/*--

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος στή βυζαντινή Λειτουργία καί Ὑμνογραφία

1. Πρόλογος

Ἡ θεία λειτουργία μέ τήν ὅλη ἱεροτελεστία, τούς συμβολισμούς καί τίς ἐν γένει λειτουργικές καί ἱερουργικές πράξεις της θέτει ἐνώπιόν μας ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή Γέννηση ἕως τήν Ἀνάληψη. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης αὐτό πού συντελεῖται στή θεία λειτουργία τό ὀνομάζει: «συγκεφαλαίωση γάρ τῆς ὅλης οἰκονομίας τόδε τό μυστήριον»1. Παρόμοια ἐκφράζεται καί ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπαριθμεῖ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες καταδεικνύονται μέσα στή θεία λειτουργία, καταφεύγει στήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος πού ἀπαρτίζεται ἀπό διάφορα μέλη καί συνθέτει ἕνα ὅλο, τό ἀνθρώπινο σῶμα. Ἔτσι καί ἡ θεία λειτουργία κατά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα φέρνει ἐνώπιόν μας «τήν τοῦ Σωτῆρος πολιτείαν» καί μάλιστα ὄχι μόνο «πάντα αὐτῆς τά μέρη ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους», ἀλλά τά παρουσιάζει «κατά τήν πρός ἄλληλα τάξιν καί ἁρμονίαν»2.

Μία ἀπό τίς ἔνδοξες στιγμές τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου εἶναι καί ἡ θεία Μεταμόρφωσή Του. Αὐτό τό γεγονός, πού ἑορτάζεται πανηγυρικά ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς 6 Αὐγούστου3, δίνει καί τή βάση τῆς εἰσηγήσεώς μας ὑπό τή διπλή της ὄψη. Θά παρουσιάσουμε δηλαδή τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μέσα στή θεία Λειτουργία ἀφενός, καί στήν Ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς ἀφετέρου. Ὁλόκληρη ἡ θεία λειτουργία κατά τόν Alexander Schmemann γίνεται κατανοητή ὡς ἕνα ταξίδι ἤ μία λιτανεία, μία μετάβαση τῆς Ἐκκλησίας στή διάσταση τῆς Βασιλείας. Ἀπό τή στιγμή πού οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό κρεβάτι τους, τό σπίτι τους, τόν παρόντα καί πολύ συγκεκριμένο κόσμο τῆς φθορᾶς, βρίσκονται στήν πορεία τοῦ νά συγκροτήσουν τήν Ἐκκλησία ἤ τοῦ νά μεταμορφωθοῦν σέ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἄτομα μεμονωμένα καί διαφορετικά μεταξύ τους καί τώρα καλοῦνται νά γίνουν μία νέα κοινότητα μέ νέα ζωή4.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας, πού εἶναι ἕνα θεολογικό καί πνευματικό ὑπόμνημα στήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως, στοχεύει, ἐκτός ἀπό τό νά διευκρινίσει πτυχές τοῦ ἑορταζόμενου γεγονότος, νά παρακινήσει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σέ συμμετοχή καί βίωση του, σέ τελευταία ἀνάλυση στήν κοινωνία μέ τό μεταμορφωθέντα Χριστό διά μέσου τῆς προσωπικῆς μεταμορφώσεως.

Ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου σύμφωνα μέ τό Ρουμάνο μυστικό θεολόγο τοῦ περασμένου αἰώνα Nichifor Crainic εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας. Καί τοῦτο διότι: «Ἡ ἐπιστήμη καί ἡ πίστη, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν καί οἱ ἐπινοήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ προσευχή καί ἡ θεωρία (θέα), ἡ ζωή τοῦ ἀτόμου καί ὁλόκληρος ὁ ἱστορικός βίος, ὅλα πορεύονται κατά τρόπο συγκλίνοντα πρός τό Θαβώριο Ὄρος, ὅπου ἔγινε ἡ θεία Μεταμόρφωση, δηλαδή ὅπου ἔγινε τό θαῦμα τοῦ δοξασμοῦ προκαταβολικά μέσα στό φῶς τῆς μέλλουσας ζωῆς. Ἡ ἀρχή πού βρίσκεται στή βάση αὐτοῦ τοῦ προσανατολισμοῦ εἶναι ἡ πίστη στή μεταβολή τῆς κτιστῆς φύσεως ἀπό τή φθορά στήν ἀφθαρσία, ἀπό τό πρόσκαιρο στό αἰώνιο, ἀπό τήν ἁμαρτωλότητα στήν ἁγιότητα, ἀπό τήν ἀνθρώπινη κατάσταση στή θεία κατάσταση. Τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως στό ὄρος Θαβώρ εἶναι γιά τήν Ὀρθοδοξία μαζί μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡ ἱστορική ἀπόδειξη γιά τή μέλλουσα ζωή καί γιά τήν οὐράνια δόξα αὐτῆς τῆς ζωῆς»5.

2. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στή βυζαντινή λειτουργία 

α) Ἡ Μεταμόρφωση στήν ἱερά προσκομιδή

Ἡ ἱερά προσκομιδή, ὅπως αὐτή τελεῖται σήμερα, σύμφωνα μέ τή βυζαντινή λειτουργική παράδοση εἶναι μία πλήρης, αὐτοτελής ἀκολουθία. Ἀσφαλῶς ὁ κύριος στόχος της εἶναι ἡ προετοιμασία τῶν εὐχαριστιακῶν δώρων, ἡ καθιέρωση, ἀφιέρωση καί προκαταρκτική εὐλογία τους, ὥστε νά γίνουν ἄξια νά κινηθοῦν μέσα στήν προοπτική τοῦ καθαγιασμοῦ τους. Τά ἴδια τά εὐχαριστιακά δῶρα, ἐνῶ ἀκόμη βρίσκονται στά χέρια τῶν πιστῶν, πρίν ἀπό τήν προσφορά τους στή σύναξη, βρίσκονται ἤδη σέ μία πορεία μεταμορφώσεως. Ἔτσι, τό σιτάρι καί τά σταφύλια μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη παρέμβαση καί τή διάθεση ἀφιέρωσής τους στό Θεό γίνονται ἄρτος καί οἶνος καί μεταμορφωμένα, πλέον, ἐκπροσωπῶντας κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη πού προσφέρεται μέ αὐτή τή μορφή ὡς θυσία6, παραδίδονται στά χέρια τοῦ ἱερέα γιά νά ἐνταχθοῦν στή διαδικασία μεταμόρφωσής τους.

Ἡ ὅλη ἱερουργία τῆς ἱερᾶς προσκομιδῆς ἔχει ὡς κέντρο τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Πιό συγκεκριμένα ἀναπαριστᾶ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ἀπό τή Γέννηση μέχρι τό θεῖο Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Ἀμνός δηλαδή τῆς προσκομιδῆς δέν εἶναι ἁπλά ἕνας εὐλογημένος ἄρτος, ἀλλά συμβολίζει τό Χριστό στήν κατάσταση τῆς Γέννησης, τῆς θυσίας καί τῆς Ἀναστάσεώς Του, γι’ αὐτό καί παρίστανται δίπλα Του ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, μέ τή μορφή τῆς ἀφιερωμένης σ’ αὐτή μερίδος, καί τά ἐννέα τάγματα τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων. Ἄν μάλιστα προστεθοῦν καί οἱ μερίδες τοῦ ἐπιχωρίου ἐπισκόπου καί τῶν ζώντων καί κεκοιμημένων πιστῶν, τότε βλέπουμε ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία συναγμένη πάνω στό ἱερό δισκάριο. Ὁλόκληρη δέ αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου πλαισιουμένου ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί τή θριαμβεύουσα καί στρατευομένη Ἐκκλησία συνιστᾶ πρόγευση τῆς εἰκόνας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέ τή διαφορά ὅτι ὁ Κύριος τώρα, ἀντί τοῦ ἐπουράνιου θρόνου Του, κάθεται ἐπί τοῦ ἱεροῦ δισκαρίου.

Γι’ αὐτό καί στή βυζαντινή λειτουργική παράδοση καί πνευματικότητα δίνεται μεγάλη σημασία στή μνημόνευση τῶν ὀνομάτων στήν προσκομιδή, ἀφοῦ οἱ πιστοί στό ὄνομα καί τήν ἀποτελεσματικότητα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ ἐμπειρικά παίρνουν μεγάλη πνευματική βοήθεια. Θά λέγαμε δέ χωρίς ὑπερβολή ὅτι ἀπό αὐτό ἀκόμη τό σημεῖο τῆς ἐξαγωγῆς τῶν μερίδων καί τῆς μνημόνευσης τῆς προσκομιδῆς μπαίνουν καί οἱ ἴδιοι οἱ πιστοί δυναμικά, πλέον, μέσα στή διαδικασία μεταμόρφωσής τους7.

β) Ἡ Μεταμόρφωση κατά τήν ἀνάγνωση τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων

Στό δεύτερο μέρος τῆς θείας λειτουργίας, πού εἶναι ἡ ἀνάγνωση τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων, ἔχουμε πλέον τόν Κύριο διδάσκοντα ἐνώπιον τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ὅπως καί τότε κατά τήν ἐπίγεια ζωή Του δίδασκε τά διψασμένα γιά ἀκοή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πλήθη τῶν Ἰουδαίων. Ἡ εὐχή πού προηγεῖται τῆς ἀνάγνωσης τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι ἀπόλυτα ἐνδεικτική τοῦ στόχου καί τοῦ ρόλου τῶν ἀναγνωσμάτων αὐτῶν στή σύναξη. Ἡ πρώτη πρόταση τῆς εὐχῆς, πού εἶναι τά λόγια: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν», ζητεῖ ἀπό τό Χριστό νά λάμψει μέ τό φῶς Του τίς καρδιές καί νά ἀνοίξει τούς ὀφθαλμούς τοῦ νοός τῶν πιστῶν, ὥστε νά εἰσδύσουν στό πνευματικό νόημα τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς.

Ἡ δεύτερη πρόταση τῆς εὐχῆς, ἀφοῦ προϋποθέτει τό φωτισμό καί τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὑπεισέρχεται σέ πρακτικότερα θέματα, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τή χάρη καί τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ζητεῖ νά δοθεῖ στούς πιστούς ὁ σωτήριος φόβος τοῦ Θεοῦ, πού ὁδηγεῖ στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, διότι μέ τήν πιστή τήρησή τους ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά «καταπατεῖ τάς σαρκικάς ἐπιθυμίας», νά ἀποκτᾶ δηλαδή ἔλεγχο πάνω στά πάθη του καί νά γίνεται ἱκανός, πλέον, νά «μετέλθῃ πνευματικῆς πολιτείας». Μέ ἄλλα λόγια, νά φρονεῖ καί νά πράττει σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά δοξάζει μέ τήν ὅλη ζωή του τό πανάγιο ὄνομά Του. Τί σημαίνει ὅμως αὐτό; Ἀληθινή μεταμόρφωση, χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ τελευταία πρόταση τῆς εὐχῆς: «Σύ γάρ εἶ ὁ φωτισμός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστέ ὁ Θεός,…» εἶναι διαπιστωτική καί ἐπιβεβαιωτική τοῦ ὅλου περιεχομένου τῆς εὐχῆς8.

Ἔτσι, μετά τό σχολιασμό τῆς πιό πάνω εὐχῆς, κατανοοῦμε ἄριστα τό ρόλο τοῦ ὕμνου «Ἀλληλούια» (=αἰνεῖτε τόν Κύριο) πού ψάλλεται μετά τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἐννέα φορές, τρίς ἐπί τρία. Διότι ὁ ὕμνος μᾶς καλεῖ νά δοξάσουμε τόν Κύριο, πού μᾶς χάρισε διά στόματος τῶν ἁγίων ἀποστόλων διδασκαλία θεία, ἰσοστάσια μέ τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Ἐπίσης κατανοοῦμε καί τά δοξολογικά λόγια: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι», πού ἀναπέμπουμε στό Θεό ὡς λατρεύουσα κοινότητα μετά τήν ἀκρόαση τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς. Τά λόγια αὐτά τῆς κοινότητας, πού συνοδεύουν τά βιβλικά ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας καί ὅλως ἰδιαίτερα τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἔχουν μία ἀντιστοιχία πνευματικῆς ἐμπειρίας μέ τά γεμάτα θαυμασμό λόγια πού ἐξέφραζαν σύγχρονοι ἀκροατές τοῦ Κυρίου, ὅπως: «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»9 καί τό «μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καί μαστοί οὕς ἐθήλασας»10.

Γνωρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία σ’ αὐτό τό μέρος τῆς θείας λειτουργίας θεμελίωσε τήν ὀργανωμένη προσπάθεια κατήχησης τῶν ὑποψηφίων μελῶν της, τῶν κατηχουμένων. Δέν εἶδε, δηλαδή, τήν ἀνάγνωση τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων ὡς διαδικασία πληροφόρησης, ἐνημέρωσης πάνω στό νόμο τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐαγγελική ἐν γένει διαδικασία. Ἀλλά προσέβλεπε σέ μία συνεχῆ πνευματική πρόοδο τῶν κατηχουμένων, διά μέσου κυρίως τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας καί τῆς μεταβολῆς πού ἐπιφέρει ἡ ἀκρόαση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές πού ἐμπεριέχονται σ’ αὐτόν11. Γι’ αὐτό καί ὁ διάκονος καλεῖ τήν κοινότητα τῶν πιστῶν σέ προσευχή ὑπέρ τῶν κατηχουμένων: «ἵνα ὁ Κύριος αὐτούς ἐλεήσῃ· κατηχήσῃ αὐτούς τόν λόγον τῆς ἀληθείας· ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς τό εὐαγγέλιον τῆς δικαιοσύνης·…». Ἐνῶ ὁ ἱερέας στήν εἰδική εὐχή, παράλληλα, εὔχεται στό Θεό γιά τούς κατηχουμένους: «…καταξίωσον αὐτούς ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τοῦ ἐνδύματος τῆς ἀφθαρσίας…», δηλαδή εὔχεται γιά τήν ἀληθινή μεταμόρφωσή τους, πού θά γίνει μέ τό ἱερό βάπτισμα.

Ἄν θά ἐπιχειρούσαμε μία σύγκριση τῆς μεταμορφωτικῆς σχέσεως Χριστοῦ καί πιστοῦ στή διαδικασία τῆς ἱερᾶς προσκομιδῆς, πού ἤδη ἀναφερθήκαμε, καί στή θέση τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων, θά λέγαμε ὅτι ὁ Χριστός κατά τήν ἱερουργική διαδικασία τῆς προσκομιδῆς εἶναι κρυμμένος μέσα στό ἱερό βῆμα, στήν πρόθεση, καί ἡ μεταμορφωτική βοήθεια πρός τούς χριστιανούς εἶναι προσωπική, μυστική, ἐμπειρική γιά τόν καθένα χωριστά. Τώρα, μέ τήν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ὁ Κύριος εἶναι παρών, ἐνώπιον ὅλων φανερά καί ταυτόχρονα μυστικά, ὁμιλεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο καί ὅσοι προσέχουν ἰδιαίτερα τά λόγια Του ἀλλοιώνονται πνευματικά καί συμμορφώνονται σύμφωνα μέ τίς θεῖες ἐπιταγές Του. Ἐξάλλου, ἡ ὅλη διαδικασία τῆς Μικρᾶς Εἰσόδου, σύμφωνα μέ τήν τάξη τῆς βυζαντινῆς λειτουργίας, ἐπιδιώκει αὐτό ἀκριβῶς, νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται ἀνάμεσά μας καί μᾶς διδάσκει μέ τά θεῖα καί σωτήρια λόγια Του καί ἀναμένει τήν πλήρη ἀνταπόκρισή μας καί συμμόρφωση μέ τίς θεῖες ἐντολές Του12.

γ) Ἡ Μεταμόρφωση στόν καθαγιασμό τῶν εὐχαριστιακῶν εἰδῶν

Εἰσερχόμενοι πλέον στό κύριο μέρος τῆς θείας λειτουργίας, τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, καλούμαστε νά συμμετάσχουμε σέ μία διαδικασία, ὄχι ἁπλά μεταμόρφωσης, ἀλλά μεταβολῆς τῶν δώρων αὐτῶν. Ἡ κοινότητα διά τοῦ ἱερέα ἐπικαλεῖται τήν ἀποστολή τοῦ Παναγίου Πνεύματος πάνω στούς πιστούς καί τά προκείμενα δῶρα. Μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος τά τίμια δῶρα μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Οἱ πιστοί εἶναι σέ πλεονεκτικότερη θέση ἔναντι τῶν τριῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου πού ἦταν παρόντες κατά τή μεταμόρφωσή Του στό ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, «καθώς ἠδύναντο», μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ ἔλαβαν πείρα γιά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τῆς δόξας τῆς θεϊκῆς Του μορφῆς. Ἐδῶ, σέ κάθε θεία λειτουργία τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν τή δυνατότητα νά ἔχουν μπροστά τους, μέ τή μορφή τῶν εὐχαριστιακῶν εἰδῶν, τόν ἴδιο τόν Ἀναστάντα καί εἰς τούς οὐρανούς Ἀναληφθέντα Κύριο. Μάλιστα ὁ Κύριος παραμένει πάνω στόν ἐπίγειο θρόνο τῆς δόξης Του, στό ἱερό θυσιαστήριο διαρκῶς, ἀφοῦ κατά τήν παράδοση, τήν ἑορτή τῆς θείας Εὐχαριστίας, τή Μ. Πέμπτη καθαγιάζονται δύο ἀμνοί, γιατί ὁ δεύτερος τοποθετεῖται τεμαχισμένος μέσα στό ἅγιο ἀρτοφόριο, πάνω στήν ἁγία τράπεζα καί μένει ἐκεῖ ἕως τό ἑπόμενο ἔτος, ὥστε νά εἶναι δυνατή ἡ θεία μετάληψη τῶν χριστιανῶν ἀνά πᾶσα στιγμή τῆς ἡμέρας καί νύκτας καί πρό παντός σέ δύσκολες περιστάσεις τῶν χριστιανῶν.

Δηλαδή σ’ αὐτό τό σημεῖο γιά νά μείνουμε στόν ὅρο «μεταμόρφωση» ἔχουμε, ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, μία συνεχῆ μεταμόρφωση, φανέρωση τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, χάριν τῶν μελῶν τῆς κοινότητας. Ὅμως, στήν εὐχή τῆς ἐπικλήσεως βλέπουμε ὅτι τό αἴτημα εἶναι διπλό: «κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα». Δηλαδή, πρίν ἤ ταυτόχρονα μέ τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, ζητᾶμε ἀπό τόν Κύριο νά στείλει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί σέ μᾶς, στήν εὐχαριστιακή κοινότητα. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στή διαδικασία τῆς μεταμορφώσεως. Ὅπως ὁ Χριστός μετά τόν καθαγιασμό εἶναι πλέον εὐχαριστιακά παρών ἐνώπιον τῆς κοινότητας, ἔτσι καί ἡ κοινότητα παρίσταται εὐχαριστιακά ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μεταμορφωμένη, ἁγιασμένη. Ἐξάλλου τήν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ ἡ κοινότητα ἀναπέμπει λόγια εὐχαριστίας, δοξολογίας: «Σέ ὑμνοῦμεν, σέ εὐλογοῦμεν, σοί εὐχαριστοῦμεν Κύριε…». Ὅπως, δηλαδή, τότε κατά τή θεία μεταμόρφωση οἱ μαθητές δέν ἤθελαν τίποτε ἄλλο παρά μόνο νά παραμείνουν μέσα σ’ αὐτή τή θεοποιό κατάσταση τῆς ἐνατένισης τοῦ μεταμορφωθέντος ἐνώπιόν τους Χριστοῦ, ἔτσι καί τώρα στή θεία λειτουργία μπροστά στή μεγαλειώδη αὐτή συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ καί τήν ὕψιστη ἀποκάλυψη τῆς θείας ἀγαθότητος καί εὐσπλαχνίας Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου οἱ πιστοί ἀναφωνοῦν μέ θάμβος τά λόγια τοῦ ὕμνου: «Σέ ὑμνοῦμεν, σέ εὐλογοῦμεν, σοί εὐχαριστοῦμεν Κύριε…». Μ’ αὐτόν τόν ὕμνο ἐκφράζουμε ἀντιστοιχία βιωμάτων μέ τούς τρεῖς πρόκριτους μαθητές Πέτρο, Ἰάκωβο καί Ἰωάννη, τούς μάρτυρες τῆς θείας μεταμορφώσεως στό ὄρος Θαβώρ.

δ) Ἡ Μεταμόρφωση στή θεία μετάληψη

Ὁ Χριστός, πλέον, βρίσκεται ἀναστημένος καί κάθεται ἐπί τῆς ἁγίας τραπέζης καί σέ λίγο θά προσφερθεῖ στούς πιστούς. Ὅταν οἱ πιστοί θά κληθοῦν νά μεταλάβουν σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ θά ἔχουν τή δυνατότητα τῆς θείας κοινωνίας μέ τό Χριστό, θά γίνουν σύσσωμοι καί σύναιμοι μαζί Του, θά γίνουν σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «κοινωνοί θείας φύσεως»13.

Οἱ χριστιανοί, λίγο πρίν ἐξέλθουν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, θά ψάλλουν διαπιστωτικά: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν14, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες…». Τί ἄλλο σημαίνουν αὐτά τά λόγια, ἐκτός ἀπό μία ὁμολογία, διαπίστωση μεταμορφώσεως; Καί γιά νά γίνει αὐτή ἡ θέση ἀκόμη πιό φανερή, παραπέμπουμε στή θεοπτική καί θεωτική ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, πού ἐκφράζεται τόσο καθαρά γιά τήν ὀντολογική, ὑπαρξιακή μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἔλθει σέ κοινωνία μέ τό Θεό, ἀφοῦ καί στή θεία μετάληψη ὁμολογοῦμε: «Θεοῦ τό Σῶμα καί θεοῖ με καί τρέφει· θεοῖ τό πνεῦμα, τόν δέ νοῦν τρέφει ξένως» (εὐχή θείας μεταλήψεως). Στή συνέχεια παραθέτουμε τό κείμενο τοῦ Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου: 

«οἶκος Δαυΐδ ἡμεῖς ἐσμέν ὡς συγγενεῖς ἐκείνου, ... καί οἶκος εἷς γεγόναμεν Δαυΐδ, οἱ πάντες ἅμα, τῇ ἰδιότητι τῇ σῇ, τῇ πρός σέ συγγενείᾳ./.... συναγομένων τε ἡμῶν εἷς γενόμεθα οἶκος,/.....καί οἶκον ἕκαστον ποιεῖς καί ἐνοικεῖς εἰς πάντας καί οἶκος πᾶσι γίνῃ σύ καί ἐν σοί ἐνοικοῦμεν, εἷς σῶτερ, ἕκαστος ἡμῶν μετά σοῦ ὅλος ὅλου, καί μεθ’ ἑνός ἑκάστου σύ μόνου μόνος τυγχάνων/ καί ὑπεράνωθεν ἡμῶν μόνος ὅλος ὑπάρχεις;/......Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστός ἡμῶν δέ, καί χείρ Χριστός καί ποῦς Χριστός ἐμοῦ τοῦ παναθλίου, καί χείρ Χριστοῦ καί ποῦς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγώ δέ· κινῶ τήν χείρα, καί Χριστός ὅλος ἡ χείρ μου ἔστιν. Ἀμέριστον γάρ νόει μοί θεότητα τήν θείαν! Κινῶ τόν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς ἐκεῖνος· μή εἴπῃς, ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ’ ἀπόδειξαι ταῦτα καί τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτόν σε ποιοῦντι! Εἰ γάρ καί σύ θελήσειας, μέλος αὐτοῦ γενήσῃ, καί οὕτω μέλη ἅπαντα ἑνός ἡμῶν ἑκάστου μέλη Χριστοῦ γενήσονται, καί Χριστός ἡμῶν μέλη, καί πάντα τά ἀσχήμονα εὐσχήμονα ποιήσει κάλλει θεότητος αὐτά κατακοσμῶν καί δόξῃ, καί γενησόμεθα ὁμοῦ θεοί Θεῷ συνόντες, ἀσχημοσύνην σώματος ὅλως μή καθορῶντες, ἀλλ’ ὅλοι ὅλῳ σώματι Χριστῷ ὁμοιωθέντες, καί μέλος ἕκαστον ἡμῶν ὅλος Χριστός ὑπάρξει. Εἰς γάρ πολλά γινόμενος εἷς ἀμέριστος μένει, μερίς ἑκάστη δέ αὐτός ὅλος Χριστός ὑπάρχει»15.


3. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος στή βυζαντινή ὑμνογραφία

Ἡ ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας εἶναι πλούσια καί ὡς πρός τή δομή καί ὡς πρός τό περιεχόμενο. Περιλαμβάνει μικρό ἑσπερινό, μεγάλο ἑσπερινό μέ τρία ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, λιτή, ἀπόστιχα, πλήρη ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου μέ δύο κανόνες σπουδαίων ὑμνογράφων, ἕνα τοῦ Κοσμᾶ καί ἕνα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ16, στιχηρά τῶν αἴνων καί τά ἀνάλογα δοξαστικά τροπάρια τοῦ ἑσπερινοῦ καί τοῦ ὄρθρου. Μάλιστα δέ μέ πρόβλεψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Τυπικοῦ, ἀκόμη καί σέ περίπτωση σύμπτωσης τῆς ἑορτῆς ἡμέρα Κυριακή, ἐγκαταλείπονται τά ἀναστάσιμα τροπάρια, καθόσον ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι καί αὐτή λαμπρή δεσποτική ἑορτή. Ὅλος ὁ τόνος τῆς ἑορτῆς εἶναι πανηγυρικός καί χαρμόσυνος, ὅπως ἐπιβάλλει θεολογικά καί πνευματικά τό ἑορταζόμενο γεγονός τῆς ἐνδόξου μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

α) Περιγραφή τοῦ ἱστορικοῦ πυρήνα τῆς ἑορτῆς

Πρίν νά λάβει χώρα ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στό Θαβώρ, ὑπῆρξαν προδρομικά στοιχεῖα, προδρομικές ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ ἐν δόξῃ ὡς ἄσαρκου Λόγου τοῦ Θεοῦ στό ὄρος Σινᾶ. Ἡ θεοπτική ἐμπειρία τῶν προφητῶν Μωυσῆ καί Ἠλία, μέ τή θεοφάνεια στή φλεγόμενη βάτο17, στή νεφέλη τοῦ Σινᾶ18 καί τή στήλη τοῦ πυρός19, γιά τόν πρῶτο, καί στή λεπτή αὔρα20 γιά τόν δεύτερο, ἐπιστρατεύεται ἐδῶ καί συσχετίζεται μέ τή Μεταμόρφωση, ἀφοῦ εἶναι τό ἴδιο πρόσωπο πού ἐνεργεῖ ὅλα αὐτά.

Ἔτσι, εὐθύς ἀμέσως διευκρινίζεται ὅτι ἡ «τόν γνόφον τόν νομικόν, ἡ φωτεινή τῆς Μεταμορφώσεως διεδέξατο νεφέλη»21. Ὁ Χριστός εἶναι «ὁ πάλαι λαλήσας διά νόμου καί προφητῶν»22. Τήν ἴδια ἔκφραση τήν ξανασυναντᾶμε μέ ἐλαφρά τροποποίηση: τό «λαλήσας» γίνεται «συλλαλήσας»23. Προφανῶς ἐδῶ τονίζεται ἡ ἔννοια τῆς συνομιλίας, κοινωνίας τοῦ Μωυσῆ μέ τό Θεό. Τά τρία ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφέρονται στή θεοπτική ἐμπειρία τοῦ Μωυσῆ στό Σινᾶ24 καί τοῦ Ἠλία στό Χωρήβ25. Στό δεύτερο τροπάριο τῶν ἀποστίχων τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ γίνεται σύνδεση τῆς μεταμορφώσεως μέ τά ὑπό τοῦ προφήτου Δαυίδ ἀναγγελθέντα καί μάλιστα ἐπιστρατεύονται καί τά τοπωνύμια Θαβώρ καί Ἐρμών26. Ὁλόκληρη ἡ ἀκολουθία εἶναι διανθισμένη ἀπό αὐτή τήν ἀναφορά στή θεοπτική ἐμπειρία, ἰδιαίτερα τοῦ Μωυσῆ27, προκειμένου νά γίνει ἡ μετάβαση στό καθ’ αὑτό γεγονός τῆς ἑορτῆς, πού εἶναι ἡ μεταμόρφωση στό ὄρος Θαβώρ.

Ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ὕμνων, ὁλόκληρων ἤ τμημάτων αὐτῶν, ἀναφέρεται στό γεγονός καί στά περιστατικά τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀφοῦ αὐτό εἶναι τό ἑορταζόμενο γεγονός. Πρόκειται γιά μία ὑμνολογική ἀπόδοση τῶν εὐαγγελικῶν διηγήσεων Ματθ. 17, 1-9, Μάρκ. 9, 2-8 καί Λουκ. 9, 28-36, πού περιγράφουν τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ἔμμεσα καί ὁ Ἰωάννης κάνει λόγο γιά τή Μεταμόρφωση διά μέσου τῶν πυκνῶν ἀναφορῶν του στό φῶς ἐν ἀντιδιαστολῇ πρός τό σκότος28. Τό συναξάριο τῆς ἡμέρας, σέ πλήρη ἀντιστοιχία μέ τίς ὡς ἄνω εὐαγγελικές διηγήσεις, καταγράφει τήν «ὑπόθεση» τῆς ἑορτῆς ὡς ἑξῆς: 

«Ἐπειδή πολλά περί κινδύνων ὁ Χριστός διελέχθη πρός τούς Μαθητάς, καί θανάτου, καί τοῦ πάθους αὐτοῦ, καί τῆς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ σφαγῆς, καί τά μέν ἦν ἐν τῷ παρόντι βίῳ καί ἐν χερσί, τά δέ ἀγαθά ἐν ἐλπίσι, βουλόμενος καί τήν ὄψιν αὐτῷ πληροφορῆσαι, καί δεῖξαι, τίς ποτε ἐστίν ἡ δόξα ἐκείνη, μεθ’ ἧς μέλλει παραγενέσθαι, ἀναφέρει αὐτούς εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ’ ἰδίαν, καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν· καί ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς· καί ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καί Ἠλίας συλλαλοῦντες αὐτῷ. Παραλαμβάνει δέ τῶν ἄλλων τούς τρεῖς μόνους, ὡς ὑπερέχοντας· ὁ μέν γάρ Πέτρος, ἐκ τοῦ σφόδρα φιλεῖν αὐτόν· ὁ δέ Ἰωάννης, ἐκ τοῦ σφόδρα φιλεῖσθαι· ὁ δέ Ἰάκωβος, ἐκ τοῦ δύνασθαι πιεῖν τό ποτήριον, ὅπερ καί ὁ Κύριος ἔπιε. Μωυσῆν δέ καί Ἠλίαν εἰς μέσον παράγει, τάς οὐκ ὀρθάς ὑπονοίας τάς εἰς αὐτόν παρά τοῖς πολλοῖς γινομένας διορθούμενος. Ἐπειδή γάρ τινες μέν αὐτόν Ἠλίαν ἔλεγον, ἄλλοι δέ Ἰερεμίαν, διά τοῦτο τούς Κορυφαίους ἄγει, ἵνα τό μέσον ἐντεῦθεν ἴδωσι τοῦ δούλου καί τοῦ Δεσπότου· καί ἵνα μάθωσιν, ὅτι καί θανάτου καί ζωῆς αὐτός ἐστιν ὁ ἔχων πᾶσαν τήν ἐξουσίαν».

Αὐτό ἀκριβῶς τό ἱστορικό τῆς ἑορτῆς περιγράφεται στά κύρια τροπάρια τῆς ὑμνολογίας τῆς ἡμέρας, τά στιχηρά προσόμοια καί τά ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ, τά τροπάρια τῶν αἴνων, τά δοξαστικά, ὅπου ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια σχεδόν πλήρους περιγραφῆς τῆς ἑορτῆς, καί φυσικά στά πολλά τροπάρια τῶν δύο ἀσματικῶν κανόνων, ὅπου σέ κάθε τροπάριο γίνεται καί ἕνας ὑπαινιγμός. Ἐνδεικτικά καί μόνο ἀναφέρουμε τό πρῶτο δοξαστικό τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ: 

«Προτυπῶν τήν Ἀνάστασιν τήν σήν, Χριστέ ὁ Θεός, τότε παραλαμβάνεις τούς τρεῖς σου μαθητάς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, ἐν τῷ Θαβώρ ἀνελθών. Σοῦ δέ Σωτήρ μεταμορφουμένου, τό Θαβώριον ὄρος φωτί ἐσκέπετο. Οἱ μαθηταί σου Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτούς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μή φέροντες ὁρᾶν, τήν ἀθέατον μορφήν. Ἄγγελοι διηκόνουν φόβῳ καί τρόμῳ, οὐρανοί ἔφριξαν, γῆ ἐτρόμαξεν, ὁρῶντες ἐπί γῆς, τῆς δόξης τόν Κύριον».

Βλέπουμε ὅτι τό τροπάριο αὐτό ἀρχίζει μέ τήν αἰτιολογία, τό γιατί τῆς Μεταμορφώσεως, πού εἶναι ἡ προτύπωση τῆς ἀναστάσεως καί ὁ στηριγμός τῶν μαθητῶν ἐν ὄψει τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Στό ἑπόμενο δοξαστικό, αὐτό τῶν ἀποστίχων, παραλείπεται αὐτή ἡ εἰσαγωγή στό σκηνικό τῆς Μεταμορφώσεως, παρατίθεται ὅμως ἡ σημαντική μαρτυρία τῆς παρουσίας τοῦ Πατρός, πού λείπει ἀπό τό πρῶτο δοξαστικό, ὡς ἑξῆς: «φωνῆς γάρ ἤκουον μαρτυρούσης ἄνωθεν· οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον σῶσαι τόν ἄνθρωπον».

β) Θεολογική ἀνάλυση τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως

Ἡ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς δέν περιγράφει μόνο ἱστορικά τή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρα, ἀλλά τήν ἀναλύει θεολογικά. Ἔτσι, μέ τό νά διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός ὁ ἀγαπητός, τόν φανερώνει καί ὡς «ὁμοούσιον καί ὁμόθρονον»29 μέ τόν Πατέρα. Βλέπουμε στό τρίτο κάθισμα τοῦ ὄρθρου νά γίνεται ἀναφορά στόν Υἱό ὡς Θεό τόν ὁποῖο «ἐκάλεσε Υἱόν ὁ Γεννήτωρ ὁμολογῶν τήν Υἱότητα τήν φυσικήν» καί καλοῦνται οἱ πιστοί νά ἀνυμνήσουν μαζί μέ τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Στό ἐξαποστειλάριο τῆς ἡμέρας ὁ Υἱός καλεῖται «φῶς ἀναλλοίωτον» καί ὁμολογεῖται ἡ παρουσία τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος, πού ἔχουν τήν ἴδια ἰδιότητα τοῦ θείου φωτός, τό ὁποῖο μάλιστα φῶς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ φωτίζει ὁλόκληρη τήν κτίση. Γι’ αὐτό καί στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ ἡ προτροπή γιά ἀνύμνηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι σαφέστατη. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικά: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου, καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καί θεασώμεθα τήν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός· φωτί προσλάβωμεν φῶς· καί μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι, Τριάδα ὁμοούσιον ὑμνήσωμεν εἰς τούς αἰῶνας».

Πέραν ὅμως τῶν τριαδικῶν ἀναφορῶν στήν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας, εἶναι παραπάνω ἀπό ἐμφανής ἡ θεολογική στόχευση ἐμβάθυνσης στήν ἑρμηνεία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως ὑμνολογικά προσφέρεται γιά θεολογική ἀνάπτυξη ὅλων τῶν πτυχῶν τῆς χριστολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός εἶναι αὐτός γιά τόν ὁποῖο ὁ ὑμνογράφος λέγει: «ὅλον τόν Ἀδάμ φορέσας Χριστέ, τήν ἀμαυρωθεῖσαν ἀμείψας ἐλάμπρυνας πάλαι φύσιν»30. Ἐνῶ σέ ἀλλο τροπάριο γίνεται ἀκόμη πιό σαφής ἀναφορά στήν ὑποστατική ἐν Χριστῷ ἕνωση τῆς θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως, ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀναλλοίωτος φύσις (θεότητα) τῇ βροτείᾳ (ἀνθρωπότητα) μιχθεῖσα»31. Καί φυσικά ἡ ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἔφερε τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, πού μία ἀπό τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἑνώσεως εἶναι καί ἡ ἀποτύπωση τοῦ φωτός τῆς θείας φύσεως στό ἀνθρώπινο στή θέα, πλήν γεμᾶτο θεϊκό φῶς, πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν τέτοιο καί τόσο τό φῶς τῆς ἀπαστράπτουσας θείας φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πού οἱ πρόκριτοι μαθητές καί μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως ἀδυνατοῦσαν νά ἀτενίσουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ32. Εἶδαν τόσο μόνο, «καθώς ἠδύναντο»33, ὅσο ἄντεχαν, ὅσο τούς ἐπέτρεπε ἡ πνευματική τους κατάσταση. Ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καταδεικνύει ἐναργέστατα τίς ἀνθρωπολογικές καί σωτηριολογικές συνέπειες τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀλλά περί αὐτοῦ θά γίνει λόγος στήν ἑπόμενη παράγραφο.

Τέλος, ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔχει καί μία ἐσχατολογική διάσταση, μέ τήν ἔννοια ὅτι φανερώνει τό κάλλος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ὅπως αὐτό πραγματοποιήθηκε ἐν Χριστῷ, καί ταυτόχρονα τό στόχο καί τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης πνευματικῆς προσπάθειας. Ἔτσι, στό πρῶτο κάθισμα τοῦ ὄρθρου μέ βάση τό γεγονός τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου προμηνύεται ἡ μεταμόρφωση τῶν δικαίων καί θεωμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θά παρασταθοῦν δεδοξασμένοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου κατά τή Δευτέρα Παρουσία Του. Ἀναφέρει τό τροπάριο: «τήν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν, τήν μετά δόξης σου Σωτήρ, ἐν τῇ δευτέρᾳ καί φρικτῇ τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπί τοῦ ὄρους Θαβώρ μετεμορφώθης»34.

γ) Τό κάλεσμα γιά μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου

Ἄν ὁ ἕνας θεολογικός ἄξονας τῆς ἑορτῆς εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄλλος εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ, τοῦ κάθε ἀνθρώπου προσωπικά. Αὐτό βέβαια ἰσχύει γιά κάθε ἑορτή καί πολύ περισσότερο γιά τίς λεγόμενες δεσποτικές ἑορτές, τίς ἑορτές πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κάθε δεσποτική ἑορτή ἐμπεριέχει ἕνα θεολογικό νόημα, κάτι τό ὁποῖο ἐνήργησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐν ἑαυτῷ ἀλλά πάντα χάριν τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ταυτόχρονα προκύπτει ἀπό τήν ἑορτή καί ἕνα πνευματικό νόημα, δηλαδή αὐτό πού θά πρέπει νά κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, προκειμένου νά προσεγγίσει καί νά προσοικειωθεῖ τό θεολογικό νόημα τῆς ἑορτῆς. Ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἕνα κάλεσμα πρός κάθε πιστό νά ἀκολουθήσει τό δρόμο, τά «ἴχνη τοῦ Χριστοῦ»35.

Μέσα σ’ αὐτήν τή θεολογική καί πνευματική λογική κινεῖται ἀσφαλῶς καί ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ δέ ὑμνολογία, μέ τήν πλαστικότητα καί ἐκφραστικότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας, μετά ἤ ταυτόχρονα μέ τήν προβολή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, προσκαλεῖ καί στή μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ. Τό κάλεσμα αὐτό ἐκφράζεται φανερά, εἴτε στήν ἀρχή τῶν τροπαρίων, καί ἔτσι εὐθύς ἐξαρχῆς δηλώνεται ὁ στόχος τοῦ περιεχομένου τοῦ ὕμνου, εἴτε στό τέλος, ἐν εἴδει συμπεράσματος, θέλοντας νά καταδείξει ὅτι ὅλα ὅσα προηγοῦνται νοηματοδοτοῦνται ὑπό τόν ὅρο ὅτι θά ἀκολουθήσει ἡ μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ.

Ἀπό αὐτόν ἀκόμη τό μικρό ἑσπερινό στά δύο πρῶτα στιχηρά ἐπισημαίνουμε: «Δεῦτε νῦν τήν κρείττονα ἀλλοιωθέντες ἀλλοίωσιν…», «Ὦ φιλοθεάμονες, τῶν ὑπέρ νοῦν καί φιλήκοοι, μυστικῶς ἐποπτεύσωμεν…». Στό δοξαστικό τῆς λιτῆς ὑπάρχει ἡ εὐθεία πρόσκληση: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου, καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καί θεασώμεθα τήν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως αὐτοῦ…». Στό προτελευταῖο τροπάριο τοῦ δεύτερου κανόνα τῆς ἐνάτης ὠδῆς ὑπάρχει ἡ προτροπή τοῦ ποιητῆ: «Δεῦτε μοι πείθεσθε λαοί, ἀναβάντες εἰς τό ὄρος τό Ἅγιον, τό ἐπουράνιον, ἀῢλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος θεοῦ, καί ἐποπτεύσωμεν νοΐ θεότητα ἄϋλον, πατρός καί πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν».

Στό τελευταῖο αὐτό τροπάριο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ βλέπουμε καθαρά ὅτι ὁ ποιητής μᾶς καλεῖ νά τόν ὑπακούσουμε καί νά ἀνεβοῦμε πνευματικά στό «ὄρος τό Ἅγιον, τό ἐπουράνιον», δηλαδή ἀπό τό Θαβώρ νοερά νά στραφοῦμε στόν οὐρανό, στήν οὐράνια κατάσταση. Πιό συγκεκριμένα «ἀῢλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος θεοῦ» καί ἀκόμη μέ μεγαλύτερη σαφήνεια: «καί ἐποπτεύσωμεν νοΐ θεότητα ἄυλον». Δηλαδή δέ γίνεται λόγος γιά μία πνευματική ἀνάβαση γενικά, ἀλλά πολύ καθαρά ὁ λόγος εἶναι γιά τό τρίτο στάδιο τῆς πνευματικῆς διαδικασίας πού ἕπεται τῆς κάθαρσης καί τοῦ φωτισμοῦ, δηλαδή τή θέωση. Τό λέγει καθαρά ἡ κατακλείδα τοῦ ὕμνου, πού μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τή «θεότητα ἄυλον, πατρός καί πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν». Ἀσφαλῶς καί τά λόγια τοῦ ὕμνου δέ λέγονται «ποιητικῇ ἀδείᾳ», δέν πρόκειται ἐπ’ οὐδενί γιά συναισθηματική ἔξαρση, ἀφοῦ σέ ἄλλους ὕμνους περιγράφεται καί τό «πῶς» αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀνόδου, τῆς θεοπτίας. Γίνεται δηλαδή λόγος καί γιά τήν κάθαρση καί τό φωτισμό ὡς ἀπαραίτητων προϋποθέσεων γι’ αὐτήν τήν πνευματική ἄνοδο.

Στό πρῶτο στιχηρό τροπάριο καί στό δεύτερο ἀπόστιχο τοῦ μικροῦ ἑσπερινοῦ ὁ δρόμος γιά τήν πνευματική ἄνοδο ταυτίζεται μέ τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν: «…εὐσεβῶς καί γῆθεν, ἐφ’ ὑψηλοτάτην, τῶν ἀρετῶν περιωπήν, ἀνενεχθέντες…» καί «φέγγει τῶν ἀρετῶν, ἐκλάμποντες προσβῶμεν, ἐν ὄρει τῷ ἁγίῳ». Ὁ ἀγώνας γιά τίς ἀρετές, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, εἶναι ἡ σταθερή καί σίγουρη βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀποτελεῖ κεντρικό πυρήνα στό στάδιο τῆς πνευματικῆς κάθαρσης. Ἀλλά καί ἀκόμη βαθύτερα, ἐπειδή ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τούς λογισμούς, στήν πορεία πρός τήν κάθαρση πρέπει νά ἀντιμετωπισθοῦν σωστά πνευματικά καί οἱ λογισμοί. Ὁ «οἶκος» τῆς ἡμέρας ἀναφέρει: «Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μή πάντοτε χαμερπεῖς· οἱ συγκάμπτοντες εἰς τήν ψυχήν μου λογισμοί, ἐπάρθητε καί ἄρθητε εἰς τό ὕψος τῆς θείας ἀναβάσεως».

Βέβαια ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος ἔχει νοῦ ἐσκοτισμένο καί χρειάζεται τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τή χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο στό δεύτερο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού εἶναι ὁ φωτισμός, ἀλλά γιά νά ἀποφασίσει νά μπεῖ στό στάδιο τῆς καθάρσεως καί νά ἔχει μία σχετική πρόοδο. Γι’ αὐτό καί ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας, μέσα στή θεολογική καί πνευματική πληρότητα πού τή διακρίνει, στρέφεται καί στήν ἐκζήτηση τοῦ θείου φωτισμοῦ γιά τήν πραγμάτωση τοῦ πνευματικοῦ στόχου. Στό δεύτερο τροπάριο τῆς λιτῆς ἀναφέρεται τό αἴτημα πρός τό Χριστό: «καταύγασον καί ἡμᾶς τῷ φωτί τῆς σῆς ἐπιγνώσεως, καί ὁδήγησον ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου». Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ζητεῖται τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο γιά τήν εἴσοδο στήν ὁδό τῆς θεογνωσίας, ἀλλά καί γιά τήν ἔμπρακτη ἀπόδειξή της, πού εἶναι ἡ ὁδός τῶν ἀρετῶν. Στό δοξαστικό τῆς λιτῆς λέγεται: «φωτί προσλάβωμεν φῶς· ὑμνήσωμεν εἰς τούς αἰῶνας». Δηλαδή, μόνο μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ θά προσεγγίσουμε τό ἄκτιστο φῶς καί ἔτσι εὑρισκόμενοι σ’ αὐτό τό πνευματικό ὕψος θά μπορέσουμε νά προσκυνήσουμε τόν Τριαδικό Θεό αἰώνια.

4. Ἐπίλογος

Στό ὅλο νόημα, θεολογικό καί πνευματικό, τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τό κυρίαρχο πρόσωπο, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι πού μεταμορφώνεται ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του καί δι’ αὐτῶν ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀνθρώπων . Ἐπίσης, μέσα στή θεία λειτουργία, που ἀπεικονίζει ὅλες τίς φάσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου ἀλλά πού ταυτόχρονα προϊδεάζει καί δίνει τή δυνατότητα πρόγευσης τῆς αἰώνιας ζωῆς, πάλι ὁ Κύριος μεταμορφώνεται διά τῆς ἱερουργικῆς διαδικασίας πού λαμβάνει χώρα μέσα στή λειτουργική σύναξη μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα καί φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νά προσφέρεται σέ μέθεξη καί κοινωνία ἀπό τούς πιστούς, προκειμένου νά ὁδηγηθοῦν καί αὐτοί στήν προσωπική τους μεταμόρφωση.

Άκόμη, ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας εἴδαμε ὅτι ἐκτός τοῦ ὅτι περιγράφει τό πότε καί πῶς ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, παράλληλα, ἤ καλύτερα ταυτόχρονα, ἐπιδιώκει, εἴτε προσευχητικά εἴτε διδακτικά καί παραινετικά εἴτε, τέλος, μυστικά καί ἐμπειρικά, νά ὁδηγήσει στή μεταμόρφωση τοῦ κάθε πιστοῦ μέλους τῆς σύναξης. Ἔτσι, βλέπουμε ὅτι θεία λειτουργία καί ὑμνολογία ἀλληλοσυμπληρώνονται, συμβαδίζουν στήν ἐπίτευξη τοῦ ἑνός καί μοναδικοῦ στόχου πού εἶναι ἡ ὕμνηση καί προσκύνηση τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ καί ἡ ἐν ἐλπίδι παρακίνηση, ὑποβοήθηση καί ἐνδυνάμωση - μεταμόρφωση τοῦ πιστοῦ. Μέσα στή θεία λειτουργία καί στήν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας βλέπουμε τήν Ἐκκλησία σάν φιλόστοργη μητέρα νά περνάει τίς ὠδίνες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προκειμένου νά μορφωθεῖ ἐντός μας ὁ Χριστός36. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, δείχνοντας ποῦ μπορεί νά φτάσει ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, εἶναι πηγή ἐλπίδας καί δύναμης γιά τήν ἔκβαση τοῦ πνευματικοῦ μας ἀγῶνα πού ἔχει ὡς μέγιστο καί τελικό στόχο τό «ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι»37.

Τέλος, στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, πού ὅπως πάντα σέ κάθε ἑορτή συνοψίζεται τό νόημά της, ὑπάρχει ἡ ἄκρως κατατοπιστική περιγραφή τῆς ἑορτῆς καί παράλληλα διατυπώνεται καί ἕνα προσευχητικό αἴτημα πάντα ἐπίκαιρο, τό ὁποῖο θά ἐκπληρωθεῖ μέ τή μεσιτεία τῆς Θεοτόκου: «Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστέ ὁ Θεός δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τήν δόξαν σου, καθώς ἠδύναντο, λάμψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τό φῶς σου τό ἀΐδιον· πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι». Τά λόγια τοῦ τελευταίου ὕμνου τῆς θείας λειτουργίας, τοῦ «Κοινωνικοῦ» τῆς ἡμέρας: «ἐν τῷ φωτί τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εἰς τόν αἰῶνα» ἠχοῦν ἀντανακλαστικά ὡς διαπίστωση ὅτι δηλαδή μόνο μέσα στό φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ εἶναι νοητή ἡ πνευματική μας πορεία. Παράλληλα εἶναι καί λόγια εὐχῆς καί προσδοκίας, ὥστε ἡ πορεία μας ἡ πνευματική νά μᾶς ὁδηγήσει στόν κύριο στόχο πού εἶναι νά γίνουμε «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος» τοῦ Χριστοῦ38.

Σημειώσεις : 

1 Θεοδώρου Στουδίτου, Ἀντιρρητικός Α΄, Κατά εἰκονομάχων, PG 99, 340C.
2 Νικολάου Καβάσιλα, Εἰς τήν θείαν λειτουργίαν, κεφ. Α’, Ε.Π.Ε. 22, σ. 36 καί κεφ. ΙΒ’, ὅ.π., σ. 98-100 («καί ἔστιν πᾶσα μυσταγωγία καθάπερ τι σῶμα ἕν τῆς ἱστορίας, ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τήν συμφωνίαν καί ὁλοκληρίαν φυλάττον, ὥστε ἕκαστον τῶν τελουμένων ἤ λεγομένων ἰδίαν τινα συντέλειαν τῇ ὁλότητι παρέχειν»).
3 Πρῶτες ἀναφορές γιά τήν ἑορτή ἔχουμε τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 5ου μ.Χ. αἰῶνα, καθόσον ὑπάρχουν στήν πατερική γραμματεία τῆς ἐποχῆς (Πρόκλος Κων/λεως, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Πάπας Λέων ὁ Μέγας) λόγοι ἀφιερωμένοι στήν ἑορτή. Ἡ γενίκευση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου σ’ ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή γίνεται τόν ὄγδοο αἰῶνα (βλ. Ene Branişte, Liturgica Generală, Bucureşti 1985, σ.207).
4 Πρβλ Alexander Schmemann, Γιά νά ζήση ὁ κόσμος, μετάφραση Ζ. Λορεντζᾶτος, Ἀθήνα 1970, σ. 40-41.
5 Nichifor Crainic, Sfinţenia - împlinirea Umanului, Iaşi 1993, σ. 111.
6 Βλ. Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., κεφ. Γ΄-Δ΄, ΕΠΕ 22, σ. 46-50.
7 Κ. Καραϊσαρίδης, Ἀναβαθμοί Λειτουργικῆς Ζωῆς, ὅ.π., σ. 59 κ.ἑξ. μετά τῶν σχετικῶν ὑποσημειώσεων.
Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός βλέπει σ’ αὐτήν τήν εὐχή μία ἀναλογία μέ τήν εὐχή τῆς ἐπίκλησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά τή μεταβολή τῶν Τιμίων Δώρων στήν εὐχαριστιακή ἀναφορά, μέ τήν ἔννοια τῆς «ὁμολογίας τῆς θείας χάρης γιά τήν ἀποδοχή τοῦ «Λόγου τοῦ Θεοῦ» καί τήν καρποφορία του στήν καρδιά» (βλ. Ἡ θεολογική μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, Ἀθήνα 1995, σ. 134 κ.ἑξ). Γιά τήν ἴδια εὐχή πληροφοριακά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ J. Mateos μετά ἀπό ἐπισταμένη μελέτη τῆς χειρογράφου παραδόσεως κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὀφείλει τήν ἐμφάνισή της στήν παράδοση τῆς Παλαιστίνης, ἀφοῦ ἐμφανίζεται καί στή λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, καί ἀπό τήν Παλαιστίνη μεταφέρθηκε ὡς δάνειο στή βυζαντινή λειτουργική παράδοση. Γιά περισσότερα βλ. J. Mateos, Celebrarea Cuvīntului in Liturghia Bizantina· Πρόλογος ὑπό Robert F. Taft, S.J. καί μετάφραση μέ ὑποσημειώσεις ὑπό Cezar Login, Cluj-Napoca 2007, σ. 162 κ.ἑξ. μετά τῶν ὑποσημειώσεων.
9 Ἰωάν. 7, 46.
10 Λουκ. 11, 27.
11 Ἐξάλλου ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θεωρεῖ ὅτι προκύπτει ὠφέλεια πνευματική μέ μόνη τήν παρουσία τῶν ἀνθρώπων στή σύναξη ἀφοῦ βρίσκονται μέσα σέ ἕνα πνευματικό χῶρο πού ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ (βλ. «Μυσταγωγία», PG 91, 701 κ.ἑξ.). Ὁ Δημήτριος Στανιλοάε σχολιάζοντας σ’ αὐτό τό σημεῖο τή «Μυσταγωγία» τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρει: «Ἡ παρουσία μέσα στήν Ἐκκλησία, πρό πάντων τήν ὥρα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, εἶναι ὠφέλιμη ἀκόμη καί γι’ αὐτούς πού δέν αἰσθάνονται νά μεταπλάθονται σ’ αὐτό πού σημαίνεται μέ τήν κάθε βαθμίδα τῶν μυστηρίων, πού τελοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἶναι ὠφέλιμη γιά λόγους ἀντικειμενικούς. Μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἐπίσης παρόντες οἱ ἄγγελοι πού γράφουν αὐτούς πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία καί προσ- εύχονται γι’ αὐτούς. Ἐκεῖνοι δηλαδή πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία, κοντά στό Θεό, ἔρχονται ἐπίσης κοντά στούς ἀγγέλους ἤ σέ κοινωνία προσευχῆς μ’ αὐτούς. Μ’ αὐτό ἐγγράφονται μέσα στή μνήμη τῶν ἀγγέλων ἤ, κατά κάποιο τρόπο, μέσα στό ἴδιο τό εἶναι τῶν ἀγγέλων. Ἡ παρουσία μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη ὠφέλιμη γιά τή χάρη πού εἶναι παροῦσα μέσα στήν Ἐκκλησία, πρό πάντων κατά τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, καί ἡ ὁποία, μέ ὅλα τά σύμ- βολα τῆς σωτηρίας πού τελεσιουργοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ βαθμιαῖα καθένα, σύμφωνα μέ τήν κατά- στασή του, πρός τίς καταστάσεις πού ὑποσημαίνονται ἀπό τίς πιό ὑψηλές πράξεις καί λέξεις τῆς θείας λειτουρ- γίας» (βλ. ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, εἰσαγωγή-σχόλια πρωτοπρ. Δημήτριος Στανιλοάε, μετάφρ. Ἰγνάτιος Σακαλῆς, ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1973, σ. 226-227, σημ. 76).
12 Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη κατανόηση αὐτοῦ τοῦ μέρους τῆς θείας λειτουργίας, τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς λειτουργίας τοῦ Λόγου, δέν ὑπάρχει διάκριση μεταξύ τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι παρών διά τοῦ Εὐαγγελίου Του καί τοῦ Χριστοῦ πού ἐντός ὀλίγου θά προσφερθεῖ ὡς εὐχαριστιακή θυσία. Σ’ αὐτό τό σημεῖο παρα- θέτουμε ἕνα πολύ χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τή σκέψη τοῦ S. Boulgakof: «Nos offices divins sont des christophanies… Ici ce n’est pas seulement une édification, mais avant tout un certain accomplissement. Ici le saint Evangile n’est pas un livre sur la vie humaine du Sauveur, mais cette vie elle-même avec ses événements. Pour ce qui touche à ce livre de vie, dans ce sens-là, sont impuissantes et déplacées toutes les tentatives de la critique et de l’ étude scientifiques, quelque justifiées qu’ elles puissent être dans leur emploi particulier. Ici est l’image du Christ non faite de main d’ homme, vivante et agissante. L’ Evangile est le Seigneur lui-même au milieu de ses fidèles» (βλ. στό B. Botte, H. Cazelles, J. Corbon, I.-H. Dalmais, P.-Y. Emery, etc., La Parole dans la liturgie, Paris 1970, p. 153).
13 Β΄ Πέτρου 1, 4.
14 Ἐδῶ φῶς ἐννοεῖται ὁ Χριστός (πρβλ. Ἰωάν. 3, 19· 8, 12· 9, 5 κ.ἄ.).
15 Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ΕΠΕ 19Ε, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 154-156· πρβλ. Γ. Φλορόφσκι, Ἀνατομία προβλημάτων πίστεως, μετάφραση Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης, Πρέβεζα 2006, ἔκδ. β΄, σ. 120.
16 Οἱ κανόνες ἀποδίδονται χωρίς ἀμφισβήτηση, ὁ πρῶτος στόν Κοσμᾶ ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ καί ὁ δεύτερος στόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό (πρβλ. Π. Τρεμπέλα, Ἐκλογή ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας, Ἀθῆναι 1978, σ. 299 καί 311). Ὁ Ἠλίας Μπάκος ἀποδίδει στόν Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ διάθεση μιμήσεως τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (Βυζαντινή Ποίησις καί Εἰκονομαχικαί ἔριδες, Ἀθῆναι 1992, σ. 196). Ὁ Π. Τρεμπέλας ἀφοῦ παραθέσει ἄλλες γνῶμες παλαιῶν ἐκκλησια- στικῶν συγγραφέων καί νεότερων σύγχρονων θεολόγων κινεῖται στή γραμμή τῆς ἐξάρσεως τῶν ἰδιαίτερων καί ταυτόχρονα πολύ ἀξιόλογων χαρακτηριστικῶν ἑκάστου τῶν ὡς ἄνω ὑμνογράφων (Π. Τρεμπέλα, ὅ.π., σ. 310 κ.ἑξ.). Ὁ Petre Vintilescu μπαίνει καί αὐτός στή διαδικασία τῆς σύγκρισης, παραθέτοντας μάλιστα μαρτυρίες ὅτι καί ὁ ἴδος ὁ Κοσμᾶς συνέκρινε τόν ἑαυτό του μέ τόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό καί τόν ἔβρισκε νά ὑπολείπεται. Τελικά ὁ Vintilescu κάνει μία μόνο διάκριση μεταξύ τῶν δύο ὑμνογράφων, ὑποστηρίζοντας ὅτι τό ὕφος τοῦ Κοσμᾶ ταιριάζει περισσότερο στήν Τεσσαρακοστή ἐνῶ τοῦ Ἰωάννου στήν Ἀνάσταση, ὅπως ἐξάλλου φαίνεται στήν Παρακλητική (Ὀκτώηχος) [βλ. Petre Vintilescu, Poezia Imnografică, Cluj-Napoca 2007, σ. 72].
17 Ἔξοδ. 3, 2.
18 Ἔξοδ. 24, 15-18.
19 Ἔξοδ. 33, 8-11.
20 Γ΄ Βασιλ., 19, 12-13.
21 Δοξαστικό μικροῦ ἑσπερινοῦ.
22 Γ΄ στιχηρό μεγάλου ἑσπερινοῦ.
23 Α΄ τροπάριο ἀποστίχων μεγάλου ἑσπερινοῦ.
24 Τό πρῶτο: Ἔξοδ. 24, 12-18, τό δεύτερο: Ἔξοδ. 33, 11-23 καί 34, 4-6, 8.
25 Γ’ Βασιλ. 19, 3-9, 11-13, 15-16.
26 Πρβλ. Ψαλμ. 88, 13 («Θαβώρ καί Ἐρμών ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται»).
27 Πρβλ. ὁλόκληρη τήν α’ ὠδή τοῦ β’ κανόνα, τό τρίτο τροπάριο τῆς γ’ ὠδῆς τοῦ α’ κανόνα καί τό πρῶτο τῆς ἴδιας ὠδῆς τοῦ β’ κανόνα, τό πρῶτο καί τό τέταρτο τροπάριο τῆς δ’ ὠδῆς τοῦ α’ κανόνα κ.ἄ.
28 Γιά περισσότερα ὡς πρός τίς ἀναφορές τῆς Κ.Δ., ἰδιαίτερα τίς ἔμμεσες, στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου βλ. Δ. Τζέρπου, Ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, στόν τόμο: Τό Χριστιανικόν ἑορτολόγιον, Πρακτικά Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων (Βόλος), 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, Ἀθήνα 2007, σ. 241 κ.ἑξ. μετά σημειώσεων ὅπου καί ἀναφορά σέ εἰδικά βιβλικά ἔργα.
29 Τρίτο τροπάριο τῶν αἴνων.
30 Α΄ τροπάριο τῆς γ’ ὠδῆς τοῦ α’ κανόνα.
31 Γ΄ τροπάριο ε’ ὠδῆς τοῦ α’ κανόνα. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος στό «Ἑορτοδρόμιο» ἀναφέρει καί ἄλλη γραφή, ὅπως «μιγεῖσα», πρᾶγμα τό ὁποῖο δέ διαφέρει, καθότι πρόκειται γιά δύο διαφορετικούς τύπους ἀορίστου χρόνου του ἴδιου ρήματος «μείγνυμι» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, Βενετία 1836, σ. 602).
32 Ἀλλοίωση τοῦ προσώπου, ἐκτός τοῦ Μωυσῆ κατά τή θεοπτική του ἐμπειρία, ἔχουμε καί σέ ἄλλες περιπτώσεις ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Ἀββᾶ Σισώη (βλ. Ἀποφθέγματα Γερόντων, ΕΠΕ 1, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 666-668) καί τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ στόν περίφημο διάλογό του μέ τό Μοτοβίλωφ κ.ἄ.
33 Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.
34 Πρῶτο κάθισμα ὄρθρου. Τό χωρίο 1, 16-18 τῆς Β΄ Πέτρου κατά τό Σ. Δεσπότη δέν ἔχει τόση ἀξία ὡς περιγραφή τοῦ ἴδιου τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως ἀλλά ὡς σηματοδότηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὡς «λόγου προφητικοῦ» καί ἐπιβεβαιωτικοῦ τῆς Δευτέρας Παρουσίας καί τῆς δύναμης γενικότερα τοῦ Κυρίου (βλ. Σ. Δεσπότη, Ἡ Μεταμόρφωση στό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο καί στίς ἐπιστολές τοῦ Παύλου, ἐνορία Ἁγ. Γεωργίου Wiesbaden 2000, σ. 51).
35 Πρβλ. Α΄ Πέτρου 2, 21.
36 Πρβλ. Γαλ. 4, 19.
37 Α΄ Ἰωάν. 3, 2.
38 Ρωμ. 8, 29.

τοῦ πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη

(Εἰσήγηση στό Διεθνές Λειτουργικό Συνέδριο μέ θέμα: «Il Cristo trasfigurato nella tradizione spirituale ortodossa” (Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα), Ἱερά Μονή Bose Ἰταλίας 16-19 Σεπτεμβρίου 2007, ἡ οποία δημοσιεύθηκε στόν ὁμώνυμο τόμο, «Il Cristo trasfigurato nella tradizione spirituale ortodossa», Edizioni Qiqajon Comunita di Bose, 2008, σ. 47-68)

πηγή :  Ενορία Ι. Ν. Αγίας Μαρίνας Άνω Ιλισίων

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...