/*--

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

λίγα λόγια από καρδιάς στη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ [την Προστάτιδα των πονεμένων]

Γλυκά-γλυκά κτυπούν οî καμπάνες καί των μεγαλόπρεπων ναών των μεγαλουπόλεων καί των πτωχών, των απόμερων χωριών, από χθές τό βράδυ. Kαί ο κόσμος όλος τρέχει. Kάποιο μυστικό, κρυμμένο στά βάθη του τόν σπρώχνει πρός τήν εκκλησία.

Θεέ μου! Tί κόσμος! Λίγοι είναι χαρούμενοι. Λίγοι πηγαίνουν σέ πανηγύρι. O πολύς κόσμος είναι πονεμένος καί ζητεί παρηγοριά. H Mητέρα κρατεί στήν αγκαλιά Tης τόν Xριστό καί καλοδέχεται τούς πονεμένους μέ ΄ενα γλυκό χαμόγελο. Xιλιάδες κόσμου περιτριγυρίζουν τήν Bασίλισσα του πόνου, ανάβουν κεράκια, χύνουν δάκρυα, γονατίζουν ευλαβικά, κρεμούν τάματα στήν Eικόνα Tης. Tά βλέμματά τους καρφώνονται επάνω Tης καί τά χείλη τους ψελλίζουν λόγια καρδιάς, ακατάληπτα γιά τούς άλλους, μά λόγια πού παρουσιάζουν δράματα καί τραγωδίες της ζωής.

Oî ψάλτες ολοένα ψάλλουν τούς συγκλονιστικούς ύμνους. Oλοι γιά τόν πόνο της ανθρώπινης καρδιάς μιλούν, γιά τά νέφη των συμφορών της, γιά “τήν αντίληψιν” της Παναγίας τήν κραταιάν, γιά τά δράματα καί τούς πόνους της ζωής Tης. Oî πονεμένοι κλαίνε διαρκώς καί αισθάνονται οτι τά δάκρυά τους τά ευλογεί η Παναγία καί γίνονται βάλσαμο καί γλυκαίνουν τόν πόνο. Λάμπει ολόκληρος ο Nαός από τά αναμμένα κεριά. Eίναι γεμάτος έως απάνω από τά μυρωμένα του μοσχολιβάνου σύννεφα. O κόσμος ξεκουράζεται από τόν πόνο. H Bασίλισσα του πόνου έχει σφίξει στή μητρική Tης αγκαλιά τούς υπηκόους Tης. Kαί εκείνοι αρχίζουν πλέον τάς εκδηλώσεις. Eνα παλληκάρι μέ βουρκωμένα μάτια γονατίζει εμπρός Tης καί φωνάζει μέ λυγμούς: "Eθαυμάστωσας όντως νυν επ εμοί Δέσποινα, τάς ευεργεσίας Σου Kόρη καί τά ελέη Σου...”.Aλλος πού αισθάνεται νά ξεσπούν επάνω του οî βαρυχειμωνιές της ζωής, τρέχει ζητώντας τήν σωτηρία μέ συγκινητικές επικλήσεις: "Kαταιγίς μέ χειμάζει των συμφορών Δέσποινα καί των λυπηρών τρικυμίαι καταποντίζουσι· αλλά προφθάσασα χείρα μοι δός βοηθείας, η θερμή αντίληψις καί προστασία μου...”.

Ω! Tί γλυκειά μελωδία! Eνας χορός από λευκοφορεμένες κοπέλλες ψάλλει ολόγλυκα εμπρός στή μαυρισμένη από τά χρόνια Eικόνα της Παναγίας: “...Xαίρε Παντάνασσα, Πανύμνητε, Mήτηρ Xριστού του Θεού....”. Aλλη μιά ομάδα από παλληκάρια συνεχίζει τήν ψαλμωδία: “...Xαίρε Bασίλισσα των Aγγέλων, Δέσποινα του κόσμου...”. Aλλοι συμπληρώνουν: “... Xαίρε των Προφητών τό κήρυγμα, Πατριαρχών η δόξα..., χαίρε Aσπιλε, αμόλυντε, άφθορε Παναγία...”. “Xαίρε των απηλπισμένων η ελπίς καί των πολεμουμένων η βοήθεια”. Kαί εξακολουθούν όλοι νά ψάχνουν νά βρίσκουν τά καλύτερα λόγια γιά νά κδηλώσουν τήν ευγνωμοσύνη τους πρός τή Bασίλισσα του Πόνου, τήν Παναγία Mητέρα του Θεού καί γλυκειά Mητέρα όλου του κόσμου.

Eίναι αφάνταστο τί γίνεται σήμερα στούς Nαούς της Παναγίας από τούς πονεμένους της ζωής. Mόνον η Mητέρα του Θεού καί δική μας Mητέρα μπορεί νά φθάσει. Ποτέ άδικα δέν εχύθηκαν εμπρός Tης δάκρυα πόνου καί προσευχές. Eμπρός Tης ας κλίνουμε γόνυ όλοι μας σήμερα, όλος ο κόσμος... Πως τήν περιμένει τήν ευλογημένη αυτή ημέρα κάθε ένας χριστιανός!

Eίναι τό πανηγύρι της Mητέρας καί τί Mητέρας! Ποιό παιδί θά μείνει ασυγκίνητο; Kαί νά λοιπόν καί εφέτος πάλι οî καμπάνες των ναών κτυπούν χαρμόσυνα καί πλήθη λαού τούς κατακλύζουν. Tά τροπάρια λές καί είναι κομμάτια από τίς ανθρώπινες καρδιές. Tά μάτια 'ολων είναι δακρυσμένα. Φαίνονται στά πρόσωπα όλων ζωγραφισμένα ξέχωρα συναισθήματα. Oλο τό χρόνο κάθε ένας πονεμένος βρίσκει τήν ανακούφιση καί τήν παρηγορία εμπρός στή Mητέρα καί κλειδωμένος μέσα στό κελλί του καί γονατισμένος εμπρός στήν παναγία Tης εικόνα ξεκλειδώνει της καρδιάς του τά βάθη, ζητεί àπό αυτήν νά φθάσει σε  'ολες τίς περιστάσεις της ζωής του καί Eκείνη,

 Mητέρα πονετική, σπογγίζει τά δάκρυα, γλυκαίνει τόν πόνο, γίνεται μητέρα του ορφανού, γίνεται παρηγοριά του ξένου, γίνεται προστασία του κατατρεγμένου, γίνεται λιμάνι του φουρτουνιασμένου στό πέλαγος της ζωής, γιατρός του αρρώστου, οδηγός του τυφλού, τροφή των πεινασμένων, θάρρος του αμαρτωλού, γιά νά πάρει τό βήμα του πρός τόν Γολγοθά καί νά ζητήσει καί νά βρει τό έλεος Eκείνου, πού εσταυρώθηκε γι\ αυτόν.

Oλο τό χρόνο καθένας πονεμένος χωριστά βρίσκει στήν Παναγία μας Mητέρα ¬,τι η ψυχή του χρειαζόταν. Kαί σήμερα λοιπόν 'ολοι αυτοί πλημμύρισαν τούς îερούς ναούς. Γιά δές τί ρίγη! Tί λυγμοί, τί δάκρυα! Oμαδικός συναγερμός ψυχές καί ξέσπασμα εκδηλώσεων πού μοιάζει σάν ηφαίστειο. Eνας, πού οî λύπες καί οî δυστυχίες ρίχνονται πάνω στήν ψυχή του καί οî συμφορές σάν μαύρα σύννεφα σκεπάζουν τήν καρδιά του, τί συγκινητικά πού προσεύχεται μπροστά στήν Παναγία: “Tων λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι τήν ταπεινή μου ψυχή καί συμφορών νέφη τήν εμήν καλύπτουσι καρδίαν Θεονύμφευτε... Λάμψον μοι τό φως τό χαρμόσυνον...”.

Aλλος πιό πέρα, πού οî συμφορές του βίου, οî ανάγκες καί οî θλίψεις τόν είχαν περικυκλώσει σάν εχθροί ανίκητοι καί η Παναγία τόν λύτρωσε àπό αετούς, έχει σηκώσει τά χέρια του ψηλά καί σάν τρελλός φωνάζει: “ Aνυμνώ, μεγαλύνω τήν άμετρόν Σου συμπάθεια καί τήν εις εμέ Σου παράκλησιν”. Aλλος, πού επέρασε μεγάλες τρικυμίες στή ζωή, τώρα μόλις εσχημάτισε πεποιθήσεις μέσα στήν καρδιά του γιά τήν αγάπη καί τήν δύναμη της Παναγίας καί σάν τόν ναυαγό πού βρικε σανίδα σωτηρίας μέσα στά αγριεμένα κύματα, τρέχει μπροστά στήν παναγία Tης εικόνα, γονατίζει καί ανάμεσα σέ θρήνους καί στεναγμούς φωνάζει: “Mή μέ παρίδης τόν άθλιον, των χριστιανών καταφύγιον”. Πιό κάτω, ένας ôλλος πού ¬'οτι κι αν είχε τôχασε σ αυτόν τόν κόσμο καί τίποτε δέν του απέμεινε στερνή παρηγοριά, σέρνοντας βαρειά κι αυτός τό βήμα του μόλις öφθασε μέσ\ στό ναό καί μέ τήν καρδιά του σπαραγμένη φωνάζει μέ όλη τή δύναμή του: “Πρόφθασον θερμή προστασία καί Σήν βοήθειαν δός μοι τω δούλω Σου τω ταπεινώ καί αθλίω, τω τήν Σήν αντίληψιν επιζητούντι θερμώς”. 

Eνας πιό κάτω, τρέμει ολόκληρος. Eχει ξεσπάσει σέ κοπετό αληθινό καί φωνάζει μέ όση δύναμη χουν τά πνευμόνια του: “Kαί πού λοιπόν άλλην ευρίσω αντίληψιν; Που προσφύγω; Που δέ καί σωθήσομαι; Tίνα θερμήν έξω βοηθόν θλίψεσι του βίου καί ζάλαις, οιμοι! κλονούμενος: Eις Σέ μόνην ελπίζω καί θαρρώ καί καυχώμαι καί προστρέχω τη σκέπη Σου· σώσον με”. Aλλος, δείχνοντας στήν Παναγία Mητέρα έναν ολόκληρο κόσμο φανερών καί αφανών εχθρών του, πού άλλοι μέ τά μαχαίρια καί τά βέλη του φανερού καί εξοντωτικού πολέμου των καί άλλοι ευεργετημένοι àπό αυτόν άνοιξαν εμπρός του λάκκους καί τούς εσκέπασαν μέ λουλούδια γιά νά τόν γελάσουν καί σάν λύκοι όλοι, αετοί ζητούν νά κατασπαράξουν τό ταλαίπωρο σώμα του, τρέμοντας από τό φόβο του ζητεί μέ δάκρυα από τήν Παναγία νά προφθάσει νά τόν σώσει. Kάποιος σέ άλλη μιά γωνιά παρασταίνει τίς λύπες της ζωής σάν μαύρα σύννεφα, πού εσκέπασαν τήν άμοιρη ψυχή του καί τήν καρδιά του.

Kαί τό σκοτάδι τους έφθασε ως τό μυαλό του καί του αναστάτωσε τή σκέψη, μά θέλει νά σωθεί. Φωνάζει λοιπόν κι αυτός πρός τήν Mητέρα: “Aπέλασον ταύτα μακράν τη  εμπνεύσει της θείας πρεσβείας Σου”. Nά, καί κάποιος εξηντλημένος φαίνεται πώς είναι ôρρωστος, είναι χλωμός σάν τό φεγγάρι, ένα σύντριμμα σωστό μπροστά στήν παναγία Tης εικόνα. Ωστόσο προσεύχεται κι αυτός: “Παράκλησιν εν ταις θλίψεσιν οίδα καί των νόσων ιατρόν Σέ γινώσκω καί παντελή συντριμμόν του θανάτου καί ποταμόν της ζωής ανεξάντλητον καί πάντων των εν συμφοραίς ταχινήν καί οξείαν αντίληψιν...”.. Ω, τί γίνεται σήμερα μέσα στούς ναούς, στό πανηγύρι της Mητέρας! Oî λέξεις χάνουν τή δύναμή τους. H ανθρώπινη γλώσσα γιά πρώτη φορά ομολογεί ότι δέν μπορεί νά εκφράσει τά συναισθήματα της χριστιανικής καρδιάς. Eίναι τόση μικρή γιά μιά τέτοια μεγάλη υπηρεσία! Kαί τό ανθρώπινο μυαλό ζαλίζεται καί μόνο η καρδιά μέ λόγια αυθόρμητα εξακολουθεί πάντα νά εκδηλώνει τά συναισθήματά της: “Πρός τίνα καταφύγω άλλην αγνή; Που προσδράμω λοιπόν καί σωθήσομαι; Που πορευθώ; Ποίαν δέ εφεύρω καταφυγήν; Ποίαν θερμήν αντίληψιν; Ποίαν εν ταις θλίψεσι βοηθόν; Eις Σέ μόνην ελπίζω, εις Σέ μόνην καυχώμαι καί επί Σέ θαρρών κατέφυγον”.

Kαί επί τέλους όταν τό πανηγύρι τελειώνει, από όλους ακούγεται η  ολόγλυκεια επίκλησις πρός τήν Παναγία μας Mητέρα: “Tήν δέησίν μου δέξαι τήν πενιχράν καί κλαυθμόν μή παρίδης καί δάκρυα καί στεναγμόν, àλλά αντιλαβού μου ως αγαθή καί τάς αιτήσεις πλήρωσον. Δύνασαι γάρ πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου Θεού μήτηρ, ει νεύσεις öτι μόνον πρός τήν εμήν οικτράν ταπείνωσιν”.

Aγαπητοί μου φίλοι, λάβετε όλοι μέρος στό πανηγύρι της Παναγίας. Ποιός από εσάς μπορεί νά πει οτι δέν ξεσπούν επάνω του οî καταιγίδες της ζωής; Ποιός μπορεί νά πει οτι αγκάθια δέν τρύπησαν τήν καρδιάν του; Oλοι, ποιός λίγο, ποιός πολύ, πίνουμε καθημερινώς από τό πικρό ποτήρι πού η ζωή αυτού του κόσμου κάθε μέρα μας κερνά. Λοιπόν, τό βάλσαμο, τήν παρηγοριά, τό θάρρος, τήν ελπίδα σάν από αστείρευτη πηγή, όλοι θά τά βρούμε άφθονα μπροστά στή Mητέρα. Aς γονατίσουμε μπροστά Tης καί ας αναθέσουμε σ Aυτήν τήν κάθε μας ελπίδα.

(μακαρ. Mητροπολίτου Xίου Παντελεήμονος Φωστίνη “Oî φίλοι του Θεού”.)

πηγή : “MONAXIKH EKΦPAΣH” ΠEPIOΔIKO ΔIMHNIAIO
IΔIOKTHTHΣ: IEPA MONH AΓIOY NEKTAPIOY - TPIKOPΦO ΦΩKIΔOΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...