/*--

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Παράδεισος και Κόλαση

Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ. 23, 43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ». Στον παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας (23.42): «μνήσθητί μου Κύριε […] ἐν τῇ βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G. 123, 1106) «ὁ γὰρ ληστής ἐστι μὲν ἐν παραδείσῳ, ἤτοι τῇ βασιλείᾳ».

Ο Απ. Παύλος (Β΄ Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε: «Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον τὴν μακαρίαν καὶ αἰωνίζουσαν ἐκληπτέον ζωήν» (P.G. 106, 529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ. 25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25, 41 (πυρ αιώνιον), 25, 30 «σκότος εξώτερον», 5, 22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις». Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου περιέχει επίσης μία σοβαρή αποκάλυψη του μεταφυσικού κόσμου. Όπως σε άλλες παραβολές ο Κύριος παίρνει εικόνες και σκηνές του φυσικού κόσμου για να μιλήσει για τις μεταφυσικές αλήθειες της πίστεώς μας, έτσι στην παραβολή αυτή χρησιμοποιεί στοιχεία του υπερφυσικού κόσμου για να φανερώσει μ’ αυτά το νόημα και την αξία της παρούσης ζωής.

Η παραβολή διαιρείται σε δύο μέρη. Το πρώτο λαμβάνει χώρα στην επίγεια ζωή, ενώ το δεύτερο στη μετά θάνατον πραγματικότητα. Τα περιστατικά του πρώτου μέρους είναι γνωστά στον καθένα από την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία. Τα περιστατικά του δευτέρου μέρους είναι άγνωστα στους ανθρώπους. Τα γνωρίζει όμως με απόλυτη βεβαιότητα ο Κύριος, ο οποίος έχει πλήρη και τέλεια γνώση του υπερφυσικού κόσμου. Είναι επομένως αξιόπιστη η μαρτυρία την οποία μας αποκαλύπτει με την παραβολή. Μας αποκαλύπτει, λοιπόν, ο Κύριος πρώτα-πρώτα την αιτία της κοινωνικής ανισότητας που μαστίζει τη γη μας. Γιατί υπάρχουν φτωχο-Λάζαροι στην κοινωνία, άστεγοι, γυμνοί, πεινασμένοι; Διότι υπάρχουν πλούσιοι άσπλαχνοι, άδικοι, σκληροί. Τα πλούτη των πλουσίων δικαιολογούν τη φτώχεια των φτωχών. Οι διασκεδάσεις και οι σπατάλες των πλουσίων προκαλούν την αθλιότητα των αδυνάτων.

Αλλά δεν σταματά εδώ η ζωή. Έρχεται ο θάνατος – και δεν υπάρχει τίποτε πιο βέβαιο από αυτόν· «’Απέθανεν ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λκ. 16, 22), διηγείται η παραβολή. Και έπειτα; Τι ακολουθεί; Δεν μπορεί ούτε το τηλεσκόπιο ούτε το μικροσκόπιο ούτε κανένας επιστήμων ή φιλόσοφος να δει μέσα στον τάφο και πέραν του τάφου. Μόνον ο λόγος του Θεανθρώπου Κυρίου μας, που αποκαλύπτει τα πάντα, μπορεί να το φανερώσει. Ανοίγει ένα φωταγωγό, ή μάλλον μετατρέπει τον ίδιο τον τάφο, το σκοτεινό και άραχνο μνήμα, σ’ ένα φωταγωγό, μέσα από τον οποίο μπορούμε να ατενίσουμε τις δύο καταστάσεις που απλώνονται πέραν του τάφου· τους κόλπους του Αβραάμ, τον παράδεισο, όπου ευφραίνεται ο δίκαιος Λαζαρος και την άλλη κατάσταση, της κολάσεως, όπου ο άσπλαχνος πλούσιος «ὀδυνᾶται» (Λκ. 16, 24).

1. Υπάρχει κόλαση;

Μόλις θελήσει κάποιος να μιλήσει για την κόλαση, έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με το ερώτημα· «Υπάρχει κόλαση;». Και ακολουθεί ο λογισμός: Πώς συμβιβάζεται η σκληρή και αιώνια τιμωρία των ανθρώπων με την αγαθότητα και την ευσπλαχνία του Θεού; Όταν ένας άνθρωπος πατέρας κάμπτεται από το φίλτρο το πατρικό και συγχωρεί το άσωτο παιδί του, είναι δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να ανεχθεί την αιώνια τιμωρία των πλασμάτων του;». Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, σημειώνουμε τα εξής. Η κόλαση είναι μία τραγική πραγματικότητα την οποία γνωρίζουν οι ασεβείς και αμετανόητοι αμαρτωλοί, που δεν αναγνωρίζουν τον Κύριο και δεν δέχονται τη σωτηρία και τη λύτρωση που αυτός προσφέρει. Η άποψη ότι δημιουργός της κολάσεως είναι η δικαιοσύνη του Θεού, η οποία απαιτεί την τιμωρία των αμαρτωλών, δεν στηρίζεται στη διδασκαλία της αγίας Γραφής.

Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β΄ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («ὑπέρκαλον ἀγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πῦρ καταναλίσκον», Εβρ. 12,29).

Κόλαση είναι η απουσία του Θεού, ο οποίος είναι η πηγή κάθε αγαθού. Ετοιμάσθηκε για τον διάβολο. Την κόλαση δεν την έκανε ο Θεός. Πολύ περισσότερο δεν την έκανε για τους ανθρώπους. Τη διάλεξε ο διάβολος, ο οποίος επαναστάτησε εναντίον του Θεού, έγινε αναρχικός, με αποτέλεσμα να ξεκοπεί από τον Θεό και από εωσφόρος έγινε σατανάς· από την κατάσταση του φωτός και της δόξης έπεσε στην κατάσταση του σκότους, του Άδη, που δεν είναι άλλη από την κατάσταση της κολάσεως. Η δημιουργία, λοιπόν, της κολάσεως υπήρξε η άμεση συνέπεια της αποστασίας και της απομακρύνσεως του διαβόλου από τον Θεό. Για τον διάβολο και τους αγγέλους του είχε ετοιμασθεί η κόλαση, όπως αποκαλύπτει το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας στη μοναδική εκείνη προφητεία του για τη μέλλουσα κρίση, όπου τον ακούμε να λέει στους κολασμένους· «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Μθ 25, 41).

Οι άνθρωποι που παραδόθηκαν με τη θέλησή τους στον διάβολο κι έκοψαν κάθε δεσμό που τους ένωνε με τον Θεό, μόνοι τους τοποθετούν τον εαυτό τους στην κόλαση. Αυτοί, κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τους ανάγκαζε ο Θεός να μείνουν στον παράδεισο, δεν θα τον άντεχαν, διότι δεν αντέχουν την παρουσία του Θεού.

Τι είναι η οργή του Θεού

Δεν οργίζεται ποτέ ο Θεός εναντίον των ανθρώπων, διότι η ίδια η φύση Του είναι απαθής. Ο Θεός είναι αγάπη. Ούτε θυμώνει ούτε εκδικείται τούς αμαρτωλούς. Γιατί όμως η αγία Γραφή και μάλιστα η Παλαιά Διαθήκη μιλά τόσο συχνά για οργή και θυμό του Θεού; Τη θεολογική ερμηνεία αυτού που ονομάζουμε θυμό και οργή του Θεού τη διατυπώνει πολύ καθαρά ο προφήτης Δαυΐδ στον 37ο ψαλμό: «Οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου· οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» (στ. 4). Ο αμαρτωλός άνθρωπος λέει στον Θεό: «Το οργισμένο σου πρόσωπο δεν αφήνει να γιάνει η σάρκα μου, η αμαρτωλή ζωη μου δεν αφήνει να ειρηνεύσουν τα κόκκαλά μου». Αυτό που στο α´ ημιστίχιο του ψαλμού ονομάζεται «ίασις της σαρκός», στο β´ λέγεται «ειρήνη των οστέων».

Αντίστοιχα το «πρόσωπον οργής» του α´ ημιστιχίου ονομάζεται «πρόσωπο των αμαρτιών». Δηλαδή η οργή του Θεού είναι αυτή η ίδια η αμαρτία μας, που μας ταλαιπωρεί και μας συνθλίβει. Τα αμαρτήματα και η αθλιότητα του αμαρτωλού δημιουργούν ένα φράγμα που χωρίζει την ψυχή του από τον Θεό. Έρχονται σαν ένα σκοτεινό σύννεφο και κρύβουν από τα μάτια του τον ουρανό. Η διακοπή της επαφής του ανθρώπου με τον Θεό αφαιρεί την ειρήνη του πρώτου, κάνει θλιβερή τη ζωή του και διαταράσσει όλη την ύπαρξή του. Αυτή την οδυνηρή για τον άνθρωπο κατάσταση, όταν θέλουμε να την εκφράσουμε σε ενεργητική διάθεση, λέμε ότι ο Θεός θυμώνει και οργίζεται ή ο Θεός τιμωρεί.

Εκείνος που πιστεύει και αγαπά τον Θεό, που αγωνίζεται να εφαρμόσει το θέλημά Του και ζει εν μετανοία εδώ στη γη, λαχταρά τη συνάντηση μαζί Του και, όταν φύγει από τη γη αυτή, χαίρεται στον παράδεισο. Εκείνος όμως που πέρασε τη ζωή του στην ασέβεια και έφυγε από τον κόσμο αμετανόητος, τρέμει στη θέα του Κυρίου. Όταν εμείς εν γνώσει μας παραβαίνουμε το θέλημα του Θεού, περιφρονούμε την εντολή του και αμαρτάνουμε, φυσικό είναι να οδηγηθούμε στον πνευματικό, στον αιώνιο θάνατο, στην κόλαση. Δεν μπορούμε όμως να κατηγορήσουμε γι’ αυτό τον Θεό, διότι ακριβώς το θέλημα και η εντολή Του γίνεται αιτία σωτηρίας για εκείνους που υπακούν. Το φως της Θεότητας, όπως εξηγεί ο Μ. Βασίλειος, τους μεν δικαίους, τους εκλεκτούς και τους μετανοημένους αμαρτωλούς τους φωτίζει και τους ευφραίνει, ενώ για τους αδίκους και τους αμετανοήτους γίνεται φωτιά που τους καίει. 

Ανθρωπομορφικές οι περιγραφές

 Όλες οι εκφράσεις και περιγραφές με τις οποίες αναφέρεται η αγία Γραφή στην κόλαση και στον παράδεισο είναι καθαρώς ανθρωπομορφικές. Ανθρωποπρεπώς και όχι θεοπρεπώς εκφράζεται στις περιπτώσεις αυτές η αγία Γραφή, επισημαίνουν οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Τονίζουν όμως ότι οι ανθρωποπαθείς εικόνες προσφέρονται για την παχύτητα της δικής μας αντιλήψεως. «᾿Επειδή ἀκοῦς γιά φωτιά», λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, «μή νομίσεις ὅτι εἶναι τέτοια ἐκείνη ἡ φωτιά. Δέν εἶναι ὑλική σάν τή δική μας φωτιά, ἀλλά τέτοια πού γνωρίζει ὁ Θεός». Αργότερα, και μάλιστα στον μεσαίωνα, οι ανθρωποπαθείς παραστάσεις πλήθυναν και η φαντασία σχετικά μ’ αυτές οργίασε. Στο υλικό της ρητορείας προστέθηκε η ποιητική και η λοιπή καλλιτεχνική παραγωγή. Όλα αυτά ενέπνευσαν πλήθος αποκρύφων ιστοριών, που κυκλοφόρησαν σε φυλλάδια και όπου γίνονται φρικτές περιγραφές της κολάσεως.

Το αποτέλεσμα ήταν ο μεν λαός να τρομοκρατείται από τις περίεργες αυτές παραστάσεις, οι δε κάπως διανοούμενοι, που νομίζουν ότι είναι «καλλιεργημένοι άνθρωποι», να δυσανασχετούν και να διατυπώνουν το ερώτημα· «Είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά;». Τέλος, οι ορθολογιστές έδωσαν αρνητική απάντηση στο ερώτημα και μαζί με την τερατώδη εικόνα της κολάσεως απέρριψαν και τον ποθητό, πανωραίο και γλυκύτατο παράδεισο και τον ίδιο τον κριτή Θεό.

2. Πώς είναι η κόλαση;

Η Καινή Διαθήκη δηλώνει την κατάσταση της κολάσεως με τα εξής ονόματα: ἀπώλεια (Φι 3,19· Β´ Πέ 2,3), ὄλεθρος αἰώνιος (Β´ Θε 1,9), θλῖψις μεγάλη (Μθ 24,21), μέλλουσα ὀργή (Μθ 3,7· Λκ 3,7), κόλασις αἰώνιος (Μθ 25,46), πῦρ αἰώνιον (Μθ 18,8), πῦρ ἄσβεστον (Μρ 9,43), ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καί τό πῦρ οὐ σβέννυται (Μρ 9,44), πῦρ ἐσθῖον τούς ὑπεναντίους (῾Εβ 10,27), κάμινος τοῦ πυρός (Μθ 13,42), σκότος ἐξώτερον (Μθ 8,12· 22,13· 25,30), ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων (Μθ 8,12· 24,51· Λκ 13,28), ζόφος τοῦ σκότους εἰς τόν αἰῶνα τετηρημένος (Β´ Πέ 2,17· ᾿Ιδ 13), θάνατος (᾿Απ 21,4), δεύτερος θάνατος (᾿Απ 20,14). Αλλά η πιο συγκλονιστική ονομασία της κολάσεως για τους συγχρόνους του Κυρίου ήταν «γέεννα» (Μθ 5,22. 29· 10,28 κ.α. Μρ 9,43. 47· Λκ 12,5· Ια 3,6), διότι σήμαινε έναν συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο γνώριζαν όλοι.

Γέεννα ἤ φάραγξ τοῦ ᾿Εννόμ λεγόταν ένα φαράγγι, μία χαράδρα έξω από τα Ιεροσόλυμα. Ο τόπος αυτός είχε μιανθεί με τη λατρεία του ειδωλολατρικού θεού Μολώχ, στον οποίο γίνονταν ανθρωποθυσίες. Πάνω στα χέρια του πυρωμένου χάλκινου αγάλματος εναπέθεταν οι Ισραηλίτισσες τα βρέφη τους, για να καούν ζωντανά και να συμμετέχουν έτσι στη βάρβαρη και αποτροπιαστική λατρεία του Μολώχ. Επειδή η χαράδρα γέμιζε και η αποσύνθεση μόλυνε την ατμόσφαιρα, μετέφεραν εκεί πίσσα από τη γειτονική Νεκρά θάλασσα κι έβαζαν φωτιά στον σκουπιδότοπο, που έκαιγε ακατάπαυστα μέρα και νύχτα. Έτσι, ακαθαρσία, φωτιά, βρόμα και καπνός γέμιζαν συνεχώς την περιοχή. Αυτόν τον χώρο ο Χριστός τον χρησιμοποιούσε ως συμβολική εικόνα της κολάσεως των αμαρτωλών.

Η ζωή στην κόλαση

Περισσότερα στοιχεία για τη ζωή στην κόλαση αποκαλύπτει ο Κύριος με συμβολική γλώσσα, με ζωηρές και έντονες εικόνες στην προφητεία περί μελλούσης κρίσεως (Μθ 25,31-46). Τονίζω ότι δεν πρόκειται για μία παραβολή, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά για προφητεία, την οποία διατυπώνει ο Κύριος με σαφή διδασκαλία. Εκεί, λοιπόν, μαθαίνουμε ότι οι κολασμένοι:

α) Ζουν αποκομμένοι και απομακρυσμένοι από τον Θεό. Η κατάσταση αυτή είναι αιώνια, χωρίς καμία ελπίδα αλλαγής.

β) Κατοικούν μαζί με τους δαίμονες, που είναι οι χειρότεροι συγκάτοικοι.

γ) Βρίσκονται αντιμέτωποι με την αλήθεια. Εκεί βλέπουν τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση. Οι σκληροί και άσπλαχνοι διαπιστώνουν ότι οι δυστυχισμένοι για τους οποίους αδιαφόρησαν είναι οι αδελφοί του Ιησού Χριστού, ο ίδιος ο Κύριος. Οι εγκληματίες και κακούργοι αναγνωρίζουν ότι σκότωσαν όχι έναν ξένο, όχι έναν εχθρό, αλλά τον ίδιο τον αδελφό τους, που ο Θεός τον είχε βάλει δίπλα τους για να τον αγαπήσουν. Χαρακτηριστικό της τραγικότητας της κατάστασης των κολασμένων είναι το γεγονός ότι θα αντιληφθούν τότε την αλήθεια, αλλά θα είναι αδύνατο να μετανοήσουν. Η ταραγμένη συνείδησή τους γίνεται ο αμείλικτος κατήγορος που τους ταράσσει, τους πληγώνει περισσότερο από χίλια βασανιστήρια και τον καίει χειρότερα από μύριες φωτιές.

3. Πώς είναι ο παράδεισος;

Όπως η κόλαση έτσι και ο παράδεισος είναι μία κατάσταση ασύλληπτη και απερίγραπτη για τις πεπερασμένες δυνατότητες του ανθρώπου. Όπως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε τον Θεό, διότι «Θεὸς καταλαμβανόμενος οὐκ ἔστι Θεός», έτσι και ο παράδεισος είναι μία υπόθεση, λέει ο Ηλίας Μηνιάτης, «πού ὑπερβαίνει κάθε γλῶσσα καί κάθε νοῦ, διότι οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος μπορεῖ νά μᾶς ἐξηγήσει τόν παράδεισο καθώς εἶναι». «῏Ω παράδεισε!», έλεγε κάποιος, «ἠμποροῦμεν νά σέ κερδίσωμεν, μά δέν ἠμποροῦμεν νά σέ κατανοήσωμεν».

α) Άρρητα ρήματα

Αυτήν τη δυσκολία αισθάνεται ο απόστολος Παύλος, που θέλει να μας μεταφέρει την εμπειρία του παραδείσου. Γι’ αυτό περιορίζεται στο επιγραμματικό «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κο 2, 9). Αυτά που ετοίμασε ο Θεός για τους αγαπητούς του είναι τόσο εξαίσια, που όχι μόνο δεν τα γεύθηκαν οι ανθρώπινες αισθήσεις, αλλά ούτε κι αυτή η φαντασία δεν έχει τη δυνατότητα να τα συλλάβει ποτέ. Στη Β´ προς Κορινθίους Επιστολή ο ίδιος απόστολος χαρακτηρίζει τον παράδεισο με τη φράση «ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β´ Κο 12,4). Στη Γραφή αλλού λέγεται ότι στον παράδεισο υπάρχει θέα, αλλού άκουσμα, αλλού άλλα.

Όλα αυτά εκφράζονται εδώ με το «ῥήματα», που ερμηνεύεται «πράγματα, γεγονότα». Ο φυσικός άνθρωπος έχει διαιρεμένη την αίσθηση του φυσικού κόσμου σε όραση, ακοή, γεύση κ.τ.λ. Για τον πνευματικό άνθρωπο και τον πνευματικό κόσμο δεν υπάρχει αυτή η διαίρεση. Όλα είναι ταυτόχρονα και θέαμα και άκουσμα και γεύση και λογισμός. Η διαίρεση ανήκει στην ύλη. Το πνευματικό είναι απλό και ενιαίο. Η παραδείσια κατάσταση είναι κατά τον Παύλο άρρητη, ανέκφραστη. Αυτό σημαίνει το «ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», δεν μπορεί ο άνθρωπος να τα εκφράσει με λόγια. Η ανθρώπινη νοσηρή περιέργεια με αφορμή αυτό το χωρίο έπλασε ολόκληρο βιβλίο, την Αποκάλυψη Παύλου ή Αναβατικό Παύλου.

Εκεί, σαν να μετάνιωσε ο απόστολος που δεν μίλησε στη Β´ προς Κορινθίους Επιστολή του, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όλα τα «ἄρρητα ῥήματα» που άκουσε στον παράδεισο. Το βιβλίο αυτό το απέρριψε η Εκκλησία ως απόκρυφο, όπως απορρίπτει και αποδοκιμάζει και κάθε παρόμοιο κείμενο οραματιστών, που με πολλές φλυαρίες περιγράφουν αυτά που «είδαν». Ο Παύλος, ο οποίος πράγματι είδε τον παράδεισο, λέει ότι αδυνατεί να μιλήσει γι’ αυτόν άνθρωπος. Εκείνοι που δεν είδαν τίποτε μπορούν να περιγράφουν λεπτομερώς, επειδή ακριβώς περιγράφουν τα γεννήματα της φαντασίας τους και όχι την πραγματικότητα. Και μόνον αυτή η περιγραφή αρκεί για να βεβαιώσει το ψέμα τους. 

«῞Ομοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα» 

«᾿Εν δόξῃ» χαρακτηρίζει την παραδείσια κατάσταση ο απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς Επιστολή. «῞Οταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κλ 3,4). Δόξα, δηλαδή λάμψη και ακτινοβολία, εκπέμπει η ζωή του παραδείσου. Ο μαθητής της αγάπης, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, δίνει μία σύντομη αλλά αποκαλυπτική περιγραφή του παραδείσου στην Α´ Επιστολή του. «᾿Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι» (Α´ ᾿Ιω 3,2). Η υιοθεσία των χριστιανών δεν είναι μόνο μία παρούσα ευλογία. Είναι και μία εγγύηση για τη δόξα του μέλλοντος, τη λάμψη του παραδείσου. Κι αυτή ορίζεται ως θέα του Θεού και θέωση του πιστού. Θα βλέπουμε τον Θεό όπως είναι και θα αποκτήσουμε κι εμείς τις ιδιότητές Του, κατά χάριν. 

Να, τι είναι ο παράδεισος. Ποθώντας τον ο πιστός προετοιμάζει τον εαυτό του για τη μεγάλη συνάντηση με τον Θεό. Πριν γίνει όμοιος μ’ Εκείνον, εξαγνίζει τον εαυτό του, γίνεται όπως ήταν ο Χριστός στην επίγεια ζωή Του. Κι όσο πιο πολύ μοιάζει με τον Χριστό, τόσο πιο σίγουρα θα εξομοιωθεί με τον Θεό και θα αξιωθεί του παραδείσου. Ότι στον παράδεισο θα ζούμε σαν άγγελοι στην πνευματική διάσταση το αποκαλύπτει ο Κύριος, απαντώντας στην απορία των Σαδδουκαίων (Μθ 22,30). Πιο συγκεκριμένη πληροφορία για τη ζωή στον παράδεισο δίνει ο Χριστός στους μαθητές του με την υπόσχεση ότι θα τους έχει μαζί του, διότι «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν» (Ιω 14,2). Την ίδια μαρτυρία επαναλαμβάνει ο απόστολος Παύλος γράφοντας στους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης· «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θε 4,17) και· «ἵνα εἴτε γρηγορῶμεν εἴτε καθεύδωμεν ἅμα σὺν αὐτῷ ζήσωμεν» (Α´ Θε 5,10). 

Αυτό ακριβώς είναι ο παράδεισος, ζωή με τον Χριστό. Το καθορίζει ρητά ο ίδιος ο Κύριος στην αρχιερατική προσευχή του: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (᾿Ιω 17,3). Όποιος δέχεται τον Ιησού Χριστό γίνεται κοινωνός της αιωνίου ζωής, μέτοχος του παραδείσου, διότι ο παράδεισος αρχίζει από την παρούσα ζωή, από την εκλογή και την τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι του Ιησού Χριστού. Το πρόσωπο του Χριστού κρίνει και τοποθετεί στον παράδεισο τον πιστό. Κι αντίστροφα, παράδεισος για τον πιστό είναι ο Χριστός. Γι’ αυτό ο άγιος Χρυσόστομος έλεγε: «῎Αν πάω στόν παράδεισο καί μοῦ ποῦν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ἐκεῖ ἀλλά στήν κόλαση, θά ζητήσω νά πάω στήν κόλαση, διότι ἡ κόλαση μέ τόν Χριστό γίνεται παράδεισος, ὅπως καί ὁ παράδεισος χωρίς τόν Χριστό γίνεται κόλαση».

Παράδεισος και Κόλαση

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε τα εξής: Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («ὑπέρκαλον ἀγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πῦρ καταναλίσκον», Εβρ. 12,29).

Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.» (Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός).

4. Ο Παράδεισος των πρωτοπλάστων

Ένα εύλογο ερώτημα που συνδέεται άμεσα με το θέμα μας είναι το εξής: άλλος είναι ο παράδεισος στον οποίο τοποθετήθηκε ο Αδάμ και άλλος αυτός τον οποίο προσδοκούμε οι χριστιανοί; Και σε ποιο σημείο της γης ήταν εκείνος ο παράδεισος; Η θέση του πρώτου παραδείσου, όπου έζησαν οι πρωτόπλαστοι, είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, που απασχόλησε πιστούς και επιστήμονες επί αιώνες τώρα. Η βιβλική διήγηση μας βεβαιώνει ότι ήταν επίγειος τόπος. «Παράδεισος», πρώτα στην περσική και κατόπιν στην ελληνική γλώσσα, σημαίνει δρυμός, δασωμένη περιοχή με όλο της το περιεχόμενο· λειβάδια, περιβόλια, κήπους, δένδρα, λουλούδια, πουλιά, ζώα, νερά. Όσα λέγονται στο 2ο και 3ο κεφάλαιο της Γενέσεως δικαιολογούν απόλυτα την ονομασία.

Ο παράδεισος ήταν ένας κήπος. Πού όμως, σε ποιο σημείο της γης, βρισκόταν αυτός ο κήπος; Εδώ προκύπτει το πρόβλημα, που παίρνει τεράστιες διαστάσεις, καθώς προσπαθούν να βρουν τη λύση του τόσο οι πατέρες και οι αρχαίοι διδάσκαλοι όσο και οι νεότεροι ερμηνευτές. Ο παράδεισος κατασκευάσθηκε από τον Θεό συγχρόνως με την υπόλοιπη δημιουργία· δηλαδή την τρίτη ημέρα που έγινε ο διαχωρισμός των υδάτων και η βλάστηση σε όλη τη γη, έγινε και στον παράδεισο· την πέμπτη τα πτηνά και τα υδρόβια, που εμφανίσθηκαν στο πρόσωπο της γης, γέμισαν και τον παράδεισο κ.ο.κ. Όλη η δημιουργία ήταν ωραία, διότι ο Θεός τα δημιούργησε όλα «καλὰ λίαν» (Γε 1,31). Ο τόπος του παραδείσου όμως ήταν άριστος, διότι από την αρχή ο Θεός τον προόριζε για κατοικία του ανθρώπου. 

Πού βρισκόταν ο παράδεισος; Η αγία Γραφή μάς δίνει ένα γενικό τοπικό προσδιορισμό· «Καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν ᾿Εδὲμ κατὰ ἀνατολάς» (Γέ 2,8). Η Εδέμ βρισκόταν στα ανατολικά της χώρας όπου ήταν οι Εβραίοι και ο Μωυσής, όταν έγραφε τη Γένεση. Ο Μωυσής έγραφε στη χερσόνησο του Σινά. Ανατολικά βρίσκονται η Αραβία, η Ιορδανία και η Αρμενία, η Μεσοποταμία και η Περσία. Ακόμη ανατολικότερα το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και η Ινδία και όλη η ανατολική και νότιος Ασία. Δεν προσδιορίζει η Γραφή ποιες ακριβώς χώρες περιλάμβανε ο παράδεισος. Πάντως με τα ονόματα των ποταμών (Φισών, Γεών, Τίγρης και Ευφράτης) και των χωρώνρών (Ευιλάτ, γη Αιθιοπίας, Ασσύριοι) που αναφέρονται, ο παράδεισος εντοπίζεται περίπου στη δυτική ή νοτιοδυτική Ασία. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αποτελούσε μέρος της περιοχής αυτής ή την κάλυπτε ολόκληρη ή η περιοχή ήταν ένα μέρος του.

Πάντως και η ιστορία επιβεβαιώνει την πληροφορία της Γραφής, διότι θεωρεί κοιτίδα του ανθρωπίνου γένους την περιοχή μεταξύ Τίγρη και Ευφράτη, τη λεγόμενη Μεσοποταμία. Ο παράδεισος πρόσφερε στον άνθρωπο ένα τέλειο φυσικό περιβάλλον. Εκεί όλες οι αισθήσεις χόρταιναν και ικανοποιούνταν στον τέλειο βαθμο. Αλλά η απόλαυση των πρωτοπλάστων δεν ήταν μόνο υλική και σωματική. Ήταν συγχρόνως και πνευματική. Ενώ το σώμα τους τερπόταν από τα υπέροχα θεάματα, τους εξαίσιους ήχους, τους γλυκύτατους καρπούς κτλ., ο εσωτερικός άνθρωπος ευφραινόταν στη συντροφιά του Θεού, στην ανεμπόδιστη και συνεχή επικοινωνία μαζί του. Ήταν, λοιπόν, ο πρώτος παράδεισος διπλός στη φύση του· αισθητός και νοητός, υλικός και πνευματικός.

Μετά την πτώση, την πνευματική αποστασία του ανθρώπου και τη διακοπή της αμέσου επικοινωνίας του με τον Θεό, ακολούθησε η τοπική απομάκρυνσή του από την Εδέμ. Αφού αθέτησε την πνευματική προσφορά του παραδείσου, έχασε και τη φυσική του απόλαυση. Τώρα πλέον ο «παράδεισος τῆς τρυφῆς» (Γέ 2,15· 3,23. 24) έμεινε ακατοίκητος. Έχασε τον ειδικό προορισμό του και γι’ αυτό εξομοιώθηκε με την υπόλοιπη πλάση. Κι όπως εκείνη φέρει έκδηλα πάνω της τα σημάδια της φθοράς, που προκάλεσε η αμαρτία του αποστάτη ανθρώπου, έτσι και ο παράδεισος έχασε την ομορφιά και τη χάρη, με την οποία τον είχε στολίσει ο Δημιουργός.

5. Θα ξαναδούμε τον παράδεισο;

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Γραφής και των πατέρων, το σχέδιο της θείας οικονομίας θα ολοκληρωθεί με την αποκατάσταση του ανθρώπου στο αρχαίο κάλλος και την επάνοδό του στον παράδεισο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε πως θα εμφανισθεί και πάλι στη γη ο κήπος Εδέμ μ’ εκείνη την πρώτη του μορφή. Μια τέτοια προσδοκία κινδυνεύει να μας υποδουλώσει σε αιρετικές δοξασίες, όπως π.χ. οι κακοδοξίες των χιλιαστών και των μωαμεθανών, που φαντάζονται τον παράδεισο ως επίγεια απόλαυση.

Αποφθεγματική η γνώμη του αγίου Χρυσοστόμου εκφράζει την ορθόδοξη πίστη μας. Ο Θεός κρύβει από τους ανθρώπους κάθε δρόμο για τον παράδεισο, για να μη γίνει αυτός κτήμα των πλουσίων. Διότι μόνο εκείνοι που διαθέτουν χρήμα θα μπορούσαν να φθάσουν σ’ αυτόν. Άφησε μόνο ένα δρόμο· εκείνον της αρετής. Μ’ αυτό τον δρόμο όχι μόνο βρίσκει ο άνθρωπος τον παράδεισο, αλλά και μπαίνει σ’ αυτόν κι απολαμβάνει τα αγαθά του. Ποιος όμως είναι αυτός ο παράδεισος;

Ο νέος παράδεισος για τον οποίο μιλά η αγία Γραφή είναι βέβαια κι αυτός επίγειος, δεν περιορίζεται όμως σ’ έναν τόπο, αλλά αγκαλιάζει όλη τη γη. Είναι η Εκκλησία του Χριστού. Ο παράδεισος στην παρούσα κατάσταση ζωής δεν ανακαλύπτεται· αποκαλύπτεται από τον Ιησοῦ Χριστό σε όλους εκείνους που τον δέχθηκαν, συμφιλιώθηκαν με τον Θεό και αποτέλεσαν έτσι τη νέα οικογένεια του Θεού, την καινή κτίση. Προσφέρεται στα μέλη της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία οι πιστοί:

– Χαίρονται την άφεση των αμαρτιών, την υιοθεσία, την εν Χριστώ αδελφότητα.

– Βλέπουν κι ακούν τον Θεό διά της πίστεως.

– Γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β´ Πέ 1,4) με τα μυστήρια.

Όλα αυτά απαρτίζουν την πρώτη γεύση του παραδείσου εδώ στη γη. Με τον θάνατο ο πιστός περνά από τον επίγειο παράδεισο της στρατευομένης Εκκλησίας στον επουράνιο. Εκεί, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία, ζη και χαίρεται η ψυχή του την παρουσία του Θεού, απολαμβάνει την τέλεια μακαριότητα. Αλλά δεν σταματά εδώ η παραδείσια μακαριότητα. Επειδή ο άνθρωπος έχει ψυχή και σώμα, ο Κύριος προνόησε και προγραμμάτισε να ικανοποιήσει και το σώμα μαζί με την ψυχή στην τελική μορφή του παραδείσου, η οποία θα αποκαλυφθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, όταν θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, η κρίση και το τέλος του κόσμου.

Τότε «αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον· ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θε 4,16-17). Θα αναστηθούν τα σώματα των νεκρών, ενώ τα σώματα των ζωντανών θα αφθαρτοποιηθούν και θα μπουν στη νέα κατάσταση ζωής. Θα είναι δηλαδή όπως ήταν το σώμα του αναστημένου Χριστού και θα ζούμε όλοι «σὺν Κυρίῳ». Τα χαρακτηριστικά αυτής της «σὺν Κυρίῳ» ζωής είναι η αφθαρσία και η αιωνιότητα. Όπως τα σώματα θα αφθαρτοποιηθούν, έτσι και η κτίση όλη θα υποστεί μία αλλοίωση, ένα μετασχηματισμό ανάλογο με τη νέα κατάσταση ζωής. 

Τώρα η κτίση συστενάζει μαζί με τον άνθρωπο, διότι έχει υποταχθεί στη ματαιότητα (βλ. Ρω 8,22). Τότε θα ελευθερωθεί από τη δουλεία της φθοράς. Το σημερινό σύμπαν θα καταστραφεί (βλ. Β´ Πε 3,7-10) και τη θέση του θα πάρει η νέα κτίση· «καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β´ Πέ 3,13). Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων, άφθαρτοι εμείς μέσα στο αφθαρτοποιημένο σύμπαν, θα ζήσουμε απόλυτα την εμπειρία του παραδείσου.

Ο Παράδεισος 
του Ηλία Μηνιάτη, Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων 

(Απόσπασμα Λόγου)

«…Η Βασιλεία του Ιησού Χριστού δεν είναι η βασιλεία του κόσμου τούτου, είναι η Βασιλεία των Ουρανών, είναι η μακαριότητα του Θεού, είναι η δόξα η ατελεύτητη, είναι η ζωή η αθάνατος, είναι με ένα λόγο ο Παράδεισος. Παράδεισος! μόνο να τον συλλογισθώ, ευφραίνεται η ψυχή μου. Παράδεισος! η ευτυχισμένη πατρίς των Προπατόρων μου, ο γλυκύς λιμήν της ελπίδας μου, ο μοναδικός σκοπός της αγάπης μου, το ύστερο βραβείο της Πίστεώς μου…»…Ιησού Χριστέ, η σεσαρκωμένη του Θεού Σοφία, πες μας φανερώτερα, τι είναι ο Παράδεισος;

«Δύο πράγματα σας λέγω, αυτή είναι μια ζωή χωρίς θάνατο,  «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή» (Ιωάν. ιζ΄ 3). Αὐτή είναι μια χαρά χωρίς τέλος, «χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ιωάν. ις΄ 22). Ζωή χωρίς θάνατο…»

»…Είναι ο Παράδεισος ζωή χωρίς θάνατο, διότι εκεί ζεις με την αυτήν ζωή του Θεού, μένεις και συ στην αυτή διαμονή με τον Θεό, ζεις και συ, όσο ζει και ο Θεός. Χαρά χωρίς τέλος, διότι και συ χαίρεσαι με την αυτήν χαρά του Θεού, βασιλεύεις και συ με την αυτήν Βασιλεία του Θεού, δοξάζεσαι και συ με την αυτήν δόξα του Θεού… «Ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι» (Α΄ Ιωάν. γ΄ 2).

»…Εδώ δεν τον βλέπουμε όπως είναι, αλλά μόνον τον πιστεύουμε· αυτή είναι όλη η μακαριότητα της Εκκλησίας, να μη βλέπουμε και να πιστεύουμε, «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύοντες» (Ιωάν. κ΄ 29). Εκεί τον βλέπουμε καθώς είναι και πλέον δεν έχουμε ανάγκη μόνης της Πίστεως, αυτή είναι όλη η μακαριότητα του Παραδείσου, να μη πιστεύουμε μόνο αλλά και να βλέπουμε, «Ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι». Εκεί δεν είναι πλέον πίστη, διότι είναι όραση (Εβρ. ια΄ 1). Ελύθη η σκιά, λάμπει το φως. Εκεί δεν είναι ελπίδα, διότι είναι απόλαυση. Έπαυσε το μέλλον, υπάρχει το παρόν. Εκεί υπάρχει μόνο αγάπη, διότι αγαπούμε εκείνο το άκρον αγαθό, το οποίο βλέπουμε και χορταίνει ο νους μας με την όραση, χορταίνει η καρδιά μας με την απόλαυση…

Χριστιανοί, πολλά είναι εκείνα τα οποία μας λέγουν για τον Παράδεισο, πολλά οι Προφήτες, πολλά οι Απόστολοι, πολλά οι Διδάσκαλοι, πολλά αυτός ο Χριστός. Όλα μεγάλα, όλα υψηλά, όλα παράδοξα. «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. πς’ 3). Εμείς, όχι ότι δεν πιστεύομε, αλλά δεν καταλαμβάνομε, ο νους μας είναι πολύ στενός, δεν δύναται να τα χωρέσει, είναι πολύ παχύς, δεν μπορεί να πετάξει. Όταν όμως αξιωθούμε να ιδούμε εκείνο το ανέσπερο φως, το οποίο κάμνει μία άδυτη ημέρα αιωνίου μακαριότητας, να ιδούμε των Αγγέλων τα τάγματα, να ιδούμε των Αγίων τους χορούς, να ιδούμε τους Μάρτυρες, τους Οσίους, τους Δικαίους, οι οποίοι είναι οι μακάριοι πολίτες του ουρανού, να ιδούμε αυτήν τη Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία, τη Βασίλισσα των Αγγέλων, καθεζομένη εκ δεξιών του Θεού, να ιδούμε αυτήν την τρισήλιο Θεότητα, να ιδούμε αυτόν τον Θεό, πρόσωπο προς πρόσωπο, να ιδούμε τα φυσικά ιδιώματα του Θεού, τα οποία δεν έχουν ούτε αρχή, ούτε τέλος, να ιδούμε τις τρεις υποστάσεις Του, τον Πατέρα, τον Υιό και το Πνεύμα το Άγιο, τα οποία είναι τρία πρόσωπα, αλλ’ ένας και μόνος Θεός, να ιδούμε την παντοδυναμία Του, τη σοφία Του, την αγαθότητά Του, τη δόξα Του, τη Βασιλεία Του, τότε θέλομε καταλάβει τι είναι ο Παράδεισος.

Θεέ μου! (θα πούμε τότε στον Θεό)… Τόση είναι η δόξα του Παραδείσου και εγώ τόσο αγαπούσα τη δόξα του κόσμου! Μωρός οπού ήμουν εγώ και δεν παραιτούσα χιλίους κόσμους, διά να κερδίσω έναν Παράδεισο! Τέτοια είναι η αιώνιος ζωή και εγώ τόσο αγαπούσα μία ζωή πρόσκαιρη! Μωρός όπου ήμουν εγώ και δεν έδιδα χίλιες άλλες ζωές, για να κληρονομήσω αυτήν! Μωρός όπου ήμουν εγώ και εκινδύνευα τόσους χρόνους να χάσω τέτοιον Παράδεισο και τέτοια ζωή, για να χαρώ με μία μιαρή πόρνη, για να χορτάσω την αχόρταγη φιλαργυρία μου, για να κάμω μία σιχαμερή όρεξή μου! Αλλ’ ας είναι χίλιες φορές ευχαριστημένη η ευσπλαχνία Σου, Θεέ μου, οπού εγώ λυτρώθηκα από τόσους κινδύνους και τώρα ευρίσκομαι στον Παράδεισο! Όπου ζω μία ζωή χωρίς θάνατο, όπου χαίρομαι μία χαρά χωρίς τέλος…»

πηγή :  Αθ. Σταμούλης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...