/*--

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Τα εκκλησάκια της Ελευσίνας

Εισαγωγή

Κατηφορίζοντας προς την Ελευσίνα ο επισκέπτης έχει μια συγκεκριμένη εικόνα – αντίληψη για την πόλη. Η αίγλη των ελευσίνιων μυστηρίων της αρχαιότητας και η εκβιομηχάνιση που συντελέστηκε τον 19ο αιώνα στην περιοχή ασκούν τόσο έντονη επιρροή, ώστε να περνούν σε δεύτερη μοίρα τα μοναδικά εκκλησάκια που βρίσκονται στο κέντρο της πόλης. Έτσι απαιτείται μια προσεκτικότερη ματιά για να ανακαλύψει κανείς την ιδιαιτερότητα αυτών των μνημείων, πραγματικών θησαυρών που συμπληρώνουν την ιστορική πορεία της μακραίωνης Ελευσίνας. Ο ιερός ναός του Αγίου Ζαχαρία, στην κεντρική πλατεία, το εκκλησάκι της Παναγίτσας στον αρχαιολογικό χώρο και το ξωκλήσι του Αγ. Νικολάου πάνω στο βράχο, στα όρια του αρχαιολογικού χώρου, διαμορφώνουν μια διαδρομή που σηματοδοτεί το χριστιανικό παρόν και την εξέλιξη της λατρείας από τους παγανιστικούς στους χριστιανικούς χρόνους.

Είναι άγνωστο το πότε ακριβώς ιδρύθηκε η χριστιανική κοινότητα στην Ελευσίνα. Η ύπαρξη των μυστηρίων έκαναν την πόλη να έχει πολύ ισχυρή ειδωλολατρική παρουσία. Το ιερατείο των Ευμολπίδων, η συσσώρευση των απαρχών, των πρώτων καρπών της ειδωλολατρικής Ελλάδας, η τέλεση των μυστηρίων και η φιλοσοφική διδασκαλία που διεξαγόταν εδώ με μαθητές ισχυρές προσωπικότητες του πνεύματος έκαναν την Ελευσίνα θεματοφύλακα της ειδωλολατρίας σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τα ελευσίνια μυστήρια, η ιερότερη και πιο σεβαστή τελετή της αρχαίας Ελλάδας δε θα παραδιδόταν εύκολα στο πνεύμα του χριστιανισμού γυρίζοντας την πλάτη στη μακρόβια ελληνορωμαϊκή παράδοση. Ωστόσο, η μυστηριακή Ελευσίνα σίγουρα επηρεάζεται από το κήρυγμα του Απόστολου Παύλου στην Αθήνα και στην Κόρινθο (δεύτερη αποστολική περιοδεία, 49-52μ.Χ.), αν και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες αναφέρονται ελάχιστα στην πόλη και περισσότερο για να καταγγείλουν τους μύστες και την ειδωλολατρία.

Ωστόσο, μετά την καταστροφή του ιερού και τη θανάτωση όλου του ιερατείου από το βασιλιά των Γότθων, Αλάριχο, το 396, η αρχαία λατρεία συρρικνώνεται και οι κάτοικοι λιγοστεύουν. Έχει, άλλωστε, προηγηθεί το 392 αυτοκρατορικό διάταγμα του Θεοδόσιου Α΄, που κλείνει όλα τα αρχαία ιερά, ενώ με το διάταγμα του Ιουστινιανού το 529 κλείνουν οι φιλοσοφικές σχολές και γερές ρίζες αιώνων κόβονται για την επικράτηση του χριστιανισμού.

Στην Ελευσίνα οι ανασκαφές έφεραν στο φως τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές, που αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόλογης χριστιανικής κοινότητας και επιγραφές με χριστιανικά μηνύματα που χρονολογούνται στον 5 αι.. Συνεπώς τον 5ο αιώνα η Ελευσίνα είναι χριστιανική, ενώ φαίνεται ότι ο χριστιανισμός απέμεινε ως μοναδική λατρεία στα μέσα του 6ου αι. Δυστυχώς, όμως, από τον 6ο έως το 13ο αιώνα δεν υπάρχουν ιστορικά ίχνη για την Ελευσίνα. Αιτία ήταν οι βαρβαρικές επιδρομές και η πειρατεία, που ώθησε τους κατοίκους (παλιοί πληθυσμοί ή αλβανικά φύλα που εγκαταστάθηκαν κατόπιν στην περιοχή) να αποσυρθούν από τα παράλια και να κατευθυνθούν προς τα ενδότερα, αλλά και αποθάρρυνε πολλούς επισκέπτες.

Αναζητώντας στοιχεία για τους παλαιότερους χριστιανικούς ναούς της Ελευσίνας, ο ερευνητής διαπιστώνει ότι τα περισσότερα καταγεγραμμένα στοιχεία υπάρχουν για το μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Ζαχαρία, που χτίστηκε με κατάλοιπα από τα ιερά της αρχαιότητας (spolia), πάνω στα ερείπια του μεσαίου κλίτους παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Σαφώς λιγότερες είναι οι πληροφορίες για τα άλλα δύο μνημεία, την Παναγίτσα και τον Αγ. Νικόλαο. Ωστόσο, διατηρούνται ακόμη προφορικές παραδόσεις και οι κάτοικοι ανάγουν σε σημαντικές τοπικές γιορτές τις ημέρες που και οι τρεις αυτοί ναοί εορτάζουν.

Ξεκινώντας με την εορτή του Αγ. Ζαχαρία, στις 5 Σεπτεμβρίου, συνεχίζοντας με τα Εισόδια της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου και ολοκληρώνοντας με την ιερά πανήγυρη του Αγ. Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου, τα τρία εκκλησάκια μοιάζουν να έχουν χωροθετηθεί μέσα στο χώρο με γνώμονα το χρόνο και με τη διάθεση να προσκαλέσουν τον επισκέπτη της Ελευσίνας στο εσωτερικό της πόλης, για να τη γνωρίσει καλύτερα.

Άγιος Ζαχαρίας
Λίγο πριν το τέλος της Ιεράς Οδού, στην κεντρική πλατεία της Ελευσίνας, στέκει ιερός ναός αφιερωμένος στον Προφήτη Ζαχαρία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του περιηγητή Blouet1, μετά την επανάσταση, στα 1829 είναι το μόνο κτίσμα της πόλης που έμεινε άθικτο. Η παρουσία του επιβλητική μέσα στην απλότητά του. Περίφραξη οριοθετεί τον προαύλιο χώρο του ναού, η είσοδος στον οποίο απαιτεί από τον επισκέπτη να κατέβει από το επίπεδο της πλατείας πατώντας σε μαρμάρινα πολυπατημένα σκαλοπάτια. Ο χώρος του προαυλίου γεμάτος με δέντρα και απομεινάρια από τη παλαιοχριστιανική βασιλική, επάνω στην οποία κτίστηκε ο μεταγενέστερος ναός.

Στο χώρο αυτό λειτούργησε περίπου από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων2, ένα κτίριο με δύο δωμάτια που ήταν από τα πρώτα κτίρια που κτίστηκαν στην Ελευσίνα μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και το οποίο δε σώζεται σήμερα. Η μαθητική παρουσία, ωστόσο στάθηκε σύμφωνα με την παράδοση η αφορμή για να λειτουργηθεί και πάλι, μετά από αιώνες, ο ναός. Οι μαθητές του σχολείου χρησιμοποιούσαν το εγκαταλελειμμένο κτίριο ως σημείο συνάθροισης. Περνώντας τα χρόνια, τρία αγόρια 13 – 14 ετών, ο Χρήστος Μαρούγκας, ο Ιωάννης Δήμας ή Παρασκευάς και ο Γεώργιος Παππάς υποστήριξαν ότι είδαν και οι τρεις τους επί τρία συνεχόμενα βράδια το ίδιο όνειρο: «Είδαν στην αυλή του σχολείου έναν ιερέα που κρατούσε στα χέρια του το Ευαγγέλιο. Τους είπε πως είναι ο Άγιος Ζαχαρίας και πως ήτανε το σπίτι του»3. Τα παιδιά ενημέρωσαν τους γονείς τους και άρχισαν άμεσα οι ενέργειες για τον καθαρισμό της εκκλησίας. Ο ναός αποκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργείται αφιερωμένος στον Προφήτη Ζαχαρία. Στη συνείδηση των κατοίκων τα τρία αγόρια θεωρήθηκαν οι κτήτορες (ιδρυτές) του ναού και οι απόγονοί τους ακόμα θυμούνται το γεγονός.

Έκτοτε, ο ναός επηρεάστηκε από τις ανασκαφές που έγιναν στην Ελευσίνα. Οι ανασκαφείς χρησιμοποίησαν το χώρο του ναού για να συγκεντρώνουν αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ, όταν στα 1882 ανέλαβε η αρχαιολογική Εταιρεία των Αθηνών να εκτελέσει επιστημονικές ανασκαφές, ο πρώτος επιστήμονας ανασκαφέας, ο Δημήτριος Φίλιος, ανέσκαψε στο δάπεδο της εκκλησίας «το μεγάλο ελευσινιακό ανάγλυφο», αναθηματικό αφιέρωμα των μέσων του 5ου αι. π.Χ. που παριστάνει την αποστολή του Τριπτόλεμου. Η θεά Δήμητρα παραδίδει στον έφηβο Τριπτόλεμο τα πρώτα στάχυα σιταριού, ενώ η Περσεφόνη τοποθετεί στεφάνι στο κεφάλι του. Σήμερα το ανάγλυφο αυτό βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας (αντίγραφό του διατηρείται και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ελευσίνας) και αποτελεί σήμα κατατεθέν για την πόλη. Χρησιμοποιήθηκε ως πάτωμα για τον ιερό ναό, όμως η ανάγλυφη παράσταση ήταν προς τα κάτω, γεγονός που διέσωσε την απεικόνιση και ουσιαστικά αποδεικνύει το σεβασμό των ντόπιων χριστιανών προς το ανάγλυφο της μυστηριακής Ελευσίνας. Σημαντικότερη και πιο καθοριστική για την ιστορία του μνημείου υπήρξε η ανασκαφή του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη το 1928. Ο Κουρουνιώτης αντιλήφθηκε ότι κάτω από τον Άγιο Ζαχαρία υπήρχε παλαιότερο οικοδομικό συγκρότημα.

Επρόκειτο για ένα γεγονός μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας, για την ανασκαφή του οποίου έπρεπε η τότε Κοινότητα Ελευσίνας να παραχωρήσει το οικόπεδο που ήταν ιδιοκτησία της στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Πραγματικά το οικόπεδο αυτό ανταλλάχτηκε με το οικόπεδο που είναι κτισμένο το παλαιό Δημαρχείο της πόλης, στην οδό Νικολαΐδου4. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν παλαιοχριστιανική βασιλική του 5ου αιώνα5, που την αποτελούσαν η κυρίως βασιλική, τρίκλιτη με ημικυκλική αψίδα και δύο διαδοχικούς νάρθηκες, το βαπτιστήριο, πρόσκτιστο στη βορειοδυτική γωνία, και δύο συνεχόμενοι ορθογώνιοι χώροι, αποδυτήριο και φωτιστήριο, πρόσκτιστοι στην ανατολική πλευρά του βαπτιστηρίου και στη βόρεια πλευρά της βασιλικής.

Ο κυρίως ναός, σχεδόν τετράγωνος στην κάτοψη (15,70 μ. μήκος και 15,40 μ. πλάτος), έφερε δύο σειρές κιονοστοιχίες, με πέντε κίονες η καθεμία χτισμένους σε χτιστό στυλοβάτη, που χώριζαν το ναό σε τρία κλίτη. Η πυκνή τοποθέτηση των κιόνων, οι διαστάσεις των παραστάδων και οι μεγάλες μαρμάρινες δοκοί που ήρθαν στο φως με την ανασκαφή, πιστοποιούν ότι οι κίονες απέληγαν σε ίσια και όχι τοξωτά μαρμάρινα επιστύλια. Ο διπλός νάρθηκας, γνώρισμα των ελλαδικών βασιλικών, ήταν προσιτός από το νότο και αποτελούσε χώρο παραμονής των κατηχούμενων, ενώ ο εξωνάρθηκας χωρίζεται με πιθανόν μεταγενέστερους τοίχους σε τρία διαμερίσματα, από τα οποία αυτό που βρίσκεται στα βόρεια είχε δύο πλινθόκτιστους τάφους. Αντίθετα, το βαπτιστήριο λόγω του σχήματός του, τετράγωνο που περιβάλλεται από διαδρόμους, φανερώνει αναλογίες με μικρασιατικά κτίσματα και αποκαλύπτει την επικοινωνία της Ελευσίνας με άλλα χριστιανικά κέντρα. Στο κέντρο του βαπτιστηρίου βρέθηκε σταυροειδής κολυμβήθρα (διαμέτρου 1 μ. και βάθους 0.33 μ.) από πλίνθους και επένδυση μαρμάρινων πλακών, ενώ η επιγραφή με χαραγμένους παλιούς χριστιανικούς χαρακτήρες που ανακαλύφθηκε πάνω σε μαρμάρινο υπέρυθρο: «Υπέρ ευχής Αρτεμισίου και παντός του οίκου αυτού», πιθανόν αποκαλύπτει τον κτήτορα του βαπτιστηρίου. Τέλος, στον ανατολικότερο από τους δύο συνεχόμενους ορθογώνιους χώρους που είναι πρόσκτιστοι στην ανατολική πλευρά του βαπτιστηρίου, βρέθηκε in situ μαρμάρινη καθέδρα αρχαίας μορφής που στηρίζεται σε Λεοντόποδες, προφανώς σύλημα από το αρχαίο ιερό. Οι μαρμάρινες γλυπτές πλάκες της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.

Η διάταξη του Ιερού Βήματος δεν είναι ακόμη σήμερα σαφής, καθώς πιθανά ευρήματα καλύπτονται από το κτισμένο πάνω σ’ αυτό μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Ζαχαρία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το Ιερό Βήμα του σημερινού ναού βρίσκεται στην ίδια θέση μ’ αυτό της παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ωστόσο, οι επιστήμονες καταλήγουν ότι η βασιλική της Ελευσίνας, εκτός από την αγία τράπεζα, το βωμό δηλαδή της θείας ευχαριστίας, ήταν εφοδιασμένη και με άλλες βοηθητικές τράπεζες ( τράπεζα προθέσεως, παρατραπέζια και άλλες), για τις οποίες δεν έχουμε εξακριβωμένη θέση6.

Ο σωζόμενος μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Ζαχαρία, αποτελεί μία μικρού μεγέθους μονόχωρη καμαροσκέπαστη βασιλική, με είσοδο από δυτικά. Πάνω από την είσοδο υπάρχει ψηφιδωτό του Αγίου Ζαχαρία, ενώ ψηλότερα υψώνεται μεταγενέστερο μικρό κωδωνοστάσιο, που απολήγει σε σταυρό. Στο βόρειο τοίχο διακρίνεται μια τετοιχισμένη τοξωτή θύρα, όπως και στο νότιο, στον οποίο, όμως, έχει τοποθετηθεί ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας με ένα μόνιμα αναμμένο καντηλάκι. Η τοιχοδομία αποτελείται από σπαράγματα αρχαίων μαρμάρων, από αργούς λίθους και από πλίνθους, και ανάμεσά τους ξεχωρίζει αρχαία μαρμάρινη επιγραφή που έχει εντοιχιστεί δεξιά της κεντρικής εισόδου, γνωστή ως επιγραφή της Νικοστράτης, μυημένης στη λατρεία Δήμητρας και Κόρης. Το εσωτερικού του ναού φέρει νεότερες τοιχογραφίες και τη φορητή εικόνα του Αγίου Ζαχαρία που χρονολογείται στα 1912. Η οροφή είναι διακοσμημένη κατά κύριο λόγο με αστέρια και το τέμπλο που χωρίζει το ναό από το Ιερό Βήμα είναι ξυλόγλυπτο.

Η προσπάθεια συντήρησης και ανάδειξης του ναού, με ενέργειες όπως η τοποθέτηση χαμηλού κιγκλιδώματος, η αντικατάσταση των παλαιών κεραμιδιών, η ανακατασκευή του ετοιμόρροπου μονόλοβου κωδωνοστασίου, η ενίσχυση της υποθεμελίωσης των τοίχων, καθώς και η αφαίρεση των σαθρών επιχρισμάτων και αρμολόγηση των εξωτερικών επιφανειών πιστοποιούν το ενδιαφέρον της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας για το μικρό εκκλησάκι που έχει διαχρονικά συνδεθεί με τη ζωή των κατοίκων.

Σημειώσεις : 

1. Blouet A., Expédition scientifique de Morée par Abel Blouet, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 65.
2. Burnouf E., D’ Athènes à Corinthe par Emile Burnouf, Extrait des “Nouvelles de voyages”, Paris 1856, σελ. 17.
3. Κονδύλης Γ., «Ναΰδριο προφήτου Ζαχαρίου Ελευσίνας, παλαιοχριστιανική βασιλική 5ου αι. μ.Χ.», Ζ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Λαογραφίας Αττικής, Πρακτικά Συμποσίου, Μάιος 1997, σελ. 358-362.
4. Καλλιόπη Λεχουρίτη-Σακελλαρίου, Ελένη Πατάλα-Ρούσου, «Τα δημόσια κτήρια και οι κατοικίες στην Ελευσίνα κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αι.», Ζ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Λαογραφίας Αττικής, Πρακτικά Συμποσίου, Μάιος 1997, σελ. 450-457.
5. Η χρονολόγηση αυτή βασίζεται στη χρήση του ευθέος επιστηλίου και στη διακόσμηση ενός διασωθέντος ογκώδους θωρακίου όπου φέρει εντός κύκλου σταυρό και εκατέρωθεν Α Ω.
6. Δημήτριος Πάλλας, «Από την παλαιοχριστιανική Ελευσίνα», Διεθνές Συνέδριο για τη σωτηρία της Ελευσίνας και των αρχαιοτήτων της, Σεπτέμβριος 1985, σελ. 104-109.

Παναγίτσα
Ο λόφος των αρχαιοτήτων δεσπόζει στο κέντρο της πόλης και είναι εμφανής από τα περισσότερα σημεία της, όσα τουλάχιστον δεν καλύπτονται με πολυώροφα κτίρια. Η οχυρή αυτή θέση, που απομακρυνόταν και από το ιδιαίτερα βαλτώδες μέχρι πρόσφατα έδαφος, καθώς και η χρήση της γης ως χώρος των ελευσίνιων μυστηρίων αποτέλεσε το κίνητρο για την επάλληλη οικοδόμησή της. Στο λόφο αυτό, πάνω από το αρχαίο τελεστήριο είναι και το αφιερωμένο στην Παναγία τη Μεσοσπορίτισσα εκκλησάκι, γνωστό στην περιοχή ως Παναγίτσα, που εορτάζει στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Η γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου ήταν και είναι ξεχωριστή για τους κατοίκους γεωργικών περιοχών, γιατί πέρα από τη λατρευτική σημασία η Θεοτόκος είναι και προστάτης των αγροτών των περιοχών αυτών, που γιορτάζουν την Παναγία σαν «μεσοσπορίτισσα». Η γιορτή τοποθετείται ακριβώς στην εποχή του χρόνου που η σπορά βρίσκεται περίπου στη μέση. Την ημέρα αυτή βράζουν διάφορα δημητριακά και όσπρια, τα πολυσπόρια, και τα πηγαίνουν στην εκκλησία να ευλογηθούν. Έπειτα όλη η οικογένεια τρώει από αυτά και εύχεται καλή καρποφορία. Λένε ότι τα σπαρτά που σπέρνονται μέχρι τις 21 Νοεμβρίου φυτρώνουν γρηγορότερα και αυτό ακριβώς το σκοπό έχουν και οι προσευχές στη χάρη της Παναγιάς: είναι για την καλή σοδειά. Είναι προφανές ότι η αφιέρωση του ναού στην Παναγία τη Μεσοσπορίτισσα δεν είναι τυχαία επιλογή. Οι κάτοικοι δίνουν στην Παναγιά το ρόλο της αρχαίας Δήμητρας και έτσι σιγουρεύονται ότι η αγροτική τους παραγωγή δε θα είναι ευάλωτη στις καιρικές συνθήκες, αλλά η θεϊκή ευλογία θα την προστατεύει. Και πράγματι ο κάμπος της αγροτικής Ελευσίνας είχε άφθονα σιτηρά.

Ωστόσο, ούτε και η θέση του ναού της Παναγίτσας είναι τυχαία. Οι ανασκαφές αποδεικνύουν ότι τον 4ο και 5ο αιώνα τα αρχαία σπίτια διατηρούνταν ακόμα γύρω από το ιερό και ότι οι Βυζαντινοί επισκεύασαν το τείχος που περιβάλλει την Ακρόπολη της Ελευσίνας. Δεν υπήρξε, βέβαια, η ίδια μέριμνα για τα αρχαία ιερά. Το αυτοκρατορικό διάταγμα του Θεοδοσίου Α΄, άλλωστε, στα 392, ήταν ξεκάθαρο, όσον αφορά την τύχη των αρχαίων ιερών. Έπρεπε να κλείσουν.

Σαφώς, ο ιερός χώρος της Ελευσίνας αποτελεί στόχο και θεωρώ ότι πρέπει να χτίστηκαν αρκετές εκκλησίες σ’ αυτό το χώρο, για να απομακρύνουν το πνεύμα της ειδωλολατρίας. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία διαπιστώνεται στο σημείο όπου αργότερα χτίστηκε ο παλαιός Άγιος Γιώργης, που με τη σειρά του γκρεμίστηκε για χάρη των ανασκαφών1. Επρόκειτο για παλαιοχριστιανικό ναό που δε σώζεται σήμερα. Στην ίδια εποχή ανήκε κι άλλη εκκλησία, που επίσης δε σώζεται και στα θεμέλια της οποίας χτίστηκε αργότερα η Παναγίτσα. Είναι η ίδια εποχή κατά την οποία χτίζεται στη θέση του σημερινού Αγίου Ζαχαρία και η τρίκλιτη βασιλική με το διπλό νάρθηκα και το βαπτιστήριο, της οποίας είναι εμφανή τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.

Αυτό που δε γνωρίζουμε είναι το πότε χτίστηκε αυτός ο ναός. Μπορούμε, ωστόσο να θέσουμε χρονικά όρια βάσει των μαρτυριών που σώζονται σε μας. Γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του Ενετού Martoni ότι το 1395 η Ελευσίνα ήταν εντελώς ακατοίκητη και ότι στα 1418 οι Φλωρεντίνοι εγκαθιστούν στις νέες τους κτήσεις Αλβανούς χριστιανούς, που είχαν μεταναστεύσει από τη Θεσσαλία, για να εξασφαλίσουν στρατιωτικά το Δουκάτο της Αθήνας. Οι νέοι αυτοί πληθυσμοί ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους κατοίκους και διατήρησαν το αρχαίο όνομα της πόλης με αλβανική παραφθορά. Την είπαν Λεψίνα. Η Παναγίτσα, λοιπόν, θα πρέπει να κτίστηκε από τους κατοίκους της Λεψίνας και η πρώτη μαρτυρία που επιβεβαιώνει την παρουσία της είναι στα 1794, σε μια επιστολή του Xavier Scrofani “ Ψηλά στο λόφο είναι η εκκλησίτσα της Παναγίας και πιο πέρα ό,τι απέμεινε από το ναό της Δήμητρας…»2. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι το 1809, δίπλα στην Παναγίτσα στον ψηλό πύργο του Βοεβόδα της Αθήνας, κατοικούσε ο Τουρκαλβανός επιστάτης του Κιαμήλ Μπέη. Τέλος, έρχεται η Εταιρεία των Dilettanti3, Αγγλική Εταιρεία που ενδιαφερόταν για τις αρχαιότητες και κατόρθωσε το 1811 με πολλές και επίπονες προσπάθειες να πάρει άδεια από τον Σουλτάνο για μια πρώτη έρευνα του ιερού, να διασώσει την εικόνα της Παναγίτσας με το σχέδιο του sir William Gell4. Το καμπαναριό, που είναι τοποθετημένο σε μικρή απόσταση δυτικά του ναού είναι μεταγενέστερη της εκκλησίας κατασκευή και προφανώς προέκυψε από την ανάγκη του αυξανόμενου πληθυσμιακά χωριού να αναγγέλλει τα κοινωνικά συμβάντα που λάμβαναν χώρα.

Στη νεότερη εποχή ο ναός της Παναγίτσας συνδέθηκε έντονα με τον Άγγελο Σικελιανό, καθώς ο ποιητής επέλεξε το σημείο για να τελέσει το γάμο του με την αγαπημένη του Άννα. Στον πρόλογο του βιβλίου με τίτλο «Γράμματα στην Άννα»5, που περιλαμβάνει τις ερωτικές επιστολές του μεγάλου μας ποιητή Άγγελου Σικελιανού προς την δεύτερη σύζυγό του, την Άννα Καραμάνη – Σικελιανού, η ίδια η Άννα Σικελιανού αναφέρεται στο γάμο αυτό που τελέστηκε το 1940.

«Ήρθε ο καιρός να ετοιμαστούμε για το γάμο μας. Τέλειωσαν οι διατυπώσεις, τα χαρτιά, οι αποφάσεις. Ο Άγγελος θέλει να γίνουν όλα με τη μεγαλύτερη επιμέλεια κι επισημότητα για το μυστήριο που περιμέναμε τόσον καιρό… Κι όταν τελειώσαμε τις ετοιμασίες, αποτραβηχτήκαμε για λίγες μέρες περισυλλογής στο νησί μας. Γυρίσαμε το Σάββατο στην Αθήνα με καθαρά μάτια και καθάρια την ακοή από σιωπή και συγκέντρωση. Την Κυριακή μεταλάβαμε στο εκκλησάκι της Πλάκας που ’χε τη εικόνα της Αγίας Άννας… Και τη Δευτέρα τ’ απόγεμα 17 Ιουνίου 1940, ημέρα του Αγίου Πνεύματος, φορέσαμε τα νυφικά μας και πήραμε το δρόμο που ’χει “σημάδι του ιερό την Ελευσίνα”. Μπήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο, λίγο πριν πέσει η νύχτα, κι όχι δεν ήταν όνειρο η “θεία ετούτη μέρα”. Διαβήκαμε το δρομάκι ανάμεσα “σ’ ορατά κι αόρατα”, και φτάσαμε στο εκκλησάκι της Παναγίτσας που βρίσκεται πάνω στο λόφο. Ο παπάς έδειξε έναν μικρό βωμό ακριβώς έξω από το εκκλησάκι κι είπε στον Άγγελο πως αυτή ήταν η “Αγέλαστη Πέτρα”, όπου κάθισε η Δήμητρα να συλλογιστεί την κόρη της. Άλλο δεν ήθελε ν’ ακούσει ο Άγγελος, να γεφυρώσει τη ζωή μας με τ’ αόρατα, κι ο γάμος μας δεν έγινε στο εκκλησάκι μέσα, παρά στο βωμό της Δήμητρας. Είχε νυχτώσει πια και μόνο το φεγγάρι μεσούρανα κι οι λαμπάδες που τις κρατούσαμε μόνοι μας, με τρεμάμενη τη φλόγα τους και την καρδιά μας, φωτίζανε το μυστήριο. Και μπροστά στο θάνατο μπορώ να το πω: Δεν έγινε ποτέ ωραιότερος γάμος!».

Ακόμα και σήμερα τελούνται μυστήρια κατόπιν ειδικής άδειας στο ναό. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι κάθε χρόνο, κατά την παραμονή και ανήμερα της γιορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, οι Ελευσίνιοι επισκέπτονται με χαρά την Παναγίτσα κι ας χρειάζεται να ανέβουν κάμποσα σκαλοπάτια. Ακόμα και ηλικιωμένοι ανεβαίνουν την πρόσφατα κατασκευασμένη ξύλινη κατασκευή, για να λειτουργηθούν στο ναό, ενώ κοιτούν με δέος και τα κατάλοιπα τα αρχαιολογικού χώρου.

Σήμερα, η είσοδος στο ναό είναι ελεύθερη κατά την παραμονή και ανήμερα των Εισοδίων. Ο επισκέπτης, αφού ανέβει ξύλινα και μαρμάρινα σκαλοπάτια, αντικρίζει το ναό και το κωδωνοστάσιο, που είναι μεταγενέστερη του ναού κατασκευή καθώς δε μαρτυρείται στις παλαιότερες απεικονίσεις της περιοχής. Το εκκλησάκι ανήκει στον τύπο της μονόχωρης καμαροσκέπαστης βασιλικής. Στους τοίχους ουσιαστικά δεν υπάρχουν παράθυρα, εξόν από δύο μικρά ανοίγματα στη δυτική πλευρά, πάνω από την είσοδο, και στην ανατολική, στο χώρο του ιερού. Έτσι, εσωτερικά εισέρχεται ελάχιστο φως, που φανερώνει τοιχογραφίες στο άνω μισό των τοίχων και στην καμάρα της οροφής. Το τέμπλο είναι χτιστό, με ξύλινο διάζωμα στο ψηλότερο σημείο και φέρει μεταγενέστερες τοιχογραφίες. Η ανυπαρξία φύλαξης κατά το παρελθόν επέτρεψε σε χριστιανούς μεταγενέστερης εποχής να χαράσσουν τα ονόματά τους πάνω στις παλιές τοιχογραφίες. Έτσι, ο ναός της Παναγίτσας αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στους αιώνες και θα στέκει για πάντα πολύτιμος θησαυρός της ελευσινιακής κληρονομιάς.

Σημειώσεις

1. 1882- 1895 ανασκαφές Δημήτρη Φίλιου.
2. Scrofani Xavier, Voyage en Gréce fait en 1794 et 1795, Paris-Strasburg, 1801, τόμος ΙΙ, σελ. 148
3. Society of Dilettanti: Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες, διανοούμενοι ή ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικού στιλ. (Από τη Βικιπαίδεια).
4. Εταιρεία των Dilettanti, The Unedited Antiquities of Attica, London 1817.
5. Σικελιανού Άννα, Γράμματα στην Άννα, εκδόσεις Ίκαρος, 1980.

Άγιος Νικόλαος
Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου βρίσκεται έξω από το αρχαιολογικό χώρο, στην κορυφή του δυτικού άκρου του λόφου των αρχαιοτήτων. Η πρόσβαση στο ναό γίνεται μέσω μιας πρόσφατα τοποθετημένης ξύλινης επένδυσης που ξεκινά από τις παρυφές του λόφου, στο σημείο που αυτός συναντά την οδό Πετράκη. Η ανάβαση είναι κουραστική, αλλά η θέα της πόλης από το σημείο αυτό αποζημιώνει και με το παραπάνω τον επισκέπτη. Η θέση αυτή, βέβαια, δεν είναι συνηθισμένη για εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο των ναυτικών. Συνήθως, πάνω σε λόφους συναντά κανείς εκκλησάκια για τον Προφήτη Ηλία. Στη περίπτωση, όμως, του συγκεκριμένου ναού γνωρίζουμε ότι δεν ήταν αυτό το αρχικό σημείο οικοδόμησής του.

Δυτικότερα του λόφου της ακρόπολης, στο διάσελο, ανάμεσα στο λόφο αυτό και στο λόφο που βρισκόταν ο ελληνιστικός και αργότερα ο ενετικός πύργος, ήταν χτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Νικόλα, άγνωστο το πότε ακριβώς. Η περιοχή αυτή προσέφερε θέα προς τη θάλασσα και αποτελούσε το καταλληλότερο σημείο για την οικοδόμηση των ανεμόμυλων του χωριού. Οι μύλοι της Τσάνας, αρβανίτικη απόδοση του ονόματος Αλεξάνδρα, βρίσκονταν δίπλα στο εκκλησάκι εκείνο, σε ένα τόπο γυμνό και έρημο, όπως παραδίδεται. Οι Λεψινιώτες επισκέπτονταν τη θέση αυτή με τα φορτωμένα ζώα τους, για να αλέσουν το σιτάρι τους, να ανάψουν τα καντήλια του Άγιου Νικόλα και να πουν τα νέα του χωριού στην κυρα Τσάνα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1902, εγκαταστάθηκε στην περιοχή το πρώτο στα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή εργοστάσιο παρασκευής τσιμέντου, το «Τιτάν». Όταν άρχισαν να λειτουργούν τα λατομεία και αυξήθηκε η παραγωγή, ζητήθηκε από το εργοστάσιο η μεταφορά του ιερού ναού σε άλλη θέση. Πράγματι, με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και έξοδα της εταιρείας το εκκλησάκι γκρεμίστηκε και χτίστηκε ανατολικότερα, στη θέση που βρίσκεται σήμερα, ενώ και ο φράγκικος πύργος κατεδαφίστηκε και ο λόφος αλλοιώθηκε από τα φουρνέλα των λατομείων. Έτσι, ο θαλασσινός Άγιος μεταφέρθηκε πάνω στο λόφο, συνεχίζοντας να δέχεται πλήθος κόσμου, κυρίως παραμονή και ανήμερα του Αγίου Νικολάου. Η μεταφορά, ωστόσο, συνδέθηκε με θρύλους. Είναι ακριβώς η ίδια αντίληψη που έκανε τους Λεψινιώτες να μη θέλουν να μετακινήσουν το υπερφυσικό άγαλμα, που το ονόμαζαν Αγία Δήμητρα και σήμερα εκτίθεται γνωστό ως Κιστοφόρος, στην ισόγειο αίθουσα του Fitzwilliam Museum του Cambridge.

Πίστευαν ότι «όποιος δοκίμαζε να το κουνήσει από όπου ήταν στημένο του κοβότανε το χέρι»1. Επίσης, και το γκρέμισμα της παλιάς εκκλησίας του Άγιου Γιώργη, για τις ανασκαφές του Δημήτρη Φίλιου, που κράτησαν από το 1882 έως το 1895, αντιμετωπίστηκε από τους εργάτες με θρησκευτική δεισιδαιμονία, γεγονός που ανάγκασε τη γυναίκα του αρχαιολόγου να πάρει ένα βαρύ κασμά στα χέρια και να αφαιρέσει την πρώτη πέτρα από τα χοντρά ντουβάρια της εκκλησίας, ώστε να ξεκινήσουν οι εργάτες τη δουλειά.

Έτσι, λοιπόν, παραδίδεται2 ότι και το γκρέμισμα του Άγιου Νικόλα επεφύλασσε άσχημες συνέπειες για τον πρωτεργάτη της πράξης. Ο εργολάβος, ονόματι Βρανάς, που συνεργαζόταν με το «Τιτάν», επειδή είδε ότι οι εργάτες του δεν ήθελαν να γκρεμίσουν την εκκλησία, έβαλε ο ίδιος το φουρνέλο και μετά από κάποιο καιρό, ενώ οδηγούσε στο δρόμο3, ένα αυτοκίνητο πέρασε και του έκοψε το χέρι που το είχε έξω από το παράθυρο του δικού του. Άλλοι λένε ότι ο εργάτης που έβαλε το φουρνέλο εκείνη τη στιγμή έχασε το χέρι του, επειδή κόπηκε ένα συρματόσχοινο και του το έκοψε. Το σίγουρο είναι ότι το γκρέμισμα της εκκλησίας επηρέασε τη συνείδηση των κατοίκων, που πίστεψαν, ακόμα και αν πραγματικά συνέβη κάποιο ατύχημα, ότι αυτό ήταν συνέπεια μιας ανίερης πράξης.

Υπάρχει και μία ακόμα ιστορία, σχετική με τα εργασιακά δικαιώματα των εργατών την ημέρα της γιορτής του Αγίου Νικολάου. Τη μέρα εκείνη, χωρίς να είναι επίσημη αργία το εργοστάσιο για καιρό πλήρωνε υπερωρία στους εργαζόμενους. Λέγεται, λοιπόν, ότι η πολιτική αυτή της εταιρείας ξεκίνησε από ένα μπλακ άουτ που συνέβη στο εργοστάσιο, όταν ένας εργάτης απαντώντας στο παράπονο ενός άλλου σχετικά με το ότι δούλευαν ανήμερα του Αη Νικόλα, είπε «και τι έγινε που είναι του Αγίου Νικολάου;».

Οπωσδήποτε, για την πλειοψηφία των σημερινών κατοίκων η μέρα αυτής της γιορτής είναι πολύ σημαντική και αποτελεί μέλημα, ιδιαίτερα για τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες που μένουν στις παρυφές του λόφου, η παρασκευή της αρτοκλασίας που θα αγιαστεί από τον ιερέα και θα μοιραστεί στους παρευρισκόμενους πιστούς, ανάμεσα στους οποίους θα συναντήσει κανείς και παλιούς εργαζόμενους του «Τιτάν».

Σήμερα, άλλωστε ο επισκέπτης θα συναντήσει ένα κάτασπρο εκκλησάκι, με είσοδο από τη δυτική πλευρά, πάνω από την οποία υψώνεται μονόλοβο κωδωνοστάσι. Στο βόρειο και στο νότιο τοίχο υπάρχουν από δύο παράθυρα, μεγάλα σε σχέση με τις διαστάσεις του ναού, που αφήνουν άπλετο φως να μπει στο εσωτερικό του, ενώ 2 μικρότερα παράθυρα βρίσκονται στο χώρο του ιερού. Ο ναός δε φέρει τοιχογραφίες, αλλά μόνο φορητές εικόνες. Η παλαιότερη φαίνεται να είναι εκείνη που βρίσκεται αριστερά της εισόδου του ιερού και παριστάνει τον Άγιο Νικόλαο. Υπάρχει, ωστόσο, και εικόνα του Αγίου χρονολογημένη στα 1940, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η φορητή εικόνα της Αγίας Τριάδας, φιλοτεχνημένη το 1925 με δαπάνη των τεχνιτών και εργατών του «Τιτάν» Ελευσίνας.

Σημειώσεις : 

1. Μεθενίτης Αριστείδης, Χρονικό της Λεψίνας, σελ. 29.
2. Μαρτυρία της Μαρίνας Οικονόμου, ελευσίνιας εργαζόμενης στη γραμματεία της τσιμεντοβιομηχανίας «Τιτάν» μετά τα μέσα του 20ου αιώνα.
3. Στην ταινία - ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή, «Αγέλαστος πέτρα», 2001, αναφέρεται ότι ο εργολάβος επέβαινε σε λεωφορείο.

Επίλογος

Τα τρία εκκλησάκια της Ελευσίνας συνδεδεμένα άρρηκτα με τη ζωή του τόπου στέκουν σιωπηλοί παρατηρητές της καθημερινής ζωής στην πόλη, που μέσα στον 21ο αιώνα αναζητά τη νέα της ταυτότητα. Ο τόπος ιερός και οι άνθρωποι που τον κατοικούν συνδέθηκαν κατά ένα περίεργο τρόπο διαχρονικά με την παραγωγή εκείνου που θεωρήθηκε ότι θα τους προσπόριζε τα αναγκαία προς το ζην, που έφτασε στην εποχή της αρχαιότητας να αναχθεί στη φιλοσοφική θεωρία των μυστηρίων. Ο τόπος δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της παραγωγής, μεταπηδώντας από τον αγροτικό στο βιομηχανικό τομέα. Σε όλες τις εποχές, όμως, οι άνθρωποι αναζήτησαν τη συμπαράσταση του θείου.

Ο χριστιανισμός, όπως εκφράστηκε μέσα από αυτά τα εκκλησάκια, συνδέθηκε με την προστασία της καλλιέργειας των σιτηρών. Η Παναγία η Μεσοσπορίτισσα, ο Άγιος Ζαχαρίας, προστάτης των αρτοποιών, και η αρχική ανοικοδόμηση του ναϋδρίου του Αγίου Νικολάου δίπλα στους Μύλους της κυρα Τσάνας, ίσως να φανερώνουν ότι η καλλιέργεια και η επεξεργασία του σίτου ήταν ιδιαίτερα προστατευμένη από τους κατοίκους, αφού τους εξασφάλιζε την επιβίωση και έθετε τα θεμέλια για την όποια πολιτιστική ανάπτυξη ακολούθησε. Εμείς, σήμερα, οφείλουμε να διαφυλάξουμε αυτό το κομμάτι από την ιστορία της πόλης και να συντελέσουμε στην αξιοποίησή του.

Βιβλιογραφία

1. Αλεξοπούλου – Μπάγια Π., Ιστορία της Ελευσίνας από την προϊστορική μέχρι τη Ρωμαϊκή περίοδο, Δήμος Ελευσίνας, β΄έκδοση, 2005.
2. Σφυρόερας Β., Ιστορία της Ελευσίνας από τη βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα, Δήμος Ελευσίνας, β΄έκδοση, 2005.
3. Μεθενίτη Α., Το χρονικό της Λεψίνας, Αθήνα, 1971.
4. Μεθενίτη Α., Ιστορίες παραμύθια και τραγούδια από τα Κουντουριώτικα χωριά, Αθήνα 2000.
5. Λιάπης Β., Η διοικητική πορεία της Ελευσίνας (1835-2000), Δήμος Ελευσίνας, 2005.
6. Πρακτικά Ζ΄ Συμποσίου Ιστορίας και Λαογραφίας Αττικής Ελευσίνα 28 Μαΐου–1 Ιουνίου 1997, Δήμος Ελευσίνας, 1999.
7. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τη σωτηρία της Ελευσίνας και των αρχαιοτήτων της – Ελευσίνα 6-8 Σεπτεμβρίου 1985, Δήμος Ελευσίνας, 2000.
8. Κατάλογος έκθεσης, Ελευσίνα το βλέμμα του επισκέπτη, επιμέλεια Παπαγγελή Κ. Και Μηλιαρέση – Βαρβιτσιώτη Ο., Δήμος Ελευσίνας, 3 Ιουλίου – 7 Σεπτεμβρίου 2008.
9. Κατάλογος έκθεσης, Οι μεταφορφώσεις του Ελευσινιακού Τοπίου – Αρχαιότητες και Σύγχρονη Πόλη, επιμέλεια Παπαγγελή Κ. και Χλέπα Ελ., Ίδρυμα Π. & Α. Κανελλόπουλου, 5 Ιουλίου – 28 Αυγούστου 2011.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες για την ολοκλήρωση της παρούσας εργασίας στον Αρχιμανδρίτη
Χρυσόστομο Πήλιο και στην αρχαιολόγο Καλλιόπη Παπαγγελή, που επέτρεψαν την είσοδο
στους ναούς και τη φωτογράφησή τους.

Βίκυ Παπαϊωάννου, φιλόλογος


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...