/*--

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ρένος, ο τρομερός ρινόκερως

   
Πρίν ἀπό χρόνια στό μεγάλο καταφύγιο Μασάι Μάρα στή σαβάνα τῆς Κένυας γεννήθηκε ἕνας πανέμορφος ρινόκερος, ὁ Ρένος. Μόλις περπάτησε καί εἶπε τά πρῶτα του «ρουν-ρουν-ρον-ρον», οἱ γονεῖς του τόν ἔγραψαν στό σχολεῖο. Ἄ, ὅλα κι ὅλα! Ἤθελαν νά εἶναι τό παιδί τους μορφωμένο. 

Ὅμως... τά πράγματα ἦρθαν πολύ ἀνάποδα. Ἀπό τή δεύτερη κιόλας μέρα κάθισε δίπλα στόν Ρένο τό μικρό Τσιτάχ*Σέ μιά ἑβδομάδα ἔγιναν ἀχώριστοι κι ἄρχισαν νά σκαρώνουν τοῦ κόσμου τίς πονηριές. Ὁ Ρένος ἄρχισε νά γίνεται κακός, πολύ κακός. Φοβέριζε, ἔβριζε, ἀπειλοῦσε, χτυποῦσε. Εἶχε γίνει ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τοῦ σχολείου. Νά φανταστεῖτε, τόλμησε νά κοροϊδέψει ὥς καί τόν Ἐλέφαντα, πού ἦταν μεγαλύτερός του τρία χρόνια. 

— Μμμμ, καλέ γιά δέστε τό βράχο πού κάνει σχοινάκι! 

— Πάψε, Ρινόκερε, γιατί θά σέ καταβρέξω μέ τήν προβοσκίδα μου, φώναξε ὁ Ἐλέφαντας. 

Ὅμως ὁ Ρένος τοῦ κατάφερε ἕνα γερό τσίμπημα μέ τό κέρατό του. 

Κάθε μεσημέρι στό σχόλασμα ἔβγαινε πρῶτος ἀπό τό σχολεῖο καί παραφύλαγε μαζί με τό Τσιτάχ. 

— Ἄαααα, ἄσε κάτω τήν τσάντα μου!!! φώναζε ἡ μικρή Καμηλοπάρδαλη. 

— Ἔεεεεε, φέρε πίσω τό φαγητό μου!!! τσίριζε τό Ζεβράκι. 

— Ἴιιιιιιιιιι, δῶσε μου ἀμέσως πίσω τή μπάλα μου!!! ξεφώνιζε ἡ Γαζέλα. 

Κάτι τέτοιες ὧρες, μέσα στά ξεφωνητά, ὁ Ρένος ἔσκυβε τό χοντρό κεφάλι του κι ἔδειχνε τό ἰσχυρό του ὅπλο χαμογελώντας μέ κακία. Τότε τά καημένα τά ζῶα τό ἔβαζαν στά πόδια.  

Ὥσπου τό ἀποφάσισαν: Θά μιλοῦσαν στή δασκάλα, τήν Ἀντιλόπη. Μιά καί δυό ξεκίνησαν. Στό δρόμο ὅμως τούς περίμενε ὁ Ρένος μέ τό πονηρό Τσιτάχ.  

— Ὅποιος τολμήσει νά μέ μαρτυρήσει στή δασκάλα, θά ἔχει ἄσχημα ξεμπερδέματα μαζί μου, κανέναν δέν φοβᾶμαι ἐγώ! εἶπε καί τούς κοίταξε μέ νόημα.  

Ἦταν πραγματικά πολύ φοβερός, καί τά ζῶα πισωγύρισαν. Θά ἔκλειναν τό στόμα τους. Λοιπόν, αὐτό ἦταν. Πάει, τέλειωσε! Κανείς δέν μποροῦσε νά τά βάλει μέ τόν Ρινόκερο, τόν Ρένο. Ἀπό κείνη τή μέρα τό κακό ἔμοιαζε νά μήν ἔχει τελειωμό.  

— Ρένο, πεινάω, ψιθύρισε μιά μέρα τήν ὥρα τοῦ μαθήματος τό Τσιτάχ, τί θά φᾶμε;  

— Ἀμέσως κι ἔφτασε, εἶπε ὁ Ρένος καί σκύβοντας κάτω ἀπό τό θρανίο τρύπησε τήν τσάντα τῆς Ζέβρας, πῆρε ὅ,τι ἤθελε καί τό μοιράστηκε μέ τό Τσιτάχ.  

Ἡ Ζέβρα γύρισε θυμωμένη, ἀλλά ἀντίκρισε τά ἀπαίσια μάτια τοῦ Ρένου κι ἄρχισε νά τρέμει σύγκορμη. Ὅμως, δέν τόλμησε νά πεῖ τίποτα στή δασκάλα.  

— Ρένο, βαρέθηκα τό σχολεῖο. Θέλεις νά ξεσκάσουμε λιγάκι; μίλησε πονηρά τό Τσιτάχ τήν ὥρα τοῦ διαλείμματος καί γύρισε τά μάτια του στά τρία Καγκουρό.  

Ὁ Ρένος πῆρε ὕφος καί φώναξε αὐστηρά:  

— Νά παρουσιαστοῦν μπροστά μου τά τρία Καγκουρό!  

Τρεμάμενα καί μέ ἄτσαλα πηδήματα τόν πλησίασαν καί τά τρία. Ἦταν καινούργια στό σχολεῖο τοῦ Μασάι Μάρα. Εἶχαν ἔρθει ἀπό τή μακρινή Αὐστραλία. Ὁ Ρένος τά περιεργάστηκε ἀρκετή ὥρα. Πρώτη φορά ἔβλεπε ἀπό κοντά Κα γκουρό.  

— Εἶναι ἀλήθεια, ρώτησε μέ ἀπαίσια φωνή, ὅτι ἔχετε μιά μεγάλη τσέπη μπροστά σας πού εἶναι γεμάτη θησαυρούς;  

— Δέν δέν δέν ἔ χουμε θη θη θη θησαυρούς, τραύλισαν τρομαγμένα.  

— Γιά νά δοῦμε, εἶπε ὁ Ρινόκερος καί ὅρμησε κατά πάνω τους.  

Τά μικρά Καγκουρό ἄρχισαν νά πηδοῦν πολύ ψηλά, γιά νά ἀποφύγουν τό φοβερό χτύπημα.  

— Χάαα! τώρα θά δεῖτε, φοβέριζε ὁ Ρένος καί ὁρμοῦσε, ἀλλά δέν κατάφερνε τίποτε.  

— Ἔ ρέ πλάκα! φώναζε ξεκαρδισμένο στά γέλια τό Τσιτάχ, θά σᾶς στείλουμε στό ἅλμα ἐπί κοντῷ!  

— Οὔπς, τώρα θά πάρω τούς θησαυρούς σας! ἀπειλοῦσε πάλι ὁ Ρένος καί ἔτρεχε μέ φόρα κι ἔκανε χάζι μέ τά ἄτσαλα πηδήματά τους.  

Πρέπει νά κράτησε πολλή ὥρα τοῦτο τό μαρτύριο, γιατί τό πιό μικρό Καγκουράκι ἐξαντλημένο ἀπό τήν κούραση καί τήν ἀγωνία λιποθύμησε μπροστά στά πόδια τοῦ Ρένου.  

— Τρέχα, Ρένο! Ὅρμα! φώναξε τό Τσιτάχ.  

Ὅμως... Προτοῦ προλάβει ὁ Ρινόκερος νά μπήξει τό φοβερό του ὅπλο στό Καγκουράκι, ἕνας βροντερός καί τρομερός βρυχηθμός ἀκούστηκε, πού συντάραξε τόν τόπο! Ἡ γῆ σείστηκε κι ἄρχισε νά χαρακώνεται καί νά ἀνοίγει σέ μέρη μέρη. Τά δέντρα κι οἱ θάμνοι λύγιζαν, σάν νά τά ἔδερνε ἄγριος τυφώνας. Σκόνη σηκώθηκε. Κι ὁ βρυχηθμός γινόταν ὅλο καί πιό δυνατός. Μέσα σέ ἕνα λεπτό ὅλα τά ζῶα τοῦ Μασάι Μάρα ἐξαφανίστηκαν τρομαγμένα στίς φωλιές τους.  Στή μέση τῆς ἀπέραντης σαβάνας ἔμεινε κόκκαλο ὁ Ρινόκερος καί μπροστά του τό λιπόθυμο Καγκουράκι.  

Καί τότε... τότε... σιγά σιγά σέ ἀπόσταση λίγων μέτρων ἄρχισε νά ξεχωρίζει μέσα ἀπό τό σύννεφο τῆς σκόνης ὁ βασιλιάς, τό τρομερό καί ἀνίκητο Λιοντάρι. Πλησίαζε μέ βήματα ἀργά, σταθερά καί μεγαλόπρεπα. Κουνοῦσε τήν οὐρά του στόν ἀέρα καί ἔσειε τή χαίτη του μιά δεξιά καί μιά ἀριστερά. Τά μελί μάτια του ἦταν καρφωμένα πάνω στόν Ρένο. Πρώτη φορά στή ζωή του ὁ Ρινόκερος τά χρειάστηκε. Τά πόδια του ἄρχισαν νά τρέμουν καί τά μάτια του γέμισαν δάκρυα.. 

— Ρινόκερε! φώναξε μέ βασιλική ἐξουσία τό Λιοντάρι, τί ἔκανες ἐκεῖ; 

Ὁ Ρένος ἔριξε μιά φοβισμένη ματιά στό Καγκουράκι. 

— Βάλε το στή ράχη σου καί πήγαινέ το στό ποτάμι γιά νά συνέλθει, πρόσταξε ἄγρια ὁ βασιλιάς. 

Ὁ Ρένος τό φορτώθηκε, τό πῆγε στό ποτάμι, τό ἔπλυνε, τό ξανάπλυνε, τοῦ ἔτριψε τά πόδια, ὥσπου συνῆλθε. 

— Ζεῖς, μικρό Καγκουράκι! φώναξε μέ λαχτάρα ὁ Ρένος. 

Ὅμως τό μικρό, μόλις τόν ἀντίκρισε ἔ τσι σκυμμένο ἀπό πάνω του, ἔδωσε ἕνα πῆδο κι ἐξαφανίστηκε τρομαγμένο. 

— Ἐμπρός, προχώρα! διέταξε πάλι ἄγρια ὁ βασιλιάς καί ἔδειξε στό Ρένο τό δρόμο πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσει. 

Μπρός ὁ Ρένος, πίσω τό Λεοντάρι, δρόμο παίρναν, δρόμο ἀφήναν καί προχωροῦσαν μέσα στή σαβάνα. Ποῦ τόν πήγαινε ἄραγε ὁ βασιλιάς; Σέ κάθε μέρος πού συναντοῦσαν ὁ Ρινόκερος ἄφηνε κι ἕναν ἀναστεναγμό: 

«Ἄχ, νά ἐδῶ, σ᾽ αὐτόν τό βράχο ἦταν πού χτύπησε τήν Καμηλοπάρδαλη», «Ὤ, κι ἐδῶ, πίσω ἀπό αὐτόν τό θάμνο κρύφτηκε γιά νά κλέψει ἀπό τή γαζέλα τό φαγητό», 

«Ἴιιι, νά καί ἡ μαϊμουδίτσα, πού τήν κορόϊδευε. Γιά δές, τόν κοιτάζει μέ λύπηση μέσα ἀπό τίς φυλλωσιές»... Ὅλα τά θυμήθηκε ὁ Ρένος καί σιγά σιγά ἄρχισε νά ξυπνάει σάν ἀπό κακό ὄνειρο.  

«Λοιπόν, τόσο κακός ἦταν! Γιατί; Γιατί νά γίνει τόσο κακός; Δές! Ὅλα τά ζῶα βγῆκαν ἀπό τίς φωλιές τους καί τόν κοιτάζουν παράξενα. Μά ποῦ εἶναι ὁ φίλος του τό πονηρό Τσιτάχ;». 

— Στόπ! φώναξε τό Λιοντάρι κι ὁ Ρένος σήκωσε τό κεφάλι του. Μπροστά του τό πολύχρωμο κάστρο. 

— Ἴιιιιιι!!!! θά μέ κλείσεις στό τσίρκο;! Ἐκεῖ πού βασανίζουν τά ζῶα; Θά πηδῶ μέσα ἀπό φωτιές; Θά περπατῶ σέ τεντωμένα σχοινιά; Θά κάνω κούνια στόν άέρα; ρώτησε μέ ἀγωνία καί ἄρχισε νά κλαίει. 

— Ναί, στό τσίρκο, ἀλλά ὄχι στά βασανιστήρια! Ἀπό σήμερα καί γιά μερικούς μῆνες θά ἐργάζεσαι σερβιτόρος στό πολύχρωμο κάστρο. Θά ὑπηρετεῖς τά ζῶα καί τούς ἀνθρώπους. Μόνο ἔτσι θά μάθεις τί σημαίνει συνύπαρξη καί ἀγάπη. 

Τί νά σᾶς πῶ, φίλοι μου, δέκα μῆνες δούλεψε σερβιτόρος ὁ Ρένος. Δέκα μῆνες! Κι ἔγινε ἀρνάκι. Ἀφοῦ, νά φανταστείτε, ἀ πέκτησε καί πολλούς ἀληθινούς φίλους. Στίς ἐλεύθερες ὧρες του ἔγραφε τραγούδια σάν κι αὐτό πού σᾶς ἔστειλε. 

«Παιδιά, πάντα νά ζεῖτε

μέ ἀγάπη στήν παρέα,
μόνο τότε ἡ ζωή σας θά ᾽ναι ὡραία.
Ποτέ καί σέ κανένα μή σηκώσετε χέρι,
γιατί θά βρεθεῖτε
στοῦ τσιρκόκαστρου τά μέρη. 

Ρένος». 

* Τσιτάχ: μικρό αἰλουροειδές, πού μοιάζει μέ τίγρη (τρέχει μέ ταχύτητα 110 χλμ. τήν ὥρα) 

πηγή : Προς τη ΝΙΚΗ
ΜΗΝΙΑΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...