act too often neglected," said the fox. It means to establish ties."
"'To establish ties'?"
"Just that," said the fox. "To me, you are still nothing more than a little boy who is just like a hundred thousand other little boys. And I have no need of you. And you, on your part, have no need of me. To you, I am nothing more than a fox like a hundred thousand other foxes. But if you tame me, then we shall need each other. To me, you will be unique in all the world. To you, I shall be unique in all the world . . ."
"I am beginning to understand," said the little prince. "There is a flower . . . I think that she has tamed me . . ."
"It is possible," said the fox. "On the Earth one sees all sorts of things."
"Oh, but this is not on the Earth!" said the little prince.
The fox seemed perplexed, and very curious.
"On another planet?"
"Yes."
"Are there hunters on that planet?"
"No."
"Ah, that is interesting! Are there chickens?"
"No."
"Nothing is perfect," sighed the fox.

But he came back to his idea.
"My life is very monotonous," the fox said. "I hunt chickens; men hunt me. All the chickens are just alike, and all the men are just alike. And, in consequence, I am a little bored. But if you tame me, it will be as if the sun came to shine on my life. I shall know the sound of a step that will be different from all the others. Other steps send me hurrying back underneath the ground. Yours will call me, like music, out of my burrow. And then look: you see the grain-fields down yonder? I do not eat bread. Wheat is of no use to me. The wheat fields have nothing to say to me. And that is sad. But you have hair that is the color of gold. Think how wonderful that will be when you have tamed me! The grain, which is also golden, will bring me back the thought of you. And I shall love to listen to the wind in the wheat . . ."
The fox gazed at the little prince, for a long time.
"Please--tame me!" he said.
"I want to, very much," the little prince replied. "But I have not much time. I have friends to discover, and a great many things to understand."
"One only understands the things that one tames," said the fox. "Men have no more time to understand anything. They buy things all ready made at the shops. But there is no shop anywhere where one can buy friendship, and so men have no friends any more. If you want a friend, tame me . . ."
"What must I do, to tame you?" asked the little prince.
"You must be very patient," replied the fox. "First you will sit down at a little distance from me--like that--in the grass. I shall look at you out of the corner of my eye, and you will say nothing. Words are the source of misunderstandings. But you will sit a little closer to me, every day . . ."
The next day the little prince came back.
"It would have been better to come back at the same hour," said the fox. "If, for example, you come at four o'clock in the afternoon, then at three o'clock I shall begin to be happy. I shall feel happier and happier as the hour advances. At four o'clock, I shall already be worrying and jumping about. I shall show you how happy I am! But if you come at just any time, I shall never know at what hour my heart is to be ready to greet you . . . One must observe the proper rites . . ."
"What is a rite?" asked the little prince.
"Those also are actions too often neglected," said the fox. "They are what make one day different from other days, one hour from other hours. There is a rite, for example, among my hunters. Every Thursday they dance with the village girls. So Thursday is a wonderful day for me! I can take a walk as far as the vineyards. But if the hunters danced at just any time, every day would be like every other day, and I should never have any vacation at all."

So the little prince tamed the fox. And when the hour of his departure drew near--
"Ah," said the fox, "I shall cry."
"It is your own fault," said the little prince. "I never wished you any sort of harm; but you wanted me to tame you . . ."
"Yes, that is so," said the fox.
"But now you are going to cry!" said the little prince.
"Yes, that is so," said the fox.
"Then it has done you no good at all!"
"It has done me good," said the fox, "because of the color of the wheat fields." And then he added:
"Go and look again at the roses. You will understand now that yours is unique in all the world. Then come back to say goodbye to me, and I will make you a present of a secret."

The little prince went away, to look again at the roses.
"You are not at all like my rose," he said. "As yet you are nothing. No one has tamed you, and you have tamed no one. You are like my fox when I first knew him. He was only a fox like a hundred thousand other foxes. But I have made him my friend, and now he is unique in all the world."
And the roses were very much embarassed.
"You are beautiful, but you are empty," he went on. "One could not die for you. To be sure, an ordinary passerby would think that my rose looked just like you--the rose that belongs to me. But in herself alone she is more important than all the hundreds of you other roses: because it is she that I have watered; because it is she that I have put under the glass globe; because it is she that I have sheltered behind the screen; because it is for her that I have killed the caterpillars (except the two or three that we saved to become butterflies); because it is she that I have listened to, when she grumbled, or boasted, or ever sometimes when she said nothing. Because she is my rose.

And he went back to meet the fox.
"Goodbye," he said.
"Goodbye," said the fox. "And now here is my secret, a very simple secret: It is only with the heart that one can see rightly; what is essential is invisible to the eye."
"What is essential is invisible to the eye," the little prince repeated, so that he would be sure to remember.
"It is the time you have wasted for your rose that makes your rose so important."
"It is the time I have wasted for my rose--" said the little prince, so that he would be sure to remember.
"Men have forgotten this truth," said the fox. "But you must not forget it. You become responsible, forever, for what you have tamed. You are responsible for your rose . . ."
"I am responsible for my rose," the little prince repeated, so that he would be sure to remember.

Antoine de Saint-Exupéry

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...