/*--

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Ἡ Ἁγία ΚΥΡΙΑΚΗ ἡ Μεγαλομάρτυς

Τόν 3ο μ.Χ. αἰῶνα βασίλευαν στή Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία οἱ αὐτοκράτορες Διοκλητιανός καί Μαξιμιανός φοβεροί διῶκτες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐπί τῆς βασιλείας τους χύθηκε ἄφθονο αἷμα μαρτύρων χριστιανῶν. Πολλές χιλιάδες ἦταν οἱ πιστοί τοῦ Χριστοῦ, πού ἀντιμετώπισαν καρτερόψυχα, βασανιστήρια ἀπάνθρωπα καί θανατικές ποινές...

Κατά τούς χρόνους ἐκείνους ζοῦσε καί ἕνα ἀνδρόγυνο μέ βαθειά πίστη στόν Θεό, ὁ Δωρόθεος μέ τή σύζυγό του Εὐσεβία. Ζοῦσαν ζωή εὐτυχισμένη καί εὐλογημένη. Μόνο μία σκιά μελαγχολίας ὑπῆρχε στή χαρούμενη ζωή τους. Ἦταν ἡ στεναχώρια τους, πού δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδιά. Δέν ἔχασαν ὅμως ποτέ τήν ἐλπίδα τους. Πίστευαν ἀκράδαντα ὅτι ὁ Μεγαλοδύναμος Θεός θά εἰσακούσει τελικά τίς προσευχές τους. Ἡ ἐλπίδα τους αὐτή μεταβλήθηκε κάποια μέρα σέ πραγματικότητα καί ἡ εὐλαβής Εὐσεβία ἔμεινε ἔγκυος. ῞Οταν ἦρθε ὁ καθωρισμένος χρόνος, ἡ Εὐσεβία ἔτεκε κόρη. Χαίρονταν οἱ γονεῖς, εὐχαριστοῦσαν καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό γιά τό θεῖο δῶρο πού τούς ἀξίωσε νά ἀπολαύσουν. 

Κυριακή ἦταν ἡ ἡμέρα πού γεννήθηκε ἡ κόρη τους καί γι᾽ αὐτό καί οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τήν βάπτισαν Κυριακή. Ἡ Εὐσεβία καί ὁ Δωρόθεος μεγάλωναν τήν κόρη τους καί τήν ἀνέτρεφαν μέ ἐπιμέλεια καί περισσή φροντίδα. Ἡ ἀγάπη καί ἡ στοργή τους γιά τό παιδί τους ἦταν στηριγμένη στήν προσπάθεια νά κάνουν τήν Κυριακή καλή χριστιανή νέα. Φρόντιζαν νά ποτίσουν τήν παιδική ψυχή τῆς κόρης τους μέ τά ὑπέροχα στολίδια τῆς σωφροσύνης, τῆς σεμνότητος, τῆς ἁγνότητος καί ἄλλων ἀρετῶν. Κάτω ἀπό μιά τέτοια χριστιανική φροντίδα μεγάλωνε ἡ νεαρή κόρη. Καί καθώς κυλοῦσαν τά χρόνια φαινόταν ὅλο καί πιό λαμπρός ὁ χαρακτῆρας της. Γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή της ἡ Κυριακή διακρινόταν ἀπό ὅλες τίς ἄλλες νέες τῆς ἐποχῆς της.

᾽Εν τῷ μεταξύ περνοῦσαν τά χρόνια, ἡ Κυριακή ὡρίμαζε, ἀναπτυσσόταν στό σῶμα πού ἔλαμπε ἀπό ὀμορφιά. Ἦταν ἡ ὀμορφιά της ἐκπληκτική καί πηγή της εἶχε τήν ψυχική ὀμορφιά. Στό πρόσωπό της ἀντανακλοῦσε καί ἀκτινοβολοῦσε αὐτή ἀκριβῶς ἡ ὡραιότης τῶν ψυχικῶν χαρισμάτων της. Ἄλλες νέες τοῦ καιροῦ της στολίζονταν ἐξεζητημένα καί ἔκαναν τά πάντα γιά νά ἀρέσουν στούς νέους, ἐνῶ ἡ εὐσεβής Κυριακή φρόντιζε νά ἐγκρατεύεται, νά σιωπᾶ, νά προσεύχεται. Δέν ἄφηνε τά μάτια της νά πλανηθοῦν σέ ἄσεμνα θεάματα. Συγκρατοῦσε τήν γλῶσσα της, νήστευε καί ἔδιωχνε ἀπό τόν νοῦ της κάθε σκέψη ἁμαρτίας πού θά τή χώριζε ἀπό τόν Θεό. 

Οἱ ἀρετές τῆς Ἁγίας Κυριακῆς προκάλεσαν τό ἐνδιαφέρον πολλῶν ἀρχόντων τῆς περιοχῆς. Ὅλοι οἱ ἐπίσημοι καί διακεκριμένοι ἄρχοντες ἔβλεπαν τήν ὡραία καί σεμνή νέα σάν ὑποψήφια νύφη τῶν παιδιῶν τους. Ἐκείνη ὅμως σκεπτόταν πιό σοβαρά πράγματα. Σκεπτόταν τούς φοβερούς διωγμούς πού εἶχαν ἐξαπολυθεῖ ἐναντίον τῆς μαρτυρικῆς χριστιανοσύνης. Ἡ σκέψη της ἦταν κοντά στούς ἡρωϊκούς μάρτυρες, κοντά στούς πιστούς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού κάθε μέρα ἔχυναν τό αἷμα τους. Ἀποφάσισε λοιπόν νά μείνει παρθένος στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου. Νά γίνει νύμφη Χριστοῦ. Μπροστά της εἶχε θαυμαστό πρότυπο, ἕνα μοναδικό παράδειγμα ἁγίας καί ἀμόλυντης ζωῆς: τό παράδειγμα τῆς Παναγίας.

Ἡ ἐκπληκτική ὀμορφιά τῆς χριστιανῆς νέας καί τά ψυχικά της χαρίσματα δέν ἦταν δυνατόν νά περάσουν ἀπαρατήρητα. Στήν πραγματικότητα ὅλα αὐτά ἦταν προσόντα πού μαγνήτιζαν κυριολεκτικά. Τό σωματικό ἰδιαίτερα κάλλος τῆς Κυριακῆς ξεσήκωσε τήν ἐπιθυμία ἑνός νέου εἰδωλολάτρη, ἄρχοντα τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος θέλησε νά ζητήσει σέ γάμο τήν ἐνάρετη νέα. Ὁ εἰδωλολάτρης αὐτός δέν ἤξερε ὅτι ἡ Κυριακή ἦταν χριστιανή.Ὁ πατέρας τοῦ νέου γνωστοποίησε στούς γονεῖς τῆς Κυριακῆς τήν θέλησή του καί τήν ἐπιθυμία τοῦ ἰδίου τοῦ γιοῦ του γιά τήν κόρη τους. Τούς παρακάλεσε μάλιστα νά δεχθοῦν τό συνοικέσιο, διότι μία ἄρνησή τους θά στοίχιζε πολύ...

Ἡ ἁγία ὅμως εἶχε πάρει τήν ἀπόφασή της νά δοθεῖ σῶμα καί ψυχή στήν ὑπηρεσία τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Ὁ πατέρας τοῦ νέου θύμωσε ἀπό τήν ἄρνηση τῆς Κυριακῆς καί πῆρε ἀπόφαση νά καταγγείλη στόν Αὐτοκράτορα Διοκλητιανό ὅτι ἡ Κυριακή καί οἱ γονεῖς της εἶναι χριστιανοί. Ἡ καταγγελία ἔγινε στόν ἔπαρχο Μελιτηνῆς Ἰοῦστο. Ὁ ἔπαρχος κάλεσε τόν Δωρόθεο καί τήν Εὐσεβία σέ ἀπολογία.Ἐκεῖνοι χωρίς ἐνδοιασμό, ἀλλά μέ περισσό θάρρος καί ἐνδόψυχη χαρά ὡμολόγησαν ὅτι εἶναι χριστιανοί.

Ὁ ἔπαρχος προσπάθησε νά τούς ἀλλαξοπιστήσει. Χρησιμοποίησε γιά τόν σκοπό αὐτό ὑποσχέσεις μέ δελεαστικές προτάσεις.Ἔβλεπε ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι ἔμεναν ἀμετακίνητοι καί σταθεροί στήν πίστη τους. Τότε ἄλλαξε τακτική καί ἄρχισε νά τούς ἀπειλεῖ ὅτι θά θανατώσει τήν μοναχοκόρη τους Κυριακή. Οὔτε καί αὐτή ἡ ἀπειλή τοῦ τυράννου δέν ἔκαμψε τήν πίστη καί τήν ὁμολογία τῶν γονέων τῆς ῾Αγίας, πού δέν ποθοῦσαν τίποτα ἄλλο παρά νά δοῦνε τό παιδί τους ἑνωμένο γιά πάντα μέ τόν Νυμφίο Χριστό.

Ἔξαλλος ὁ ἔπαρχος διέταξε νά παρουσιασθεῖ μπροστά στόν Διοκλητιανό ἡ ἴδια ἡ Ἁγία.᾽Εκείνη παρουσιάστηκε στόν Αὐτοκράτορα μέ τή σεμνότητα καί τή συστολή πού τή διέκρινε.᾽Εκεῖνος ἄρχισε νά τήν κολακεύει πώς ἦταν μιά νέα μέ μοναδικές χάρες, μέ νειάτα προνομιοῦχα καί στολισμένα μέ περισσή ὀμορφιά. Τῆς εἶπε ἀκόμα πώς δέν ἔχει δικαίωμα νά ἀρνηθεῖ τίς χαρές τῆς ζωῆς γιά μιά πίστη πού εἶναι ἀντίθετη στήν αὐτοκρατορία καί τῆς ἔταξε ἕνα σωρό κοσμικές χαρές καί ἀπολαύσεις. Σέ καμιά ἀπό τίς ὑποσχέσεις τοῦ Αὐτοκράτορα δέν κάμφθηκε ἡ Ἁγία, ἀλλά ὁμολογοῦσε τόν Νυμφίο Χριστό της μέ θάρρος καί παρρησία.

Βλέποντας τήν σταθερότητά της ὁ βασιλιᾶς ἔστειλε τήν Ἁγία Κυριακή στόν γαμπρό του τόν Μαξιμιανό μέ εἰδική συνοδεία. Ὁ Μαξιμιανός θαμπώθηκε ἀπό τό κάλλος τῆς Ἁγίας καί προσπάθησε νά τήν πείσει νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἡ Ἁγία ὅμως ἀρνήθηκε μέ σθένος κάθε πρότασή του καί τόν διαβεβαίωσε μέ θάρρος ὅτι δέν τή φοβίζουν οὔτε οἱ ἀπειλές, οὔτε τά βασανιστήρια στήν ἀμετακίνητη αὐτή ἀπόφασή της.

Ἐν τῷ μεταξύ οἱ γονεῖς της εἶχαν ἤδη παραδοθεῖ ἀπό τήν εἰδωλολατρική ἐξουσία σέ μαρτύρια καί φρικτό βασανισμό, διότι εἶχαν ἀντιταχθεῖ μέ σθένος στίς πιέσεις ν᾿ ἀλλαξοπιστήσουν. Εἶχαν φροντίσει οἱ βασανιστές τους νά δεῖ ἡ Ἁγία Κυριακή τό ἄγριο καί φρικτό μαρτύριο τῶν γονέων της. Οἱ αἱμοχαρεῖς διῶκτες τῶν χριστιανῶν μέ πρωτοφανῆ σαδισμό ἔφεραν τή νέα κοντά στούς αἱμόφυρτους καί ἡρωϊκούς γονεῖς της πού ὁμολογοῦσαν τόν Χριστό.῞Οταν τούς εἶδε ἡ Ἁγία Κυριακή ἔνοιωσε περήφανη γιά τό ἀκμαῖο φρόνημα τῶν γονέων της. Πόνεσε ἀπό τά βασανιστήριά τους, ἀλλά καί χαλυβδώθηκε ἡ ψυχή της ἀπό τό παράδειγμά τους. Καί ὅταν εἶδε ὅτι ἐκεῖνοι πέθαναν μέ τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα στό στόμα τους, πῆρε περισσότερο θάρρος στή σταθερή ἀπόφασή της νά μείνει νύμφη τοῦ Κυρίου.

Βλέποντας ὁ Μαξιμιανός τήν ἀλύγιστη θέληση τῆς Ἁγίας Κυριακῆς νά μείνει πιστή στόν Χριστό, ἔγινε θηρίο ἀνήμερο ἀπό τόν θυμό του καί διέταξε νά βασανισθεῖ ἡ χριστιανή νέα σκληρά καί βάναυσα. Μέ ἀγριότητα καί θηριωδία ἅρπαξαν οἱ βασανιστές στρατιῶτες τήν Ἁγία, τήν ξάπλωσαν κατά γῆς καί κρατώντας τά χέρια καί τά πόδια της τεντωμένα μέ εἰδικά μαστίγια ἀπό βούνευρα τήν κτυποῦσαν ὀργισμένα.Τά μαστίγια ἀνεβοκατέβαιναν στό νεανικό σῶμα τῆς χριστιανῆς μάρτυρος, σφυρίζοντας μέ δύναμη καί τό αὐλάκωναν μέ πληγές.Τό μαρτύριο συνεχιζόταν μέ βαρβαρότητα. Ἔτσι ὁ βασιλιᾶς νόμιζε ὅτι θά πετύχαινε τήν ἀλλαξοπιστία τῆς Ἁγίας Κυριακῆς.

Ἐκείνη ὅμως ἔμενε ἄκαμπτη. Ὑπέφερε τό μαρτύριο μέ τήν φλόγα τῆς πίστεως καί τήν δύναμη τῆς προσευχῆς. Ἐνῶ λοιπόν κυλοῦσαν οἱ ἡμέρες, μάταια πρόσμενε ὁ Μαξιμιανός νά ἀρνηθεῖ ἡ Ἁγία τήν πίστη της. Εἶχε βρεθεῖ σέ ἀδιέξοδο. Δέν ἤξερε πῶς νά ἐνεργήσει ἐναντίον της. Τότε ἀπεφάσισε νά στείλει στόν ἔπαρχο τῆς Βιθυνίας Ἱλαρίωνα τήν ἀμετάπιστη μάρτυρα. Πολλοί ὑποστηρίζανε ὅτι ὁ ἔπαρχος αὐτός εἶχε ἐπιτύχει πολλές ἀλλαξοπιστίες καί μέ διάφορες πιέσεις εἶχε ἐξαναγκάσει μερικούς χριστιανούς νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους.Ἐλπίζανε λοιπόν ὅτι ἴσως ἐκεῖνος κατάφερνε νά πετύχει τήν ἀλλαξοπιστία τῆς Ἁγίας Κυριακῆς καί γι᾿ αὐτό τήν ἔστειλαν σ᾿ αὐτόν.

Ὁ ἔπαρχος Ἱλαρίων τήν δέχθηκε μέ ὑποκριτική καλωσύνη. Τῆς εἶπε ὅτι ὁ Μαξιμιανός τήν ἔστειλε σ᾿ αὐτόν διότι διακρίνεται δῆθεν γιά τήν σωφροσύνη καί τήν καλωσύνη του. ῞Οταν ὅμως εἶδε τήν ῾Αγία ἀμετάπιστη ἔξαλλος ὁ ἔπαρχος τήν ὁδήγησε σέ νέα φρικτά μαρτύρια, τά ὁποῖα καί πάλι ἡ μάρτυρας ὑπέμεινε μέ καρτερία καί ἐκπληκτικό θάρρος, προσευχόμενη στόν ᾽Ιησοῦ της νά τήν ἐνισχύσει μέχρι τέλους.

῾Ο ἔπαρχος διέταξε ἀμέσως νά κρεμάσουν τήν Ἁγία ἀπό τά μαλλιά καί ὅπως ἐκείνη σφάδαζε ἀπό τούς πόνους, οἱ βασανιστές εἰδωλολάτρες ἔκαιγαν τό σῶμα της μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Πονοῦσε, ὑπέφερε, συγκλονιζόταν ἡ Ἁγία ἀπό φρικτούς πόνους, ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἄντεχε. Πάλευε, δέν ἄφηνε νά τήν κυριέψει ὁ τρόμος καί ἡ ἀπελπισία. Τήν ἐνίσχυε ἡ σκέψη ὅτι μετά τό μαρτύριο, ὁ θάνατος καί μέ τόν μαρτυρικό ὑπέρ Χριστοῦ θάνατο, ἀνατέλλει ἡ αἰώνια ζωή καί τό ἀνεκτίμητο στεφάνι τῆς νίκης! 

Βλέποντας ὁ Ἱλαρίων ὅτι τά βασανιστήρια δέν λύγιζαν τήν Ἁγία Κυριακή, ἀλλά περισσότερο γινόταν γνωστή ἡ ἡρωϊκή της ἀντίσταση, ἀποφάσισε νά σταματήσει αὐτό τό μαρτύριο.Κατέβασαν λοιπόν τήν μάρτυρα ἀπό τήν φρικτή κρεμάλα καί τήν ὁδήγησαν καί πάλι στόν ἔπαρχο Ἱλαρίωνα. Αὐτός ἐπανέλαβε τίς προσπάθειές του γιά νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό.Τῆς εἶπε πολλά γιά τά ὄμορφα νειάτα, πού δέν ξαναγυρίζουν. Γιά τή ζωή μέ τίς χίλιες τόσες ὀμορφιές της. Προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά τῆς ζωντανέψει τόν πόθο γιά γήϊνη, ὑλική ζωή. Ἐκείνη ὅμως βράχος ἀκλόνητος στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀρνήθηκε κάθε ματαιότητα τοῦ κόσμου καί κάθε ἀνάπαυση καί προτίμησε τό μαρτύριο. Ὁ Ἱλαρίων βουβός καί ἀμίλητος, ράκος σωστό ἀπό τή νέα ἀποτυχία του, διέταξε νά κλείσουν τήν Ἁγία Κυριακή στή φυλακή.

Ἐκείνη προσευχήθηκε θερμά καί εὐχαρίστησε τόν Κύριο πού τήν ἐνδυνάμωνε καί τῆς φώτιζε τό νοῦ. Τήν νύχτα κατέβηκε ἄγγελος Κυρίου, γιάτρεψε τίς πληγές της καί τῆς ἔδωσε θάρρος. Τήν ἄλλη μέρα διέταξε ὁ Ἱλαρίων νά φέρουν τήν μάρτυρα μπροστά του. Ὅταν τήν ἔφεραν καί τήν εἶδε, χωρίς ἴχνος κακώσεως καί πληγῆς τά ἔχασε. Ἔσπευσε ὅμως νά πεῖ ὅτι τάχα τήν γιάτρεψαν οἱ θεοί τῆς εἰδωλολατρίας τούς ὁποίους τήν προέτρεψε νά εὐχαριστήσει. ᾽Εκείνη τόν προκάλεσε νά πᾶνε μαζί στό ναό τῶν εἰδώλων γιά νά διαπιτώσουν τή δύναμή τους. ῾Ο τύραννος πίστεψε ὅτι ἡ νέα θά θυσίαζε στούς θεούς του. Προχώρησαν πρός τόν εἰδωλολατρικό ναό. Ἐκεῖ μέσα ἡ Ἁγία ἔνοιωσε μιά βαθειά στεναχώρια γιά ὅσους ζοῦν μακρυά ἀπό τόν ἀληθινό Θεό, στή πλάνη καί στό σκοτάδι.Τήν ἴδια στιγμή φούντωσε μέσα της πιό πολύ ἡ πίστη της καί ἡ ἀγάπη της γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Γονάτισε καί προσευχήθηκε στόν Πανάγαθο Κύριο. Τόν παρακάλεσε θερμά νά γκρεμίσει τά εἴδωλα καί νά φανερώσει τήν δύναμή Του. Χωρίς καλά-καλά νά τελειώσει ἡ προσευχή της τό θαῦμα ἔγινε. 

Ξέσπασε ἕνας γερός σεισμός πού συγκλόνισε τόν εἰδωλολατρικό ναό. Τά εἴδωλα ἔπεσαν καί ἔγιναν κομμάτια. Τό γεγονός αὐτό προκάλεσε τρόμο στούς παρευρισκομένους. Ὅσοι ἦταν μέσα στόν εἰδωλολατρικό ναό ἔτρεχαν γιά νά σωθοῦν πατῶντας ὁ ἕνας ἐπάνω στόν ἄλλο. Μερικοί γεμάτοι δέος μονολογοῦσαν δυνατά ἀναγνωρίζοντας τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ: -Ἀληθινός πράγματι ὁ Θεός τῶν χριστιανῶν! ἔλεγαν. Ὁ ἀσεβής ἔπαρχος ὅμως ἐξακολουθοῦσε παρά τόν τρόμο του νά βρίζει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐνῶ προσπαθοῦσε νά βγεῖ ἀπό τόν ναό τῶν εἰδώλων ἕνα ἄγαλμα ἔπεσε ἐπάνω του καί τόν ἔρριξε κάτω νεκρό.

Ἡ Ἁγία Κυριακή βγῆκε ἀπό τόν εἰδωλολατρικό ναό χωρίς κανένας νά τολμήσει νά τήν πιάσει. Ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ Ἁγία ἦταν ὑπερφυσικό ὄν. Ἔτσι λοιπόν ἐλεύθερη μπόρεσε νά κηρύξει ἀνάμεσα στό ταραγμένο πλῆθος τόν Χριστό καί πολλοί πίστεψαν ἀπό τό κήρυγμά της. Τόν Ἱλαρίωνα, μετά τό τραγικό τέλος του, τόν ἀντικατέστησε ἄλλος ἔπαρχος ὀνομαζόμενος Ἀπολλώνιος. Ἐπεχείρησε κι αὐτός νά ἀλλαξοπιστήσει τήν μάρτυρα, ἀλλά δέν τά κατάφερε. Ἐπειδή λοιπόν εἶδε κι αὐτός πώς οὔτε οἱ κολακεῖες, οὔτε οἱ ἀπειλές, οὔτε καί τά ὀδυνηρά μαρτύρια ἔφερναν τό ἀποτέλεσμα πού ἐπεδίωκε, ἀποφάσισε νά ρίξει τήν Ἁγία στό φρικτό μαρτύριο τῆς φωτιᾶς.

Ὁ Παντοδύναμος Κύριος ὅμως πού θαυματουργικά προστάτεψε ἐπί βασιλέως Ναβουχοδονόσορος τούς τρεῖς παῖδες ἀπό τό φρικτό καμίνι στό ὁποῖο διέταξε νά τούς ρίξουν ἐπειδή δέν προσκύνησαν τό εἰδωλολατρικό κατασκεύασμα, προστάτεψε καί τήν Ἁγία Κυριακή. Ὁ Ἀπολλώνιος ὅταν εἶδε ὅτι ἡ φωτιά δέν τήν πείραξε κἄν, ἀντί νά μετανοήσει, διέταξε νά ρίξουν τήν Ἁγία στό κλουβί πεινασμένου λιονταριοῦ, ἀλλά τό θηρίο παρά τήν πεῖνα του, μέ θέλημα Θεοῦ, δέν τήν ἄγγιξε.

Ὁ Ἀπολλώνιος ἔξαλλος τότε διέταξε νά θανατώσουν ἀμέσως τήν Ἁγία μέ ἀποκεφαλισμό. Ἡ φρουρά χωρίς ἀργοπορία τήν ὡδήγησε σέ ἕνα εἰδικό σημεῖο πού γίνονταν οἱ ἐκτελέσεις τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἔφθασαν στόν τόπο τῶν ἀποκεφαλισμῶν ἡ Ἁγία παρακάλεσε τούς δημίους νά τῆς ἐπιτρέψουν νά προσευχηθεῖ. Ἐκεῖνοι σεβάστηκαν τήν τελευταία θέληση τῆς μελλοθάνατης χριστιανῆς.

Ἡ Ἁγία τότε γονάτισε καί μέ μάτια γεμάτα δάκρυα χαρᾶς διότι ἀξιώθηκε νά ἀντιπαλαίσει μέ τόσους πόνους καί πειρασμούς καί ἀξιώνεται τώρα νά χάσει καί τή ζωή της γιά τήν πίστη χωρίς νά λυγίσει, ἄρχισε τήν προσευχή της ἔτσι:

-”Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, Σύ πού προσκυνεῖσαι καί ὑμνεῖσαι μαζί μέ τόν Πατέρα, Σύ πού ἐδέχθης νά κατέβης εἰς τήν γῆν καί νά φανεῖς εἰς τούς ἀνθρώπους κατά σάρκα... Σύ πού μέ ἐνδυνάμωσες νά βαστάξω καί νά ὑπομείνω τά βάσανα καί νά ὁμολογήσω τήν δόξα Σου, Σέ παρακαλῶ πάρε με ἔτσι στήν Βασιλεία Σου γιά νά μήν εὐθύνωνται οἱ δήμιοι γιά τήν ἄδικη σφαγή μου. Δέξε με Κύριε μέ τίς φρόνιμες Παρθένες πού μοῦ ἔδειξαν τόν δρόμο νά Σέ γνωρίσω διότι εὔσπλαγχνος εἶσαι καί πολυέλαιος καί ἦλθες εἰς τήν γῆν ὄχι γιά νά κρίνεις, ἀλλά γιά νά σώσεις αὐτούς πού πιστεύουν καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν Σου”.

Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν ὁλόθερμη αὐτή προσευχή τῆς Ἁγίας καί προτοῦ κἄν τήν τελειώσει, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πῆραν τήν ψυχή της καί ἀνέβασαν νικηφόρα καί στεφανωμένη στούς οὐρανούς κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Οἱ στρατιῶτες καί οἱ δήμιοι εἶδαν ξαφνικά ὅτι ἡ Ἁγία δέν ζοῦσε πλέον στόν ἐπίγειο κόσμο. Κατάλαβαν ὅτι κάτι θαυμαστό συνέβαινε καί ἀποτραβήχτηκαν φοβισμένοι. Τό νεκρό λείψανό της εἶχε μιά ἄρρητη ὡραιότητα. Ἀντανακλοῦσαν στό πρόσωπό της ἀκτῖνες τῆς ὑπέρλαμπρης δυνάμεως καί χάριτος τοῦ Χριστοῦ.

Τότε, μερικοί γενναιόψυχοι χριστιανοί μέ ἰδιαίτερο σεβασμό, μέ συγκίνηση, ἀλλά καί τονωμένοι τώρα περισσότερο στήν πίστη, πῆραν τό Ἅγιο λείψανό της καί τό ἐνταφίασαν μέ ὕμνους, προσευχές καί δοξολογίες γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ...῾Η μνήμη τῆς ῾Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακῆς τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς 7 ᾽Ιουλίου. ῎Ας πρεσβεύει γιά ὅλο τόν κόσμο.

πηγή : ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 
 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΜΗΝΙΑΙΟ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ - ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΦΩΚΙΔΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...