/*--

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Η κοπέλα, ο σκύλος και το βιολί

                      Λογοτεχνικό Εγαστήριο ...  Οι μαθητές γράφουν : 

Κάποια Χριστούγεννα, πριν από πολλά χρόνια, μια πολύ φτωχή κοπέλα ζούσε μόνη σε μια παράγκα, στην άκρη του χωριού, στις παρυφές του δάσους… Κάθε μέρα, έπαιζε βιολί στους λασπωμένους δρόμους του χωριού και εννιά πουλάκια τη συνόδευαν τραγουδώντας, καθώς και η μόνη της οικογένεια, ο σκύλος της, που ήταν πάντα μαζί της. Έτσι, εκείνα τα Χριστούγεννα, που το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό, θέλησε να βρει με το μουσικό της αυτί τη μελωδία των καλάντων, μήπως και κάποιος της έδινε μια λιχουδιά να γεμίσει το άδειο στομάχι της.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, λοιπόν, έβαλε τα καλά της, ένα χιλιομπαλωμένο φόρεμα, που είχε βρει πεταμένο στην όχθη της παγωμένης λίμνης, και μαζί με τον σκύλο της, κατευθύνθηκε προς την πλούσια πλευρά του χωριού, που ήταν γεμάτη ζωή. Χτυπώντας μία προς μία τις πόρτες του χωριού, τα μισά σπίτια δεν της ανοίγανε, ενώ τα άλλα μισά μόλις την έβλεπαν τη διώχνανε άλλοτε με λόγια κι άλλοτε με τη βία. Το χιόνι έπεφτε πυκνό πάνω της και το βιολί της είχε ασπρίσει.. Τα χέρια της πονούσαν από το κρύο και τα πόδια της έτρεμαν.

Σκεφτόταν πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή της, αν ήταν κι εκείνη πλούσια. Συνέχεια αναρωτιόταν γιατί ο Θεός την έχει αδικήσει τόσο… Ήθελε κι εκείνη να νιώσει το συναίσθημα της χαράς, της ζεστασιάς, της κανονικής οικογένειας, της αγάπης, ακόμη και του έρωτα… Οι σκέψεις της διακόπηκαν και γύρισε στην πραγματικότητα, σε εκείνη την παγωμένη γωνιά του δρόμου. Είχε ήδη νυχτώσει… Όσο κι αν ο αέρας λυσσομανούσε, οι μυρωδιές των λιχουδιών, των μελομακάρονων και των κουραμπιέδων, στριφογύριζαν γύρω από τη μύτη της.

Πήρε το δρόμο για το «σπίτι» της, με το βιολί στην αγκαλιά της. Ξαφνικά, άκουσε ένα απότομο τρίξιμο από το φρενάρισμα μιας άμαξας και αμέσως μετά ένα ουρλιαχτό. Γύρισε και αντίκρισε μια μορφή κάτω από τις ρόδες της άμαξας.. Έτρεξε να δει ποιος χτύπησε. Όμως, το πόδι της είχε κολλήσει μέσα στο χιόνι. Πονούσε κι η ίδια. Κοίταξε γύρω της. Ο σκύλος της δεν φαινόταν πουθενά.. Μετά από αμέτρητες προσπάθειες, κατάφερε να κουνήσει το πόδι της και έφτασε στο δρόμο. 

Αντίκρισε το πληγωμένο σώμα του μοναδικού της φίλου, ξαπλωμένο στο κρύο χιόνι, που ήταν πια βαμμένο κόκκινο. Το πλησίασε και έπεσε κάτω με τα γόνατα. Καυτά από αγάπη δάκρυα κυλούσαν πάνω στο παγωμένο της πρόσωπο. Ο σκύλος την κοίταξε με μάτια κουρασμένα και πονεμένα. Την έγλειψε για τελευταία φορά, και αλυχτώντας που θα την αποχωριζόταν για πάντα, άφησε την τελευταία του πνοή στη ζεστή αγκαλιά της. Άρχισε να κλαίει, να κλαίει με πόνο και λύπη… Ο αμαξάς της φώναξε να φύγει από μπροστά, για να περάσει. Τη χτύπησε με το μαστίγιο στο πρόσωπο και εκείνη πονεμένη τραβήχτηκε στην άκρη του δρόμου.

Κούρνιασε σε μια γωνιά, με το νεκρό της σκύλο στην αγκαλιά και το βιολί στα χέρια. Έβαλε το κεφαλάκι του πάνω στα γόνατα της κι έπιασε το βιολί της, για ν’ απαλύνει τον πόνο της καρδιάς της. Και τότε, άρχισε να παίζει δυνατά με όλη της την ψυχή, μελωδίες που έβγαιναν από μέσα της αφήνοντας ελεύθερα τα συναισθήματά της: λύπη, πόνο, δυστυχία, απογοήτευση, πίκρα, στεναχώρια  Η μουσική της, όσο λυπητερή κι αν ήταν, γέμιζε με μια ατμόσφαιρα χαράς και ζωής τον ερημικό δρόμο.

Κάποια στιγμή, έκανε μια παύση και τώρα την ησυχία τη σκέπασε το κλαψούρισμα ενός κουταβιού, κρυμμένου κάτω από κάτι ξύλα. Το κοίταξε… έμοιαζε τόσο πολύ με τον μοναδικό της φίλο. Το κράτησε δίπλα της. Η καμπάνα χτύπησε δώδεκα, με τον ερχομό του κουταβιού είχαν έρθει τα Χριστούγεννα.

-Καλά Χριστούγεννα, του ευχήθηκε.

Αυθόρμητα άρχισε να παίζει την Άγια Νύχτα. Τότε, ακούστηκαν βήματα να την πλησιάζουν. Πολλοί άνθρωποι είχαν μαζευτεί γύρω της και την άκουγαν με θαυμασμό να παίζει. Μέσα στο πλήθος, θα διέκρινε κανείς ακόμα και τον αμαξά. Ο καθένας έσκυβε δίπλα της και της άφηνε ό,τι μπορούσε, ψωμί, γλυκά, χρήματα… Να ήταν άραγε ο ήχος του βιολιού της ή το ξημέρωμα των Χριστουγέννων που μιλούσε στην ψυχή τους;

Μυρσίνη Ποντικοπούλου, Λήδα Χαριτωνίδη
Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...