/*--

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΣΟΥΛΟΥΠΩΤΟΣ ΠΕΤΡΗΣ

Δέν ἦταν ἀπό τά παιδιά πού σέ πικραίνουν καί σέ κρατοῦν σʼ ἐγρήγορση ὁ Πετρής.Ἕνα παιδί, ἕνας ἔφηβος, ἕνας νέος σάν ὅλους τούς ἄλλους ἦταν, ἤ σχεδόν σάν ὅλους... Μή σκεφτόσουν νά τοῦ ζητήσεις ἕνα ψυχικό, κι αὐτός θά γινόταν κομμάτια χίλια γιά νά σέ συμπορέψει. Μή σκεφτόσουν νά τόνε στείλεις γιά ἕνα θέλημα, κι αὐτός... μήτε δεύτερη κουβέντα, μήτε παρακάλιο.

Σβέλτος καί πρόθυμος πάντα. Καί στό σχολεῖο, καλός ἤτανε, ἄν καί μποροῦσε καί καλύτερα ἀκόμα... Ἀπό τήν ντροπή του ἔχανε πόντους, γιατί καί στά δεκαοκτώ του ἀκόμα γινόταν παπαρούνα σάν ἤτανε νʼ ἀνέβει γιά μάθημα.Ὄχι πώς δέν ἦταν διαβασμένος μά... νά, τοῦ καθόταν στό λαιμό ἡ ἀπάντηση καί παιδευόταν νά τήν ξεστομίσει ἴσια καί στρωτά σάν ἔπρεπε. Εἶχε λέει ἀγοραφοβία· ἕνα φόβο δηλαδή πού σέ δυσκολεύει νά μιλάεις σέ κόσμο.

Μέ τʼ ἀδέρφια του ποτές δέν παρεξηγήθηκε, ἐξόν μέ τό Φιλή πού μοιραζόντουσαν τό ἴδιο δωμάτιο.Ὅλα καλά στόν Πετρή, μά ἦταν ἀπό γεννησιμιοῦ του ἀσυμμάζευτος κι ἀσουλούπωτος. Ὅ,τι κράταε, τʼ ἀμολοῦσε ὅπου νά ʼταν. Βρέ μία του παράγγειλαν, βρέ δύο τόν φοβέρισαν, βρέ τρεῖς τόν ἀποπῆραν. Στό πάτωμα τό παντελόνι του, στό κομοδίνο ἡ ζακέτα, κάτω ἀπό τό κρεβάτι ἡ μία κάλτσα καί στό μπάνιο στριμωγμένη ἡ ἄλλη...

«Νά μήν μπορεῖ νά κάμει κουμάντο στά πράγματά του τοῦτο τό παιδί», ἔλεγε ἡ γιαγιά. «Ἀπʼ τή γενιά τοῦ παπποῦ του πῆρε. Ἀπʼ ὅλα εἶχαν, μά ποῦ ἦταν καταχωνιασμένο τό καθένα δέν ἤξεραν. Κι ὅσο νά τά βροῦν, ἔχαναν ἄλλα τόσα».

Τοῦ κακοφαινόταν τοῦ παπποῦ πού ἡ γιαγιά ξέθαβε τά κληρονομικά τους κουσούρια κι ἀπαντοῦσε ἀδιάφορα μά μέ νόημα. «Νέος εἶναι. Σάμπως εἶναι καί κανείς πού νοικοκυρεύεται σʼ αὐτή τήν ἡλικία; Θά στρώσει... φτάνει πού κληρονόμησε καί τίς κρυφές χάρες ἀπό τό σόι μας...» Κι ἐννοοῦσε τό κρυφό μεράκι τοῦ Πετρῆ γιά ψάλσιμο καί μουσική, σάν τὄχε κι ὁ παππούς, ὄχι κρυφό μά τῆς παρρησίας τάλαντο. Νά ξεπερνοῦσε μόνο τό κόμπιασμα στό λαιμό καί τό κοκκίνισμα στό μάγουλο ὁ Πετρής...

Στό σχολεῖο χειροτέρεψαν τά πράγματα. Χαρτιά ἀνάκατα μέ κασκόλ, τενεκεδάκια ἀναψυκτικοῦ ἀνάκατα μέ τετράδια στόν καναπέ, ροῦχα λογῆς λογῆς στή σάλα, στʼ αὐτοκίνητο καί στήν κουζίνα. Ἀποροῦσαν στήν οἰκογένεια πῶς τάʼ βρίσκε καί τάʼ βάζε μόνος σέ μία τάξη καί ποτές δέν παραπονιόταν πώς ἔχανε τίποτα. Εἶχε μία δική του ἀτάραχη φιλοσοφία πού «τάραζε» τά νεῦρα τῶν ἄλλων.Ἔτσι κι ἔβαζε ὅμως «τάξη» κάποιος στά πράγματά του... θʼ ἀρνιόταν τήν ὥρα πού τό δοκίμασε. 

Αὐτός μέσα στήν ἄταχτη «τάξη» του ἤξερε ποῦ ἦταν τό καθένα καί ποῦ τό συμμάζευε χωρίς νʼ ἀκούγεται. Τʼ ἀλλουνοῦ τό συμμάζεμα γιά τά πράγματά του ἦταν μία σκέτη... καταστροφή.«Ἄς τονε», ἔλεγε παρήγορα ἡ μάνα του, γιά νά καταλαγιάσει τό προσωπικό της στραπάτσο μέ τόν Πετρή – ἐπειδή ἤθελε ντέ καί καλά νά χρεωθεῖ τήν ἀσυγυριστοσύνη τοῦ γιοῦ της προσωπικά – «ἄς τονε, ποῦ θά πάει; Δέ θά τόν γυρέψει ὁ στρατός;

Ἀπανωτές θά τίς τρώει τίς καρπαζιές. Ἐκεῖ νά δεῖς... συμμαζεύεται, γιά δέ συμμαζεύεται, παστρεύει τόν κοιτώνα του, γιά ὄχι; Καί κεῖνο τό κρεβάτι ποῦ ʼναι ξέστρωτο ἀπʼ τό πρωί ἴσαμε τήν ὥρα πού θά πάει γιά ὕπνο; Θά μπεῖ στό κόπο νά τό γνοιαστεῖ καί νά τό κάμει ἴδιο κι ὅμοιο μʼ αὐτό τῶν ἀλλονῶν, γιά ὄχι;»

Κι ἦρθε ἡ κλήση τοῦ στρατοῦ. Τά κοντοκουρεμένα μαλλιά, ἡ χακί στολή, τʼ ἄκομψα ἄρβυλα, τά ξεχειλισμένα μάτια καί τά παραγεμισμένα ρουθούνια εἶχαν τήν τιμητική τους. Ὁ Πετρής πάει... στρατό! Τόν ἔτρεχε ἡ μάνα του: «Πάρε καί τοῦτο, πάρε καί τʼ ἄλ λο, θά τό χρειαστεῖς, θά τό γυρέψεις...» Κι αὐτός γελοῦσε κουνώντας τό κεφάλι ἀδιαμαρτύρητα, διασκεδάζοντας ἔτσι τῆς μάνας του τήν πίεση. Κεῖνο πού δέν ἀρνήθηκε κι οὔτε διασκέδασε, μά τό δέχτηκε πρόθυμα, ἦταν τό λιβάνισμα ἀπʼ τή γιαγιά του κι ὁ καινούριος σταυρός πού τοῦ φόρεσε. «Βοήθειά σου παιδί μου...», τοῦ εἶπε βουρκωμένη.

Κι ἦταν βοήθειά του. Ξεχώρισε ἀπό τήν πρώτη κιόλας μέρα. Ἀγόγγυστα πέρασε τίς δοκιμασίες, ὑπάκουα τό λιοπύρι, πού ʼκανε τούς ἄλλους ἀπό τό πρῶτο κιόλας τέταρτο νά τραβιοῦνται παραδομένοι στʼ ἀπόσκια σάν τό χορό τοῦ Ζαλόγγου καί ἐπαινετικά λόγια ἄκουσε γιά τήν προθυμία του νά φορτωθεῖ τίς εὐθύνες ἄλλων πʼ ἀπόκαμαν στήν πίεση.

«Κάλυψε» σιωπηλά τήν ἀνημπόρια τῶν φίλων του συμμαζεύοντας τά ροῦχα καί τά κρεβάτια τους, ἔβαψε – ποιός; ὁ Πετρής – τʼ ἄρβυλα τῶν «ἀσθενούντων» καί στήριξε παρηγορητικά ὅλους τους «πενθοῦντας» ἀπό τή στέρηση τῆς... μητρικῆς φροντίδας. Ἔγινε ὁ ἀσουλούπωτος Πετρής «τοῖς πᾶσι τά πάντα» γιατʼ ἦταν τά πάντα γιά ὅλους στό στρατό. Κι ἐπειδή δέν τό ξαγόρασε ποτές καί πουθενά τό καλό πού ʼδωσε στούς ἄλλους, ἔγινε ἡ ψυχή τῆς παρέας, ἡ φωνή κι ἡ καρδιά της.

Καί σάν ἦρθε ἡ ὥρα νά γίνει ἁγιασμός στό στρατό κι ἔπρεπε νά βρεθοῦν ψάλτες ἀνάμεσα στούς «νέους», κανείς δέν εἶπε πώς κατέχει κάτι τις. Ἐξόν ἀπό τόν Πετρή πού μαθήτεψε ἀνορθόδοξα σάν ἀκροατής καί μόνο μέ τόν παππού καί συνονόματό του μάστρο-Πετρῆ κοντά στῆς ἐκκλησιᾶς τό ἀναλόγιο. Καί πάλι τό κοκκίνισμα πού τόν ἔπιανε στό σχολεῖο τρύπωσε ἀπό τίς σκοπιές καί τά κάγκελα καί θρονιάστη στά μάγουλά του. «Μόνος ἐγώ... ψάλτης; Ἀποκλείεται», εἶπε μέσα του καί τήν ἴδια ὥρα πού ξεστόμισε «ναί», τό «ὄχι» κάλυψε τήν προθυμία του. «Δηλαδή... ὄχι μόνος... κι ἐμεῖς μαζί», εἶπαν ἕνας λόχος σχεδόν. «Μαζί μέ τόν Πετρή μποροῦμε» Κοίταξε ὁλόγυρα κι ἔνιωθε πώς τό κοκκίνισμά του ἦταν κολλητικό.

Ὅλοι οἱ «πρόθυμοι» εἶχαν κόκκινα μάγουλα σάν αὐτόν. «Μά ἐσεῖς δέν ξέρετε... δέν ψάλλετε...», ἀπόρησε. «Οὔτε σύ ἤσουν ὁ πιό συγυρισμένος, μά μᾶς σουλούπωσες καί μᾶς φρόντισες. Ἄντε, λοιπόν, στρώσου γιά βυζαντινά μαθήματα καί... βλέπουμε», τόν πρόλαβαν οἱ φίλοι.

Ἦταν τόση ἡ χαρά του, πού λές καί δραπέτευσαν γιά πάντα τά ντροπαλά του κοκκινίσματα καί βγῆκε – πρώτη του φορά – ἀναφορά ζητώντας ἀπʼ τή διοίκηση τή συνδρομή τοῦ παπποῦ γεροψάλτη, γιά τήν ἀποκοτιά τῶν «νέων» τοῦ στρατοπέδου νά ψάλλουν ὅλοι μαζί στόν ἁγιασμό. Κι ἦρθε ὁ παππούς, χωρίς νʼ ἀναφέρει στό σπίτι, πού ὁλημερίς εἶχε τήν ἔγνοια τοῦ Πε τρῆ, ποῦ πάει καί τί κάνει. Ἔβαζε κι αὐτός τό λιθαράκι του γιά νά «σουλουπωθεῖ» ὁ Πετρής.

Ἔτσι, ὅταν μαζώχτηκαν στό στρατόπεδο οἱ γονιοί συγυρισμένων καί ἀσυγύριστων, καλοφωνάρηδων καί ἄμουσων γιά τήν ἐπίσημη ὁρκωμοσία, ἦταν ἀδύνατο νά ξεχωρίσει τό παιδί του ὁ καθείς, μές στή χάκινη χορωδία. Ὅλοι τόσο ὄμορφα ντυμένοι, ὅλοι τόσο ἴδια κουρεμένοι κι ὅλοι τόσο ἀπίθανα συγχρονισμένοι κι ἕνας τόσο σεμνά καί ἀπίστευτα συγυρισμένος νά τούς διευθύνει. Καί μόνο ἡ μάνα τοῦ Πετρῆ γνώρισε τό παιδί της, γιατʼ εἶδε ἕνα κορδόνι νά ξεμυτίζει ἀπό ʼνα παντζάκι, γιατʼ εἶδε μία ἐπωμίδα στραβωμένη, γιατʼ ἔνιωσε τό ροδαλό του μάγουλο...νά καίει...

Κι ὅταν πιά τελείωσαν τά οὐσιαστικά καί τά τυπικά, τά γλυκόλογα δίναν καί παίρναν: «Συγχαρητήρια, ἐξαίρετο παιδί, πρόθυμο, ὑπάκουο, ἐργατικό, συγυρισμένο...» «Ἔ, αὐτό τό τελευταῖο... πάει πολύ γιά τόν Πετρή», σκέφτηκε ἡ μάνα του. «Καί καλοφωνάρης», συμπλήρωσαν οἱ βαθμοφόροι. «Ἀπʼ τή γενιά τοῦ ἀντρός μου πῆρε», καμάρωνε ἡ γιαγιά... Μά ὁ παππούς δέν ἦταν ἐκεῖ νʼ ἀπαντήσει. Τόν εἶχαν κυκλώσει τά νιάτα... Τά εὐλογημένα, ἀσυγύριστα, κοκκινομάγουλα, λιοπυρόπληκτα καί μέ χακί ντυμένα νιάτα. Νά ʼταν Θεέ μου ὅλοι οἱ ἀσουλούπωτοι ἔτσι...

Ελένης Χατζημιχαήλ

πηγή :  Α Γ Α Π  Η
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Ἔκδοση Τμήματος Ποιμαντικῆς Διακονίας
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ταμασοῦ καί Ὀρεινῆς
Λευκωσία

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...