/*--

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ;

Μιά ὑγιής καί ἀγαπημένη οἰκογένεια κατά τούς ψυχολόγους καί πνευματικούς πατέρες εἶναι ἕνας σίγουρος δρόμος πρός τήν εὐτυχία. Καί πιό συγκεκριμένα μία χριστιανική οἰκογένεια πού ἔχει θεμέλιά της τήν πίστη, τήν ἀγάπη, καί τήν ἐλπίδα της στραμμένη πρός τόν Χριστό. Διαφορετικά δέν «ἀντέχει» τό σπίτι στούς σεισμούς τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν. Γκρεμίζεται καί στό πέρασμά του ἀφήνει ἐρείπια καί πληγές ἀδιόρθωτες καί συζύγους καί παιδιά.

Μιά τέτοια εὐτυχισμένη οἰκογένεια εἶχε πρίν ἀπό πολλά χρόνια ἕνας ἀξιωματικός μέ τό ὄνομα Πλακίδας. Ὁ Πλακίδας δέν ἦταν ἕνας ἁπλός στρατιωτικός, ἀλλά τό δεξί χέρι τοῦ αὐτοκράτορα Ρώμης Τραϊανοῦ (98-117 μ.Χ). Δέν τόν ἀγαποῦσε μόνο ὁ αὐτοκράτορας, ἀλλά καί ὅλοι οἱ στρατιῶτες δήλωναν πίστη καί ὑποταγή στό πρόσωπό του, γιατί ἦταν ἐνάρετος, ἔμπειρος καί δίκαιος. Κι αὐτή ἡ ὁμόνοια ἔφερνε νίκες στό παλάτι. Ἕνας ὅμως δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι κρίμα νά μήν γνωρίσει τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης.

Ἔτσι μιά μέρα, ἐνῶ ὁ Πλακίδας βρισκόταν σέ κυνήγι, ἕνα ἤρεμο κι ἀλλιώτικο ἐλάφι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά του. Ὁ Πλακίδας ἄρχισε μέ ἐνθουσιασμό νά τό κυνηγᾶ, ὥσπου τό ἐλάφι κατάφερε νά πηδήσει ἕνα τεράστιο χάσμα καί νά βρεθεῖ ἀπέναντι. Ἔντρομος ὁ στρατηγός συνειδητοποιεῖ ἕναν λαμπερό σταυρό ἀνάμεσα στά κέρατα τοῦ ἐλαφιοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀνθρώπινη λαλιά τοῦ εἶπε: «Πλακίδα, γιατί μέ διώκεις; Ἐγώ εἶμαι ὁ Χριστός!»

Συγκινημένος ὁ στρατηγός ἐπέστρεψε στήν οἰκογένειά του, ὅπου καί ἐξιστόρησε τό θαυμαστό γεγονός, μέ ἀποτέλεσμα νά βαπτιστοῦν ὅλοι χωρίς δισταγμό καί μάλιστα σέ περίοδο διωγμῶν. Ἔτσι, στίς σκοτεινές, ἀλλά ταυτόχρονα τόσο φωτεινές κατακόμβες τῆς Ρώμης ὁ Πλακίδας ὀνομάστηκε Εὐστάθιος, ἡ γυναίκα του Θεοπίστη καί τά δυό τους παιδιά Ἀγάπιος καί Θεόπιστος.

Δέν ἄργησε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ νέα χριστιανική ταυτότητα τοῦ Εὐσταθίου μέ ἀποτέλεσμα ὁ Τραϊανός νά τόν στείλει ἐξορία προκειμένου νά μήν τόν θανατώσει. Κι αὐτή ἦταν ἡ ἀρχή μιᾶς σειρᾶς δοκιμασιῶν γιά τήν πίστη τοῦ νεοφώτιστου Εὐσταθίου. Στό δρόμο πρός τήν ἐξορία ὁ πλοίαρχος ζήτησε ὑπέρογκα ποσά ἀπό τόν φτωχό πλέον στρατηγό, μέ σκοπό νά διεκδικήσει «νόμιμα» τήν ὄμορφη Θεοπίστη γιά σκλάβα του.

Ἐκεῖνος πού νίκησε ἄφοβα τούς ἐχθρούς τῆς Ρώμης τώρα φαίνεται ἀδύναμος καί ἡττημένος. Ὁ πόνος δυσβάστακτος καί ὁ χωρισμός μαχαίρι στήν καρδιά τους μπροστά στά μικρά παιδιά του, πού κλαῖνε καί ζητᾶνε τή μητέρα τους. Δέν εἶναι μόνος ὅμως. Ἀπό ψηλά τόν παρακολουθεῖ ὁ Παντοδύναμος Θεός καί τόν συνοδεύει ἀόρατα καί σιωπηλά… Ὁ Εὐστάθιος κατάκοπος καί καταλυπημένος σέρνει τά πόδια του σέ ἄγνωστο καί δύσβατο δάσος. Ἡ προσοχή του ὅλη εἶναι στραμμένη πλέον στά μικρά του ἀγόρια. Μπροστά του τώρα βρίσκεται μία λίμνη. Ἀφήνει τό μεγαλύτερο παιδί γιά λίγο καί σηκώνει τό πιό μικρό γιά νά τό περάσει ἀπέναντι. 

Καθώς ὅμως ἐπιστρέφει γιά νά πάρει καί τό μεγαλύτερο ἀντικρίζει μία τεράστια ἀρκούδα νά ἁρπάζει ἀστραπιαῖα τό ἀγόρι, ἐνῶ ἕνας λύκος τρέχει καί ἁρπάζει τό μικρότερο. «Θεέ μου», φωνάζει μέ ὅλη του τήν δύναμη καί πέφτει κάτω λιπόθυμος. Ὁ Εὐστάθιος ὅταν συνέρχεται νιώθει πώς τά ἔχει χάσει ὅλα. Ἀλήθεια πῶς νά νιώθει; Ἔχασε ἄδικα ἀξιώματα, πλούτη, πατρίδα. Τήν γυναίκα του μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο καί τά παιδιά του μέ τόν πιό ἐπώδυνο. Τά ἔχασε ὅλα. Τό μόνο πού τοῦ ἀπέμεινε εἶναι ὁ σταυρός ἀπό τήν βάπτισή του, ὁ σταυρός στό ἐλάφι πού τοῦ μίλησε, ὁ σταυρός πού σηκώνει τώρα… «Θεέ μου», ἀρχίζει νά προσεύχεται «ἐάν ὑπάρχεις βοήθησέ με». 

Πέρασαν χρόνια καί ὁ χριστιανός Εὐστάθιος δουλεύει ὡς ἐργάτης στήν ξένη χώρα γιά νά βγάλει τό ψωμί του. Στήν Ρώμη ὁ Τραϊανός εἶναι ἀναστατωμένος, ἡ ἀπειλή ἀπό τούς βαρβάρους τόν κάνει νά σκέφτεται τόν ἔμπειρο στρατηγό Πλακίδα. Ναί, μόνο αὐτός εἶναι ἱκανός νά ὀργανώσει τούς στρατιῶτες καί νά ὁλοκληρώσει μέ ἐπιτυχία τήν ἐκστρατεία κατά τῶν Πάρθων. Καλεῖ ὅλη τήν αὐτοκρατορία πρός ἀναζήτηση τοῦ στρατηγοῦ, καί ὁ ἐνάρετος Πλακίδας δέν ἀργεῖ νά ἀποκαλυφθεῖ. 

Πρόθυμα καί μέ αἰσθήματα μακροθυμίας καί ὑπακοῆς πρός τόν Αὐτοκράτορα ἀναλαμβάνει τήν προστασία τῆς Ρώμης. Ἦρθε ὅμως καί ἡ ὥρα νά ἀναδειχθεῖ ὄχι μόνο ἡ ὑπακοή του πρός τόν Τραϊανό, ἀλλά ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα του στόν Βασιλιά τῶν βασιλέων. Ἡ θεία οἰκονομία ἔφερε ἔτσι τίς περιστάσεις, ὥστε ὁ Εὐστάθιος σάν ἄλλος Ἰώβ νά ξαναβρεῖ καί νά ξανασμίξει μέ τήν χαμένη του οἰκογένεια. Ἡ γυναίκα του εἶχε γλιτώσει ἀπό τά ἀνήθικα χέρια τοῦ πλοιάρχου, ἀφοῦ ὁ ἴδιος πέθανε ξαφνικά, καί τά παιδιά του τά εἴχανε γλιτώσει καί ἀναθρέψει γεωργοί καί τσοπάνηδες ἀντίστοιχα.

Στή συνέχεια κατατάχθηκαν στόν στρατό τῆς Ρώμης σέ περιοχή ὅπου ἐργαζόταν ἡ πολύπαθη μητέρα τους καί Θεοῦ θέλοντος ἀναγνώρισαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ποιός μπορεῖ ἄραγε νά φανταστεῖ τή χαρά τους! Τῆς μάνας πού τά ἄφησε νήπια καί τά βρῆκε παλικάρια, τῶν παιδιῶν πού αἰσθάνθηκαν γιά πρώτη φορά στοργή καί χάδι ἤ τοῦ πατέρα πού ξαναένωσε τά κομμάτια τῆς καρδιᾶς του καί ἦταν πλημμυρισμένος ἀπό ἀγάπη; Ἤξερε πώς δέν ἐπιθυμοῦσε τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ζωή. Ἔνοιωθε πληρότητα καί μακαριότητα. Ὁ Θεός του εἶναι παντοδύναμος καί δίκαιος. Ὁ Εὐστάθιος εἶναι ὁ μεγάλος νικητής τοῦ παλατιοῦ τῆς Ρώμης, ἀλλά καί τοῦ παλατιοῦ τῆς αἰωνιότητας. 

Μέ καμάρι ἐπιστρέφει εὐτυχισμένος στήν Ρώμη ἔχοντας δίπλα του τήν οἰκογένειά του. Ἐκεῖ τόν περιμένει ὁ λαός καί ὁ νέος αὐτοκράτορας Ἀνδριανός, γιά νά τόν τιμήσουν γιά τίς νίκες του στόν πόλεμο. Ἀλλά ὁ διάβολος ὁ μισάνθρωπος ἔχει λυσσάξει ἀπό τήν μανία του γιά αὐτήν τήν ἁγία οἰκογένεια. Σπέρνει ζιζάνια φθόνου καί μίσους στό μυαλό τοῦ Ἀνδριανοῦ, ὁ ὁποῖος πείθεται τελικά νά τόν ἐξευτελίσει καί νά τόν καταστρέψει ὄχι ἀνθρώπινα, ἀλλά δαιμονικά. 

Μέ τό πού φθάνει ὁ ἔνδοξος στρατηγός, ὁ Ἀδριανός τοῦ προτείνει νά προσφέρει θυσία εὐγνωμοσύνης πρός τούς θεούς γιά τήν νίκη του κατά τῶν Πάρθων. Ὁ Εὐστάθιος μέ νηφαλιότητα ὁμολογεῖ δημοσίως πώς εἶναι χριστιανός καί ξάφνου τό συγκεντρωμένο πλῆθος λές καί μεταμορφώνεται καί ἀπό ἐνθουσιασμένο πού ἦταν ἀρχίζει νά ἐξοργίζεται θυμίζοντάς μας τήν συμπεριφορά τοῦ κόσμου στήν εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα καί κατόπιν στήν Σταύρωση. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Χριστός εἶναι δίπλα του καί τόν ἐνδυναμώνει.

Μά γιατί ὁ λαός καί ὁ αὐτοκράτορας ξέχασαν τόσο γρήγορα τίς νίκες τοῦ Εὐσταθίου; Ἄν δέν ἦταν ὁ στρατηγός ἴσως τώρα νά ἦταν ὅλοι αἰχμάλωτοι ἤ καί νεκροί. Τί κακό ἔκανε γιά νά τόν ρίξουν στά θηρία μαζί μέ τήν γυναίκα του καί τά παιδιά του; Καμία λογική, καμία δικαιοσύνη. «Ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεός τά πάντα ἐπιτρέπονται». Μά τά πεινασμένα λιοντάρια ἔχουν περισσότερη ντροπή καί σύνεση καί ἀρνοῦνται νά τούς κατασπαράξουν. Καί ἐδῶ εἶναι πού ἐνεργεῖ ὁ διάβολος. Γιατί ὁ αὐτοκράτορας, ἐνῶ ξέρει πώς κάνει λάθος ἐπιμένει ἀμετανόητος νά τούς θανατώσει καί μάλιστα ἐπώδυνα. Διατάζει νά τούς ρίξουν ὅλους σέ ἕνα πυρακτωμένο βόδι, ὅπου τελικά οἱ ἅγιοι ἄφησαν τήν τελευταία τους πνοή.

Ἦταν εἴκοσι Σεπτεμβρίου ἡμέρα τοῦ ἐπίγειου θανάτου τους, ἀλλά καί ἡμέρα εἰσόδου τους στά προπύλαια τοῦ Παραδείσου, γι’ αὐτό καί τότε τούς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία.

Θέλεις νά γίνεις εὐτυχισμένος; Νά θυμᾶσαι τήν πίστη καί τήν ὑπομονή τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου καί τά πιό ἀπίθανά σου ὄνειρα, ἄν εἶναι σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νά πραγματοποιηθοῦν!

Ε.Π.

πηγή :

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...