/*--

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Το οικόπεδο

— Πάνο, εἶναι μέσα ἡ κουμπάρα, ἡ μάνα σου; ρώτησε βλοσυρά καί μέ φόρα τον νέο ἄνδρα πού μόλις ἔμπαινε στήν αὐλίτσα τοῦ παλαιοῦ σπιτιοῦ.

— Τί τή θές, μπαρμπα-Μιχάλη;

— Ἤθελα νά τήν ἐνημερώσω ὅτι ἡ ὑπόθεση ἔληξε, ὅπως τό ᾽θελε ὁ σχωρεμένος σας.

Ἡ φωνή τοῦ μπαρμπα-Μιχάλη ἀκούστηκε μακρόσυρτη μέ δόση εἰρωνείας καί σιγουριᾶς γιά τή δόλια νίκη του. Καί τά μάτια του μισόκλειστα καί στενεμένα καθώς μιλοῦσε, γεμάτα πονηριά, θύμιζαν ἀλεποῦς πού πετυχαίνει τό θήραμά της στή χειρότερή του ὥρα. Τοῦ ἀνέβηκε τό αἷμα στό κεφάλι τοῦ Πάνου.

— Τό τί ἤθελε ὁ σχωρεμένος ὁ πατέρας μου τό ξέρουμε ἡ μάνα μου κι ἐγώ. Ἄσε μας ἥσυχους, μπάρμπα!

— Ἔ, τώρα πού τέλειωσαν ὅλα μέ τό δικηγόρο, δέν θά ξανασκοτιστεῖτε, εἶπε καί γέλασε δυνατά κι ἄχαρα.

— Ἄ, ἔπιασες καί δικηγόρο! Δέν σοῦ φτάσαν, φαίνεται, ὁ Δήμαρχος κι ὁ Περιφερειάρχης. Ἔμ, βέβαια, ἔχεις βιός ἐσύ.

— Ἔχω τό δίκιο μέ τό μέρος μου, Πάνο! ἀπάντησε πειραγμένος ὁ μεγάλος.

— Αὐτά πᾶνε μαζί χρόνια τώρα, βιός–δικηγόροι–κτήματα–δίκιο.

Αἰσθάνθηκε σάν τό ἀνήμπορο ποντικάκι ὁ Πάνος μπροστά στήν παμπόνηρη καί δυνατή γάτα. Ἤθελε νά φωνάξει τό δίκιο τοῦ φτωχοῦ, νά μιλήσει γιά τούς ἀετονύχηδες καί τούς ἅρπαγες πού ρουφᾶνε τό αἷμα τοῦ κοσμάκη. Ἤθελε νά χυμήξει πάνω στόν γέρο τούτη τήν ὥρα... Ὅμως ἕνας κόμπος στάθηκε στόν κατακόκκινο λαιμό του καί τόν ἔπνιγε. Ὁ μπάρμπας, πού πρέπει νά κατάλαβε τήν πάλη του, χωρίς ἄλλες περιστροφές ἄφησε ἕναν ἄσπρο φάκελο ἀπό δικηγορικό γραφεῖο στό κολωνάκι τῆς αὐλόπορτας κι ἔφυγε σιάζοντας τό μουστάκι του. Τόν τσαλάκωσε μέσα στό χέρι του τόν φαρμακερό φάκελο καί τό ἔριξε κουρέλι στή σακούλα πού κρατοῦσε.

— Καταραμένη φτώχεια!

Στή μάνα του δέν μπόρεσε νά πεῖ πολλά. Τί νά ᾽λεγε τάχα; Ἀπό τότε πού ἔφυγε ὁ σχωρεμένος τους, τριάμισι χρόνια τώρα, ρίχτηκαν σάν τά ὄρνεα πάνω της νά ἁρπάξουν τό ἔχει της. Ἕνα οἰκόπεδο τὄχε ἡ χριστιανή ὅλο κι ὅλο. Μεγάλο, ναί, καί σέ καλή θέση, ναί. Μά τί λόγος τούς ἔπεφτε; Σάματις δέν εἶχε παιδί κι αὐτή νά τό ἀποκαταστήσει; Ὄχι! Τό ᾽ταξε, λέει, ὁ σχωρεμένος στό βαφτιστήρι του. Ἀκοῦς ἐκεῖ! Στριφογύριζε ὅλο τό βράδυ στό στρῶμα. Κι ὅταν ξημέρωσε εἶχε πιά συνειδητοποιήσει γιά τά καλά πώς τίποτε δέν μποροῦσε νά κάνει. Ἔφτασε ἄκεφος ὥς τήν κουζίνα. Λιβανιοῦ μυρωδιά τόν πῆρε. Ἡ μάνα του ζύμωνε πρόσφορα. Τήν κοίταξε μέ πόνο κι ἀγάπη. Αὐτήν μόνο εἶχε. Αὐτόν μόνο εἶχε. Τό βλέμμα της διαπεραστικό τά διάβαζε ὅλα τά σώψυχα τοῦ γιοῦ. Ἔτριψε τά χέρια ἀπό τά ζυμάρια.

— Ἡ γῆ στή γῆ θά μείνει, γιέ μου, κι ὅποιος γίνεται ἕνα μέ τή γῆ, τό μόνο πού κερδίζει εἶναι τό χῶμα.

Ἦταν σοφή ἡ μάνα του. Αὐτό μόνο εἶπε καί ξανάσκυψε μέ ἀφοσίωση στό πρόσφο ρό της. Ὁ Πάνος, ἀντικρυστά της, κοίταζε χαμένος σʼ ἄλλους κόσμους μιά τή μάνα του, μιά τά χέρια της, μιά τά εἰκονίσματα πάνω στόν δεξιό τοῖχο. Ἡ ματιά του στάθηκε στήν φαγωμένη ἀπό τόν καιρό εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τά μάτια της! Γιά κοίτα, ἴδια μέ τῆς μάνας του. Δέν ξέρει ἄν ἦταν προσευχή τό κοίταγμά του τόσην ὥρα, ξέρει ὅτι κάπως ξαστέρωσε, κάπως ἡμέρεψε. Θά πάλευε μέ τή ζωή!

Δίπλα δίπλα εἶχε βάλει τή φωτογραφία τῆς μάνας του καί τήν παλιά εἰκόνα τῆς Παναγίας πάνω στό ράφι. Πόσα χρόνια πέρασαν ἀλήθεια ἀπό τότε. Σάν χθές ὁ γάμος του μέ τή Χριστίνα, ἡ γέννηση τῶν δυό παιδιῶν του, κι ὁ θάνατος τῆς μάνας του. Αὐτό τό τελευταῖο τόν πόνεσε πολύ. Πρώτη φορά ἔνιωσε μόνος στόν κόσμο, κι ἄς εἶχε τή δική του πιά οἰκογένεια. Πούλησε τό φτωχόσπιτο πού ᾽μεναν ὅλοι, μαζί κι ἔφυγαν στή Γερμανία, «γιά μιά καλύτερη τύχη», ὅπως τοῦ ᾽χε μηνύσει ἕνας παλιός φίλος. Ὅμως κι ἐδῶ φτωχοζωή κάνουνε, στά τρία δωματιάκια πού νοίκιασαν.

Δίπλα δίπλα στό ράφι τό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας καί ἡ μάνα του στή φωτογραφία της. Καί πάλι δέν ἤξερε ἄν τό πολύωρο κοίταγμά του ἦταν προσευχή. Ὅμως καί σήμερα ὅπως καί τότε, ὀκτώ χρόνια πρίν, ἡμέρεψε. Σηκώθηκε ἀπό τήν καρέκλα καί φόρεσε τή ζακέτα του. Τά παιδιά του κοιμόντουσαν ἀκόμη. Ἡ Χριστίνα πηγαινοερχόταν στή στενή κουζινίτσα κι ἑτοίμαζε τό πρωινό του. Τόν χαιρέτησε στήν πόρτα μέ μιά μικρή ἀδιόρατη σχεδόν πίκρα στά μάτια. Δεκαπενταύγουστος καί θά μείνουν πάλι ἀλειτούργητοι. Στήν ἄκρη τοῦ Θεοῦ πού ἦρθαν ἡ Ἐκκλησία ἀπέχει τέσσερις ὧρες μέ τό τραῖνο. Καί τά ἐργοστάσια τῶν Γερμανῶν δέν ξέρουν ἀπό τίς ὀρθόδοξες ἀργίες.

— Χρόνια πολλά, Πάνο, ἡ Παναγιά μαζί σου.

— Συγγνώμη, Χριστίνα, πού σᾶς ἀφήνω πάλι ἀλειτούργητους, εἶπε μέ ἀμηχανία καθώς συνειδητοποίησε τή μεγάλη ἔλλειψη κι ἔφυγε βιαστικός γιά τή δουλειά. Ξύπνησε τά παιδιά ἡ Χριστίνα. Τά ἔντυσε μέ τά καλά τους.

— Δέν θά φᾶμε πρωινό; κλαψούρισε νυσταγμένος ἀκόμη ὁ Δημητράκης της.

— Ὄχι ἀκόμη, μετά τό ἀντίδωρο, εἶπε μέ σιγουριά, ἡ Χριστίνα.

— Ποιό ἀντίδωρο; ρώτησε ἡ Κατερίνα, θά πᾶμε στήν Ἐκκλησία;

— Θά δεῖτε, θά δεῖτε, εἶπε μέ βιασμένο χαμόγελο ἡ μάνα τους.

— Κι ὁ μπαμπάς; ἔκανε δεύτερη ἐρώτηση ὁ Δημητράκης, ἀλλά ἀπάντηση δέν πῆρε.

Ἄναψε καντήλι καί λιβάνι ἡ Χριστίνα. Κάθισαν ὅλοι μαζί ἀπέναντι ἀπό τήν εἰκόνα. Ἔβγαλε μιά μικρή Σύνοψη –δῶρο τοῦ νονοῦ της ἀπό τά φοιτητικά της χρόνια– κι ἄρχισε νά ψέλνει τό «Ἄξιόν ἐστι». Παρακίνησε καί τά παιδιά της. Ἔψαλαν σέ δικό τους ἦχο κι ὅ,τι ἄλλο μπόρεσαν.

— Ἐγώ θά γίνω ψάλτης, μαμά, φώναξε μέ καμάρι ὁ Δημητράκης.

— Σςςςς, μή διακόπτεις, τόν μάλωσε ἡ Κατερίνα, πού ἔνιωθε κιόλας σάν μέσα σ᾽ ἐκκλησία.

Τούς διηγήθηκε κατόπιν ἡ μάνα τους ἡ Χριστίνα μέ δικά της λόγια τό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. Τά μικρά ἄκουγαν σάν μαγεμένα. Τούς εἶπε θαύματα τῆς Παναγίας μεγάλα. Σηκώθηκαν, ἔψαλαν πάλι κι ὕστερα παρακάλεσαν ὅλοι μαζί για τόν πατέρα πού γιόρταζε, γιά τήν μακρινή πατρίδα, γιά φίλους κι ἐχθρούς. Κάθισαν στόν καναπέ κι ἄνοιξε ἡ Χριστίνα τήν κεντημένη πετσέτα μέ τά μικρά στρογγυλά ψωμάκια πού ᾽χε ζυμώσει.

— Πῶς ἔκανες τό σταυρό, μαμά; ρώτησε ὁ Δημητράκης κοιτώντας μέ θαυμασμό τό σφραγισμένο ψωμάκι του.

— Εἶναι ἀντίδωρο; ρώτησε ἡ Κατερίνα;

Τί νά ᾽λεγε ἡ Χριστίνα ἡ μάνα τους; Τά χάϊδεψε μέσα στή γαλήνη πού ἁπλώθηκε στό σπίτι τους. Ὕστερα πῆρε ἕνα χοντρό ἄλμπουμ μέ φωτογραφίες καί τούς ἔδειξε τό χωριό της καί τό χωριό τοῦ Πάνου στήν Ἑλλάδα. Τούς περιέγραψε τίς στολισμένες θαυματουργές εἰκόνες τῆς Παναγίας, τίς λαμπάδες καί τά τάματα, τά γλέντια στήν αὐλή τῆς Ἐκκλησίας.

— Μαμά, θά χορέψουμε κι ἐμεῖς; ρώτησε ὁ Δημητράκης καί πετάχτηκε ὄρθιος ἕτοιμος νά σύρει τό χορό.

— Ἐγώ λέω νά στολίσουμε τήν εἰκόνα μας, ἔ μαμά; ρώτησε ἡ Κατερίνα κι ἔλαμψαν τά ματάκια της.

Μέχρι τό μεσημέρι ὅλα τά εἶχαν κάνει. Καί ἀγριολούλουδα μάζεψαν ἀπό τό παρκάκι τους, καί τήν εἰκόνα στόλισαν, καί χόρεψαν παραδοσιακούς χορούς, καί μαγείρεψαν τό ἀγαπημένο φαγητό τοῦ πατέρα τους, πού γιόρταζε καί τόν περίμεναν νά γυρίσει ἀπό τό ἐργοστάσιο.

— Μαμά, κουδούνι! Λές νά ἦρθε ὁ μπαμπάς! φώναξε ὁ Δημητράκης.

Ξαφνιάστηκε ἡ Χριστίνα, ὅταν εἶδε στήν αὐλόπορτα τό ἡλικιωμένο ζευγάρι. Τούς κοίταξε μ᾽ ἀπορία. Τά μικρά κρύφτηκαν πίσω της.

— Καλημέρα, κόρη μου, μίλησε πρώτη ἡ κυρία.

— Ἕλληνες εἶστε; ρώτησε μέ συγκρατημένη λαχτάρα ἡ Χριστίνα.

— Ἕλληνες. Ἐδῶ μένει κάποιος Παναγιώτης Μίλτου; Σύ θά πρέπει νά ᾽σαι ἡ Χριστίνα. Τά εἶπε μονοκοπανιά ὁ γέρος καί τήν τρόμαξε.

— Πῶς μᾶς ξέρετε; δήλωσε τήν ἀπορία της, ἀλλά μέσα στό σπίτι δέν ἀποφάσιζε νά τούς βάλει.

— Εἴμαστε ἀπό τό χωριό τοῦ ἄντρα σου, μίλησε ὁ γέρος. Κι ἤρθαμε γιά τό χρέος.

Τούς κοίταξε μέ φόβο κι ὑποψία ἡ Χριστίνα. Χρέος; Ποιό χρέος; Δέν τήν ἀφήνουνε στή φτώχεια της;

— Δίκιο νά μᾶς φοβᾶσαι. Ἐγώ εἶμαι ὁ μπαρμπα-Μιχάλης ὁ Μάτρας κι ἀπό δῶ ἡ κυρά μου ἡ Εἰρήνη. Θά σοῦ ᾽χει πολλά εἰπωμένα γιά μᾶς ὁ Πάνος, εἶπε κομπιάζοντας ὁ γέρος.

Ἔγνεψε ἀρνητικά ἡ νέα γυναίκα, κι ὕ στερα κάπως ντράπηκε πού τούς εἶχε ὄρθιους τόσην ὥρα ἔξω ἀπό τήν μικρή αὐλόπορτα. Ἄνοιξε καί τούς πέρασε στή βεραντούλα.

— Ἄκουσε, κόρη μου, μίλησε ὁ ἀσπρομάλλης, κι ἦταν ἡ φωνή του τρεμουλιαστή ἀπʼ ἀγωνία. Ἡ ζωή μας τελειώνει. Πάτησα τά 82. Δόξα τῷ Θεῷ, μοῦ ᾽δωσε ὑγεία. Δές με, ταξιδεύω σάν παλληκαρόπουλο. Ὅμως τό νιώθω, τό τέλος μου εἶναι κοντά. Σκούπισε τό ἱδρωμένο του μέτωπο καί
συνέχισε.

— Ἔχω ὅμως μεγάλο βάρος στήν καρδιά μου, κοπέλα μου, καί φοβᾶμαι γιά τήν ψυ ή πού θά παραδώσω. Σᾶς ἀδίκησα, κόρη μου. Γιʼ αὐτό ἦρθα σήμερα ἐδῶ...

Ἡ Χριστίνα τόν παρακολουθοῦσε μέ κομμένη ἀνάσα. Ἔβγαλε ἀπό τή μέσα τσέπη τοῦ σακακιοῦ του δυό φακέλους. Τά χέρια του ἔτρεμαν.

— ...Ἔτσι πού λές, κόρη μου, χρόνια μοῦ ἔσφιγγε τήν καρδιά κεῖνο τό οἰκόπεδο, εἶπε στό τέλος τῆς ἐξομολογητικῆς τους ἀφήγησης ὁ γέρος.

— Νά, δῶσε τά συμβόλαια στόν Πάνο, δῶσε του καί τά νοίκια τῶν τελευταίων δύο χρόνων ἀπό τήν πολυκατοικία.

Ἄφησε ξαλαφρωμένος τούς φακέλους στό τραπεζάκι. Σηκώθηκαν νά φύγουν. Τό βλέμμα τους ἦταν γαλήνιο σάν μικροῦ παιδιοῦ. Δέν δέχτηκαν νά μείνουν γιά τό γιορτινό τραπέζι. Τούς περίμεναν ἐξάλλου τά παιδιά τους στό ξενοδοχεῖο. Χαιρέτησαν καί ἔφυγαν.

Γονατιστό μπρός στό λευκό μνῆμα μέ τό κεφάλι ἀκουμπισμένο στό μάρμαρο βρῆκε ἡ Χριστίνα τόν Πάνο. Ὁ ἑλληνικός οὐρανός πάνω τους χαμογελοῦσε. Τό ἴδιο καί ἡ φωτογραφία τοῦ μπαρμπα-Μιχάλη.

T.A.

πηγή : Προς τη ΝΙΚΗ
          ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...