/*--

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΑΓ. ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΤΗΝΙΑ

Ἡ ἐτήσιος μνήμη της ἐπιτελεῖται τῇ 23ῃ Ἰουλίου.

Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ
καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ,
Πελαγία θεόληπτε.
Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες
μηνύουσάν σοι Εἰκόνος
τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης·
ᾟ πρέσβευε ὁσία Μῆτερ ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Ἡ Πελαγία ἦταν κόρη τοῦ παπα-Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Ἡ μητέρα της, ποὺ τὸ ὄνομά της δὲν εἶναι γνωστό, ἦταν ἀπὸ τὸν Τριπόταμο τῆς Τήνου καὶ ἀνῆκε στὴν οἰκογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε τὸ 1752 στὸ χωριὸ Κάμπος τῆς Τήνου καὶ τὸ κοσμικό της ὄνομα ἦταν Λουκία. Ἀπὸ διάφορα ἔγγραφα φαίνεται ὅτι εἶχε ἀκόμη τρεῖς ἀδελφές. Ἡ οἰκογένεια τοῦ παπα-Νικηφόρου διακρινόταν γιὰ τὴν ἁπλότητα, τὴν ἁγνὴ πίστη καὶ τὴν προσήλωση στὰ θρησκευτικὰ ἰδεώδη. Ἦταν μιὰ οἰκογένεια, ποὺ ζοῦσε κοντὰ στὴ φύση καὶ στὸν Θεὸ μὲ τὶς συμβουλὲς καὶ μὲ τὸ ἱερὸ παράδειγμα τοῦ ἁπλοῦ καὶ θεοφοβούμενου ἱερέα τῆς κρίσιμης ἐκείνης γιὰ τὴν Τῆνο καὶ γιὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρο ἐποχῆς.

Λίγα χρόνια μετὰ τὴν γέννηση τῆς Λουκίας ὁ παπα-Νικηφόρος πέθανε καὶ ἡ Λουκία μὲ τὴν οἰκογένειά της ἔζησε στὸ ἥσυχο περιβάλλον τῆς ἀγροτικῆς κατοικίας της, ποὺ γειτόνευε μὲ τρία ἐξωκκλήσια, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Σ᾽ αὐτὸ τὸ εἰδυλλιακὸ καὶ γεμάτο ἀπὸ θρησκευτικὴ ἀνάταση καὶ γαλήνη περιβάλλον πέρασε ἡ Λουκία τὴν παιδικὴ καὶ ἐφηβική της ἡλικία καὶ πῆρε τὶς ἐντυπώσεις τῆς ζωῆς.

Μιὰ καὶ δὲν ὑπῆρχαν σχολεῖα στὴν Τῆνο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς τουρκοκρατίας, ἡ Λουκία θὰ ἔμαθε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τὸν πατέρα της καὶ πέρναγε τὶς μέρες της στὸ σπίτι βοηθώντας τὴ μητέρα της στὸ νοικοκυριὸ καὶ τὸν πατέρα της στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ στὴν φροντίδα τῶν ἐξωκκλησίων, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ σπίτι της, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μάλιστα τὸ ἕνα, ὁ Εὐαγγελισμός, ἀνῆκε στὸν πατέρα της. Ἡ ἀπόφαση νὰ ὑπηρετήση τὸν Θεό

Ἡ ἥσυχη καὶ γεμάτη εὐσέβεια ζωὴ τῆς οἰκογένειάς της, ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὑποβλητικὴ φύση, ἡ ἀπασχόλησή της μὲ τὶς οἰκιακὲς καὶ γεωργικὲς ἐργασίες, τὸ παράδειγμα τῶν εὐσεβῶν γονέων της γέμισαν τὴν ψυχὴ τῆς Λουκίας μὲ ἁγνὰ χριστιανικὰ βιώματα καὶ προί κισαν τὸν ψυχικό της κόσμο μὲ ἀρετές. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν γύρω της κόσμο σφράγιζε τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐνέργειές της. Ἡ εὐλάβεια κατηύθυνε τὴν ἀφοσίωσή της στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστη γέμιζε μὲ περιεχόμενο τὶς τακτικὲς προσευχές της καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς ἔδινε φτερὰ γιὰ νὰ συνεχίζει αὐτὸ τὸν ἀνηφορικό, τὸν δύσκολο μὰ τόσο ὄμορφο δρόμο, ποὺ φέρνει κοντὰ στὸν Θεὸ ὅσους ζητοῦν τὴν λύτρωση ὑπηρετώντας τὸ θέλημά Του καὶ δοξολογώντας τὸ ὄνομά Του.

Ἡ Λουκία ἀπ᾽ τὰ μικρά της χρόνια εἶχε διαλέξει τὸν δρόμο της. Καθὼς μεγάλωνε, ὅλα ἔδειχναν πὼς τὰ ἀγαθὰ καὶ οἱ χαρὲς τοῦ κόσμου ἦταν γι᾽ αὐτὴν κάτι τὸ ἀσήμαντο μπροστὰ στὴν ἀγαλλίαση νὰ ὑπηρετήσει τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του, ἀφιερώνοντας τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά της, τὴν ζωή της σ᾽ ἐκεῖνον. Μ᾽ αὐτὴ τὴν πίστη καὶ μ᾽ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ἀντιμετώπισε τὸν θάνατο τοῦ πατέρα της, ποὺ τόσες φορὲς τὸν εἶχε παρακολουθήσει γονατιστὸ μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα νὰ τελεῖ τὴν Θεία Λειτουργία.

Ἦταν δὲν ἦταν τότε ἡ Λουκία δώδεκα χρονῶν. Καὶ οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς τῆς ἀπορφανισμένης πιὰ οἰκογένειας ἔκαμαν τὴν μητέρα της νὰ τὴν στείλει στὸν Τριπόταμο, στὴν ἀδελφή της, ποὺ τὰ πράγματα θὰ ἦταν πιὸ εὔκολα γιὰ τὴν μικρὴ Λουκία της. Ἐκεῖ ἔζησε ἡ Λουκία τρία χρόνια περίπου κοντὰ στὴν θεία της. Κι ἀπ᾽ τὸν Τριπόταμο πολλὲς φορὲς πήγαινε στὸ Μοναστήρι τοῦ Κεχροβουνίου νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν ἄλλη θεία της, ἀδελφὴ τῆς μητέρας της, Πελαγία, ποὺ ἦταν ἀπὸ καιρὸ μοναχή. Εἶναι, λοιπόν, φυσικὸ ἡ Λουκία νὰ παρακολουθοῦσε προσεκτικὰ τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν, τὶς προσευχές, τὶς νηστεῖες, τὶς ἀκολουθίες στὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς καὶ νὰ ἔμοιωθε ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη νὰ ἀκολουθήσει τὸν μοναχικὸ βίο. Καὶ σὲ ἡλικία δεκαπέντε χρονῶν μπῆκε στὸ μοναστήρι.

Μιὰ καινούργια ζωὴ ἄρχιζε τώρα γιὰ τὴν Λουκία. Ἔμεινε τὸν ὁρισμένο χρόνο δόκιμος στὸ κελλὶ τῆς θείας της Πελαγίας, μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὶς συμβουλὲς τῆς ὁποίας καλλιέργησε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἀρετὲς, ποὺ πρὶν ἀκόμη μπεῖ στὸ μοναστήρι στόλιζαν τὴν ψυχή της. Ὑπακοή, ὑπομονή, ἐγκράτεια, πραότητα, ταπεινοφροσύνη, ἐγκατάλειψη τῶν ἐγκοσμίων, «ἀμάθεια τῶν ἀνθρωπίνων διαταγμάτων», ὅλες οἱ ἀπαιτήσεις τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ σίγουρα δὲν συνάντησε καμιά στὴν ἐκπλήρωση τῶν νέων της, μοναστικῶν καθηκόντων. Κι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ἐκάρη μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Πελαγία.

Ἁγιότητα ζωῆς καὶ προσφορὰ ἀγάπης

Ὡς μοναχὴ πλέον ἡ Πελαγία ἀφοσιώθηκε «ψυχῇ τε καὶ σώματι» στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Τὴν προσκύνηση τῆς Παναγίας καὶ στὴν ἀνακούφιση ὅσων εἶχαν ἀνάγκη. Προσευχόταν μέρα καὶ νύχτα τὶς ὧρες τῆς λατρείας στὸ ναὸ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ μόνη της στὸ κελλί της, παρακαλώντας τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία νὰ τὴν φωτίζει καὶ νὰ τὴν βοηθεῖ νὰ ἀνατποκρίνεται πάντα σωστὰ καὶ ἀγόγγυστα στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ δρόμου ποὺ διάλεξε.

Ἡ παράδοση ἀναφέρει πὼς τὶς ὧρες ποὺ δὲν προσευχόταν, ἐπισκεπτόταν τὶς ἄρρωστες καὶ θλιμμένες μοναχές, γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ βοήθεια, νὰ τὶς ἐξυπηρετήσει, νὰ τὶς παρηγορήσει, νὰ τοὺς δυναμώσει τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα, πὼς γρήγορα θὰ περάσει ἡ δοκιμασία τους καὶ μετὰ τὸ Σταυρὸ ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση. Τὶς δύσκολες μέρες τοῦ χειμώνα, ποὺ οἱ φτωχὲς μοναχὲς ἀντιμετώπιζαν πρόβλημα τροφῆς, ἡ Πελαγία γύριζε στὰ κοντινὰ χωριὰ καὶ συγκέντρωνε ὅ,τι τῆς ἔδιναν οἱ καλοὶ καὶ εὐσεβεῖς χωριανοί, γιὰ νά ᾽ρθει στὸ Μοναστήρι νὰ τὸ μοιράσει σ᾽ ὅσες μοναχὲς εἶχαν ἀνάγκη τροφίμων. Πολλὲς φορὲς δὲν κρατοῦσε τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό της. Ἦταν πραγματικὰ ὁ παρήγορος ἄγγελος καὶ προστάτης τῶν μοναχῶν ποὺ ὑπέφεραν.

Ἡ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς της, ἡ ὁσιότητα τοῦ βίου της, ἡ αὐταπάρνησή της, ἠ μυστικὴ ζωή της κι ὁ πόθος της γιὰ λύτρωση συνετέλεσαν ὥστε ἡ μοναχὴ Πελαγία νὰ γίνει «σκεῦος ἐκλογῆς», γιὰ ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ σ᾽ αὐτὴν ἡ θέληση τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων γιὰ τὴν εὕρεση τῆς Ἁγίας Εἰκόνος της στὸν ἀγρὸ τοῦ Δοξαρᾶ στὴ πόλη τῆς Τήνου, γεγονὸς ποὺ ἔμελλε νὰ καταστήσει τὴν Τῆνο νέα Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ κατατάξει τὴν Πελαγία μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἀγγελιοφόρος τῆς Παναγίας

Βρισκόμαστε στὸ καλοκαίρι τοῦ 1822 καὶ ἡ γερόντισσα Πελαγία εἶναι πιὰ 72 χρονῶν. Εἶναι ξημερώματα τῆς Κυριακῆς 9 Ἰουλίου κι ἡ Πελαγία κοιμᾶται ἀκόμη. Τότε παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο τῆς μιὰ μεγαλόπρεπη κυρία, ντυμένη σὰν βασίλισσα, καὶ τῆς εἶπε νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν ἐπίτροπο τῆς Μονῆς Σταματέλο Καγκάδη καὶ νὰ τοῦ πεῖ ὅτι στὸν ἀγρὸ τοῦ Δοξαρᾶ εἶναι καταχωσμένο τὸ κατερειπωμένο μέγαρό της καὶ πρέπει νὰ φροντίσει ὁ ἴδιος γιὰ τὴν εὕρεσή του καὶ τὸ ξανακτίσιμό του μὲ λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια, ὅπως ἦταν τὸν παλιὸ καιρό, πρὶν ἐρειπωθεῖ καὶ θαφτεῖ στὸ χῶμα.

Ἡ Πελαγία ξύπνησε τρομαγμένη ἀπ᾽ τὸ ὄνειρο. Σκέφθηκε γιὰ μιὰ στιγμὴ πὼς ἡ Κυρία μπορεῖ νὰ ἦταν ἡ Παναγία καὶ ἤθελε μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴν προσταγή της νὰ ὑποδείξει τὴ θέση παλαιοῦ ναοῦ της, ποὺ ἔπρεπε ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ καὶ νὰ ξανακτιστεῖ. Ταυτόχρονα ὅμως τὴν βασάνιζαν ἀμφιβολίες· πῶς ἦταν δυνατὸ ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ σ᾽ αὐτὴν τὴν ἄσημη καὶ ταπεινὴ μοναχὴ ἡ θεία θέληση; Καὶ ποιά θὰ ἦταν ἡ θέση της, ἂν τὸ ὄνειρο δὲν ἐπαληθευόταν; Γι᾽ αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ μὴν πεῖ τίποτα γιὰ τὸ ὄνειρο καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Κυριακάτικη λειτουργία. Στὴν ἐκκλησία προσευχήθηκε θερμὰ καὶ ἀνακουφίστηκε ἀπὸ τὴν ἀνησυχία τοῦ ὀνείρου.

Τὰ ξημερώματα ὅμως τῆς ἑπομένης Κυριακῆς, 16 Ἰουλίου, ἡ ἴδια μορφὴ ξαναπαρουσιάστηκε μὲ μειδίαμα γλυκὸ στὰ χείλη κι ἀκτινοβόλο λάμψη στὸ πρόσωπο καὶ ἐπανέλαβε τὴν ἴδια παραγγελία. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ Πελαγία δὲν εἶχε πιὰ ἀμφιβολία, πὼς ἐπρόκειτο γιὰ τὴν Παναγία κι ἀποφάσισε νὰ πάει στὸν Καγκάδη, ποὺ ἔμενε στὴν χώρα, καὶ νὰ τοῦ διαβιβάσει τὴν παραγγελία τῆς Παναγίας. Δίσταζε ὅμως κι ἀνέβαλλε τὴν ἐπίσκεψη, γιατί φοβόταν τὸν εὐερέθιστο χαρακτήρα τοῦ Καγκάδη κι ἀκόμα σκεφτόταν τὴν θέση της, ἂν οἱ ἀνασκαφὲς δὲν ἔφερναν στὸ φῶς τὸν κρυμμένο στὸ χῶμα ναό.

Ἔτσι πέρασε μιὰ βδομάδα ὁλόκληρη χωρὶς ἡ Πελαγία νὰ ἐκτελέσει τὴν διαταγὴ τῆς Παναγίας. Τὰ ξημερώματα ὅμως τῆς Κυριακῆς 23 Ἰουλίου ἡ Παναγία ξαναφάνηκε στὴν Πελαγία λυπημένη καὶ αὐστηρὴ καὶ τὴ ρώτησε γιατί δὲν ἐκτέλεσε τὴν ἐντολή της. Ἡ Πελαγία ξύπνησε τρομαγμένη καὶ ἡ αὐστηρὴ μορφὴ τῆς Παναγίας τῆς λέγει τώρα, πώς, ἂν δὲν ἐκτελεσθεῖ ἡ ἐντολή της, φοβερὰ κακὰ θὰ ξεσπάσουν στὸν Καγκάδη καὶ σ᾽ ὁλόκληρο τὸ νησί. Ἡ Πελαγία τὴ ρώτησε, ποιά εἶναι καὶ ἡ μορφὴ ἀπάντησε: «Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην». Συντετριμμένη ἡ Πελαγία γονάτισε κι ἀπάντησε μὲ τρεμάμενη φωνή: «Αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν». Δὲν ὑπῆρχε πιὰ δικαιολογία οὔτε γιὰ ἀμφιβολίες, οὔτε γιὰ ἀναβολή. Ἡ Πελαγία ἔτρεξε στὴν ἐκκλησία νὰ λειτουργηθεῖ καὶ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴ μεγάλη τιμή, ποὺ τῆς ἔκαμε ἡ Παναγία.

Μετὰ τὴν Λειτουργία ἀνακοίνωσε στὴν ἡγουμένη τὸ ὄνειρο καὶ τὸ ὅραμα καὶ κείνη τὴν συμβούλεψε νὰ πάει στὸ Σταματέλο Καγκάδη καὶ νὰ τοῦ πεῖ ὅσα διέταξε ἡ Παναγία. Ἤξερε ἡ ἡγουμένη τὴν πίστη καὶ τὴν εὐλάβεια τῆς Πελαγίας καὶ δὲν ἀμφέβαλλε πὼς ἡ Παναγία ἀποκάλυπτε μέσῳ τῆς ἁγνῆς καὶ ταπεινῆς μοναχῆς τὴν θέλησή Της. Τὴν ἄλλη μέρα ἡ Πελαγία πῆγε στὸ χωριὸ «Καρυά», ποὺ παραθέριζε ὁ Καγκάδης καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅσα τῆς εἶχαν συμβεῖ. Ἐκεῖνος τὴν παρέπεμψε στὸν Ἐπίσκοπο τῆς Τήνου Γαβριήλ, ποὺ παραθέριζε κι αὐτὸς στὴν Καρυά. Κι ἐκεῖνος τὴν καθησύχασε πὼς θ ἀναλάβει ὅλη τὴ φροντίδα, γιὰ νὰ ἐκτελεσθεῖ τὸ θέλημα τῆς Παναγίας.

Ἡ ἀπόφαση γιὰ ἀνασκαφὲς

Πράγματι, τὴν ἄλλη κιόλας μέρα, ἀφοῦ συνεννοήθηκε μὲ τὸν Καγκάδη, κατέβηκε στὴ χώρα κι ἀνακοίνωσε στοὺς δημογέροντες ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴ μοναχὴ Πελαγία. Ἀποφάσισαν ὅλοι ν᾽ ἀρχίσουν ἀνασκαφὲς στὸν ἀγρὸ τοῦ Δοξαρᾶ, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόδειξή Της. Μετὰ λίγες μέρες συγκέντρωσε ὁ Γαβριὴλ τὸν λαὸ τῆς Τήνου στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν, μίλησε γιὰ τὸ ὅραμα τῆς Πελαγίας, ἐξήγησε ὅτι πρόκειται γιὰ ἀποκάλυψη θείου θελήματος καὶ παρακίνησε ὅλους νὰ βοηθήσουν ὅσο μποροῦσαν τὸ ἔργο τῆς ἀνασκαφῆς γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῆς Εἰκόνας.

Ὅλοι δήλωσαν πὼς θὰ βοηθήσουν πρόθυμα κι ἄρχισαν οἱ ἀνασκαφὲς τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1822. Βρέθηκαν τὰ ἐρείπια παλαιᾶς ἐκκλησίας, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, κι ἕνα πηγάδι χωρὶς νερό, δὲν βρέθηκε ὅμως ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὅσο περνοῦσαν οἱ μέρες ὁ ζῆλος τῶν ἐργατῶν λιγόστευε καὶ τελικὰ οἱ ἀνασκαφὲς σταμάτησαν. Τότε ὅμως ἔπεσε στὴν Τῆνο βαριὰ ἀρρώστια κι ὅλοι θεώρησαν σὰν αἰτία τῆς συμφορᾶς τὴν παρακοὴ στὴ θεία διαταγὴ καὶ στὸ σταμάτημα τῶν ἀνασκαφῶν.

O Σταματέλος Καγκάδης, ποὺ ἡ γυναίκα του κι ἡ ἀδερφή του προσβλήθηκαν ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια, ἀνησύχησε ὑπερβολικά, γιατί θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὑποχρεωμένο νὰ ἐκτελέσει τὴ διαταγή, καὶ παρακάλεσε τὸν Ἐπίσκοπο νὰ σχηματίσει μιὰ συντονιστικὴ ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν ἐπανάληψη τῶν ἀνασκαφῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔγινε καὶ πρόεδρός της μπῆκε ὁ ἴδιος ὁ Καγκάδης. Ἔτσι ξανάρχισαν οἱ ἀνασκαφὲς μὲ συμμετοχὴ τῶν κατοίκων καὶ τῶν χωριῶν τοῦ νησιοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφάσισε νὰ κτίσει πάνω στὰ ἐρείπια τῆς παλιᾶς ἐκκλησίας νέα ἐκκλησία κι ἄρχισαν οἱ ἐργασίες τῆς οἰκοδομῆς.

Γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν ἐπιτροπὴ στὸ ἔργο τῆς ὁ μητροπολίτης Γαβριὴλ ἐξέδωσε διάγγελμα τὴν 25 Νοεμβρίου 1822 μὲ τὸ ὁποῖο καλοῦσε τοὺς χριστιανοὺς νὰ δώσουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ τὴν ἀποπεράτωση τῆς ἐκκλησίας στὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου. Τὸ διάγγελμα περιέχει μὲ συντομία καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ὅραμα τῆς Πελαγίας καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς:

Διάγγελμα τοῦ ἀρχιερέως Τήνου Γαβριὴλ

«Ἐντιμότατοι κληρικοί,
Εὐλαβέστατοι Ἱερεῖς, Εὐγενέστατοι Ἄρχοντες καὶ λοιποὶ πάντες εὐλογημένοι χριστιανοὶ τῆς χώρας τοῦ Ἁγίου Νικολάου (δηλ. τῆς πόλεως Τήνου) ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πατρικῶς εὐχόμενοι εὐλογοῦμεν. Γνωστὸν ποιοῦμεν Ὑμῖν ὅτι ἡ Πελαγία μοναχή, ἐν τῷ ἱερῷ Μοναστηρίῳ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εὑρισκομένη, ἥτις ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων τὸν ἑαυτόν της εἰς τὴν δούλευσιν τοῦ Θεοῦ ἀφιέρωσεν καὶ ἐνδυθεῖσα τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα, δὲν παύει ἀδιαλείπτως νὰ ἱκετεύη τὸν Θεὸν μὲ νηστείαν καὶ προσευχάς, ἀγκαλὰ καὶ προβεβηκυῖα, ἐβδομηκοντοῦτις σχεδὸν τὴν ἡλικίαν, ἀνήγγειλεν ἡμῖν, ὅτι προσευχομένη κατ᾽ ἰδίαν ἐν τῷ κελλίῳ της (ὡς ἔθος ἐστι ταῖς μοναχαῖς) καὶ ἐφυπνισάσης ὀλίγον, ἐφάνη εἰς τὸ ὅραμά της μία μεγαλοπρεπὴς γυνή, ἡ ὁποία ἔλαμπεν ὑπὲρ τὸν ἥλιον, καὶ τὴν ἐπρόσταξεν μὲ τόνον νὰ ὑπάγῃ νὰ ἀνταμώσῃ τὸν κύριον Σταματέλλον Καγκάδην καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι χωρὶς ἀναβολὴν καιροῦ νὰ φανερώσῃ ἡ τιμιότης του εἰς ὅλους τους ἐδῶ εὑρισκομένους χριστιανούς, ὅτι νὰ ξεχώσωσι τὸν Ναόν της καὶ νὰ τὸν ἀνακαινίσωσι καὶ ἂν παρακούσουν, θέλει ἔλθῃ ἡ ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της ἀπροσδόκητος. Ἡ δὲ μοναχή, ὑποπτευομένη μήπως εἶναι ἐκ τῆς συνεργίας τοῦ διαβόλου, δὲν ἐφανέρωσεν εἴς τινα τὰ ρηθέντα (ἐπειδὴ πολλάκις ὁ ἄγγελος τοῦ σκότους, μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον τοῦ φωτὸς διὰ νὰ ἀπατήσῃ, εἰ δυνατόν, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς). 

Ἐρχομένης δὲ τῆς δευτέρας Κυριακῆς, ἐφάνη πάλιν καὶ τὴν ἐπρόσταξεν νὰ μὴ λείψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ φανερώσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν εἰρημένον Σταματέλλον Καγκάδην, καὶ περὶ τῶν ἐξόδων θέλει φροντίσει ἡ ἰδία (οὕτως ἀπεκρίθη ἡ φανεῖσα γυνὴ πρὸς τὴν μοναχήν). Αὕτη δὲ γηραλέα καὶ ἀδύναμος, δὲν ἐπῆγεν ἀμέσως νὰ τὸ φανερώσῃ, ἕως ὅτου ἔφθασε καὶ ἡ τρίτη Κυριακή. Καὶ τότε ἐφάνη, οὐχὶ ὡς τὸ πρότερον, ἀλλὰ μετὰ μεγάλου θυμοῦ καὶ ἐφοβέρισεν αὐτὴν ὅτι θέλει κάψει τὴν ζωήν της, καὶ θέλει σβύσει τὸ ὄνομά της ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, ἐὰν δὲν ὑπάγῃ ἀμέσως νὰ φανερώσῃ, καθὼς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐδιώρισεν νὰ ξεχώσουν τὸν οἶκον της, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τοῦ Ἀντωνίου Δοξαρᾶ τὸ κτῆμα ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων. Ἡ δὲ μοναχή, λαβοῦσα ὁπωσοῦν θάρρος, ἠρώτησεν αὐτὴν ποία εἶναι, μετὰ παρακλήσεως, καὶ νὰ τῆς φανερώση τὸ ὄνομά της, καὶ τῆς ἀπεκρίθη ὅτι τὸ ὄνομά μου λέγεται: “Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν”.

Ἐκ τούτου λοιπὸν τοῦ ὀνόματος πληροφορηθεῖσα ἡ Μοναχὴ ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ ἀνακαινισθῇ ὁ Ναὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπῆλθε μετὰ σπουδῆς, εἰς τὸν εἰρημένον Σταματέλλον καὶ τοῦ διηγήθη καταλεπτῶς τὰ πάντα. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἀμελείας κανὲν καλὸν δὲν γίνεται, ἤρχισαν μὲν νὰ σκάπτουν, καὶ οἱ μὲν ἐγύρευαν Εἰκόνα, ἄλλοι δὲ ἐγύρευαν Ἀρχαιότητες, καὶ ἄλλοι ὁμιλοῦσαν λόγους ἀπρεπεῖς (οὓς αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν) καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμαράνθη ὁ ὀλίγος ζῆλος, ὅπου κατ᾽ ἀρχὰς ἔδειξαν, ἐπειδὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνευλαβείας καὶ ὀλιγοπιστίας ἡμῶν, δὲν θαυματουργοῦσιν οἱ Ἅγιοι τῆς σήμερον. Ἐν τοσούτῳ ἤρχισεν ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ πανώλης καὶ τότε ἐνεθυμήθη τοὺς λόγους τῆς Μοναχῆς ὁ εἰρημένος Σταματέλλος Καγκάδης καὶ βιασθεὶς ἐμήνυσεν εἰς τὸ Μοναστήριον καὶ ἔκαμαν ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως καὶ πάλιν τὰ ἴδια ἐφανέρωσεν ἡ Μοναχή. 

Λοιπὸν κατὰ τὴν ζήτησιν ἰδοὺ ὅπου ἤρχισεν καὶ τὸ κτίριον νὰ γίνεται, πλὴν διὰ νὰ γίνη τὸ κτίριον λαμπρὸν καὶ ὡραῖον χρειάζονται καὶ ἔξοδα ἱκανὰ διὰ νὰ τελειώσῃ ὁ Ναὸς τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν πρῶτον μὲν ἐπευχόμεθα πάντας τοὺς εὐλαβεῖς καὶ ὀρθοδόξους χριστιανούς, ἐντοπίους τε καὶ ξένους ἀπὸ ψυχῆς καὶ καρδίας, διὰ νὰ δείξῃ ἕκαστος ἡμῶν τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀγάπην ὅπου ἔχει εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, βοηθοῦντες πλουσίᾳ χειρὶ κατὰ τὴν δύναμίν των καὶ καθὼς ἤθελε φωτισθῇ ἐξ αὐτῆς τῆς Κυρίας ἡμῶν, διὰ νὰ ὀνομασθῆτε καὶ κτήτορες καὶ νὰ μνημονεύωνται τὰ τίμια ὀνόματά σας ἐν τῷ ἱερῷ Ναῷ παντοτεινά. Καὶ ἡ χάρι Της θέλει σᾶς τὸ ἀνταποδώσῃ μυριοπλασίως ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ μετὰ τὴν ἀποβίωσιν ὑμῶν νὰ ἀξιωθῆτε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ τῆς αἰωνίου μακαριότητος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίω ἡμῶν, οὗ ἡ χάρις καὶ τὸ ἄπειρον ἔλεος εἴη μετὰ πάντων ἡμῶν».
Ὁ Τήνου ΓABPIHΛ
1822 Νοεμβρίου 28

Ἡ Ἁγία Εἰκόνα βρέθηκε

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἀνασκαφὲς συνεχίζονταν χωρὶς ἀποτέλεσμα καὶ ἡ Πελαγία βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση. Τὴ νύχτα ὅμως τῆς 28 πρὸς 29 Ἰανουαρίου 1823 παρουσιάστηκε πάλι ἡ Παναγία στὸ ὄνειρό της καὶ τῆς ὑπέδειξε τὸ μέρος, ποὺ ἦταν θαμμένη ἡ εἰκόνα της. Ἔτσι στὶς 30 Ἰανουαρίου 1823, ποὺ εἶχαν σειρὰ γιὰ σκάψιμο οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ Φαλατάδος, ἄρχισαν μετὰ ἀπὸ μιὰ θερμὴ προσευχὴ τὴ δουλειά. Δούλεψαν μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ, γιατί τὴν προηγούμενη μέρα οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ Μουντάδος, ποὺ ἔσκαβαν μὲ εὐθυμία καὶ τραγούδια, δὲν εἶχαν καταφέρει νὰ βροῦν τὴν εἰκόνα.

Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ εὐλάβειά τους καρποφόρησαν καὶ κατὰ τὶς 2 τὸ μεσημέρι ἡ ἀξίνα τοῦ Δημ. Βλάσση ἀκούμπησε σ ἕνα κομμάτι ξύλο. Τὸ πῆρε, τὸ καθάρισε καὶ μὲ δακρυσμένα μάτια εἶδε πὼς ἦταν τὸ ἕνα κομμάτι τῆς εἰκόνας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ποὺ ἦταν ζωγραφισμένος ὁ Ἄγγελος. Σὲ λίγο ὁ Ἰωαν. Βιδάλης βρῆκε καὶ τὸ ἄλλο κομμάτι μὲ τὴν Παναγία. Χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμὸς γέμισε τὶς ψυχὲς ὅλων, οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν ἄρχισαν νὰ κτυποῦν κι ὁ μητροπολίτης Τήνου Γαβριὴλ ἔκαμε παράκληση στὴν Παναγία γιὰ τὴν νίκη τῶν ἐπαναστατημένων Ἑλλήνων. H εὕρεση τῆς Ἁγίας εἰκόνας συμπλήρωσε τὸ θαῦμα τοῦ ὁράματος κι ἀπέδειξε περίτρανα ὅτι ἡ ταπεινὴ καὶ εὐσεβὴς Πελαγία εἶχε ἀξιωθεῖ νὰ γίνει ἡ ἐκλεκτὴ ἐκτελέστρια τοῦ θελήματος τῆς Παναγίας. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες πῆγε καὶ προσκύνησε τὴν Ἁγία Εἰκόνα. Ἡ χάρη τῆς Παναγίας δικαίωσε τὴν εὐσέβεια, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ μεγάλη πίστη τῆς μοναχῆς Πελαγίας.

Ἡ κοίμηση τῆς μοναχῆς Πελαγίας

(…) Ἐκοιμήθη στὶς 28 Ἀπριλίου 1834 καὶ θάφτηκε στὸ ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν τοῦ μοναστηρίου, ποὺ ἦταν τὸ νεκροταφεῖο. «Ἀκάλυπτος καὶ ἄνευ τοῦ περικαλύμματος, ἐντός τοῦ ὁποίου ράπτονται αἱ μοναχαί, ἡ σεπτὴ σορός της κατ᾽ ἐπιθυμίαν τῶν μοναχῶν καὶ ἔγκρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἐτοποθετήθη εἰς τὸ μέσον του Καθολικοῦ καὶ ἐξετέθη εἰς γενικὸν προσκύνημα. Κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς Πελαγίας Παρασκευοπούλου ἡ σορὸς τῆς Ἁγίας ἔμεινεν ἄταφος ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ὅτι ἄρρητος εὐωδία ἐξήρχετο ἐξ αὐτῆς».

Ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ὀστῶν της, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος Εὐαγγελιστρίας ζήτησε τὰ ὀστᾶ της, γιὰ νὰ τὰ τοποθετήσει στὸ ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας. Οἱ μοναχὲς ὅμως τῆς Μονῆς τὰ ἔβαλαν σὲ μιὰ κρύπτη πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κι ὅταν τὸ 1950-51 γινόταν ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ, βρέθηκε ἡ Ἁγία Κάρα τῆς Πελαγίας καὶ φυλαγόταν ἀπὸ τότε μέσα σὲ θήκη στὸ κελλὶ τῆς μοναχῆς. Ὅταν ὅμως κτίστηκε, τὸ ἔτος 1973, ὁ μεγαλόπρεπος
ναὸς τῆς Ἁγίας Πελαγίας, μεταφέρθηκε καὶ φυλάσσεται στὸ ναὸ γιὰ προσκύνημα.

Ἡ κατάταξή της στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

(…) Μετὰ ἀπὸ ἔκθεση τοῦ Μητροπολίτου Σύρου-Τήνου-Ἄνδρου Δωροθέου, ποὺ διαβιβάστηκε ἀπὸ τὴ μόνιμη Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Θείας Λατρείας πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου μὲ πράξη της τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1970 θέσπισε «ὅπως ἡ ἀοίδιμος Μοναχὴ Πελαγία συναριθμῆται ταῖς Ὁσίαις καὶ Ἁγίαις τῆς Ἐκκλησίας» καὶ τιμᾶται ἡ μνήμη της τὴν 23η Ἰουλίου, ἡμέρα τοῦ ὁράματός της.

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«Η ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΕΧΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΤΗΝΟΥ»
Βιογραφία-Θαύματα-Ἱστορία
ἔκδ. δεκάτη, Ἀθῆναι 2004
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ» (©)

            http://christianvivliografia.wordpress.com/

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...