/*--

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Κανείς δεν μπορεί να βλάψει εκείνον που δεν βλάπτει τον εαυτόν του

   
…Οι πολλοί επειδή έχουν πεπλανημένες γνώμες, άλλα νομίζουν ότι είναι τα οποία βλάπτουν την αρετή μας, και άλλοι μεν νομίζουν ότι είναι η φτώχεια, άλλοι δε η σωματική ασθένεια, άλλοι η χρηματική ζημία, άλλοι η συκοφαντία, άλλοι ο θάνατος, και δι’ αυτά συνεχώς θρηνούν και οδύρονται και λυπούνται δι’ όσους υφίστανται αυτά, και δακρύζουν, και έκπληκτοι μεταξύ τους λέγουν: Τι έπαθε ο τάδε; Δια μιας έχασε την περιουσία του όλη. Άλλος πάλι λέγει περί άλλου: Ο τάδε περιέπεσε εις βαρειάν ασθένεια και τον έχουν ξεγράψει οι ιατροί που τον επισκέπτονται. Και άλλος μεν θρηνεί και οδύρεται δια τους φυλακισμένους, άλλος δε δι’ εκείνους που εξεδιώχθησαν από την πατρίδα των και έξωρίσθησαν, άλλος δι’ εκείνους που εστερήθησαν την ελευθερία των, άλλος δι’ εκείνους που συνελήφθησαν υπό των εχθρών και έγιναν αιχμάλωτοι, άλλος δι’ αυτόν που επνίγη ή που εκάηκε, άλλος δι’ αυτόν που ετάφη κάτω από την οικία του, κανείς όμως δεν θρηνεί δι’ αυτούς που ζουν εις την αμαρτία. Αλλά πολλές φοράς μακαρίζουν αυτούς δι’ εκείνο που είναι πολύ λυπηρό και αίτιον όλων των κακών.


Εμπρός λοιπόν ας αποδείξωμεν ότι τίποτε από όλα αυτά που ελέχθησαν δεν αδικεί τον νηφάλιο άνθρωπο, ούτε ημπορεί να βλάψει την αρετή του. Διότι, πες μου, αυτόν ο οποίος έχασε όλα τα υπάρχοντά του, από τον οποίον αφηρέθησαν τα πάντα, ή από τους συκοφάντες, ή από τους ληστές, ή και από υπηρετών κακούργων, τον έβλαψε αυτή η ζημία ως προς την αρετή του; Μάλλον δε, αν θέλετε, πρώτον ας περιγράψουμε τι είναι αρετή του ανθρώπου, αφού ασχοληθούμε προηγουμένως με άλλα ζητήματα, δια να κάνουμε τον λόγο μας σαφέστερο και ευκολοκατανόητον εις τους πολλούς.

Τι είναι λοιπόν αρετή ίππου; Μήπως το να έχει χρυσόν χαλινόν και χρυσά λουριά και σέλλα από μεταξωτά υφάσματα και ποικίλα και χρυσοΰφαντα επιστρώματα, και προμετωπίδας στολισμένες με πολύτιμους λίθους, και χαίτη πλεγμένη με χρυσά σχοινιά, ή το να είναι γρήγορος και σταθερός, και να βαδίζει κανονικά, και να έχει όνυχας αρμόζοντας εις γενναίο ίππο, και να έχει δύναμη που απαιτείται δια μακρινά ταξίδια, δια πολέμους, και να μπορεί και εις την παράταξη να δεικνύει επιβλητικό παράστημα, και κατά την φυγή να σώζει τον ιππέα; Δεν είναι φανερό ότι αυτά είναι αρετή του ίππου, και όχι εκείνα; Και ακόμη τον όνων και των ημιόνων ποια θα έλεγες ότι είναι η αρετή των; Δεν είναι το να μπορούν με ευκολία να σηκώνουν βάρη, και με ευκολία να διαβαίνουν τους δρόμους και να έχουν πόδια στερεά σαν την πέτρα; Μήπως θα ειπούμε ότι ο έξωτερικός τους στολισμός συμβάλλει κατά τι προς την αρετή τους; Καθόλου. Ποία άμπελο θα θαυμάσουμε; Εκείνη της οποίας κυματίζουν τα φύλλα και τα κλήματα ή εκείνη που είναι κατάφορτος από καρπούς; Και ποία θα πούμε ότι είναι η αρετή της ελαίας; Όταν έχει μεγάλους κλάδους και πυκνό το φύλλωμα ή όταν παρουσιάζει άφθονο τον καρπό της και παντού διασκορπισμένο;

Έτσι λοιπόν ας κάνουμε και επί των ανθρώπων. Ας εξετάσουμε ακριβώς την αρετή του ανθρώπου, και ας θεωρήσουμε βλάβη μόνον εκείνη η οποία βλάπτει αυτήν. Ποία λοιπόν είναι η αρετή του ανθρώπου; Όχι τα χρήματα δια να φοβηθείς την πτώχεια. Ούτε η υγεία του σώματος δια να φοβηθείς την ασθένεια. Ούτε η εκτίμησης των πολλών δια να αποφύγεις την κακή φήμη. Ούτε το να ζει κανείς όπως τύχει, δια να σου προξενεί φόβο ο θάνατος. Ούτε η ελευθερία δια να αποφεύγεις την δουλεία. Αλλά η ακριβής εμμονή εις την αληθινή πίστη και ο ορθός τρόπος ζωής. Αυτά δε ούτε ο διάβολος θα μπορέσει να τα αφαιρέσει, αν αυτός που τα κατέχει τα διαφυλάττει με την πρέπουσα προσοχή. Και αυτά τα γνωρίζει ο πονηρότατος και άγριος εκείνος δαίμων. Διότι δ’ αυτήν την αιτία αφαίρεσε και την περιουσία του Ιώβ, όχι δια να τον κάνει πτωχό, αλλά δια να τον εξαναγκάσει να ειπεί κάποια βλασφημία και κατέκοπτε το σώμα του, όχι δια να το κάνει ασθενές, αλλά δια να καταβάλει την αρετή της ψυχής. Αφού όμως χρησιμοποίησε όλους του δόλους του και τον έκανε από πλούσιο πτωχό (αυτό δηλαδή που φαίνεται εις όλους μας πιο φρικτό από όλα), από πολύτεκνο άτεκνο, αφού έσχισε όλο το σώμα του χειρότερα από όσα κάνουν οι δήμιοι στα δικαστήρια (διότι δεν τρυπούν οι όνυχες εκείνων τας πλευράς αυτών που πίπτουν εις τα χέρια των, όσο καταξέσχισαν την σάρκα εκείνου τα στόματα των σκωλήκων), και τον περιέβαλε με κακή φήμη (διότι οι φίλοι του παρουσία του έλεγαν εις αυτόν, δεν ετιμωρήθεις τόσο όσο άξιζαν τα αμαρτήματά σου, και επέρριπταν εις αυτόν πολλές κατηγορίες), και τον εξόρισε όχι απλώς από την πόλη και από την οικία του, δια να τον μεταφέρει εις άλλη πόλη, αλλά αφού έδωσε εις αυτόν ωσάν πόλη και ωσάν οικία την κοπριά, όχι μόνο δεν τον κατέστρεψε, αλλά και τον παρουσίασε λαμπρότερον εξ αιτίας εκείνων που εσκέφθη εναντίον του.

Αυτός όμως όχι μόνον δεν εστερήθη κάτι από την περιουσία του, αν και του αφαίρεσαν τόσα, αλλά και μεγαλύτερο τον πλούτο της αρετής του έκανε εξ αιτίας αυτού. Καθόσον μετά ταύτα απήλαυσε μεγαλυτέρα παρρησία, επειδή αγωνίσθηκε δυνατότερο αγώνα. Αν δε αυτός ο οποίος έπαθε τόσα και δεν αδικήθηκε καθόλου, αν και έπαθε αυτά όχι από άνθρωπο, αλλά από δαίμονα που είναι πονηρότερος από όλους τους ανθρώπους, ποιος θα έχει δικαιολογία απ’ αυτούς οι οποίοι λέγουν ότι ο τάδε με ηδίκησε και με έβλαψε; Διότι εάν ο διάβολος, ο οποίος είναι γεμάτος από τόση κακία, αφού χρησιμοποίησε όλα τα όργανά του, και αφού έρριψε τα βέλη του, και όσα κακά υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων, με μεγάλη υπερβολή τα έφερε και άδειασε εις την οικία και εις το σώμα του δικαιου, καθόλου δεν ηδίκησε τον άνθρωπο, αλλά όπως είπα, τον ωφέλησε περισσότερο. Πως θα μπορέσουν μερικοί να κατηγορήσουν τον τάδε και τον τάδε, ότι ηδικήθησαν από αυτούς και όχι από τον εαυτόν τους;

Τι λοιπόν, λέγουν μερικοί, τον Αδάμ δεν τον ηδίκησε και τον υπεσκέλισε και τον εξεδίωξε από τον παράδεισο; Όχι αυτός αλλά η απερισκεψία του αδικηθέντος και το ότι δεν ήτο συνετός και εν εγρηγόρσει. Διότι αυτός που μετεχειρίσθει τόσους και τέτοιου είδους δόλους και δεν μπόρεσε να κατανικήσει τον Ιώβ πως θα μπορούσε να κυριεύσει τον Αδάμ με ολιγότερα μέσα, εάν εκείνος εξ αιτίας της απερισκεψίας του δεν επρόδιδε τον εαυτόν του; Τι λοιπόν; Αυτός δεν έπεσε εις τους συκοφάντες και έχασε την περιουσία του και από τον οποίον αφηρέθησαν όλα όσα είχε και εξεδιώχθη από την πατρική γη, και επάλαισε με την μεγαλυτέραν φτώχεια, δεν ηδικήθη; Όχι μόνον δεν είχε αδικηθεί αλλά και κέρδισε επειδή ήτο συνετός. Διότι, ειπέ μου, εις τι παρέβλαψε τούτο τους αποστόλους; Δεν επάλαιον συνεχώς με την πείνα, την δίψα και την γυμνότητα; Αλλά δι’ αυτό ακριβώς ήσαν και τόσο πολύ λαμπροί και ονομαστοί και εδέχθησαν πολλή βοήθεια από τον Θεό.

Εις τι ζημίωσε τον Λάζαρο η ασθένεια και οι πληγές και η φτώχεια και η εγκατάλειψη από τους ιδικούς του; Μήπως εξ αιτίας αυτών δεν επλέχθησαν δι’ αυτόν περισσότεροι στέφανοι; Τι έβλαψε τον Ιωσήφ το ότι απέκτησε κακή φήμη και εις την χώρα του εις την ξένη χώρα; Διότι και μοιχός και πόρνος ενομίζετο ότι είναι. Εις τι τον έβλαψε η δουλεία; Εις τι δε το ότι εστερήθη την πατρίδα του; Δεν τον θαυμάζουμε και δεν εκπληττόμεθα δι’ αυτά περισσότερο; Και διατί αναφέρω την μετάβαση εις την ξένη χώρα, την πτώχεια, την κακή φήμη και την δουλεία; Διότι ο ίδιος ο θάνατος τι εζημίωσε τον Άβελ, ο οποίος έγινε και κατά τρόπο βίαιο και πρόωρο και ετολμήθη από χέρια αδελφικά; Δεν εγκωμιάζεται δια τούτο εις όλα τα μέρη της οικουμένης; Βλέπεις λοιπόν ότι ο λόγος απέδειξε περισσότερα από όσα υπέσχετο; Διότι όχι μόνον απέδειξε ότι κανείς δεν αδικείται από κανένα αλλά και ότι περισσότερο κερδίζουν όσοι προσέχουν τους εαυτούς τους.

Τότε δια ποιον λόγο, λέγει, υπάρχουν τιμωρίες και κολάσεις; Διατί υπάρχει γέενα; Διατί υπάρχουν τόσες απειλές, εάν κανείς ούτε αδικείται ούτε αδικεί; Τι λέγεις; Διατί συγχέεις τα πράγματα; Διότι εγώ δεν είπα ότι κανείς δεν αδικεί, αλλ’ ότι κανείς δεν αδικείται. Και πως είναι δυνατόν, λέγουν, να αδικούν πολλοί και κανείς να μη αδικείται; Έτσι ακριβώς όπως σας το δίδαξα τώρα. Διότι και τον Ιωσήφ το αδίκησαν οι αδελφοί του, αυτός όμως δεν αδικήθηκε. Και εναντίον του Άβελ εσκέφθη κακό ο Κάιν, αυτός δε δεν έπαθε κανένα κακό. Δια τούτο υπάρχουν τιμωρίες και κολάσεις. Διότι ο Θεός δεν καταργεί τις τιμωρίες εξ αιτίας της αρετής των πασχόντων, αλλά επιβάλλει τις τιμωρίες ένεκα της κακίας των πανούργων ανθρώπων. Διότι αν γίνονται ενδοξότεροι όσοι υποφέρουν από τους κακόβουλους αυτό δεν οφείλεται εις την πρόθεση των κακόβουλων, αλλά εις την καρτερία εκείνων που πάσχουν. 

Δια τούτο δι’ εκείνους μεν τακτοποιούνται και προετοιμάζονται τα βραβεία της αρετής των, δι’ αυτούς δε οι τιμωρίες την πονηρίας των. Σου αφήρεσαν τα χρήματα; Λέγε, «γυμνός εβγήκα από την κοιλία την μητρός μου, γυμνός και θα απέλθω». Και πρόσθεσε εκείνο το αποστολικό: «Δεν εφέραμεν τίποτε εις τον κόσμον και είναι φανερόν ότι δεν ημπορούμεν ούτε να πάρωμεν τίποτε μαζί μας». Σε κακολόγησαν και σε περιέλουσαν με αναρίθμητους ύβρεις ορισμένοι; Να ενθυμηθείς τον λόγο εκείνον που λέγει: «Αλίμονο εις εσάς όταν όλοι οι άνθρωποι λέγουν καλά λόγια δι’ εσάς» και «Να χαίρετε τότε και να αγαλλιάσθε, όταν λέγουν εναντίον σας λόγια κακά». Σε εξόρισαν μακριά; Σκέψου ότι δεν έχεις εδώ πατρίδα, και αν θέλεις να σκεφθείς βαθύτερα, έχεις εντολή να θεωρείς όλη την γη ως ξένη. Μήπως περιέπεσες εις βαριά ασθένεια; Πες εκείνο το αποστολικό: «Όσο ο έξωτερικός μας άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ανακαινίζεται ημέρα με την ημέρα». Μήπως υπέστη κανείς βίαιο θάνατο; Σκέψου τον Ιωάννη και την κεφαλήν του που απεκόπη εις το δεσμωτήριο και μετεφέρθη επί δίσκου και εδόθη ως αμοιβή εις τον χορό της πόρνης. Σκέψου τις αμοιβές που σε περιμένουν διότι όλα αυτά τα παθήματα, όταν άδικα γίνονται από κάποιον εναντίον άλλου, και τα αμαρτήματα λύνουν και τη δικαιοσύνη φέρνουν. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της ωφελείας εις αυτούς που τα υποφέρουν με γενναιότητα.

Όταν λοιπόν ούτε χρηματική ζημία, ούτε οι συκοφαντίες και κατηγορίες, ούτε η εξορία, ούτε οι ασθένειες και οι δοκιμασίες, ούτε αυτό που φαίνεται ότι είναι φοβερότερο όλων, δηλαδή ο θάνατος, βλάπτουν του πάσχοντας, μάλλον δε και τους ωφελούν περισσότερο, από πού μπορείς να μου δείξεις κάποιον αδικούμενο, όταν εξ όλων όσα αναφέραμε δεν αδικείται; Διότι εγώ θα προσπαθήσω να αποδείξω το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτοί που περισσότερο αδικούνται και προσβάλλονται και πάσχουν τα ανεπανόρθωτα είναι εκείνοι οι οποίοι διαπράττουν αυτά. Διότι ποίος ημπορούσε να γίνει αθλιότερος από τον Κάιν, ο οποίος έδειξε αυτήν την συμπεριφορά προ του αδελφό του; Τι δε ελεεινότερο από την γυναίκα του Φιλίππου, η οποία αποκεφάλισε τον Ιωάννη; Τι δε από τους αδελφούς του Ιωσήφ, οι οποίοι τον έδιωξαν και τον πούλησαν εις ξένη γη; Τι δε από τον διάβολο, ο οποίος προξένησε τόσα κακά εις τον Ιώβ; Διότι όχι μόνο δια τα άλλα, αλλά και δι’ αυτά θα τιμωρηθεί όχι με τις συνήθεις τιμωρίες. Είδες λοιπόν πως και εδώ ο λόγος απέδειξε περισσότερα από όσα υπεσχέθη; Ότι όχι μόνο καμία ζημία δεν παθαίνουν οι υβριζόμενοι από τους εχθρούς τους, αλλά και το κάθε τι στρέφεται εναντίον της κεφαλής των κακόβουλων; Διότι επειδή ούτε ο πλούτος, ούτε το να είσαι ελεύθερος, ούτε το να κατοικείς εις την πατρίδα σου, ούτε τα άλλα όσα ανάφερα, είναι αρετές του ανθρώπου, αλλά τα κατορθώματα της ψυχής. Είναι εύλογο λοιπόν όταν η βλάβη επέρχεται εις αυτά να μη ζημιώνεται καθόλου η αρετή του ανθρώπου. Τι λοιπόν συμβαίνει να ζημιωθεί κανείς εις αυτήν την φιλοσοφία την ψυχής; Ούτε και εδώ αν ζημιωθεί, ζημιώνεται από κανένα άλλον, αλλά μόνος του και από τον εαυτόν του.

Πως μόνος του και από τον εαυτόν του, λέγει; Όταν μαστιγωθεί από κάποιον, ή του αφαιρεθεί η περιουσία του, ή υποστεί κάποια άλλη φοβερή προσβολή, και εκφέρει κάποια βλασφημία, εζημιώθη μεν και μάλιστα πολύ, όχι όμως από εκείνον που τον ηδίκησε , αλλά εξ αιτίας της ιδικής του μικροψυχίας. Αυτό δηλαδή που είπα προηγουμένως θα ειπώ και τώρα, ότι δηλαδή κανείς άνθρωπος, ακόμη και αν είναι απείρους φοράς πονηρότερος από τον πονηρό εκείνον δαίμονα που μας εχθρεύεται διαρκώς, δεν θα ημπορούσε να προσβάλει κάποιον κατά χειρότερο και σκληρότερο τρόπο. Και όμως ο φοβερός αυτός δαίμων δεν ημπόρεσε να υπερισχύσει και να καταβάλει τον προ του νόμου, τον προ της χάριτος, αν και έρριψε εναντίον του από παντού τόσα και τόσον πικρά βέλη. Είναι τόσο μεγάλη η ανωτερότητα της ψυχής.

Και ο Παύλος; Δεν έπαθε τόσα δεινά, τα οποία δεν είναι εύκολο ούτε να απαριθμήσουμε; Εφυλακίσθη, εδέθη με αλυσίδας, εσύρετο και περιεφέρετο , εμαστιγώνετο από τους Ιουδαίους, ελιθοβολείτο, ετραυματίζετο το σώμα του όχι μόνον με μάστιγα, αλλά και με ράβδους, εναυάγει, έπιπτε πολλές φορές εις τα χέρια ληστών, επολεμείτο από τους ιδικούς του, από τους εχθρούς και από τους γνώριμους εδέχετο κτυπήματα συνεχώς, υφίστατο αναρίθμητους κατατρεγμούς, πάλαιε με την πείνα και την γυμνότητα, και υπέμενε άλλες πυκνές και συνεχείς κακές περιστάσεις και θλίψεις. Και διατί να λέγουμε πολλά; Καθημερινώς απέθνησκε. Και όμως ενώ υφίστατο τόσα πολλά και τοιούτου είδους κακά, όχι μόνον δεν είπε καμία βλασφημία, αλλά αντιθέτως εχαίρετο δι’ αυτά και εκαυχάτο. Και αλλού μεν λέγει, «Χαίρομαι δια τα παθήματά μου», αλλού δε πάλι, «όχι μόνον αυτό, αλλά και καυχώμεθα δια τις θλίψεις». Αν λοιπόν, ενώ έπασχε τόσα πολλά, έχαιρε και εκαυχάτο, ποία συγγνώμη θα έχεις εσύ και ποία απολογία, ο οποίος το ελάχιστον αυτών δεν υπομένεις και όμως βλασφημείς;

Αλλά αδικούμαι, λέγει, κατ’ άλλον τρόπον, και αν ακόμη δεν βλασφημήσω, διότι όταν μου αφαιρεθούν τα χρήματα, λέγει, γίνομαι άχρηστος δια την ελεημοσύνη. Αυτά είναι δικαιολογία και πρόφαση. Διότι αν δια τούτο λυπάσαι, γνώριζε καλά ότι η πενία δεν γίνεται εμπόδιο δια την ελεημοσύνη. Διότι και αν ακόμη είσαι απείρους φοράς πτωχός, δεν είσαι πτωχότερος από εκείνη που είχε μία φούχτα αλεύρου μόνον, και από την άλλη που είχε μόνον δύο οβολούς, και οι οποίοι προσέφεραν ολόκληρη την περιουσία τους εις αυτούς που είχαν ανάγκη και εθαυμάσθησαν πάρα πολύ. Και η τόση πενία τους δεν έγινε εμπόδιο εις τόσον μεγάλη φιλανθρωπία, αλλά η ελεημοσύνη των δύο λεπτών έγινε τόσον πλούσια και αξιόλογος ώστε επεσκίασε όλους τους πλούσιους, και υπερέβαλε εκείνους οι οποίοι προσέφεραν πολλούς στατήρας, με τον πλούτο της προθέσεως και με την μεγάλη αξία της προθυμίας. Ώστε λοιπόν ούτε εδώ αδικείσαι, αλλά και περισσότερο κερδίζεις, καθόσον με ολίγην εισφορά λαμβάνεις λαμπρότερους στεφάνους από εκείνους οι οποίοι καταθέτουν πολλά.

Αλλ’ επειδή, αν και αυτά τα έχουμε πει αναρίθμητες φορές, αι φιλοσώματοι ψυχαί, αι οποίαι ευχαρίστως κυλίονται εις τα βιοτικά, και ηδυπαθώς απολαμβάνουν τα πράγματα της παρούσης ζωής, δεν θα αποφάσιζαν εύκολα να απομακρυνθούν από τα άνθη που σαπίζουν (διότι τέτοια είναι τα ευχάριστα της ζωής αυτής) ούτε δέχονται να αφήσουν τας σκιάς. Αλλ’ οι μεν λογικοί προσηλώνονται και εις εκείνα και εις αυτά, οι δε ελεεινότεροι και αθλιότεροι περισσότερο μεν εις εκείνα, ελάχιστα δε εις αυτά, εμπρός, ας αφαιρέσουμε τα φαιδρά και επιφανή προσωπεία της αισχρής και άσχημης μορφής των πραγμάτων αυτών, και ας δείξουμε την αηδία της γυναικός, η οποία ζει σαν εταίρα. Διότι κάτι τέτοιο είναι η τοιούτου είδους ζωή, η οποία δίδει την προσοχή της εις την απόλαυση, τον πλούτο και την δύναμη, γεμάτη αισχρότητα, ασχήμια και πολλή εντροπή, πλημμυρισμένη από αηδία, βάρος και πικρία. Άλλωστε αυτό είναι κυρίως που στερεί τους κυριευμένους απ’ αυτήν την ζωή από κάθε συγγνώμη, ότι ενώ η ζωή αυτή είναι πλημμυρισμένη από αηδία και πολλή πικρία, είναι εις αυτούς επιθυμητή και περιζήτητος, αν και είναι γεμάτη από αναρίθμητα κακά, κινδύνους, αίματα, κρημνούς, σκοπέλους, και φόνους, και φόβους, και τρόμους, και φθόνο, και βασκανία, και επιβουλή, και φροντίδα διαρκή και μέριμνα και δεν έχει κανένα κέρδος, ούτε αποφέρει κανένα όφελος εκ των τόσων κακών, παρά κόλαση και τιμωρία και διαρκείς βασάνους. Και ενώ είναι τέτοια η ζωή, φαίνεται εις τους πολλούς, αξιοζήλευτος και περιζήτητος, πράγμα το οποίο προέρχεται εκ την μωρίας των κυριευθέντων από αυτήν, και όχι από την αξία του πράγματος. Επειδή και τα μικρά παιδιά θαυμάζουν και σαστίζουν με τα παιχνιδάκια, όσα πράγματα όμως ταιριάζουν εις τους μεγάλους δεν μπορούν να τα νοιώσουν καθόλου. Αλλ΄ εκείνα μεν συγχωρούνται δια το μικρόν της ηλικίας τους. Αυτοί όμως δεν μπορούν να απολογηθούν, διότι ενώ ευρίσκονται εις ώριμη ηλικία, έχουν γνώμη παιδική και συμπεριφέρονται περισσότερο ανόητα και από εκείνα.

Ειπέ μου, διατί είναι αξιοζήλευτος ο πλούτος; Είναι ανάγκη να αρχίσουμε από εδώ σαν προοίμιο, διότι φαίνεται εις τους πολλούς που είναι άρρωστοι από την βαριά αυτήν ασθένεια ότι είναι πολυτιμότερος από την υγεία και τη ζωή, και από τον έπαινο των πολλών, και από την καλή υπόληψη, και από την πατρίδα, και από τους γνωστούς, και από τους φίλους, και από τους συγγενείς, και από όλα τα άλλα. Και υψώθη λοιπόν η φωτιά αυτή μέχρι τα σύννεφα, και εκυρίευσε γη και θάλασσα η κάμινος αυτή. Και δεν υπάρχει κανείς που να σβήσει την φλόγα αυτήν. Αυτοί δε που την συνδαυλίζουν είναι όλοι αυτοί που εκυριεύθησαν από το πάθος, και αυτοί που δεν εκυριεύθησαν ακόμη, δια να κυριευθούν. Και μπορεί να δει κανείς και άνδρα και γυναίκα και δούλο και ελεύθερον και πλούσιο και πτωχό να μεταφέρει κατά την δύναμή του δεμάτια και να προσφέρει πολλή τροφή εις την φλόγα αυτήν ημέρα και νύκτα. Τα δε φορτία δεν είναι από ξύλα, ούτε από φρύγανα (διότι δεν είναι τέτοιου είδους η φλόγα), αλλά από ψυχάς και σώματα, αδικίας και παρανομίας. Διότι από αυτά ανάβει το είδος της φλόγας αυτής. Διότι και οι πλούσιοι πουθενά δεν σταματούν την ανόητον αυτήν επιθυμία, και αν ακόμη αποκτήσουν ολόκληρη την οικουμένη. Και οι πτωχοί βιάζονται να φθάσουν εκείνους, και κάποια λύσσα αθεράπευτος και μανία ακατάσχετος και ασθένεια αδιόρθωτος κυριεύει τας ψυχάς όλων. Και αυτός ο έρωτας νικά κάθε άλλον έρωτα και τον ωθεί και εκβάλλει από την ψυχή.

Και ούτε λόγος φιλίας υπάρχει, ούτε συγγενείας. Και διατί λέγω φιλίας και συγγενείας; Ούτε γυναικός ούτε παιδιών, από τα οποία τι αγαπητότερο μπορεί να γίνει εις τους άνδρας; Αλλ’ όλα ρίπτονται κάτω και καταπατούνται, όταν η ωμή και απάνθρωπος αυτή κυρία κυριεύσει τας ψυχάς όλων όσων κυριευθούν. Διότι ωσάν κυρία των απάνθρωπος, και ωσάν σκληρός τύραννος, και ωσάν βάναυσος βάρβαρος και ωσάν πόρνη κοινή και πολυδάπανος, καταντροπιάζει και κατατυραννάει, και καταδικάζει με αναρίθμητους κινδύνους και τιμωρίες όσους προτίμησαν να την υπηρετήσουν. Και ενώ είναι φοβερά και αμείλικτος, αγρία και σκληρή, και έχει πρόσωπο βαρβάρου, μάλλον δεν θηριώδες, και από λύκο και λέοντα αγριότερο, φαίνεται ότι είναι ευγενική και ποθητή και γλυκυτέρα από το μέλι εις όσους αιχμαλωτισθούν από αυτήν.

Και χαλκεύει εναντίον των κάθε ημέρα ξίφη και όπλα και ανασκάπτει βάραθρα, και τους οδηγεί εις κρημνούς και εις σκοπέλους και πλέκει άπειρα δίκτυα τιμωρίας εναντίον των και φαίνεται ωσάν να κάμει αυτούς αξιοζήλευτους, τόσο εις αυτούς τους ιδίους που έχουν κυριευθεί, όσο και εις εκείνους που επιθυμούν να κυριευθούν. Και όπως ο χοίρος που κυλίεται εις τον αύλακα και εις τον βόρβορο ευχαριστείται και απολαμβάνει, και όπως οι κάνθαροι που ανακατεύουν συνεχώς την κοπριά, έτσι λοιπόν και όσοι εκυριεύθησαν από την φιλαργυρία είναι περισσότερο δυστυχισμένοι και από αυτά τα ζώα. Διότι αυτή η αηδία είναι μεγαλύτερη και βρoμερώτερος ο βούρκος. Διότι ενώ διέρχονται την ζωή των μέσα εις το πάθος αυτό, νομίζουν ότι αποκομίζουν από αυτό πολλή ηδονή. Αυτό δε οφείλεται όχι εις την φύση τους πράγματος, αλλά εις την μεγάλη μωρία της αρρώστου ψυχής. Αυτό δε είναι χειρότερο από την αλογία των ζώων εκείνων. Όπως λοιπόν εις τον βούρκο και την κοπριά, αιτία δεν είναι η κοπριά και ο βούρκος, αλλά η αλογία των ζώων που έχουν πέσει μέσα, έτσι να σκεφθείς σχετικά και με τους ανθρώπους.

Και πως μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτούς που ευρίσκονται εις αυτήν την κατάσταση; Αν ήθελαν να ανοίξουν τα αυτιά τους, να καθαρίσουν τον νου τους και να δεχθούν τα λεγόμενα. Διότι τα μεν άλογα ζώα να τα μετατοπίσει κανείς και να τα απομακρύνει από την ακάθαρτο διαμονή των δεν είναι δυνατόν. Διότι στερούνται λογισμού. Το δε ημερότερο τούτο γένος, το οποίο έχει προικισθεί με σκέψη και λόγο, εννοώ τον άνθρωπο, αν θέλει, είναι εύκολο και μάλιστα πολύ εύκολο να τον απαλλάξεις από τον βόρβορο εκείνον και την δυσωδία και από την κοπριά και από την αηδία. Δια ποιον λόγο, άνθρωπε, σου φαίνεται ότι ο πλούτος είναι πολυπόθητος; Δια την απόλαυση που απορρέει από τα τραπέζια; Δια την τιμή και την περιποίηση που παρέχει με τους υπηρέτες; Δια το ότι μπορεί και τους αδικούντας να αντιμετωπίζει και να είναι εις όλους φοβερός; Διότι δεν θα μπορούσες να αναφέρεις άλλες αιτίες, παρά την ηδονή, και την κολακεία, τον φόβο και την τιμωρία.

Διότι οι πλούτος ούτε σοφότερο, ούτε φρονιμότερο, ούτε καλύτερο, ούτε συνετότερο συνηθίζει να κάνει τον άνθρωπο, ούτε χρηστό, ούτε φιλάνθρωπο, ούτε δυνατότερο από την οργή, ούτε καλύτερο από την κοιλία, ούτε ανώτερο από τας ηδονάς. Δεν μαθαίνει τον άνθρωπο να είναι μετριοπαθείς, ούτε τον διδάσκει να είναι συνεσταλμένος, ούτε κάποιο άλλο μέρος της αρετής εισάγει και φυτεύει εις την ψυχή. Ούτε μπορείς να ειπείς διατί είναι εις εσένα αυτός περισσότερο περιζήτητος και περισσότερο ποθητός από τους άλλους. Διότι όχι μόνον δεν γνωρίζει να φυτεύει ή να καλλιεργήσει κανένα από τα αγαθά, αλλά και αν ακόμη τα εύρη συγκεντρωμένα, τα βλάπτει, τα εμποδίζει, τα καταξηραίνει. Μερικά δε και τα ξεριζώνει και φυτεύει τα αντίθετα αυτών, ακολασίαν άμετρον, θυμόν άκαιρον, οργήν άδικον, αλαζονείαν, υπερηφάνειαν, μωρίαν. Αλλ’ ας μη ομιλήσω περί αυτών. Διότι αυτοί που έχουν κυριευθεί από την ασθένεια αυτήν δεν ανέχονται να ακούσουν περί αρετής και κακίας, επειδή είναι όλοι παραδεδομένοι εις την ηδονή και δουλεύουν εις αυτήν, δεν ανέχονται να βλέπουν ότι κατηγορούνται και συγχρόνως ελέγχονται.

Εμπρός λοιπόν ας αφήσουμε ως εδώ τον λόγο δια το θέμα αυτό, και ας φέρουμε τα υπόλοιπα εις το μέσο, και ας ίδωμεν αν έχει κάποια ηδονή ο πλούτος, κάποια τιμή. Διότι εγώ βλέπω τελείως το αντίθετο. Και αν θέλετε ας εξετάσουμε πρώτον τας τράπεζας των πλουσίων και των πτωχών, και ας ερωτήσουμε αυτούς που γευματίζουν, ποίοι είναι εκείνοι που απολαμβάνουν την καθαρά και γνήσια ηδονή; Αυτοί οι οποίοι περνούν την ημέρα τους ξαπλωμένοι επάνω εις κλίνη και συνδέουν τα βραδινά δείπνα με τα μεσημβρινά, και τρώγουν μέχρι σκασμού, και ανάβουν τας αισθήσεις, και με το υπέρογκο φορτίο των τροφών κάνουν το πλοίο να βυθίζεται και να πλημμυρίζει, και καταπνίγουν την ψυχή εις το ναυάγιο του σώματος και επινοούν δεσμά δια τα πόδια, τα χέρια και την γλώσσα, και περισφίγγουν όλο το σώμα τους με τα δεσμά της μέθης και της ακολασίας τα οποία είναι χειρότερα από τα δεσμά σιδηράς αλυσίδας, και δεν έχουν ύπνο ήσυχο και καθαρό, και ούτε είναι απαλλαγμένοι από όνειρα φοβερά και είναι πιο δυστυχισμένοι από τους τρελούς, και εισάγουν μέσα εις την ψυχή τους δαίμονα αδιάντροπο, και γίνονται περίγελος εις τους υπηρέτες τους, μάλλον δε και τραγωδία και δακρύων αφορμή εις τους καλυτέρους εξ αυτών, και δεν γνωρίζουν κανένα από τους παρόντες, ούτε μπορούν να ακούσουν και να ειπούν κάτι, αλλά ορμητικά οδηγούνται από τα ανάκλιντρα εις την κλίνη;

Ή εκείνοι που προσέχουν και επαγρυπνούν και αναλόγως της ανάγκης κανονίζουν το μέτρο και πλέουν γαλήνια εις την ζωή τους ωσάν το καλύτερο καρύκευμα εις τας τροφάς και εις τα ποτά έχουν την πείνα και την δίψα; Διότι τίποτε δεν φέρει τόση ηδονή και υγεία, όση το να εγγίζει κανείς την τράπεζα όταν πεινά και διψά και να γνωρίζει ωσάν χόρτασμα μόνον την ανάγκην και να μην υπερβαίνει τα όρια της, ούτε να εισάγει εις το σώμα του βάρος μεγαλύτερο από ό,τι μπορεί να σηκώσει.

Και αν απιστείς εις τον λόγο μου παρατήρησε καλά τα σώματα και των δύο, και την ψυχή εκάστου. Δεν είναι τα σώματα εκείνων που διαιτώνται με εγκράτεια (διότι μη μου αναφέρεις αυτό που σπανίως συμβαίνει, και αν υπάρχουν ασθενείς από κάποια άλλη περίσταση, αλλά συμπέρανε από όσα πάντοτε και συνεχώς συμβαίνουν), δεν είναι τα σώματα των διαιτωμένων με εγκράτεια εύρωστα και οι αισθήσεις τους δυναμωμένες, επιτελώντας το έργο τους με πολλή ευκολία; Των δε άλλων πλαδαρά και περισσότερο μαλακά από τον κηρόν και πολιορκούμενα από πλήθος νοσημάτων; Διότι και ποδάγραι τους καταλαμβάνουν, και τρέμουλα αδικαιολόγητος, και γήρας πρόωρο, και πονοκέφαλοι, και πρηξίματα, και στομαχικές διαταραχές, και ελλείψεις ορέξεως, και διαρκώς έχουν ανάγκη ιατρών και συνεχών φαρμάκων και καθημερινής θεραπείας. Λοιπόν ειπέ μου, είναι αυτά ίδιον της ηδονής; Και ποιος από τους γνωρίζοντας τα πράγματα θα ειπεί τι είναι ηδονή; Διότι η ηδονή γίνεται τότε όταν προηγηθεί η επιθυμία και μετά ακολουθήσει η απόλαυση. Αν όμως υπάρχει απόλαυση, επιθυμία δε πουθενά δεν φαίνεται, η ηδονή φεύγει και εξαφανίζεται. Δια τούτο ακριβώς και οι ασθενείς, αν και έχουν ενώπιον των εξαίρετα φαγητά, αισθάνονται ναυτία, και φαίνονται να ενοχλούνται καθώς τα τρώγουν επειδή λείπει απ’ αυτούς η όρεξη η οποία κάνει την απόλαυση γλυκύτατη. Διότι ούτε τα τρόφιμα αυτά καθ’ αυτά, ούτε τα ποτά, αλλά η όρεξη των εσθιόντων έχει την δύναμη και γεννά την επιθυμία, και προξενεί την ευχαρίστηση.

Δια τούτο και κάποιος σοφός άνδρας, ο οποίος εγνώριζε τα περί της ηδονής ακριβώς και ήξερε να φιλοσοφεί περί τούτων, έλεγε: «ο υπερχορτασμένος με τροφή απαξιοί την κηρήθραν» δεικνύων ότι η ηδονή έγκειται όχι εις την φύση της τραπέζης, αλλά εις την διάθεση των ανθρώπων που τρώγουν. Δια τούτο και ο προφήτης απαριθμώντας τα θαύματα που έγιναν εις την έρημο και εις την Αίγυπτο μεταξύ των άλλων είπε και τούτο ότι «εχόρτασεν αυτούς με μέλι εκ πέτρας». Αν και πουθενά δεν φαίνεται ότι η πέτρα ανέβλυσε μέλι δι’ αυτούς. Τι λοιπόν σημαίνει το λεχθέν; Επειδή ήσαν κουρασμένοι από τον πολύ κόπο και την οδοιπορία και ήσαν κυριευμένοι από μεγάλη δίψα, έπιπταν εις τα ψυχρά ύδατα, έχοντας αντί μεγάλου ορεκτικού την δίψα, δια να παραστήσει την ηδονή εκείνων των πηγών είπε το νερό μέλι, όχι επειδή πράγματι έγινε μέλι, αλλά επειδή η ηδονή του νερού συνηγωνίζετο την γλυκύτητα του μέλιτος, επειδή προσέπεσαν εις αυτό διψώντας αυτοί οι οποίοι απήλαυσαν αυτό. Αφού λοιπόν αυτά έτσι έχουν, και κανείς δεν δύναται να αντιλέγει ακόμη και αν είναι υπερβολικά αναίσθητος, δεν είναι ολοφάνερο ότι η καθαρά και ειλικρινής και δυνατή ηδονή ευρίσκεται εις τας τράπεζας των φτωχών; Και ότι εις τα τραπέζια των πλουσίων η αηδία, η βδελυγμία και ο μολυσμός; Καθώς είπε ο σοφός εκείνος άνδρας «και αυτά που έχουν γλυκύτητα φαίνεται ότι παρενοχλούν».

Αλλά θα ειπεί κάποιος ότι ο πλούτος παρέχει τιμή εις όσους τον έχουν, και τους κάνει ικανούς να αντιμετωπίζουν τους εχθρούς με ευκολία. Δια τούτο λοιπόν, ειπέ μου, σας φαίνεται ποθητός και περιζήτητος, δια το ότι τρέφει εντός μας τα χειρότερα πάθη, οδηγεί εις έξαψη την οργή και μεγαλοποιεί τας πομφόλυγας της δοξομανίας, και προτρέπει και παρακινεί προς την υπερηφάνεια; Όμως δι’ αυτό κυρίως πρέπει να τον αποφεύγουμε υποχρεωτικός, διότι εισάγει εντός μας μερικά θηρία άγρια και φοβερά, και μας στερεί της πραγματικά μεγαλυτέρας από όλας τιμής, και μας χαρίζει την αντίθετον φήμην, δίδων εις αυτήν χρώμα εκείνης και έτσι την παρουσιάζει εις τους απατημένους, και τους πείθει να νομίζουν ότι αυτή είναι εκείνη, ενώ εις την πραγματικότητα δεν είναι, αλλά μόνον κατά την όψιν φαίνεται ότι είναι. Όπως δηλαδή τα κάλλη των πορνών γυναικών, τα οποία γίνονται με φκιασίδια και με βαφάς και στερούνται της ωραιότητος, την δε αισχράν άσχημον όψιν κάμνουν να φαίνεται καλή και ωραία εις αυτούς που απατούν, ενώ δεν είναι. Έτσι ακριβώς και ο πλούτος δια της βίας παρουσιάζει την κολακεία ως τιμή.

Μη βλέπεις όσους επαίνους γίνονται φανερά δια φόβο και καλόπιασμα, διότι αυτά είναι τα χρώματα και οι σκιές, αλλά εξέτασε την συνείδηση του καθενός από αυτού του είδους τους κόλακας, και θα ιδείς μέσα να σε καταδικάζουν αναρίθμητοι κατήγοροι, να σε αποστρέφονται και να σε μισούν χειρότερα και από τους μεγαλύτερους εχθρούς και αντιπάλους σου. Και αν κάποτε το προσωπείο που δημιούργησε αυτός ο φόβος μπορούσε να το αφανίσει και να το φανερώσει κάποια μεταβολή των πραγμάτων, τότε θα ιδείς καλά, όπως ακριβώς εάν άφηνε ο ήλιος εις τα πρόσωπα εκείνα θερμότερη ακτίνα, ότι καθ’ όλον τον προηγούμενο καιρό ευρίσκετο εις την μεγαλυτέραν περιφρόνηση εκείνων οι οποίοι τόσο πολύ σε εμίσουν και σε περιέλουον κατά διάνοια με αναρίθμητους ύβρεις και επεθύμουν να σε ίδουν εις τας μεγαλυτέρας συμφοράς. Διότι τίποτε άλλο δεν μπορεί τόσο να γεννήσει την εκτίμηση, όσο η αρετή, εκτίμηση όμως όχι καταναγκασμένη, όχι πλαστή, ούτε κρυμμένη με προσωπείο απάτης, αλλά αληθινή και γνήσια που από καμία δύσκολη δεν περίσταση δεν ανατρέπεται.
Αλλά θέλεις να εκδικηθείς αυτούς που σε αδικούν; Και δια αυτόν λοιπόν κυρίως τον λόγο, όπως προ ολίγου ανέφερα, πρέπει να αποφεύγεται ο πλούτος. Διότι σε ωθεί να βυθίζεις το ξίφος εις τον εαυτό σου και καθιστά βαρύτατες τις ευθύνες σου εις την άλλη ζωή και τας τιμωρίας ανυπόφορους.

Διότι τόσο μεγάλο κακό είναι το να ανταποδίδεις το κακό, ώστε και την φιλανθρωπία του Θεού διώχνει, και την συγχώρηση που έχει δοθεί δια τα αμέτρητα αμαρτήματα την καθιστά άκυρον. Διότι αυτός που έλαβε την άφεση δια το χρέος των μυρίων ταλάντων, και που εδέχθη τόση δωρεά μόνον με την παράκλησή του, επειδή ζήτησε εκατό δηνάρια οφειλόμενα εις αυτόν από τον σύνδουλό του, ήτοι, επειδή ζητούσε να τιμωρηθεί αυτός που τον αδίκησε, προεκάλεσε την καταδίκη εναντίον του εαυτού του εξ αιτίας του πάθους που επέδειξε εις τον συνάνθρωπό του. Και δια τίποτε άλλο, παρά μόνο δι’ αυτό παρεδόθη εις τους βασανιστές και κακοποιήθηκε και διετάσσετο να επιστρέψει τα μύρια τάλαντα. Δεν έτυχε καμιάς συγνώμης, ούτε απολογίας, αλλά υπέφερε φοβερά και διετάχθη να επιστρέψει ολόκληρο το χρέος, το οποίο προηγουμένως η φιλανθρωπία του Θεού του είχε χαρίσει. Δια τούτο λοιπόν, ειπέ μου, είναι περιζήτητος ο πλούτος εις σε, επειδή σε οδηγεί εύκολα εις τοιαύτη αμαρτία; Ακριβώς λοιπόν δι’ αυτόν τον λόγο  πρέπει να τον αποστρέφεσαι ως εχθρό και αντίπαλο και γεμάτο από πολλούς φόνους.

Αλλά η πτώχεια, λέγει, κάποιος, μας κάνει να δυσφορούμε, και πολλές φορές να εκστομίζουμε βλασφημίες και να υποφέρουμε πράγματα δουλοπρεπή. Όχι η πτώχεια, αλλ’ η μικροψυχία, καθόσον και ο Λάζαρος ήταν πτωχός, και μάλιστα πολύ πτωχός, και μαζί με την πτώχεια είχε και ασθένεια πικρότερη από κάθε πτώχεια, η οποία έκανε και αυτήν την πτώχεια βαρύτερη και μαζί με την ασθένεια ήταν έρημος και προστασίας και εστερείτο θεραπείας και περιποιήσεως πράγματα που έκαναν την πτώχεια και την ασθένεια πικρότερη. Διότι το κάθε ένα απ’ αυτά και μόνον του είναι οδυνηρό, όταν δε δεν υπάρχουν και αυτοί που θα τον περιποιηθούν, το κακό γίνεται μεγαλύτερο, η φλόγα φοβερότερη, η οδύνη πικρότερη, ο χειμών αγριότερος, η τρικυμία σφοδρότερη, η κάμινος φλογωδεστέρα. Και αν ήθελε κάποιος να εξετάσει με προσοχή, μαζί με αυτά υπήρχε και ένα άλλο τέταρτον κακό, η αφθονία και η καλοζωία του πλούσιου γείτονά του. Και αν θέλεις να εύρωμεν και κάποιο άλλο πέμπτον κακό, το οποίο του υπέκκαιε την φλόγα, και τούτο θα το ιδείς καλώς εις αυτόν. Διότι όχι μόνον ζούσε τρυφηλώς ο πλούσιος εκείνος, αλλά και δια δεύτερη και τρίτη φορά και ακόμη πολλές φορές την ημέρα τον έβλεπε να ζει με πολυτέλεια, διότι έκειτο εις την είσοδό του, φοβερό θέαμα ελεεινής τραγωδίας, που μπορούσε να κατασυγκινήσει και πέτρινη ψυχή μόνον που θα τον έβλεπε. Και όμως ούτε αυτό έκαμε τον απάνθρωπο εκείνον εις το να βοηθήσει την πτώχεια εκείνη. Αλλά εκείνος μεν παρέθετε συβαριτική τράπεζα, (η Σύβαρις ήταν αρχαία ελληνική αποικία εις την Κάτω Ιταλία, ήτο πλουσιότατη, και οι κάτοικοι την πόλεως αυτής κατέστησαν περιβόητοι δια τα συμπόσια, τας ηδονάς και τας απολαύσεις), και είχε πλήρη τα ποτήρια, και οίνο που εχύνετο άφθονος, και λαμπρά στρατόπεδα μαγείρων και συντρόφους και κόλακας το πρωί, και παρέες από τραγουδιστές, κεραστές, γελωτοποιούς, και περνούσε την ζωή του αναζητών κάθε είδος ασωτίας, και εις την μέθη και την κραιπάλη, και εις την ενδυμασία και εις τα φαγοπότια και εις άλλες πολλές απολαύσεις.

Αυτόν δε, ενώ τον έβλεπε καθημερινώς να υποφέρει από άγρια πείνα και ασθένεια πικροτάτη, να βασανίζεται από τόσες πληγές, να είναι εντελώς απομονωμένος και να έχει όλα τα βάσανα τα οποία φέρνουν αυτά που ανέφερα, ουδέποτε τον εσκέπτετο. Και ενώ οι περί αυτόν παράσιτοι και οι κόλακες έτρωγαν πέρα του δέοντος, πτωχός, τόσο πτωχός, και ευρισκόμενος εις τόσα κακά, ούτε ψίχουλα απολάμβανε από το τραπέζι εκείνο, αν και τα επιθυμούσε τόσο πολύ. Και όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τον έβλαψε, δεν είπε λέξη πικρή, δεν ξεστόμισε λόγο βλάσφημο, αλλ’ όπως ο χρυσός εις την πλέον δυνατή φωτιά καθαρίζεται και γίνεται περισσότερο λαμπρός, έτσι ακριβώς και εκείνος ενοχλούμενος υπό των παθημάτων εκείνων που ήτο ανώτερος από όλα, ακόμα και από την ταραχή που προξενείτε εις τους πολλούς εξ αιτίας αυτής της καταστάσεώς του. Διότι αν απλώς οι πτωχοί όταν βλέπουν τους πλούσιους, λιώνουν από τον φθόνο και βασανίζονται από την ζήλια και θεωρούν τον βίο τους αβίωτο, και τούτο ενώ διαθέτουν επαρκή τα αναγκαια τρόφιμα και έχουν θεράποντες, ο πτωχός αυτός, που ήτο πτωχότερος όλων, και όχι μόνον πτωχός αλλά και ασθενής, και δεν είχε κανένα προστάτη και παρήγορο, αλλ’ έκειτο εις το μέσον της πόλεως ως εις εσχάτη ερημιά και έλιωνε από άγρια πείνα, και  έβλεπε ότι όλα τα αγαθά έτρεχαν εις εκείνον αφθονότατα σαν από πηγές, και δεν απολάμβανε καμία ανθρώπινη παρηγοριά, εις δε τας γλώσσας των σκύλων ήτο αφημένος ωσάν καθημερινή τράπεζα (διότι τόσον αδύνατον και παραλυμένο ήτο το σώμα του, ώστε να μην μπορεί να διώξει ούτε εκείνους), τι δεν θα έπασχε αν δεν ήτο τόσο γενναίος και πιστός; Βλέπεις λοιπόν ότι όποιος δεν αδικεί τον εαυτόν του, και αν ακόμη αδικείται από όλους, δεν πάσχει κανένα κακό; Διότι θα επαναλάβω πάλι τον ίδιο λόγο.

Διότι τι προξένησε η ασθένεια εις τον πτωχό Λάζαρο; Τι η έλλειψη των προστατών; Τι η έφοδος των σκύλων; Τι η γειτονία του προς τον κακόν πλούσιο; Και εις τι ζημίωσε τον αθλητή τούτον η μεγάλη πολυτέλεια και υπερηφάνεια και η ηθική φαυλότης εκείνου; Μήπως τον κατέστησε ασθενέστερο δια τους υπέρ της αρετής αγώνες; Και τι έβλαψε την ψυχική του δύναμη; Πουθενά τίποτε. Μάλιστα δεν τα τόσα πολλά δεινά και η σκληρότης του πλουσίου εκείνου τον δυνάμωσαν περισσότερο και έγιναν αφορμή εις αυτόν δι’ αναρίθμητους στεφάνους, και προσέθεσαν εις αυτόν βραβεία και αύξηση μισθού και αιτία δια μεγαλύτερες αμοιβές. Διότι δεν εστεφανώνετο μόνον δια την πτώχεια του, ούτε δια την πείνα, ούτε δια το ότι ενώ είχε τοιούτον γείτονα, και ενώ κάθε ημέρα εβλέπετο από αυτόν, και περιεφρονείτο διαρκώς, με γενναιότητα και με πολλή καρτερία υπέμεινε τον πειρασμό τούτον, ο οποίος όχι ολίγον, αλλά πάρα πολύ έκαιε την πενία του και την ασθένειά του και την εγκατάλειψή του.
Και τι έπαθε ο μακάριος Παύλος, ειπέ μου; Τίποτε δεν με εμποδίζει να ξανααναφέρω τον άνδρα. Μήπως δεν δέχθηκε αδιάκοπη βροχή από δοκιμασίες; Εις τι λοιπόν εβλάβη εκ τούτου; Μήπως δεν εστεφανώνετο πολύ περισσότερο εκ τούτων, εκ του ότι ελιμοκτόνει, εκ του ότι πολλά υπέφερε από το κρύο και την γυμνότητα, εκ του ότι πολλές φορές επληγώνετο με μαστίγια, εκ του ότι ελιθοβολείτο, εκ του ότι εναυάγει; Αλλ’ εκείνος ήτο Παύλος, λέγει κάποιος, και εκλεκτός του Χριστού.

Και όμως και ο Ιούδας ήτο εις των δώδεκα, και εκλεκτός και αυτός του Χριστού, αλλ’ ούτε το ότι ήτο εις τους δώδεκα, ούτε η κλήσις τον ωφέλησε, επειδή δεν είχε διάθεση ρέπουσα προς την αρετή. Αλλ’ ο μεν Παύλος, αν και επάλαιε προς την πείνα, αν και εστερείτο της αναγκαιας τροφής, αν και έπασχε τόσα κάθε ημέρα, με πολλή προθυμία έτρεχε την οδό η οποία οδηγεί εις τον ουρανό. Εκείνος δε, αν και προ αυτού εκλήθη, αν και απήλαυσε τα αυτά με εκείνον, αν και εμυήθη εις την ανωτάτη φιλοσοφία, αν και μετέσχεν εις τράπεζα ιερή και εις τα φοβερότερα εκείνα δείπνα και έλαβε τόση χάρη, ώστε και νεκρούς να εγείρη και λεπρούς να καθαρίζει και δαίμονας να εκδιώκει και άκουσε πολλές φορές τους περί ακτημοσύνης λόγους, και επί τόσον χρόνο συνανεστράφη με τον ίδιον τον Χριστόν, και έγινε ταμίας των χρημάτων των πτωχών, δια να έχει με αυτό παρηγοριά εις το πάθος του (διότι ήτο κλέπτης), ούτε ύστερα από όλα αυτά βελτιώθηκε, αν και απήλαυσε τόση επιείκεια από τον Σωτήρα. Επειδή δηλαδή εγνώριζε ο Χριστός ότι ήταν φιλάργυρος και θα κατεστρέφετο εξ αιτίας της υπερβολικής του αγάπης προς τα χρήματα, όχι μόνον δεν τον ετιμώρησε τότε δια τούτο, αλλά δια να καταπραΰνει το πάθος του, ενεπιστεύθη εις αυτόν και τα χρήματα των πτωχών δια να μπορέσει να χορτάσει την φιλοχρηματία του και να μην καταπέσει εις το φρικτό εκείνο βάραθρο, προλαμβάνων έτσι δια του μικρότερου κακού το μεγαλύτερο.

Έτσι λοιπόν εις όλες τις περιπτώσεις εκείνον ο οποίος δεν θέλει να αδικεί τον εαυτόν του, κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να τον αδικήσει. Εκείνον δε ο οποίος δεν θέλει να προσέχει και να προσφέρει μόνος του ό,τι μπορεί, κανείς ποτέ δεν θα τον ωφελήσει. Δια τούτο προς χάριν σου και η θαυμάσια ιστορία των Γραφών, ωσάν εις κάποια εικόνα υψηλή και μεγάλη και πολύ πλατειά, ανέγραψε τους βίους των παλαιών, και επεξέτεινε την διήγηση από του Αδάμ μέχρι της παρουσίας του Χριστού. Και σου δεικνύει τους νικημένους και τους στεφανωμένους, δια να σε διδάξει δι’ όλων αυτών, ότι εκείνον ο οποίος δεν αδικείται από τον εαυτόν του, κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να αδικήσει, και αν ακόμη ολόκληρη η οικουμένη εγείρη εναντίον του σκληρό πόλεμο. Διότι ούτε δυσκολία πραγμάτων, ούτε αλλαγές περιστάσεων, ούτε αρχόντων απειλές, ούτε βροχές από κατατρεγμούς, ούτε πλήθος από συμφορές, ούτε όλος ο συρφετός όλων των ανθρώπινων κακών αν συγκεντρωθεί, μπορεί να μετακινήσει καθόλου τον γενναίο, τον πρόθυμο, τον προσεκτικό. Όπως πάλι τον ράθυμο και αμελή και προδομένο από τον ίδιον τον εαυτό του, και αν ακόμα τον περιβάλλουν αναρίθμητες φροντίδες του, δεν τον κάνουν καθόλου καλύτερον. Αυτό μας εφανέρωσε και η παραβολή περί των ανθρώπων εκείνων εκ των οποίων ο μεν έκτισε την οικία του επί της πέτρας, ο δε επί της άμμου.

Και τούτο ελέχθη όχι δια να εννοήσουμε άμμο και πέτρα, ούτε οικοδομή λίθων και οροφή, ούτε ποταμούς και βροχή και ανέμους σφοδρούς που προσβάλλουν τας οικοδομάς, αλλά δια να εκλάβουμε αυτά ως αναφερόμενα εις την αρετή και την κακία, και να ίδωμεν έτσι, ότι εκείνον ο οποίος δεν αδικεί τον εαυτόν του, δεν αδικεί κανείς. Λοιπόν ούτε η βροχή, αν και έπεσε ραγδαίως, ούτε οι ποταμοί που προσέπιπταν με πολλή ορμή, ούτε οι άγριοι άνεμοι που εκτύπησαν με μεγάλη δύναμη εσάλευσαν την οικία εκείνη. Αλλ’ έμεινε και ακατάβλητος και ακίνητος. Δια να μάθεις, ότι εκείνον ο οποίος δεν προδίδει τον εαυτόν του, ουδεμία δοκιμασία δύναται να βλάψει. Η δε οικία του άλλου κατέρρεε ευκόλως, όχι βέβαια εξ αιτίας της προσβολής των εναντίον της στοιχείων (διότι αν συνέβαινε αυτό εξ αιτίας τούτου και η άλλη το ίδιο θα υφίστατο) αλλά εξ αιτίας της ιδικής του ανοησίας. Διότι δεν έπεσε η οικία επειδή εφύσησεν άνεμος, αλλά επειδή ήτο κτισμένη επάνω εις την άμμο, δηλαδή επί της ραθυμίας και της πονηρίας. Διότι και πριν να έλθει και να την πλήξει η θύελλα εκείνη, δεν ήτο στερεά και ήτο έτοιμη να πέσει. Διότι οι οικοδομές αυτές και τίποτε αν δεν τις ενοχλεί, καταπίπτουν αυτομάτως, επειδή υποχωρούν τα θεμέλιά τους και φθείρονται από παντού. Και όπως οι μεν αράχνες αυτομάτως διασπώνται, χωρίς κανείς να τις βλάπτει, το δε διαμάντι και όταν ακόμη κτυπιέται μένει αδιάλυτο, έτσι ακριβώς και όσοι δεν αδικούν τους εαυτούς τους, και αν προσβάλλονται από μύριους, γίνονται ισχυρότεροι. Όσοι δε προδίδουν τους εαυτούς τους, και αν δεν τους ενοχλεί κανείς, μόνοι τους πίπτουν και διαλύονται και χάνονται. Όπως ακριβώς και ο Ιούδας εχάθη, όχι μόνον χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς πειρασμός, αλλά και ενώ απήλαυε πολλή καλοσύνη.

Θέλεις να σου αποδείξω ότι αυτό ισχύει και επί ολόκληρων λαών; Πόσης πρόνοιας έτυχε ο Ιουδαϊκός λαός; Δεν εχρησιμοποιείτο όλη η ορατή κτίσις προς υπηρεσία αυτών; Και δεν εδίδετο εις αυτούς ένας νέος και παράξενος τρόπος ζωής; Διότι, χωρίς να πηγαίνουν εις αγορά ελάμβαναν ό,τι είχαν ανάγκην, χωρίς να δώσουν χρήματα. Ούτε αυλάκια άνοιγαν, ούτε το άροτρο έσυραν, ούτε την γη  έσκαπταν, ούτε σπόρους έρριπταν, ούτε είχαν ανάγκη βροχών και ανέμων και των εποχών του έτους, ούτε της ακτίνας του ηλίου, ούτε της πορείας της σελήνης, ούτε του αέρος της φύσεως, ούτε κανένα άλλο από αυτά. Δεν έκαναν αλώνι, ούτε έτριβαν καρπό, ούτε είχαν ανάγκη ανέμου προς χωρισμό του σίτου από τα άχυρα, ούτε γύριζαν χερόμυλο, ούτε έκτιζαν φούρνο, ούτε έφεραν μέσα εις το σπίτι ξύλα και φωτιά, ούτε εχρειάζοντο αρτοποιητική τέχνη, ούτε μετεχειρίζοντο δικέλλα, ούτε ακόνιζαν δρεπάνι, ούτε είχαν ανάγκη από κάποια άλλη τέχνη, την υφαντική, εννοώ, και την οικοδομική και την υποδηματοποιία. Αλλά το παν εις αυτούς ήταν ο λόγος του Θεού. Και είχαν τράπεζα στρωμένη, χωρίς ιδρώτες και κόπους. Τέτοιο ήταν το μάννα, φρέσκο και νωπό και δεν παρείχε εις αυτούς καμία δυσκολία και ούτε βασάνιζε αυτούς με κόπο. Και τα ενδύματά τους, και τα υποδήματα, και τα ίδια τα σώματα των ελησμόνησαν την ασθένειά των, διότι εις χρόνο τόσο μεγάλο ούτε εκείνα ετρίβοντο, ούτε τα πόδια των εσκλήρυναν παρά τις τόσες πορείες. Ουδεμία ενθύμηση είχαν δι’ ιατρούς και φάρμακα και την άλλη θεραπευτική φροντίδα. Τόσο έλειπε από αυτούς κάθε ασθένεια.

«Διότι εξήγαγε αυτούς με άργυρο και χρυσό», λέγει, «και εις τας φυλάς των δεν υπήρχε κανείς ασθενής». Αλλά ωσάν να είχαν αφήσει τον κόσμο αυτόν, και να είχαν μετοικήσει εις άλλη καλύτερη οικουμένη έτσι έτρωγαν, έτσι έπιναν και ούτε η ακτίνα του ηλίου όταν εγίνετο θερμότερη έκαιε τα κεφάλια τους, διότι εμπόδιζε την φλόγα μία νεφέλη, η οποία αιωρείτο επάνω από αυτούς και εγίνετο κινούμενη στέγη δι’ όλον εκείνο το πλήθος. Αλλά ούτε κατά την διάρκεια της νυκτός είχαν ανάγκη από λαμπάδα, η οποία να διαχωρίζει το σκότος, αλλά είχαν άσβεστη πηγή φωτός την στήλη του πυρός, η οποία εκάλυπτε δύο ανάγκες, και τους εφώτιζε και τους κατηύθυνε εις την πορεία των. Διότι δεν ήταν μόνο φωτεινή, αλλά και από κάθε οδηγό ακριβέστερο κατηύθυνε εις την έρημο εκείνη το αναρίθμητο εκείνο πλήθος. Και εβάδιζαν όχι μόνον εις την ξηρά, αλλά και εις την θάλασσα, ως να ήτο ξηρά. Και περιεφρόνουν τις συνθήκες της φύσεως, διέβαινον το άγριο εκείνο πέλαγος, ωσάν να επερπατούσαν ανάμεσα από στερεά πέτρα και ασφαλές έδαφος. Και όταν μεν υπεβάσταζεν αυτούς το στοιχείο εκείνο ήτο ωσάν γη στερεά, και πεδιάδες ομαλαί, και αγροί. Όταν όμως εδέχετο τους εχθρούς των, ενήργει ως θάλασσα. Και εις αυτούς μεν έγινε όχημα, εις τους αντιπάλους των όμως τάφος. Τους μεν μετέφερε με ευκολία, τους δε κατέπνιγε με μεγάλη αγριότητα. Και η άτακτος ροή των υδάτων, εδείκνυε τάξη και υπακοή ανθρώπων λογικών και πολύ φρόνιμων, και έκανε άλλοτε μεν τον προστάτη, άλλοτε δε τον δήμιο, και εις μία την αυτήν ημέρα εφανέρωνε όλα μαζί τα αντίθετα.

Και τι να ειπεί κανείς δια τις πέτρες, οι οποίες ανέβλυσαν ποταμούς υδάτων; Και τι δια τα νέφη των πτηνών, τα οποία με το πλήθος των εσκέπασαν ολόκληρη την γη; Και τι δια τα θαύματα που έγιναν εις την Αίγυπτο; Και τι δια τα παράδοξα συμβάντα εις την έρημο; Τι δια τα τρόπαια και τις νίκες που εγίνοντο χωρίς αίμα; Διότι ενικούσαν τους αντιπάλους των ωσάν να εχόρευαν και όχι ωσάν να επολεμούσαν. Και τους μεν κυριάρχους τους ενίκησαν χωρίς όπλα, τους δε μετά την αναχώρησή τους από την Αίγυπτο μαχόμενους εναντίον του, ενικούσαν με σαλπίσματα και ύμνους. Και ήσαν χορός μάλλον παρά πόλεμος τα γινόμενα, μυσταγωγία μάλλον παρά μάχη. Διότι όλα αυτά τα τόσο μεγάλα έγιναν όχι μόνον δια τούτο, δια να τους δώσει αυτά που εχρειάζοντο, αλλά και δια να διατηρήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την διδασκαλία της θεογνωσίας, την οποία έδωκε εις αυτούς ο Μωυσής. Και από παντού ηκούοντο φωναί, αι οποίαι εμαρτύρουν τον Κύριον. Καθόσον και η θάλασσα εφώναζε τούτο, μεταβαλλόμενη άλλοτε μεν εις ξηρά, άλλοτε δε πάλι εις θάλασσα. και τα νερά του Νείλου άφηναν την ιδία φωνή με το να μεταβάλλονται εις αίμα. Και οι βάτραχοι, και το στρατόπεδο εκείνο των ακρίδων, και η κάμπη, και η ερυσίβη αυτά έλεγαν εις όλον τον λαό. Και τα εν τη ερήμω θαύματα, το μάννα, η στήλη του πυρός, η νεφέλη, τα ορτύκια, όλα τα άλλα έγιναν ωσάν βιβλίο τότε εις αυτούς και ωσάν γράμματα ανεξίτηλα, τα οποία καθημερινά διετηρούντο εις την μνήμη των έναυλα, και ηχούσαν εις την διάνοιά των.

Όμως ύστερα από τόση και τέτοια φροντίδα δι’ αυτούς, μετά τας ανεκφράστους εκείνας ευεργεσίας προς αυτούς, μετά το μέγεθος των θαυμάτων, μετά την ανείπωτον προστασία, μετά την διαρκή διδασκαλία, μετά την κατήχηση την από των λόγων, μετά την παραίνεση την από των έργων, μετά τας λαμπράς νίκας, μετά τα τρόπαια τα παράδοξα, μετά την αφθονία των τραπεζών, μετά την περίσσεια των υδάτων εκείνων, μετά την μεγάλη δόξα με την οποία περιεβλήθησαν εις ολόκληρο τον κόσμο, επειδή ήσαν αγνώμονες και αναίσθητοι, προσκύνησαν μόσχον, και ελάτρευαν κεφαλή βοός, και ήθελαν να τα αναγνωρίσουν θεούς, αν και είχαν εις την μνήμη τους προσφάτους τας εις την Αίγυπτον ευεργεσίας του Θεού, και αν και απελάμβανον και άλλα πολλά ακόμη. Ο λαός δε των Νινευϊτών, που ήτο βάρβαρος και αλλόφυλος, αν και εις τίποτε από τα παραπάνω δεν είχε μετάσχει, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, ούτε λόγους, ούτε θαύματα, ούτε έργα, ούτε διδασκαλίες, επειδή είδε κάποιον άνθρωπο να σώζεται από ναυάγιο, ο οποίος ουδέποτε προηγουμένως συνανεστράφη μαζί τους, αλλά τότε δια πρώτη φορά εμφανίζεται εις αυτούς, να λέγει, «ακόμη τρεις ημέρες και θα καταστραφεί η Νινευή», τόσο ήλλαξαν και έγιναν καλύτεροι εξ αιτίας των ολίγων αυτών λέξεων και αφού απέβαλαν την προηγούμενη κακία βάδισαν προς την αρετή δια της μετανοίας, ώστε να ανακαλέσουν την απόφαση του Θεού και να στερεώσουν την πόλη που εσείετο, και να απομακρύνουν την θεόπεμπτον οργή, και να απαλλαγούν από κάθε κακό. Διότι «είδε ο Θεός», λέγει, «ότι απεμακρύνθη κάθε ένας από τον πονηρό του δρόμο που ακολουθούσε και επέστρεψε εις τον Κύριον».

Πως απεμακρύνθη, ειπέ μου; Και όμως ήταν μεγάλη η κακία των, απερίγραπτος η πονηρία των, δυσκολοθεράπευτοι αι πληγαί των. Και αυτό ακριβώς εννοούσε ο προφήτης όταν έλεγε: «ανέβει η κακία των μέχρι τον ουρανό», φανερώνων με την απόσταση αυτήν το μέγεθος της κακίας των. Όμως την τόσο μεγάλη κακία, που τόσο εκορυφώθη και υψώθη, ώστε να φθάσει μέχρι του ουρανού, αυτήν εις τρεις ημέρες, εις χρόνο συντομώτατον, με ολίγας λέξεις, τας οποίας ήκουσαν από έναν άνθρωπο άγνωστο, ξένο, ναυαγό, τόσο την εξάλειψαν τόσο την εξαφάνισαν, τόσο την εκλώτσησαν, ώστε να αξιωθούν να ακούσουν τέτοιους λόγους, ότι «είδε ο Θεός ότι απεμακρύνθη κάθε ένας από την πονηράν οδόν που εβάδιζε και τους απήλλαξεν από την κακία την οποία είπε ότι θα κάνει εις αυτούς ο Θεός». Βλέπεις ότι ο φρόνιμος και προσεκτικός όχι μόνον καθόλου δεν ζημιώνεται από τους ανθρώπους, αλλά και ανατρέπει και την θεόσταλτον οργή;  Εκείνος όμως που προδίδει μόνος του τον εαυτόν του και τον καταζημιώνει, και αν ακόμα απολαύει αναριθμήτους ευεργεσίας, δεν κερδίζει τίποτε μεγάλο; Έτσι λοιπόν, ούτε τα τόσα θαύματα ωφέλησαν τους Ισραηλίτες καθόλου, ούτε εζημίωσε τους Νινευίτας η μη συμμετοχή εις αυτά. Επειδή όμως αυτοί ήσαν ευγνώμονες, άρπαξαν την μικρή ευκαιρία, έγιναν καλύτεροι, αν και ήσαν βάρβαροι και αλλόφυλοι και δεν είχαν ακούσει κανένα θείο χρησμό και κατοικούσαν πολύ μακριά από την Παλαιστίνη.

Ειπέ μου, έβλαψαν την αρετή των τριών νέων τα επελθόντα εις αυτούς δεινά; Ενώ ακόμη ήσαν νέοι, νεότατοι, εις ηλικία ανώριμη, δεν υπέμειναν την φοβερά εκείνη τιμωρία και αιχμαλωσία, και δεν έξωρίσθησαν εις την μακρινή εκείνη εξορία, και εχωρίσθησαν από την πατρίδα και την οικία των, και από τον ναό και τον βωμό, και από τις θυσίες και τις προσφορές και τις σπονδές, και από αυτές τις ψαλμωδίες ελθόντες εις ξένη γη; Διότι δεν ήταν απηγορευμένη εις αυτούς μόνον η οικία των, αλλά και πολλοί τρόποι της λατρείας των. Δεν παρεδόθησαν σε βαρβαρικά χέρια, και εις λύκους μάλλον παρά εις ανθρώπους, και το χειρότερο, μεταφερθέντες εις τόσο μακρινή και βάρβαρη χώρα, και εις αιχμαλωσία φοβερότατη, ούτε διδάσκαλο είχαν, ούτε προφήτη, ούτε άρχοντα; Διότι «δεν υπάρχει», λέγει, «άρχων ούτε προφήτης και ηγούμενος, ούτε τόπος δια να καρποφορήσουμε ενώπιόν σου και να εύρωμεν έλεος». Αλλά και εις βασιλική οικία εισήχθησαν, ωσάν εις κάποιον σκόπελο και κρημνό, και ωσάν εις πέλαγος γεμάτο από υφάλους και βράχους, χωρίς κυβερνήτη και καπετάνιο, και ναύτες, και πανιά, αναγκαζόμενοι να διαπλέουν την φοβερή εκείνη θάλασσα. Και ήσαν εγκεκλεισμένοι εις τα βασιλικά ανάκτορα ως εις δεσμωτήριο. Διότι επειδή εγνώριζον να φιλοσοφούν και ήσαν ανώτεροι των βιοτικών πραγμάτων, και περιεφρόνησαν όλη την ανθρώπινη ματαιοδοξία και έκαναν έτσι ελαφρά τα φτερά τους και εθεώρουν την παραμονή των εις την βασιλική οικία ως ένα ακόμη κακό επί πλέον. Διότι εάν μεν ήσαν έξω και εις ιδιωτική οικία θα απελάμβανον περισσότερη ελευθερία. Εισαχθέντες δε εις το δεσμωτήριο εκείνο (διότι ενόμιζαν ότι όλη εκείνη η πολυτέλεια δεν ήταν καθόλου καλύτερη από δεσμωτήριο, και κρημνούς και σκοπέλους) υπέμειναν αμέσως μεγάλη δυσκολία.

Διότι ο μεν βασιλεύς τους διέταξε να συμμετέχουν εις την τράπεζά του, την συβαριτική εκείνη, και ακάθαρτον και βέβηλον, εις αυτούς όμως επειδή τούτο ήτο απηγορευμένο από τον νόμο τους εφαίνετο χειρότερο από τον θάνατο. Και μόνοι ωσάν ορνία εν μέσω τόσων λύκων είχαν αποκλεισθεί. Και έπρεπε ή να λειώνουν από την πείνα, μάλλον δεν και να αποθάνουν, ή να τρώγουν από φαγητά απηγορευμένα. Τι κάνουν λοιπόν οι νέοι, οι ορφανοί, οι αιχμάλωτοι, οι ξένοι, οι δούλοι των διατασσόντων αυτά; Δεν θεώρησαν αρκετή απολογία των την ανάγκη, ούτε την τυραννική εξουσία του άρχοντος της πόλεως, αλλά σκέπτονται τα πάντα και κάνουν τα πάντα, ώστε να αποφύγουν την αμαρτία, αν και από παντού ήσαν αναγκασμένοι να την διαπράξουν. Διότι ούτε με χρήματα μπορούσαν να πείθουν. Πως θα το έκαναν αυτό αφού ήσαν αιχμάλωτοι; Ούτε με φιλία και συναναστροφή. Πως θα το έκαναν αυτό οι ξένοι; Ούτε με την δύναμη να νικήσουν. Διότι πως θα το κατόρθωναν αυτό οι δούλοι; Ούτε να υπερισχύσουν με το πλήθος. Πως θα το έκαναν αυτό οι τρεις μόνοι; Έρχονται λοιπόν και πείθουν με λόγους τον αξιωματούχο εκείνον, ο οποίος είχε αυτήν την εξουσία. Επειδή λοιπόν τον ευρήκαν περίφοβο και τρέμοντα και ανησυχούντα σφοδρώς περί της σωτηρίας του, και φόβος αφόρητος συνεκλόνιζε την ψυχή του. Διότι «φοβούμαι εγώ», λέγει, «τον κύριόν μου τον βασιλέα μήπως ιδεί κάποτε τα πρόσωπά σας σκυθρωπά περισσότερο από τα παιδιά της ηλικίας σας και με φονεύσει ο βασιλεύς», αφού τον απήλλαξαν από τον φόβο αυτόν, τον πείθουν να δώσει εις αυτούς την χάρη. Και επειδή όλα όσα μπορούσαν να κάνουν τα έκαναν, και ο Θεός εισέφερε το ιδικό του. Διότι δεν ήτο κατόρθωμα μόνον του Θεού αυτά που επρόκειτο να λάβουν εκείνοι ως ανταμοιβή, αλλά η αρχή και ο πρόλογος προήλθε από την γνώμη εκείνων και με την γενναιότητα και την ανδρεία απέσπασαν την βοήθεια του Θεού και επέτυχαν εκείνο το οποίο επιμόνως ήθελαν.

Βλέπεις λοιπόν ότι εκείνον ο οποίος δεν αδικεί τον εαυτόν του, δεν θα μπορέσει να τον ζημιώσει κανείς άλλος; Να λοιπόν και νεότης, και αιχμαλωσία, και ορφάνια και εξορία και απομόνωσις και έλλειψις προστασίας, και φοβερό διάταγμα και μεγάλος φόβος θανάτου πολιορκών την σκέψιν του ευνούχου, και πενία και ολιγότης, και παραμονή εν μέσω βαρβάρων, και το ότι είχον κυρίους τους εχθρούς των, και το ότι ήσαν παραδεδομένοι εις αυτάς τας βασιλικάς χείρας, και ο χωρισμός από όλους τους οικείους τους, και από ιερείς και προφήτας και η αποξένωσις από όλους του άλλους, οι οποίοι τους εκυβερνούσαν, και η στέρησις από σπονδάς και θυσίας, και η έλλειψις ναού και ύμνων, και τίποτε απ’ αυτά δεν τους έβλαψεν. Αλλά τότε ηυτύχησαν περισσότερον, παρά όταν εχαίροντο αυτά εις την πατρίδα των.

Και αφού επέτυχαν πρώτα αυτό το κατόρθωμα, και εφόρεσαν λαμπρόν στέφανον, και ετήρησαν τον νόμον εις την ξένην χώραν, και κατεπάτησαν τυραννικόν διάταγμα, και ενίκησαν τον φόβον του τρισαθλίου, και δεν εζημιώθησαν εις τίποτε από πουθενά, ωσάν να ευρίσκοντο εις την πατρίδα των και να απήλαυον όλα εκείνα, έτσι επέτυχον εύκολα αυτό το έργον, και εκαλούντο πάλιν εις άλλους αγώνας. Και πάλιν ήσαν οι ίδιοι και ήρχιζαν αγώνα φοβερώτερον του προηγουμένου, και άναβε δι’ αυτούς κάμινος, και παρετάσσετο εναντίον των βαρβαρικόν στρατόπεδον μαζί με τον Βασιλέα. Και εκινείτο όλη η περσική δύναμις και τα πάντα εμηχανώντο προς εξαπάτησιν και εκβιασμόν αυτών. Και διάφορα είδη μουσικής, και τιμωρίαι ποικίλαι, και απειλαί, και η θέα από παντού ήτο φοβερά, και τα λόγια φοβερώτερα από την θέαν. Αλλ’ όμως επειδή δεν επρόδωσαν τους εαυτούς των, αλλά έκαναν κάθε τι που εξηρτάτο από αυτούς ποτέ εις τίποτε δεν εζημιώθησαν. Αλλά και εφόρεσαν στεφάνους λαμπροτέρους από ό,τι προηγουμένως. Τους έδεσε λοιπόν ο Ναβουχοδονόσορ και τους έβαλε μέσα εις την κάμινον, όμως δεν τους έβλαψεν, αλλά και περισσότερον τους ωφέλησε και τους έκαμεν εδοξοτέρους. Και ενώ δεν είχαν ούτε ναόν (θα ειπώ πάλι τα ίδια), ούτε θυσιαστήριον, ούτε πατρίδα, ούτε ιερείς, ούτε προφήτας, ευρισκόμενοι εις ξένην και βάρβαρον χώραν, εις το μέσον της καμίνου, μεταξύ ολοκλήρου εκείνου του στρατεύματος, και ενώ έβλεπεν όλα αυτά ο βασιλεύς, ο οποίος και τα υποκινούσεν, έστησαν λαμπρόν τρόπαιον και εσημείωσαν περιφανή νίκην, ψάλλοντες την θαυμασίαν εκείνην και παράξενον ψαλμωδίαν, η οποία ψάλλεται έκτοτε μέχρι και σήμερα εις όλα τα μέρη της οικουμένης, και θα ψάλλεται και εις τας μετά ταύτα γενεάς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κανείς δεν αδικεί τον εαυτόν του, εις τίποτε δεν θα μπορέσουν οι άλλοι να τον βλάψουν. Και τούτο δεν θα παύσω να επαναλαμβάνω συνεχώς. Καθόσον εάν αιχμαλωσία, και δουλεία, και απομόνωσις, και εξορία, και στέρησις όλων των οικείων, και θάνατος, και εμπρησμός, και τόσος στρατός, και τόσον ωμός τύραννος, δεν μπόρεσαν τρείς παίδας νέους αιχμαλώτους, δούλους, ξένους, ευρισκόμενους εις ξένην γην, ουδόλως να βλάψουν εις την αρετήν των, αλλά μεγαλυτέραν αντιθέτως έδωκεν εις αυτούς παρρησίαν η εναντίον τους επιβουλή. Τι θα μπορέσει τότε να βλάψει τον προσεκτικόν άνθρωπον; Τίποτε, έστω και αν έχει εχθράν του ολόκληρον την οικουμένην. «Αλλ’ ο Θεός τότε», λέγει, «εβοήθησεν αυτούς και τους ήρπασε μέσα από την φλόγα». Βεβαίως, και συ αν κάνεις κάθε τι που εξαρτάται από εσένα, οπωσδήποτε θα επακολουθήσει η βοήθεια από τον Θεόν.

Πλην όμως εγώ θαυμάζω και μακαρίζω τους παίδας εκείνους, και λέγω ότι είναι άξιοι μιμήσεως, όχι δια το ότι κατεπάτησαν την φλόγα, και ενίκησαν την ενέργειαν του πυρός, αλλά δια το ότι εδέθησαν υπέρ των αληθινών δογμάτων, και ερρίφθησαν εις κάμινον, και παρεδόθησαν εις το πυρ. Εδώ ακριβώς ωλοκληρώθη η νίκη τους, και όταν ερρίφθησαν εις την κάμινον εστεφανώθησαν με στεφάνους, που και πριν να το φανερώσουν τα πράγματα ήρχισαν να πλέκωνται από τα λόγια εκείνα που με πολύ θάρρος και ελευθεροστομίαν έλεγαν, όταν ωδηγήθησαν ενώπιον του βασιλέως. «Δεν έχομεν ανάγκην δια να αποκριθώμεν εις αυτά. Διότι υπάρχει ο Θεός μας εις τους ουρανούς, τον οποίον λατρεύομεν, και είναι ικανός να μας βγάλει μέσα από την φωτιάν της καιομένης καμίνου και να μας γλυτώσει, βασιλεύ, από τα χέρια σου. Και εάν δεν γίνει αυτό να γνωρίζεις, βασιλεύ, ότι τους θεούς σου δεν τους λατρεύομεν, και την εικόνα που έστησες την χρυσή, δεν την προσκυνούμεν». Από αυτά τα λόγια τους ανακηρύττω νικητάς. Από αυτά τα λόγια ήρπασαν το βραβείον της νίκης, έτρεξαν δια τον λαμπρόν στέφανον του μαρτυρίου, δεικνύοντες εμπράκτως την πίστιν των όπως την εφανέρωσαν με τα λόγια. Αν δε όταν τους έρριψαν εις την κάμινον, η φωτιά εσεβάσθη τα σώματά των και έλυσε τα δεσμά των και τους άφησεν εκεί κάτω να βαδίζουν ελεύθερα, ελησμόνησε την δύναμίν της και έγινεν η αναμμένη κάμμινος πηγή δροσερών υδάτων, τούτο το θαύμα προήρχετο από την χάριν του Θεού και από την άνωθεν θαυματουργίαν.

Ώστε αυτοί ήσαν αθληταί και πριν να γίνουν αυτά, διότι μόλις ερρίφθησαν εις την φλόγαν, και το τρόπαιον έστησαν, και την νίκην εκέρδισαν, και τον στέφανον εφόρεσαν, και εις τους ουρανούς και επί της γης ανεκηρύχθησαν, και τίποτε δεν έλειπε εις αυτούς προς επιτυχίαν. Τι λοιπόν θα είχες να είπης εις αυτά; Έξωρίσθης και εκ της πατρίδος σου εξεδιώχθης; Να οι νέοι αυτοί. Υπέστης αιχμαλωσίαν και περιήλθες κάτω από βαρβάρους άρχοντας; Αλλά και τούτο θα ίδης ότι συνέβη εις αυτούς. Δεν έχεις κανένα εκεί κοντά σου να σε βοηθή και να σε συμβουλεύει και να σε διδάσκει; Και από αυτήν την φροντίδα εστερήθησαν αυτοί. Σε έδεσαν; Σε έκαυσαν; Απέθανες; Διότι τίποτε χειρότερον από αυτά δεν μπορείς να μου αναφέρεις. Αλλά να ότι και αυτοί, αν και επέρασαν όλα αυτά, έγιναν λαμπρότεροι με το καθένα από αυτά, περισσότερον περιφανείς, και απέκτησαν μεγαλύτερα κέρδη εις τους ουρανούς.

Και οι μεν Ιουδαίοι αν και είχαν ναόν και θυσιαστήριον και κιβωτόν και τα χερουβίμ, και το ιλαστήριον, και το καταπέτασμα και το άπειρον πλήθος των ιερέων, και τας καθημερινάς λατρείας, και τας θυσίας τας εωθινάς, τας εσπερινάς, και ήκουαν αδιακόπως τους προφήτας τους ζώντας, τους τεθνεώτας, των οποίων τα λόγια ηχούσαν μέσα εις τα αυτιά των, και έφεραν μαζί των την ανάμνησιν από τα θαύματα που έγιναν εις την Αίγυπτον, εις την έρημον, όλα τα άλλα, και τα έφεραν εις τας χείρας των και τα είχαν γραμμένα εις τους παραστάτας των θυρών, και εχαίροντο τόσον δια τα θαύματα που έγιναν τότε, και όλην την άλλην φροντίδα όχι μόνον καθόλου δεν ωφελήθησαν, αλλά και εζημιώθησαν, διότι έστησαν είδωλα μέσα εις αυτόν τον ναόν, και έσφαξαν τους υιούς και τας θυγατέρας των κάτω από τα δένδρα, και ες ολόκληρον σχεδόν την Παλαιστίνην έκαναν τας παρανόμους και καταραμένας εκείνας θυσίας, και ετόλμησαν άλλα αναρίθμητα περισσότερον άτοπα. Αυτοί όμως αν και διέμειναν εις το μέσον βαρβάρου, ξένης και εχθρικής χώρας, εις κατοικίαν τυραννικήν, στηρημένοι από κάθε φροντίδα, απαγόμενοι, καιόμενοι, όχι μόνον καθόλου δεν εζημιώθησαν από αυτά, ούτε ολίγον, ούτε πολύ, αλλά και περισσότερον έλαμψαν.

Γνωρίζοντες λοιπόν αυτά και συγκεντρώνοντες από την θεόπνευστον και θείαν Γραφήν τα όμοια προς αυτά (διότι πολλά είναι δυνατόν να εύρη κανείς τέτοια παραδείγματα και εις διάφορα άλλα πρόσωπα), ας μη νομίζωμεν ότι, όταν αμαρτάνωμεν, μας αρκούν προς απολογίαν δυσκολία καιρών ή περιστάσεων, ή ανάγκη και βία και τυραννική εξουσία των αρχόντων. Ό,τι είπα εις την αρχήν, εις αυτό τώρα θα τελειώσω τον λόγον, ότι αν κανείς ζημιώνεται και αδικείται, υφίσταται τούτο οπωσδήποτε από τον εαυτόν του, όχι από τους άλλους, έστω και αν είναι αναρίθμητοι αυτοί που τον αδικούν και τον βλάπτουν. Διότι, αν δεν πάθει τούτο από τον εαυτόν του, όλοι μαζί όσοι κατοικούν εις ολόκληρον την γην και την θάλασσαν και αν τον κτυπήσουν, ούτε κατ’ ελάχιστον δεν θα μπορέσουν να βλάψουν αυτόν που γρηγορεί και νήφει εν Κυρίω.

Ας προσέχωμεν λοιπόν, σας παρακαλώ, και ας αγρυπνούμεν πάντοτε, και ας υποφέρωμεν με γενναιότητα όλα όσα προκαλούν λύπην, δια να επιτύχωμεν τα αιώνια εκείνα και άφθαρτα αγαθά δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ......................................................................

πηγή :  Ιερα Καλύβη Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...