/*--

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ

Γράφει ὁ π. Θεμιστοκλῆς Μουρτζανός

Οἱ ἄνθρωποι ταυτίζουν τὴν πίστη στὸ Θεὸ μὲ μία ἐσωτερική, βιωματικὴ κατάσταση ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς κοινότητας στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνταγμένος, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ καθενός, ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀνάγκη, ποὺ ἐνισχύουν τὴν ἀνθρώπινη ἀγωνία γιὰ στηρίγματα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τοῦ αἰσθητοῦ. Χωρὶς νὰ ἀρνεῖται κάποιος αὐτὲς τὶς ταυτίσεις, ἐντούτοις δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σταθεῖ σὲ μία παράμετρο, ἡ ὁποία μᾶς διαφεύγει. 

Εἶναι ἡ παιδεία, τὴν ὁποία μᾶς θυμίζει ἡ χρονολογικὴ συγκυρία νὰ συνεορτάζουμε ἐφέτος τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων μὲ τὴν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ ποὺ δὲν ὑπολόγισαν τὴν παγωμένη λίμνη καὶ τὸ μαρτύριο κι ἐκείνων τῶν πνευματικῶν μορφῶν, οἱ ὁποῖοι τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μὲ τοὺς αὐτοκράτορες καὶ τὰ ἰδεολογικά, πολιτικὰ καὶ θρησκευτικὰ κατεστημένα τῆς ἐποχῆς τους καὶ νὰ κρατήσουν ἀνόθευτη τὴν πίστη στὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι καὶ παιδεία καὶ μάλιστα, αὐτὴ ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει ὡς παίδευση, ἄσκηση, δοκιμασία. «Εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεὸς» (Ἑβρ. 12.7). «Δεῖξτε ὑπομονὴ κατὰ τὴ διαπαιδαγώγησή σας. Ὁ Θεὸς σᾶς μεταχειρίζεται σὰν παιδιά του». Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει μέσα ἀπὸ τὴν πίστη νὰ διαπαιδαγωγούμαστε, νὰ δοκιμαζόμαστε, ἀκόμη καὶ νὰ αἰσθανόμαστε τιμωρημένοι μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση Πατέρα καὶ παιδιῶν.

Σκοπὸς τῆς παιδαγωγίας «τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος» τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ μετάσχουμε στὴν ἁγιότητά Του (Ἑβρ. 12,10), νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἅγιοι ὄχι λαμβάνοντας μία ἐξωτερικὴ δωρεά, ἀλλὰ μετέχοντας σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι: «ἅγιοι γίνεσθε ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἰμὶ» (A’ Πέτρ. 1, 16).

Οἱ ἄνθρωποι θέλουμε νὰ πιστεύουμε σὲ ἕναν Θεὸ ὁ Ὁποῖος μᾶς δίδει τὸ καλό, ἱκανοποιεῖ τὶς ἐπιθυμίες μας. Ἔχουμε μάθει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον καὶ νὰ ταυτίζουμε τὴν πίστη μὲ μία ἰδιοτέλεια. Δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ συμβαίνουν δοκιμασίες στὴ ζωή μας. Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἀγαπᾶ χωρὶς νὰ μᾶς δίνει παιδαγωγία. Ἔχουμε ταυτίσει τὴν παιδεία μὲ τὴν θετικὴ διάσταση τῆς ζωῆς. 

Ἔτσι ἀρνούμαστε νὰ δεχτοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς λειτουργεῖ ὅπως ὁ κατὰ σάρκα πατέρας, ὅταν ἀγαπάει ἀληθινά. Ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ συμβοῦν δυσκολίες. Ὅτι ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὸν κόπο. Ὅτι δὲν φείδεται ἀκόμη καὶ τὸν ἔλεγχο. Δὲν εἶναι τιμωρὸς ὁ Θεός, γιατί ἡ δοκιμασία, ἡ τιμωρία τὴν ὁποία ἐπιτρέπει νὰ λάβουμε, δὲν εἶναι τὸ κύριο χαρακτηριστικό Του.

Ὅμως ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι καὶ σκληρή, ὅταν χρειάζεται. Πρὸς τὸ ἀληθινό μας συμφέρον, ποὺ εἶναι ἡ στόχευσή μας στὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ χωρὶς ἀστερίσκους. Ἡ πληρωτικὴ σχέση, ἡ ὁποία στηρίζεται στὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Ἡ ἐπίγνωση τῶν λαθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν. Καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ ταπείνωση τῆς ἀποδοχῆς τοῦ θελήματός Του, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι πάντοτε εὐχάριστο. «Μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου» (Παροιμ. 3,11). Μὴν περιφρονεῖς τὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ Κυρίου, μᾶς συμβουλεύει τὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὁ Παῦλος.

Θέλει θάρρος ὅμως νὰ ἀποδεχτοῦμε τὸ θέλημα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ὅπως τὴν θέλουμε, ὅπως τὴν φανταζόμαστε, ὡραιοποιημένη. Εἶναι ὅμως ἀληθινή. Ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν κοινωνία μαζί Του καὶ τὴν μετοχὴ σ’ Αὐτόν, στὴν ἁγιότητά Του. Ἁγιότητα σημαίνει καθαρότητα ἀπὸ ἁμαρτία, κάτι ποὺ γιὰ μᾶς δὲν εἶναι ἐφικτό. Μποροῦμε ὅμως νὰ προσφέρουμε σ’ Αὐτὸν τὴν μετάνοιά μας. 

Ἁγιότητα σημαίνει ἀγάπη ποὺ γίνεται συγχώρεση γιὰ τοὺς πάντες, κάτι ποὺ δὲν εἶναι καὶ πάλι ἐφικτὸ γιά μας. Μποροῦμε ὅμως νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὴν διάθεσή μας νὰ ἀγαπήσουμε καὶ Ἐκεῖνος θὰ ἀναπληρώσει τὶς ἐλλείψεις μας. Ἁγιότητα σημαίνει ἀποδοχὴ τοῦ θελήματός Του, γιατί αὐτὸ ἀποσκοπεῖ στὴ σωτηρία, στὴ λύτρωσή μας ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὸ θάνατο, δηλαδὴ στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Καὶ ἀπὸ μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδεχτοῦμε μία τέτοια προοπτική.

Μποροῦμε ὅμως νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὴν λιγοστή μας ἄσκηση, τὴν προσπάθειά μας νὰ ὑπερβοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὴν λιγο- στὴ ὑπακοή μας κι Ἐκεῖνος καὶ πάλι θὰ θεραπεύσει τὴν ἀδυναμία μας. Οἱ ἄνθρωποι ταυτίζουν τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὴν παράδοση, μὲ τοὺς θεσμούς, μὲ τὰ ἀξιώματα, μὲ τὸ ἱερατεῖο, μὲ τὴν ἱστορία. Τὴν θεωροῦν κάτι τὸ ξεπερασμένο, ἀπαραίτητο ὅμως γιατί πολλοὶ καὶ ἀδύναμοι ἐξακολουθοῦν νὰ τὴν ἐμπιστεύονται. Τὴν θέλουν ὅμως εὐχάριστη. Βοηθητικὴ καὶ παρακλητική. Πού νὰ συμβάλλει στὸ νὰ βλέπουν τὴ ζωὴ θετικά. Πού νὰ προβάλλει ἕναν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτε, ἀλλὰ μόνο δίνει. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποδεχθοῦν ἕναν Θεὸ ποὺ παιδαγωγεῖ τὸν ἄνθρωπο. Μία Ἐκκλησία ποὺ χωρὶς νὰ παραθεωρεῖ τὴν δοτικότητα, κηρύττει δρόμους δύσκολους. 

Πού τολμᾶ νὰ μιλᾶ καὶ νὰ δείχνει δρόμους μαρτυρικούς. Αὐταπάρνησης. Ρήξης μὲ τὴ νοοτροπία κάθε ἐποχῆς. Ἀκόμη κι ἂν αὐτὴ ἡ ρήξη δὲν κάνει θόρυβο. Ἴσως κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάγκη γιὰ αὐτοβεβαίωση ποὺ ὡς ἄνθρωποι αἰσθανόμαστε, λόγω τοῦ ὅτι ἐξακολουθοῦμε νὰ πιστεύουμε σὲ ἀξίες καὶ τρόπους ποὺ δὲν εἶναι συμβατὲς μὲ τὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου καὶ τῆς σύγχρονης πραγματικότητας, νὰ συμβάλουμε στὴν αἴσθηση ὅτι ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι δρόμος καὶ τρόπος εὔκολος, ποὺ δίνει μαγικὲς λύσεις στὸν ἄνθρωπο. Ἴσως νὰ  α ἰ σ θ α ν ό μ α σ τ ε  περισσότερο ἀπὸ ὅσο πρέπει τὴν ἀνάγκη νὰ ἀποδείξουμε τὴν χρησιμότητά μας στὸν κόσμο.  Ὅτι ἔχουμε λόγο ὕπαρξης.

Ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία χωρὶς παιδεία, χωρὶς διαπαιδαγώγηση, δὲν εἶναι ἀληθινὰ ἀκέραιη. Ὡραιοποιεῖ, ἀλλὰ δὲν λυτρώνει. Ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ παραδώσουν τὰ φορτία τους χωρὶς κἄν νὰ κουραστοῦν νὰ τὰ κουβαλήσουν. Μετατοπίζει τὶς εὐθύνες στὸ Θεό, τοὺς θεσμούς, τὸ ἱερατεῖο καὶ ἀφήνει στὴν ἄκρη τὴν ἀνάληψη τοῦ προσωπικοῦ σταυροῦ ἀπὸ τὸν καθέναν. Ἔτσι ὅμως παραποιεῖ καὶ τὸ τί σημαίνει ἀληθινὴ χαρά, ἡ ὁποία πηγάζει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό, τὴν μετοχὴ στὴν ἁγιότητά Του. Εἶναι κοπιώδης ὁ δρόμος καὶ ὁ τρόπος τῆς Ὀρθοδοξίας. Στενὸς καὶ τεθλιμμένος. Ἀλλὰ ὄχι μοναχικός.

Εἶναι παρὼν ὁ Χριστὸς στὴ ζωὴ αὐτοῦ ποὺ Τὸν ἀκολουθεῖ. Καὶ εἶναι τόση πολλὴ ἡ ἀγάπη, τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποία βιώνει αὐτὸς ποὺ δὲν φοβᾶται τὴν παιδεία, ὥστε νὰ ἀλλάζει καὶ νὰ βοηθᾶ καὶ ἄλλους νὰ ἀλλάξουν μαζί του. Μία τέτοια Ὀρθοδοξία χρειαζόμαστε. Ὄχι ὡς θεωρητικὸ πρότυπο, ἀλλὰ ὡς στάση ὕπαρξης καὶ ζωῆς. Στὴν ἐνορία. Στὸ μοναστήρι. Στὸ διακόνημά του ὁ καθένας. Στὴν μικρότερη ἢ μεγαλύτερη κοινότητα. Στὴν πατρίδα. Στὸν κόσμο. Κι ἂς μὴν φαίνεται χρήσιμη μία τέτοια Ὀρθοδοξία.

Ποτὲ δὲν ἤμασταν «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α’ Κορ. 13, 1). Πάντοτε θὰ παραμένουμε ἡ μικρὰ ζύμη, ὁ κόκκος τοῦ σιναπιοῦ, τὸ ἅλας τῆς γής. Οἱ ἔχοντες ἐπιλέξει τὰ δύσκολα. Τοῦ Σταυροῦ ποὺ φέρνει Ἀνάσταση.

πηγή : ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΗ αλήθεια
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ & ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...