/*--

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΑΜΕΤΡΙΑ

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τήν διδασκαλία τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας «ὑγιαίνουσαν», γιά νά τήν ἀντιδιαστείλη ἀπό τή νοσηρή ἐκείνη τῶν αἱρετικῶν (Β΄ Τιμ. 4,3· Τιτ. 1,9 & 2,1). Μέ τόν τρόπο αὐτό δείχνει ὅτι ἀντιλαμβάνεται τήν αἵρεση ὡς ἀσθένεια στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἴδια εἶναι καί ἡ θέση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πατέρων. Αὐτοί, ὡς ἄριστοι πνευματικοί γιατροί, μιμοῦνται τούς ἐμπείρους γιατρούς τῶν σωμάτων· πρίν δηλαδή φθάσουν στήν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως, τήν μελετοῦν προσεκτικά καί κάνουν τήν ἀκριβῆ της διάγνωση. Ἡ ἐμπεριστατωμένη αὐτή μελέτη, πού γίνεται μέ τά καθαρισμένα καί φωτισμένα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα αἰσθητήριά τους, τούς ὁδηγεῖ νά διακρίνουν καί νά περιγράψουν βασικά γνωρίσματα τῆς αἵρεσης. Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ ἀμετρία της.

Τί εἶναι ἡ ἀμετρία; Γενικά εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ μέτρου. Εἰδικώτερα γιά τό ζήτημα τῆς Πίστεως σημαίνει τήν ἀπόκλιση ἀπό τό μέτρο τῆς Ἀληθείας. Ὅπως ἡ ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀπόκλιση ἀπό τό μέτρο τῆς ὑγείας, εἴτε ὡς ὑπερβολή (πυρετός, ὑψηλή πίεση, παχυσαρκία), εἴτε ὡς ὑστέρηση (ὑποθερμία, χαμηλή πίεση, ἰσχνότητα), κατά παρόμοιο τρόπο καί ἡ αἵρεση νοεῖται ὡς ἀπόκλιση ἀπό τό μέτρο τῆς Ἀληθείας, εἴτε ὡς ὑπερβολή, εἴτε ὡς ἔλλειψη. Ἐδῶ τίθεται τό πρῶτο καίριο καί κρίσιμο ἐρώτημα, στό ὁποῖο καλούμαστε ἀπαραίτητα νά ἀπαντήσουμε:

Ποιό εἶναι τό μέτρο τῆς Ἀληθείας; Ἐάν αὐτό τό ἀγνοοῦμε, ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσουμε μέ σαφήνεια καί ἀκρίβεια τί εἶναι ἡ αἵρεση, ποιά τά γνωρίσματά της καί ποιές οἱ ἐπιπτώσεις της στή ζωή μας. Γι αὐτό καί ὀφείλουμε νά ἀναζητήσουμε τήν αὐθεντική ἀπάντηση στό ἐρώτημα. Στήν προσπάθειά μας αὐτή ἀσφαλεῖς ὁδηγοί εἶναι καί πάλι οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθώντας τούς προφῆτες καί τούς ἀποστόλους, δέχονται ὡς μέτρον ἀληθείας αὐτόν τόν ἴδιο τόν Θεό. «Μέτρον δ’ αὖ Θεός ἐστί», λέγει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ποιήματα Δογματικά, 446,7). Καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὀνομάζει τόν Θεό «αὐτοαλήθεια... διά τό ἄτρεπτον τῆς οὐσίας» (PG 28,53), ἐξαιτίας, δηλαδή, τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς οὐσίας του. Ἀληθινά, τίποτε ἄλλο δέν ὑπάρχει ἀμετάβλητο στήν ουσία του, ὅπως ὁ Θεός, καί ἑπομένως Αὐτός εἶναι τό μόνο σταθερό καί αἰώνια ἀμετακίνητο μέτρο Ἀληθείας.

Αὐτό ἰσχύει καί γιά τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους ἀποκαλύπτεται καθαρώτερα στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος. Αὐτός εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια» (Ἰω. ), «τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος... ὁ ἦν ὁ ὤν καί ὁ ἐρχόμενος» (Ἀπ. 1,8). Ἐπειδή δέ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς ἡ Κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μορφώνει μέ τή δική του ὑπόσταση αὐτό τό πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοί μποροῦν νά δοῦν σ’ Αὐτήν καθαρώτερα τόν ἀόρατο Θεό (Γρ. Νύσσης, Εἰς τό Ἆσμα Ἀσμάτων, 6,256,17). Ἑπομένως τό μέτρον τῆς Ἀληθείας εὐρίσκεται στήν μία Ἐκκλησία τοῦ «ζῶντος Θεοῦ», ἡ ὁποία γι αὐτόν τόν λόγο εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας » (Α΄ Τιμ. 3,15).

Ἔχοντας λοιπόν συνειδητοποιήσει καλά οἱ ἅγιοι ποιό εἶναι καί ποῦ εὑρίσκεται τό μέτρο τῆς Ἀληθείας, διακρίνουν μέ εὐκολία τήν αἵρεση ἀπό ὁποιαδήποτε κατεύθυνση καί ἐάν ὑπερβῆ τό μέτρο. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος διαπιστώνει ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί ἔφθασαν στήν πλάνη, διότι ἐγκατέλειψαν τό μέτρο καί ἐπέλεξαν τήν ἀμετρία. «Πρόσεχε ἀμέσως πῶς ὅλοι ἔπεσαν σέ πλάνη ἀπό ἔλλειψη μέτρου, ἀφοῦ ἄλλοι παρουσίασαν κάτι περισσότερο καί ἄλλοι κάτι λιγότερο. Γιά παράδειγμα, πρώτη ἀπ’ ὅλες ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Μαρκίωνα. Αὐτή παρουσίασε ἄλλον θεό, πού δέν ὑπάρχει. Νά τό περισσότερο.

Ὕστερα ἀπό ἐκείνη ἡ αἵρεση τοῦ Σαβελλίου, πού λέγει ὅτι ὁ Υἱός καί ὁ Πατέρας καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα πρόσωπο. (Νά τό λιγότερο). Ἔπειτα ἡ αἵρεση τοῦ Μαρκέλλου καί τοῦ Φωτεινοῦ.  .. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλες. Ἀλλά ἐμεῖς γι’ αὐτό παραλάβαμε κατά ἕνα μόνον τρόπο τήν Πίστη, γιά νά μήν ἀναγκαζόμαστε νά πλησιάσουμε σέ ἄπειρες αἱρέσεις... ἀλλά ὅ,τι θά ἐπιχειροῦσε κανείς νά προσθέση ἤ νά ἀφαιρέση ἀπ’ αὐτήν νά τό θεωρήσουμε νόθο» (Εἰς Ἑβρ., 8,4).

Ἡ τακτική αὐτή τῆς προσθέσεως καί τῆς ἀφαιρέσεως, ἤ τῆς ὑπερβολῆς καί τῆς ἐλαττώσεως, πού συνιστοῦν τά βασικά γνωρίσματα τῆς ἀμετρίας στήν Πίστη, παρατηρεῖται σέ ὅλες τίς μετέπειτα αἱρέσεις, μέχρι καί αὐτές τῶν ἡμερῶν μας, καί σέ ὅλα τά ἐπί μέρους δόγματα τῆς Πίστεως. Δειγματολογικά ἀναφέρομαι στό Χριστολογικό δόγμα. Οἱ αἱρετικοί Ἀρειανοί πίστευαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν εἶναι Θεός, ἀλλά κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες δέχονταν ὅτι ὁ Χριστός εἶχε τελικά μία φύση, τή θεία, ἡ ὁποία ἀπορρόφησε τήν ἀνθρωπίνη φύση. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα εὑρίσκουμε στό δόγμα γιά τήν Παναγία.

Πολλές ἀρχαῖες αἱρέσεις, ἀλλά καί σύγχρονες προτεσταντικές παραφυάδες, μειώνουν δραματικά τήν ἀλήθεια γιά τήν Παναγία καί ἀρνοῦνται νά τήν ὀνομάσουν Θεοτόκο. Ἀντίθετα, ἄλλοι ὑπερβάλλουν καί σχεδόν τήν θεοποιοοῦν, ὅπως οἱ Παπικοί μέ τήν ἐφεύρεση τοῦ καινοφανοῦς δόγματος γιά τήν ἄσπορη σύλληψή της. Χαρακτηριστικό, τέλος, εἶναι τό παράδειγμα ἀπό τό σωτηριολογικό δόγμα. Γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, οἱ μέν Παπικοί ὑπολογίζουν τά ἀνθρώπινα ἔργα καί ὑποτιμοῦν τή θεία χάρη, γεγονός πού δικαιολόγησε τήν πυρά καί τά συγχωροχάρτια μέ ὅλες τίς τραγικές συνέπειες, ἐνῶ οἱ Προτεστάντες ὑπετονίζουν τή θεία χάρη καί ὑποβαθμίζουν τά ἀνθρώπινα ἔργα, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποδοχή τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ.

Συνοψίζοντας ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μᾶς πληροφορεῖ ὁτι «παντοῦ ἡ ἀμετρία προκαλεῖ τή φθορά» (PG 28,1549,17), ἐνῶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἀμετρία «εἶναι ἐφεύρημα τοῦ διαβόλου» (PG 50,663,61). Ἀντιλαμβανόμαστε ἔτσι καλύτερα τήν κύρια ρίζα τῆς αἱρέσεως, ἀλλά καί τίς δραματικές της ἐπιπτώσεις. Γι αὐτό ἀκριβῶς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποφεύγει ἀμφίπλευρα τήν ἀμετρία καί παραμένει σταθερά μέσα στά ὅρια τοῦ μέτρου τῆς Ἀληθείας. Πορεύεται ὅπως ὁ ἀκροβάτης, ὁ ὁποῖος προσέχει νά μήν πέση οὔτε ἀπό τά δεξιά, οὔτε ἀπό τά ἀριστερά. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντοτε «σχοινοβατοῦσα».

Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ.

πηγή : Η ΟΔΟΣ
 Τετραμηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρόδου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...