/*--

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΘΕΜΑ ΑΓΑΠΗΣ

Η ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὅτι τὸ ὀξυγόνο γιὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα, γιʼ αὐτὸ καὶ τὴν ὀνομάζουμε «ὀξυγόνο ζωῆς». Περνάει ἀπὸ τοὺς πνεύμονες στὸ αἷμα καὶ κινεῖ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος μὲ ἁρμονία καὶ τάξη. Χωρὶς ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ἀσφυκτιᾶ, μαραίνεται, πεθαίνει. Καὶ δὲν πεθαίνει μόνο σωματικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικά, γιατὶ ἡ ἀγάπη ζωογονεῖ καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἄληκτη μακαριότητα, κοντὰ στὸν Χριστό μας, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προσωποποίηση τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

 Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει νὰ ἀγαπάει ἀναλίσκεται στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον, κενώνει τὴ ζωή του, γιὰ νὰ γεμίσει τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων· καὶ τοῦτο, γιατὶ στὰ πρόσωπα ὅλων τῶν γύρω του βλέπει τὸν ἴδιο τὸν Χριστό μας, ἀφοῦ ὅλοι μας εἴμαστε εἰκόνες Θεοῦ καὶ μᾶς λέγει πάλιν ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης ὅτι «ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ ψεύστης ἐστιν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφόν, ὃν ἑώ ρακε, τὸν Θεόν, Ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀ γαπᾶν;» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 20). Γιʼ αὐτὸν ποὺ δὲν ἀγαπάει καὶ ξηραίνεται στὴν ἄνικμη ρίζα του, ὅπως τὰ λουλούδια μας σὲ μιὰ ἀπότιστη γλάστρα, μᾶς λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Οὐδὲν ἀχρηστότερον ἀν δρὸς οὐκ εἰδότως φιλεῖν» (Εἰς Κορ. ὁμιλ. ΚΖ΄ 3, ΕΠΕ 20, 68)· δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει πιὸ ἄχρηστος ἄνθρωπος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ξέρει νὰ ἀγαπάει. Καὶ ὅπως τὰ ξηρὰ φυτὰ κόπτονται καὶ καίγονται ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγαπάει ξηραίνεται καὶ μόνος του προορίζει τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ φωτιά, γιὰ τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο.

Ἐδῶ ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ εἶναι ἀνιδιοτελής. Μᾶς παροτρύνει πρὸς τοῦτο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Ἀγάπη ἀνυπόκριτος. Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ» (Ῥωμ. ιβ΄ 9)· δηλαδή, ἡ ἀγάπη μας ἂς εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἐλεύθερη ἀπὸ ὑποκρισία. Νὰ ἀποστρεφόμαστε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας τὸ πονηρὸ καὶ νὰ εἴμαστε προσκολλημένοι στὸ ἀγαθό.

Ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, πῶς ἀγαπᾶμε; Ἀκοῦστε τί λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: Ἕνας ἀγαπάει ἐπειδὴ τὸν ἀγαποῦν. Ἄλλος ἐπειδὴ τὸν τιμοῦν. Κάποιος ἄλλος ἐπειδὴ στὶς βιοτικὲς ὑποθέσεις του κάποιοι τοῦ φαίνονται χρήσιμοι, ἢ τοῦ προσφέρουν βοηθητικὲς ὑπηρεσίες. Ὅλοι αὐτοὶ ἀγαποῦν μὲ ἰδιοτέλεια καὶ ἡ ἀγάπη τους δὲν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Χριστό μας. Τὴν ἀγάπη αὐτὴ τὴ βδελύσσεται, τὴν ἀποστρέφεται. Γιὰ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας στὶς ἡμέρες μας εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖς κάποιον ποὺ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον εἰλικρινά· «Διὰ τὸν Χριστὸν δύσκολόν ἐστιν εὑρεῖν τινα γνησίως καὶ ὡς ἐχρῆν φιλεῖν τὸν πλησίον φιλοῦντα» (Εἰς Ματθ. ὁμιλ. Ξ΄ 3, ΕΠΕ 11, 412). 

Καὶ τοῦτο γιατὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι συνδέονται φιλικὰ μεταξύ τους ἐξ αἰτίας ὑλικῶν συμφερόντων. Ἡ ἀγάπη ἔχει καταντήσει συναλλαγή. Δοῦναι λαβεῖν. Ἐὰν ἀγαπᾶμε ὅμως αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ποιὰ εὔνοια ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ποιὰ ἀμοιβὴ μᾶς ἀνήκει; Καὶ ἐὰν κάνουμε καλωσύνες στοὺς εὐεργέτες μας μόνο ποιὰ ἀνταμοιβὴ θὰ λάβουμε ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ ἂν δανείζουμε σʼ αὐτοὺς ποὺ περιμένουμε νὰ μᾶς τὰ ἐπιστρέψουν, ποιὰ ἀνταπόδοση θὰ λάβουμε ἀπὸ τὸ Θεό; Αὐτὴ ἄλλωστε τὴν ἀγάπη τὴ δείχνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν ἀληθινὸ Θεό, στὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης.

Μᾶς προτρέπει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς καὶ ἔσεσθε υἱοὶ Ὑψίστου, ὅτι Αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς» (Λουκ. στ΄ 35). Ἐὰν ἀγαπᾶμε ἀνιδιοτελῶς τότε ὁ μισθός μας θὰ εἶναι πολὺς καὶ ἡ ἀνταμοιβή μας μεγάλη. Τότε μόνο θὰ ἐπιτύχουμε τῆς υἱοθεσίας τοῦ Ὑψίστου καὶ κατὰ χάρη θὰ ὀνομαστοῦμε τέκνα Του ἀγαπημένα. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Θεός μας εἶναι εὐεργετικὸς καὶ ὠφέλιμος σʼ ὅλους μας, ἀνεξάρτητα ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἀπέναντί Του πονηροὶ καὶ ἀχάριστοι. 

Ὡς εὐεργετικὸς λοιπὸν καὶ ὠφέλιμος ὁ Θεός μας κάνει τὰ πάντα, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ Βασιλεία Του. Ὅταν ὅμως βλέπει ὅτι ἐμεῖς παραμένουμε διαρκῶς ἀχάριστοι καὶ ἀνελεήμονες τότε μᾶς προειδοποιεῖ, ὅτι «Ἀνέλεος ἡ κρίσις τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄ 13). Αὐτὸ τὸν ἐξοργισμὸ τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν ἀσπλαχνία καὶ ἀχαριστία μας τὴν τονίζει πολὺ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγοντας: «Οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ ἀνελεήμονα εἶναι» (Εἰς Φιλιπ. ὁμιλ. Ε΄, ΕΠΕ 11, 470). 

Τίποτα δὲν ἐξοργίζει τόσο πολὺ τὸ Θεό, ὅσο τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἄσπλαχνος. Ὅταν εἴμαστε σπλαχνικοὶ καὶ ἡ ἀγάπη μας ἐξακτινοῦται πρὸς ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας καὶ ὄχι μόνο ἐπιλεκτικὰ πρὸς αὐτούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προσδοκοῦμε ὀφέλη, τότε ἡ ἀγάπη μας εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό μας καὶ τὸ νοιώθουμε μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἱκανοποίηση ποὺ αὐτὴ μᾶς δίνει καὶ τὴ χαρὰ ὅτι Αὐτὸς μᾶς θεωρεῖ φίλους Του λέγοντάς μας: «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε΄ 14). Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ αἰώνιο πρόσταγμά Του, ἡ ἐντολὴ τῶν ἐντολῶν Του; Μά «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ΄ 34).

Δρ.Χαραλάμπης Μ.Μπούσιας
Μέγας Υμνογράφος της των Αλξανδρέων Εκκλησίας

πηγή :  Α Γ Α Π  Η
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Ἔκδοση Τμήματος Ποιμαντικῆς Διακονίας
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ταμασοῦ καί Ὀρεινῆς
Λευκωσία

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...