/*--

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό

Τί θά πεῖ ἀγαπῶ τόν Θεό;

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ πόθος τῆς ψυχῆς μας γιά ζωντανή ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Βασική ἐντολή τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό μέ ὅλη μας τήν καρδιά, μέ ὅλη μας τήν ψυχή καί μέ ὅλη μας τή διάνοια (Ματθ. 22,37). Ἡ καρδιά, ἡ ψυχή καί ἡ διάνοια ἐδῶ δηλώνουν ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό χρειάζεται νά ἀναβλύζει ἀπ’ ὅλη τήν ὕπαρξή μας καί νά καταλαμβάνει ὅλες τίς πλευρές τῆς προσωπικότητάς μας. Ὁ Θεός θέλει νά τόν ἀγαπᾶμε, ὄχι γιατί αὐτό συμφέρει τόν ἴδιο, ἀλλά ἐμᾶς. Ὁ Θεός δέν χάνει τίποτε, ἄν ἐμεῖς δέν τόν ἀγαπᾶμε. Ἀντίθετα ἐμεῖς χάνουμε καί ἐδῶ καί στήν αἰωνιότητα. Δέν φταίει τό τζάκι πού ἐμεῖς κρυώνουμε, ἀλλά ἐμεῖς φταῖμε πού δέν τό πλησιάζουμε.

Ὅπως, ὅταν ἀγαπᾶς ἕναν ἄνθρωπο, ἐπιθυμεῖς νά βρίσκεσαι πάντα κοντά του ἤ νά ἔχεις τακτική ἐπικοινωνία μαζί του, ἔτσι καί μέ τόν θεῖο ἔρωτα ποθεῖς τή συνεχῆ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα στιγμιαῖο συναίσθημα, ἀλλά τό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ καί ἡ κινητήρια δύναμη κάθε ἐνέργειάς του. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι μία φυσική ἀνάγκη τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὑπάρχουμε ὡς ‘εἰκόνες’ τοῦ Θεοῦ μέ κυρίαρχο στοιχεῖο μέσα μας τήν ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος εἰκονίζει τόν Τριαδικό Θεό, πού εἶναι ἀγάπη (Α΄ Ἰωάν. 4,8). Ἄνθρωπος πού δέν ἔχει ἀγάπη δέν εἶναι σωστός ἄνθρωπος. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἐπειδή ἀναγνωρίζουμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ προστάτης καί ὁ Πατέρας μας. Ὅπως κάθε παιδί ποθεῖ τήν ἐπικοινωνία μέ τούς προστάτες γονεῖς του, ἔτσι καί κάθε ψυχή ποθεῖ τήν ἐπικοινωνία μέ τόν οὐράνιο Πατέρα της. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ἀνεπαρκεῖς μπροστά στίς μεγάλες καί πολλές φορές ἐπικίνδυνες δυνάμεις τῆς φύσης.

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ἐκδηλώνεται ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, γιατί Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε δημιουργώντας μας καί θυσιαζόμενος γιά μᾶς στή σταυρική θυσία Του. Δέν μᾶς ἔβαλε σέ ἕνα ψυχρό σύμπαν, σέ μία ἀπρόσωπη μηχανή, ἀλλά μᾶς φροντίζει συνεχῶς. Ἡ γῆ εἶναι τό ζεστό καί στολισμένο σπίτι, πού μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά νά ζήσουμε. Κι ὅταν ξεπέσαμε ἀπό τήν πρώτη θέση μας κοντά Του, κατέβηκε στή γῆ καί θυσιάσθηκε γιά μᾶς στό Σταυρό. Ἡ θεία πρόνοια συνεχίζεται μέ τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία καί τή φροντίδα τοῦ φύλακα ἀγγέλου στήν προσωπική ζωή τοῦ καθενός. Ὅπως ἕνα μικρό παιδί πρῶτα ἀγαπήθηκε ἀπό τούς γονεῖς του καί ὕστερα, ὅταν τούς χαμογελᾶ καί τούς ἀναζητᾶ, γίνεται ἀξιαγάπητο καί περιπόθητο, ἔτσι κι ὁ κάθε χριστιανός πρῶτα ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Θεό καί κατόπιν, ὅταν τόν ἀγαπᾶ καί ἀγωνίζεται νά τόν εὐαρεστεῖ, γίνεται ἀξιαγάπητος τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν κάποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό καί ἔχει ἁμαρτήσει, δέν παραμένει στήν πτώση, ἀλλά μετανοεῖ καί προσπαθεῖ νά ἐπανέλθει στήν καλή σχέση μαζί Του. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπιρρεπής στήν ἁμαρτία καί ἁμαρτάνει συνέχεια, χρειάζεται νά ζεῖ συνεχῶς μέ μετάνοια. Ὁ καλός χριστιανός στενοχωριέται μέ τίς πτώσεις του, ὄχι τόσο γιατί ἁμάρτησε, ὅσο γιατί πίκρανε τόν Θεό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπ’ Αὐτόν. Μέ κάθε ἐξομολόγηση ὁ μετανοῶν ἀποκτᾶ δύναμη καί βάζει νέα ἀρχή στήν προσπάθεια γιά ἁγιασμό καί σωτηρία. Κοντά στόν Θεό καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ προσπαθεῖ μέ συνεχῆ ἀγώνα καί ἄσκηση νά γιατρέψει τήν ψυχή του ἀπό τά πάθη. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ καί τούς συνανθρώπους του, γιατί τούς βλέπει ὡς ἀδέλφια του. Ὁ Χριστός ἀπαίτησε μαζί μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον. Ὁ Θεός, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγωνιστῆ χριστιανοῦ, τόν πλουτίζει μέ ὅλες τίς καλοσύνες, πού ἀπαιτοῦνται γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον, ὅπως π. χ. τήν ταπείνωση, τήν ὑπομονή, τήν πραότητα καί τήν εὐαισθησία γιά τά δικαιώματα τοῦ ἄλλου. 

Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ χωρίς συμφέρον τό συνάνθρωπό του, δέν συμπεριφέρεται ἀνταγωνιστικά καί ἐγωιστικά καί δημιουργεῖ γύρω του ἀτμόσφαιρα καλοσύνης καί σεβασμοῦ. Διαχρονικά δείγματα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ζωή ὅλων τῶν ἁγίων. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐμπειρική αἴσθηση τῆς θείας παρουσίας κι ὄχι διανοητική σύλληψη. Γι’ αὐτούς ὁ Θεός δέν εἶναι μία θεωρητική ἰδέα ἀλλά ἕνα ὑπαρκτό πρόσωπο. Αὐτοί μιλοῦν μέ τόν Θεό καί ὄχι περί τοῦ Θεοῦ. Γιά τό βαθύ βίωμα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τῆς ἑνότητας μ’ Αὐτόν οἱ μάρτυρες ὁμολόγησαν τήν πίστη τους μπροστά στούς πολέμιους τοῦ Χριστοῦ καί θυσίασαν τή ζωή τους. Γιά τήν οὐράνια χαρά τῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό οἱ ὅσιοι ἐγκατέλειψαν ὅλες τίς ἐπίγειες χαρές καί ἀπολαύσεις.

Σήμερα, ὅποιος πιστεύει στόν Θεό, εἶναι σέ κάποιο βαθμό καί μάρτυρας καί ὅσιος. Ἡ πίστη του φαίνεται ὄχι μέ τά λόγια του, ἀλλά μέ τήν ἄφοβη ὁμολογία τῆς πίστης του καί τή θεάρεστη ζωή του. Αὐτός ἀγαπᾶ γνήσια τόν Θεό καί ὁ Θεός ἀντιπροσφέρει σ’ αὐτόν τήν ἀγάπη Του. Μᾶς ἐκπλήσσει καί σήμερα ἡ στροφή πολλῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἁμαρτωλή ζωή πρός τόν Χριστό. Αὐτή ἡ ἀνεξήγητη μεταστροφή εἶναι ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Χάρη τούς ἄγγιξε στήν καρδιά, βίωσαν οὐράνια χαρά καί ἄλλαξαν ζωή.

Πῶς ἀναπτύσσεται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό;

Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό, αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι κατορθωτή. Ὅταν ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη πρός τόν Θεό καλλιεργηθεῖ, μεγαλώνει καί ἀναπτύσσεται. Ὁ ἄνθρωπος προῆλθε ἀπό τόν Θεό καί Αὐτόν ἀναζητᾶ διακαῶς. Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπώντας τόν Θεό δέν ἀγαπᾶ μία ἀφηρημένη ἰδέα, ἀλλά ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ὁ Θεός δέν εἶναι στό ὑπερπέραν ἀλλά δίπλα μας καί ἐντός μας. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ καί κινεῖται μέσα στήν παρουσία καί τήν ἀγάπη τοῦ πανταχοῦ παρόντος Θεοῦ (Πράξεις 17,27- 28). Ὅπως ἕναν ἄνθρωπο τόν ἀγαπᾶς ὅλο καί πιό πολύ, καθώς σταδιακά τόν γνωρίζεις, ἔτσι καί τόν Θεό τόν ἀγαπᾶς περισσότερο μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς γνώσης Του. Ὁ Θεός γνωρίζεται ἔμμεσα μέσῳ τῆς λογικῆς στή φύση καί ἄμεσα μέσῳ τῆς Ἀποκάλυψής Του. Ἡ φυσική γνώση εἶναι περιορισμένη ἐν σχέσει μέ τήν ἀποκαλυπτική. Ἡ ἀποκαλυπτική γνώση ἀποκτᾶται μέ τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν πνευματικό ἀγώνα, τήν προσευχή, τή λατρεία καθώς καί τή συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τήν πνευματική ζωή, πού ἵδρυσε ὁ Χριστός καί προσφέρεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ φυσική ἀγάπη πρός τόν Δημιουργό ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀγάπη, πού καλλιεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22). Ὅσο κανείς πλησιάζει τόν Θεό, διαπιστώνει τή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν καί ἀναδύεται ἀπό μέσα του ὁ πόθος τῆς ἀνταπόκρισης σ’ αὐτή. Ὅταν στόν κόσμο διακρίνουμε τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀναβλύζει μέσα μας ἡ ἀγάπη πρός Αὐτόν ἀπό εὐγνωμοσύνη. Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος ἔγραψε στίς «Ἐξομολογήσεις» του: «Ἕνα γνωρίζω, Κύριε, γιά ἕνα εἶμαι βέβαιος στή συνείδησή μου, ὅτι σέ ἀγαπῶ. Ἄκουσα μέσα μου τόν λόγο σου καί σέ ἀγάπησα. Ἀλλά καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, τά πάντα ἀπό παντοῦ μοῦ λένε νά σέ ἀγαπῶ» (Βιβλίο 10). Καί χίλιες ζωές ἄν εἴχαμε, δέν θά ἀρκοῦσαν νά ἐκφράσουμε τίς πολλές εὐχαριστίες πρός τόν Δωρεοδότη τῶν πάντων Θεό. Ἡ εὐχαριστιακή στάση ζωῆς στρέφει τόν νοῦ μας πρός τόν Θεό καί ἀναπτύσσει τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν.

Ἀγαποῦμε τόν Θεό, καθώς διαπιστώνουμε ὅτι συνεχῶς μᾶς βοηθᾶ στήν προσωπική μας ζωή καί μᾶς συμπαραστέκεται. Πολλοί λένε ὅτι, ὅταν ἄνοιξαν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους, διέκριναν παντοῦ τό χέρι τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἕνα παιδί ἀγαπᾶ τή μάνα του, ἐπειδή τό τρέφει καί τό φροντίζει, ἔτσι καί ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ τόν Θεό, γιατί παντοῦ βλέπει τήν πρόνοιά Του. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν ἀναγνωρίζουμε τίς εὐεργεσίες Του καί τόν εὐχαριστοῦμε γι’ αὐτές. Ἀγάπη ἐκφράζουμε ἐπίσης, ὅταν εὐχαριστοῦμε τόν Θεό καί γιά τίς ἀσθένειες, πού γιά κάποιο θετικό λόγο ἐπέτρεψε νά ἐμφανισθοῦν στή ζωή μας. Ἡ πνευματική χαρά τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀναπτύσσει μέσα μας βαθιά ἀγάπη πρός τόν χορηγό της, τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό αὐξάνεται, ὅταν βλέπουμε τά ἀποτελέσματα τῆς ὑπακοῆς μας σ’ Αὐτόν. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὑπάκουσε στόν Χριστό καί ἔριξε τά δίχτυά του γιά ψάρεμα στή λίμνη τῆς Γενησαρέτ μέρα μεσημέρι, πρᾶγμα παράλογο. Τότε ἀξιώθηκε νά κάνει τή μεγαλύτερη ψαριά τῆς ζωῆς του (Λουκᾶ 5,4-11). «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ», εἶχε πεῖ ὁ Χριστός, «θά τηρεῖ τό λόγο μου καί ὁ Πατέρας μου θά τόν ἀγαπήσει καί θά ἔρθουμε (ἡ ἁγία Τριάδα) πρός αὐτόν καί θά κατοικήσουμε μέσα του» (Ἰωάν. 14,23). Ἡ τήρηση τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ γίνεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπακούοντας στίς θεῖες ἐντολές, πράττουμε τό καλό, ζοῦμε θεάρεστα, βελτιωνόμαστε πνευματικά καί αἰσθανόμαστε θεία εὐφροσύνη.

Οἱ ἐντολές Του εἶναι αἰώνια ζωή (Ἰωάν. 12,50), γιατί ὁ τηρητής τους εὐαρεστεῖ τόν Θεό, γίνεται κατοικητήριό Του, ἑνώνεται μέ τόν αἰώνιο καί ἄφθαρτο Θεό καί σώζεται στήν αἰώνια ζωή. Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού καταδέχεται νά ἔρθει καί νά κατοικήσει στή φθαρτή ἀνθρώπινη ὕπαρξη! Ἠθικά τέλειος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού τηρεῖ τυπικά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό. Αὐτός τίς ἐντολές τίς τηρεῖ γιά νά μή φύγει ἀπό τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Θεό. Στόχος τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μόνο νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά γίνει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεται ἡ ψυχή μας ἀπό τά πάθη, τόσο προοδεύουμε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν καθαρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό τά πάθη, τότε αὐτή γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός δέν κατοικεῖ σέ βρώμικες ψυχές. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀναφύεται σέ καθαρές ἀπό πάθη ψυχές. Ἡ καθαρή ψυχή ἑλκύεται ἀπό τόν Θεό καί φυσιολογικά τόν ἀγαπᾶ ἔνθερμα καί ποθεῖ τήν κοινωνία-ἐπικοινωνία μαζί Του. Ὁ πνευματικός ἀγώνας στοχεύει στήν κάθαρση ἀπό τά πάθη καί τήν ἀντικατάστασή τους μέ τίς ἀρετές. Ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς γίνεται μέ τήν πνευματική ζωή, δηλ. τήν προσευχή, τήν ἄσκηση, τήν ἐγκράτεια, τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία.

Ὁ ἁγιασμός εἶναι ἀνάλογός τῆς κάθαρσης. Κάθαρση καί πνευματική ἄνοδος συμπορεύονται. Ὅσο κανείς ἀποσπᾶται ἀπό τίς ἁμαρτωλές προσκολλήσεις, τόσο πιό πολύ ἀγαπᾶ τόν Θεό. Οἱ ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν τήν πλήρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε γήινη προσκόλληση. Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χρειάζεται νά ὑπερνικήσει κανείς τόν κακό ἑαυτό του καί τίς κακές ἐπιρροές τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντός του. Ὅταν αὐξηθεῖ ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ πιστός θεωρεῖ καί τίς μικρές ἁμαρτίες μεγάλες, γιατί καί μ’ αὐτές ἀρνεῖται τήν ἀγάπη του πρός Αὐτόν. Ὁ φιλήδονος δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν Θεό, γιατί ἡ ἐνοχή τῆς ἁμαρτίας δέν τόν ἀφήνει νά προσευχηθεῖ. Ὅταν ἀγαπήσει τόν Θεό, τότε ἀντιστέκεται καί δέν πράττει ἀνηθικότητες, γιατί ἡ προσευχή τόν προστατεύει ἀπό τίς πτώσεις καί ὁ φόβος τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό τόν κρατᾶ σέ ἑτοιμότητα. Ὁ ἐγωιστής δέν ἀφήνει χῶρο στήν καρδιά του γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτός δέν θέλει κανέναν πάνω ἀπό τό κεφάλι του· ἐπιδιώκει νά κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει.

Ὅταν ἀγαπήσει τόν Θεό, τότε ὁ ἐγωισμός του μετατρέπεται σέ δυνατό πόθο τελείωσης καί προσέγγισης τοῦ Θεοῦ. Ὁ φιλάργυρος, πού δαπανᾶ τή ζωή του στό κυνήγι τῶν χρημάτων καί εἶναι βουτηγμένος στήν ὕλη, δέν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τήν ψυχή του καί μέ τόν Θεό. Ὅταν ὅμως ξυπνήσει ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο καί ἀγαπήσει τόν Θεό, τότε ἐπικεντρώνεται στά πνευματικά καί μέ τά χρήματά του γίνεται φιλάνθρωπος. Ὅπως, ὅταν κάποιος ἐρωτευθεῖ, γιά νά εὐαρεστήσει τό ἀγαπημένο του πρόσωπο, ἀλλάζει τή συμπεριφορά του, ἔτσι κι ὅταν ἀγαπήσει κάποιος τόν Θεό, ἀλλάζει τόν τρόπο ζωῆς του, γιά νά γίνει ἄξιος τῆς θείας ἀγάπης. Ἰδιαίτερη ἀξία γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό ἔχει ὁ πλούσιος ἐρχομός τῆς θείας Χάρης μέσω τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλα τά Μυστήρια μᾶς συνδέουν μέ τόν Κύριο. Σέ ὅλα τά Μυστήρια ἐνεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα τή σωτηρία τῶν χριστιανῶν. Αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς σωτηρίας μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ. 

Γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς χριστιανούς τῆς Ρώμης: «ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πλημμύρισε στίς καρδιές μας μέσῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μᾶς δόθηκε» (Ρωμ. 5,5). Στό Βάπτισμα γίνεται ἡ ἐπανένωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἔνταξή μας στήν Κιβωτό τῆς σωτηρίας, τήν Ἐκκλησία. Στό Χρῖσμα γινόμαστε κατοικητήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στήν Ἐξομολόγηση καθαριζόμαστε ἀπό τίς ἁμαρτίες τοῦ παρελθόντος καί ἐπανακτοῦμε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Στή θεία Κοινωνία ἔρχεται μέσα μας ὁ Χριστός, μᾶς καθαρίζει ἀπό ἁμαρτίες καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό καλλιεργεῖται στήν ἀτομική προσευχή καί στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγωνίζεται νά ἐπικοινωνεῖ μαζί Του μέ θερμή τακτική προσευχή. Ἡ προσευχή ἀποτελεῖ σπουδαιότατο μέσο ἀπόκτησης τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Ἡ κατανυκτική καί ταπεινή προσευχή ἑλκύει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία αὐξάνει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί διατηρεῖ τή φλόγα της ἄσβεστη. Ἡ ἀδιάλειπτος «προσευχή τοῦ Ἰησοῦ» κρατᾶ τήν καρδιά σταθερή στήν ἀνάμνηση τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τήν εὐλογεῖ καί τή χαριτώνει.

Ὅσο πιό πολύ κανείς προσεύχεται, τόσο πιό πολύ συνδέεται μέ τόν Κύριο. Ὅπως στήν συναισθηματική ἀνθρώπινη ἀγάπη δέν κουράζεται κανείς νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό ἀγαπημένο του πρόσωπο, ἔτσι καί σέ μεγαλύτερο βαθμό στήν προσευχή καί στή λατρεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει κόπος ἀλλά ξεκούραση καί χαρά. Ὁ ἀγωνιστής χριστιανός στήν προσευχή καί στή λατρεία τοῦ Θεοῦ αἰσθάνεται βιώματα πνευματικῆς χαρᾶς καί ἀγαλλίασης. Αὐτά τά θεόσδοτα βιώματα τόν ὁδηγοῦν στήν περαιτέρω αὔξηση τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Ἔλεγε ὁ γέροντας Παΐσιος ὅτι «ὁ Θεός δίνει ‘σοκολάτες’, γιά νά καταλάβουμε πόσο Γλυκύς εἶναι καί νά ἀγωνισθοῦμε νά τόν εὐαρεστήσουμε, γιά νά πᾶμε κοντά Του» (Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι ΣΤ΄ Περί Προσευχῆς, σελ. 241). Μέ τή λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό φανερώνει καί ἡ λέξη λατρεία, δείχνουμε ἰδιαίτερη ἀγάπη καί ἀφοσίωση στόν Θεό. 

Στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας κατανύσσεται ἡ ψυχή μας καί ἀνεβαίνει πρός τόν Κύριο μέ ἱκεσίες, εὐχαριστίες καί δοξολογίες. Στίς ἀκολουθίες ἀκοῦμε συνέχεια τό ἱκετευτικό ‘Κύριε, ἐλέησον’, πού σημαίνει ‘Κύριε, δεῖξε ἀγάπη’. Ὁ Θεός σίγουρα μᾶς ἀγαπᾶ καθώς μᾶς συγχωρεῖ καί μᾶς προστατεύει, ἐμεῖς χρειάζεται νά βοηθηθοῦμε ἀπ’ Αὐτόν, ὥστε νά ἀνταποκριθοῦμε στήν ἀγάπη Του. Τό περιεχόμενο τῶν ὕμνων καί ἡ κατανυκτική βυζαντινή μουσική συγκινοῦν τόσο βαθιά τόν χριστιανό, πού νομίζει ὅτι βρίσκεται στόν οὐρανό καί ἀκούει τούς χορούς τῶν ἀγγέλων καί δέν θέλει νά σταματήσει αὐτή ἡ εὐφροσύνη. Χαρακτηριστικά τή Μεγάλη Σαρακοστή καί τή Μεγάλη Ἑβδομάδα οἱ χριστιανοί νοιώθουν τόση μεγάλη χαρά καί εὐφροσύνη μέ τίς λατρευτικές συνάξεις τῶν περιόδων αὐτῶν, πού λυποῦνται, ὅταν τελειώνουν.

Μελετώντας κάποιος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ εὐφραίνεται ἀπ’ αὐτόν καί ἀναπτύσσεται μέσα του ἡ ἀγάπη πρός τήν πηγή αὐτοῦ τοῦ βιώματος, τόν Θεό. Ὅπως τά παιδιά ἀγαποῦν τούς γονεῖς τους πού τά τρέφουν, ἔτσι καί οἱ μελετητές τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀγαποῦν τόν Θεό, γιατί τρέφει τήν ψυχή τους. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατερικῶν κειμένων ἑλκύει στόν μελετητή τή θεία Χάρη, πού κατανύσσει καί φωτίζει τήν ψυχή. Μελετώντας κάποιος τίς διδασκαλίες τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ, τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μιλοῦσαν φωτισμένοι ἀπό τόν Θεό, διαπιστώνει ὅτι τά θεόπνευστα λόγια τους εἶναι τροφή τῆς ψυχῆς. Σέ μεγαλύτερο βαθμό αἰσθάνεται πνευματική εὐφροσύνη στή μελέτη τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν μαθητῶν Του, τῶν ἀποστόλων.

Καί στή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνεται ὁ μελετητής τό ἴδιο βίωμα, γιατί τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα φώτισε κι αὐτούς. Ἡ διδασκαλία π.χ. τοῦ συγχρόνου μας ἁγίου Πορφυρίου ἀναπαύει πνευματικά, γιατί μεταφέροντας τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στήν σύγχρονη ἐποχή συγκινεῖ βαθειά κάθε ψυχή. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό γιά νά καλλιεργηθεῖ, νά διατηρηθεῖ καί νά αὐξηθεῖ ἀπαιτεῖ ἄσκηση καί θυσίες. Ὅπως γιά νά ἀγαπήσεις ἕναν ἄνθρωπο γιά φίλο ἤ γιά σύντροφο τῆς ζωῆς σου χρειάζεται πολλή προσπάθεια, ἔτσι καί γιά νά ἀγαπήσεις τόν Θεό ἀπαιτεῖται ἔντονος ἀγώνας καί προσπάθεια. 

Εἶχε πεῖ ὁ Χριστός στούς ἀκροατές Του: «Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής μου, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν κακό ἑαυτό του κι ἄς σηκώνει τό σταυρό του κι ἄς μέ ἀκολουθεῖ» (Μάρκ. 8,34). Δέν εἶπε νά μέ ἀκολουθήσει μία φορά, ἀλλά νά μέ ἀκολουθεῖ συνεχῶς. Καί ἄλλοτε: «ὅποιος ἀγαπᾶ τόν πατέρα του ἤ τή μητέρα του πάνω ἀπό μένα, δέν εἶναι γιά μένα ἄξιος· καί ὅποιος ἀγαπᾶ τό γιό ἤ τήν θυγατέρα πάνω ἀπό μένα, δέν εἶναι γιά μένα ἄξιος» (Ματθ. 10,37). Ἐδῶ ἐννοεῖ τήν ἄρνηση πρός τούς συγγενεῖς, ὅταν μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ζητᾶ νά μήν εἴμαστε ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλά θεάρεσκοι, δηλ. γιά μᾶς νά ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ ἀπό τή γνώμη τῶν συγγενῶν καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀγαπῶ τόν Θεό σημαίνει ὅτι γιά μένα ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν, εἶναι πάνω ἀπό κάθε ἐπίγεια ἀξία καί πάνω ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μου. Αὐτές οἱ θυσίες γίνονται εὐάρεστες στόν Κύριο.

Καθώς θά αὐξάνεται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, θά αὐξάνονται καί οἱ θυσίες γι’ Αὐτόν. Ἡ νηστεία, ὁ ἐκκλησιασμός τῆς Κυριακῆς, ἡ ἐπιμονή στήν ἀμετεώριστη προσευχή, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ἡ ἐγκράτεια στίς σκέψεις, στίς ἐπιθυμίες καί στίς αἰσθήσεις εἶναι θυσίες, πού γίνονται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν τόν θυμόμαστε μόνον στήν κυριακάτικη θεία Λειτουργία ἤ μόνο στή βραδινή προσευχή. Δέν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν, ἀντί νά λειτουργηθοῦμε τήν Κυριακή, προτιμᾶμε τόν ὕπνο, τή βόλτα, τό παιχνίδι, τήν τηλεόραση ἤ τό ἰντερνέτ. Δέν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν προσευχόμαστε ψυχρά καί τυπικά. Ὅταν κάποιος σταματᾶ τήν ἄσκηση καί τή συμμετοχή στά Μυστήρια, τότε ἡ καρδιά του ψυχραίνεται καί δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό. Ὁ Θεός ὡς δημιουργός καί προνοητής τῶν πάντων ἀγαπᾶ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἐκείνους, ὅμως, πού κάνουν θυσίες γι’ Αὐτόν τούς ἀγαπᾶ διπλά.

Σφάλλω πού στίς θλίψεις τῆς ζωῆς νομίζω ὅτι ὁ Θεός δέν μέ ἀγαπᾶ;

Στίς δυσκολίες φαίνεται ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς δέν τά βάζει μ’ Αὐτόν, ἀλλά ταπεινά δέχεται τήν κάθε δυσκολία ὡς σταλμένη ἤ ἐπιτρεπτή ἀπ’ Αὐτόν καί προσπαθεῖ νά τήν ξεπεράσει καί νά ὠφεληθεῖ ἀπ’ αὐτή. Σ’ ὅλα τά κακά τῆς ζωῆς μας νά καταφεύγουμε στή στοργική ἀγάπη τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Ὅταν π.χ. οἱ ἄνθρωποι μᾶς ἀπορρίπτουν νά σκεφτόμαστε ὅτι ἀξία ἔχει ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῶν ἀνθρώπων. Νά προσπαθοῦμε κοντά στόν Θεό νά βροῦμε ἀξία καί νόημα ζωῆς. Στίς δυσκολίες χρειάζεται περισσότερη προσευχή, μελέτη καί ἄσκηση. Ὅσοι γκρινιάζουν πρός τόν Θεό, ἔμμεσα τόν βλασφημοῦν ἀντί νά τόν δοξάζουν. Πολλοί συνεχῶς γκρινιάζουν στόν Θεό γιά τίς ὅποιες ἐλλείψεις τους, γιά τά οἰκογενειακά προβλήματα, γιά τίς ἀρρώστιες, ἀκόμα καί γιά τίς ἀποτυχίες τους καί τά λάθη τους. Νά σκεφτόμαστε ὅτι ὅλα αὐτά συμβαίνουν ἤ ἀπό εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἤ ἀπό ἀνοχή τοῦ Θεοῦ. Ἐφόσον ὅλα εἶναι ὑπόψη τοῦ Θεοῦ δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε καί νά ἀπογοητευόμαστε. Ὁ Θεός κάτι καλό θά βγάλει.

Ὅταν στεναχωριέσαι λόγῳ ἀξεπέραστων προβλημάτων νά σκέφτεσαι ὅτι ὁ Θεός Πατέρας τά ἐπιτρέπει γιά τό καλό σου. Νά καταφεύγεις στήν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ μέ τήν προσευχή. Νά σκέφτεσαι τίς πολλές δωρεές τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό συνήθως μᾶς κάνει δυνατούς στήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς. Δέν φοβόμαστε τίποτε, γιατί ἀγαποῦμε τόν Θεό καί γνωρίζουμε ὅτι καί ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ. Ἄν ἡ στενοχώρια ὀφείλεται σέ σφάλμα σου, νά τήν ἀντιμετωπίσεις μέ ταπείνωση καί νά διορθώσεις τό σφάλμα σου. Νά σκέφτεσαι ὅτι εἶσαι ἀδύνατος ἄνθρωπος στή γνώση, στή θέληση καί στήν ἀγάπη κι ὅτι χωρίς τή θεία βοήθεια κινδυνεύεις νά πέφτεις συνεχῶς. Νά πάρεις ἀπόφαση νά εἶσαι στό μέλλον πιό προσεκτικός καί νά ἀρχίζεις κάθε ἔργο σου μέ προσευχή. 

Ὅποιος θλίβεται γιά τά λάθη του καί φθάνει στή μελαγχολία, αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει ἐγωισμό. Ὅποιος ὅμως θλίβεται καί καταφεύγει ταπεινά μέ τήν προσευχή στόν Θεό ἐλεεινολογώντας τήν μικρότητά του καί τήν κακία του, βρίσκει παρηγοριά. Χρειάζεται νά ἀγαποῦμε θερμά τόν Θεό καί νά καταφεύγουμε ταπεινά σ’ Αὐτόν γιά νά προστατευόμαστε ἀπό τίς πτώσεις. Οἱ πτώσεις νά μᾶς ὁδηγοῦν στήν οὐσιαστική μετάνοια καί στή θερμή προσευχή. Ὑπάρχει καί τό ἐνδεχόμενο αὐτή ἡ θλίψη νά εἶναι πειρασμός ἐκ τοῦ πονηροῦ μέ στόχο νά διαταράξει τήν πνευματική ἰσορροπία μας καί νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἀπελπισία, στή μελαγχολία καί στήν αὐτοκτονία. Κάνε θερμή προσευχή καί ὁ Θεός δέν θά σέ ἀφήσει ἀπαρηγόρητο.

τοῦ Ἀρχιμ. Μαξίμου Παναγιώτου

πηγή : Η ΟΔΟΣ
Τετραμηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρόδου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...