/*--

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

«Ο ΑΛΗΤΗΣ»

Πολλές φορές ἀκοῦμε ἤ λέμε τή λέξη ἀλήτης, χαρακτηρίζοντας ἔτσι κάποιον ἄνθρωπο. Τί σημαίνει ὅμως ἀλήτης; Ἡ πρωταρχική ἔννοια τοῦ ὅρου σημαίνει ἐκεῖνον πού περιφέρεται ἄσκοπα. Ἡ σημερινή του ἔννοια σημαίνει τόν παλιάνθρωπο, τόν ἀπατεώνα, τόν κακό ἄνθρωπο. Κανείς, βέβαια, δέν θέλει νά τόν χαρακτηρίζουν ἀλήτη! Μά καί κανείς δέν παραδέχεται πώς εἶναι ἀλήτης! Ὅλοι θεωροῦμε τούς ἑαυτούς μας καλούς.

Οἱ ἅγιοι χαρακτηρίζουν ἔτσι ἕνα ἀπό τά κυριώτερα στοιχεῖα τῆς ψυχῆς μας: τόν νοῦ μας. Τόν βρίσκουν νά ἀλητεύει ἄσκοπα. Ἰδού, λοιπόν, τί συμβαίνει: Ὁ νοῦς εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ, μοναδικά καί ἀποκλειστικά δοσμένο στόν ἄνθρωπο, γιά νά γνωρίσει τόν Δημιουργό Του καί νά Τόν τιμήσει μέ τά καλά του ἔργα: «Νοῦν καί φρένα καί λόγον δῶρον Θεοῦ εἴληφα ὅπως ἐπιγνούς τόν Δεσπότην, ἔργοις τιμήσω καλοῖς» (Κανών στόν φύλακα ἄγγελο, ὠδή ε΄).

Ὅμως αὐτό τό δῶρο, πού ἔχει τήν δυνατότητα νά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό, νά μᾶς κατεβάσει στόν Ἅδη ἤ νά μᾶς γυρίσει σ᾿ ὅλο τόν κόσμο σέ χρόνο μηδέν, χρειάζεται συμμάζεμα. Χρειάζεται πνευματική καλλιέργεια, γιατί μέ τό γεγονός τῆς πτώσεως καί τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό τόν Θεό, ὑπέστη τήν μεγαλύτερη βλάβη. Αὐτό τό διαπιστώνομε καθημερινά.

Πηγαίνοντας στό ναό νά ἐκκλησιαστοῦμε, πολλές φορές φεύγουμε χωρίς νά ἔχουμε προσέξει καθόλου.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μας.

Τό βλέπουμε καί σέ ἁπλᾶ πράγματα: Συνομιλοῦμε μέ κάποιον καί δέν μποροῦμε νά συνεννοηθοῦμε γιατί ὁ νοῦς μας εἶναι «φευγάτος»!

Ἕνας ἀρχαῖος ἕλληνας φιλόσοφος, ὁ Ἐπίχαρμος, λέγει: «Νοῦς ὁρᾶ καί νοῦς ἀκούει· τἆλλα κωφά καί τυφλά». Μόνο ὁ νοῦς βλέπει καί ἀκούει· ὅλα τά ἄλλα αἰσθητήρια ὄργανα, χωρίς τήν συμμετοχή τοῦ νοῦ, εἶναι κωφά καί τυφλά.

Καί ὁ φιλόσοφος Διογένης συμφωνώντας μέ τόν Ἐπίχαρμο λέγει: «Πολλές φορές, ἔχοντας ἀλλοῦ τόν νοῦ μας, οὔτε βλέπουμε, οὔτε ἀκοῦμε».

Πῶς τόν νοῦ μας πού παρεκτρέπεται, πού «πετάει στά σύννεφα», θά τόν συμμαζέψουμε; Κάνοντας προσευχή. «Τόν ἐσκορπισμένο μου νοῦ συμμάζεψε Κύριε! Γιατί, πολλές φορές, ἐνῶ ψάλλω, βρέθηκα νά ἁμαρτάνω. Ἄφοῦ μέ τό στόμα ψάλλω ὕμνους καί μέ τό πνεῦμα μου σκέφτομαι ἁμαρτίες» (Παρακλητική, Ἀπόστιχα γ΄ἤχου, Κυριακή ἑσπέρας). «Φώτισε Κύριε τόν νοῦ καί τήν καρδιά μου».

Μόνο ἔτσι ἀπό «ἀλήτης» θά γίνει ὁδηγός μας γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί τότε θά καταλάβουμε τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἐμεῖς ἔχουμε νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2,26).

Ἀρχιμ. Π. Ἀ.

πηγή : ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ
           Μηνιαῖον Περιοδικόν
          Ἱ. Μητροπόλεως Νικοπόλεως

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...