/*--

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΚΚΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Άγιος Νικόλαος, ιερός ναός Αγίου Νικολάου Έγκωμης, Λευκωσία. Έργο Καλλινίκου Μοναχού, Σταυροβουνιώτη

Ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ φημισμένος ἐπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας, ἔχει συνδεθεῖ μὲ τὴν παράδοση τῆς Κύπρου τόσο πολύ, ποὺ μερικοì δὲν δίστασαν νὰ γράψουν πὼς ὁ ῞Αγιος ἔζησε καὶ στὸ νησί μας, καὶ νὰ πιθανολογηθεῖ μάλιστα πὼς μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ γέννημα τῆς Κύπρου. Πάντως ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν ἅγιο Νικόλαο ἀπὸ τοὺς Κυπρίους εἶναι κάτι τὸ πολύ ξεχωριστό. Χωριὰ φέρουν τὸ ὄνομά του, ὑπάρχουν ἀφιερωμένοι σ’ αὐτὸν πλεῖστοι ναοὶ καὶ ἐξωκκλήσια, ἐνῶ σήμερα λειτουργοῦν τουλάχιστον εἴκοσι ἐνοριακοὶ ναοὶ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Σὲ τρία μοναστήρια, ποὺ τὸ καθολικό τους (κυριακὸς-κεντρικὸς ναὸς τῆς μονῆς) εἶναι πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου, σ’ ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Νικολάου τῶν Γάτων καὶ τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν ᾿Οροῦντα ἐγκαταβιοῦν μοναχές, καὶ τῆς μονῆς τῶν ῾Ιερέων στὴν Πάφο μονάζουν μοναχοί. Γνωστὴ ἐπίσης εἶναι ἡ μονὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου τῆς Στέγης (11ος αἰ.), ποὺ ὑπῆρξε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, καὶ ἕδρα τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Κύπρου ἐπὶ Φραγκοκρατίας. 



                            Ο ιερός ναός του Αγίου Νικολάου της Στέγης

᾿Επίσης διὰ μέσου τῶν αἰώνων καταγράφηκαν καὶ ὑπῆρξαν μονές, ἀφιερωμένες στὸν ἅγιο Νικόλαο, στὸν Δαυλὸ (Πενταδάκτυλος), στὴν Κερύνεια, στὴν Πάφο (και Ἅι Νικολούδι), στὴ Φιλοῦσα Κελοκεδάρων (Πάφος), στον Χλώρακα, τοῦ ᾿Εργαστηρίου (Κίτιο) καὶ στὶς Πλάτρες. Σημαντικὸς ὑπῆρξε καὶ ὁ καθεδρικὸς γοτθικὸς ναὸς τῶν Φράγκων στὴν ᾿Αμμόχωστο, ἀφιερωμένος στὸν ἅγιο Νικόλαο, στὸν ὁποῖο ναὸ αὐτὸ μαρτυρεῖ ὁ χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς1 (15ος αἰ.) πὼς τὸ 1362 εἶχε τοποθετηθεῖ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ ῾Αγίου, ποὺ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Τέλος, χιλιάδες Κύπριοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου.

Άγιος Νικόλαος. Από το βιβλίο «The Holy, Royal Monastery of Kykko Founded with a Cross»

᾿Εκεῖνο ποὺ ἀπ’ ὅλα ξεχωρίζει καὶ ὑπερέχει εἶναι ἡ σύνδεση τοῦ ἁγίου Νικολάου μὲ τὴν ἀνέγερση ναοῦ στὴν Κύπρο στὸν χῶρο τῆς σημερινῆς Μονῆς τῶν Ἱερέων. Πάντως ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα τῇς Μονῆς μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξή της τουλάχιστον στὴν πρώιμη βυζαντινὴ περίοδο. Τὴν παράδοση αὐτή, ποὺ φέρει τὸν ἅγιο Νικόλαο νὰ οἰκοδομεῖ ναὸ τῆς Θεοτόκου ἐδῶ στὸ νησί μας, διέσωσε ὁ περίφημος λόγιος ᾿Εφραὶμ ὁ ᾿Αθηναῖος, ὁ ὁποῖος, προτοῦ γίνει Πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων, ἔζησε γιὰ μιὰ εἰκοσαετία (1742-1761) στὴν Κύπρο. Στὸ γνωστό του ἔργο Περιγραφὴ τῆς Σεβασμίας καὶ Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Κύκκου ἀναφέρεται καὶ στὴ Μονὴ τῶν ῾Ιερέων τῆς Πάφου, ποὺ ἦταν τότε, ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερα, μετόχιο τῆς Μονῆς τοῦ Κύκκου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὁ ᾿Εφραὶμ γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: 

«... ἡ Μονὴ τῶν Ἱερέων, διάσημον τὸ πάλαι Μοναστήριον καὶ ἀρχαῖον, ὡς κτισθὲν ἐγγὺς τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου παρὰ τοῦ ῾Αγίου Εὐτυχίου, συνεργὸν ἔχοντος καὶ τὸν Μέγαν Νικόλαον, ἔτι λαϊκὸν ὄντα, καὶ ἀπὸ εἰδωλικὸν ναὸν μιαρᾶς τινός θεᾶς τῶν ῾Ελλήνων εἰς ναὸν μέγιστον καὶ κάλλιστον τῆς Θεοτόκου παρ’ αὐτῶν οἰκοδομηθέντα, ὡς μέχρι τοῦ νῦν ὁρᾶται, εἰ καὶ μὴ ἡ αὐτὴ οἰκοδομή. Καὶ τόπος δὲ δείκνυται παρὰ τῶν ἐκεῖσε εὑρισκομένων, ἐν ᾧ ἰδίως προσηύχετο ὁ Μέγας Νικόλαος, Προσευχὴ λεγόμενος μέχρι τῆς σήμερον. Καὶ μέρος ἔτι δεικνύουσιν οἱ ἐν αὐτῷ εὑρισκόμενοι πατέρες ἐκ τοῦ ὠμοφορίου, ὃ ἐδωρήσατο ἡ Παρθένος Μαρία τῷ ἱεράρχῃ Νικολάῳ.  Πῶς δὲ ἐκομίσθη ἐνταῦθα ἀγνοῶ, καί εἰ τοῦτό ἐστιν ἀληθῶς ἀμφιβάλλω, πλὴν καὶ λέγεται οὕτω, καὶ τιμᾶται παρὰ τῶν Ὀρθοδόξων, κατακοπὲν καὶ κλαπέν, δι’ εὐλάβειαν, ὡς πάνυ τι
ὀλίγον νῦν καθορᾶσθαι...»2 .

῾Ο λόγιος καὶ ὀξυδερκὴς ᾿Εφραὶμ ὁ ᾿Αθηναῖος, θέλοντας νὰ ἐλέγξει τὶς πληροφορίες του, ὡς φαίνεται, προσπάθησε νὰ ἐρευνήσει τὸ πρᾶγμα. Καὶ τοῦτο κατανοοῦμε ἀπὸ τὴ συνέχεια τῶν γραφομένων του: 

«Οἶδα ὅτι ἀπιστοῦσιν τοῖς γραφομένοις οἱ ἀναγινώσκοντες, καθὼς ἠπίστουν  κἀγώ, πλὴν ἀπελθὼν ἐκεῖσε (σημ. στὴ Μονὴ τῶν ῾Ιερέων), ἐζήτησα περιέργως ἔγγραφόν τι πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχειν ἔλεγον οἱ ἐκεῖσε πατέρες. Περιερχόμενος γοῦν τὸ σκευοφυλάκιον θεωρίας χάριν, εὗρον ἐκεῖ παρερριμμένον, ὡς ἀγνοούμενον, μικρόν τι τετράδιον ἐν μεμβράναις παμπάλαιον, καὶ ἀναγνοὺς αὐτὸ ἑλληνικόν ἔχον ὕφος, ἔγνων μέρος εἶναι ἐκ τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου, ὡς ἄλλον Μωϋσέα αὐτὸν ἐπαινοῦντος τοῦ συγγραφέως, καὶ καθὼς Μωϋσεῖ δέδωκε βοηθὸν ὁ Θεὸς τὸν Ἀαρών, οὕτω τῷ Ἁγίῳ Εὐτυχίῳ διδάσκοντι ἐν Κύπρῳ ἐδόθη βοηθὸς ἐκ Θεοῦ ὁ ἱερὸς Νικόλαος, λέγοντος. Καὶ πρὸς πίστωσιν τίθημι αὐτολεξεὶ τὰ ἅπερ εὗρον ἐκεῖσε ἀπαραμείωτα: «Καὶ καθάπερ», φησί (σημ. ὁ ἄγνωστος γραφέας τῆς ἀρχαίας μεμβράνης), «τῷ Μωϋσεῖ ἐδόθη βοηθὸς ὁ ᾿Ααρών, οὕτω καί τῷ Εὐτυχίῳ ἐδόθη ὁ συστρατιώτης Νικόλαος, μετ’ αὐτοῦ γὰρ τὸν ναὸν τῆς ἀκαθάρτου θεᾶς κατέβαλε καὶ κάλλιστον τέμενος τῆς Ἁγίας Θεοτόκου ἀνήγειρε, καὶ ἐκ τῶν λίθων τῆς θεομάχου καὶ ἀκαθάρτου θεᾶς τὸν ὁρώμενον ἅγιον οἶκον ὠκοδόμησεν. Εὐτύχιος μὲν τοὺς λίθους ἤνεγκε, Νικόλαος δὲ ἐλαξεύσατο, καὶ ἀμφότεροι ὠκοδόμησαν. Καὶ ἡ Θεοτόκος ἁγνὴ καὶ ἀμόλυντος ἐνοίκησε. Νικόλαος τῆς Λυκίας τὴν προεδρίαν ἐμπιστεύεται, ὁ δὲ μακάριος Εὐτύχιος ἐνταῦθα κατέμεινεν, ἐν τοῖς πόνοις τῶν καρπῶν αὐτοῦ ἀγαλλόμενος». Καὶ ταῦτα μὲν ἐξ ὧν ἐτύχομεν γραμμάτων ἱκανὰ πρὸς πίστωσιν»3.

᾿Απὸ ὅσα μᾶς διασώζει καὶ μᾶς παραθέτει ᾿Εφραὶμ ὁ ᾿Αθηναῖος, διαφαίνεται πὼς ἡ τοπική μας παράδοση θεωρεῖ πὼς ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος καὶ λαϊκός βρισκόταν στὴν Κύπρο. Μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Εὐτύχιο ἔκτισαν τὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου (στὴ Μονὴ τῶν Ἱερέων), στὸν ὁποῖο ναὸ ὁ ᾿Εφραὶμ εἶχε δεῖ μέρος ἀπὸ τὸ ὠμοφόριο τοῦ ἁγίου Νικολάου, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τοῦ χάρισε ἡ Παναγία, ἐνῶ βρισκόταν μέσα στὴ φυλακὴ τῆς Νίκαιας, ἐπειδὴ ῥάπισε τὸν ῎Αρειο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325. (Τὴν παράδοση αὐτὴ καταγράφει καὶ ὁ ᾿Αρχιμανδρίτης Κυπριανὸς στὴν Ἱστορία του ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ Μοναστήριον ἁγία Μονὴ λεγόμενον εἰς Πάφον, εὕρηται ἀκριβῶς φυλαττόμενον τμῆμα τοῦ ῾Ιεροῦ ὠμοφορίου, ὅπερ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐχάρισε τῷ ἁγίῳ Νικολάῳ, ὄντι εἰς φυλακὴν ῥαπίσαντι τὸν ῎Αρειον εἰς τὴν Σύνοδον»)4.

Τὶς ἀναφορὲς αὐτὲς τοῦ ᾿Εφραὶμ συναντοῦμε καὶ σὲ σημείωμα χειρόγραφου Κώδικα τῆς Μονῆς Κύκκου (ἀνέκδοτος, ἀπολεσθείς;), τὸ ὁποῖο σημείωμα, ὡς ἔγραψε ὁ βυζαντινολόγος Κ. Χατζηψάλτης, πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ᾿Εφραὶμ τοῦ ᾿Αθηναίου5. Τὸ σημείωμα τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ Ἀθηναίου αναφέρει ὅτι μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τῆς Μονῆς τοῦ Κύκκου τὸ 1751 οἱ Κυκκῶτες μοναχοὶ μετακινήθηκαν προσωρινὰ στὴ Μονὴ τῶν Ἱερέων «κτίσμα οὖσα τοῦ μεγάλου Νικολάου, καὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐτυχίου... πρὸς οὓς (σημ. ἁγίους) κατάλληλον ἐγένετο τὸ παρὸν τροπάριον: «Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοὶ τοὺς δύο φωστῆρας, τοὺς καὶ κτήτορας τῆς μονῆς Νικόλαον τὸν μέγαν, σὺν θείῳ Εὐτυχίῳ, θεράποντας γνησίους τῆς Θεομήτορος»6 (καὶ τὸν ὕμνο αὐτὸ ἀποδίδει ὁ Χατζηψάλτης στὸν ᾿Εφραίμ). Τὸ σημείωμα τελειώνει καὶ πάλι μὲ τὴν ἀναφορὰ γιὰ τὸ ὠμοφόριο τοῦ ἁγίου Νικολάου. Μιὰ παράδοση λέγει πὼς μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὴ Μονή τους οἱ Κυκκῶτες πατέρες μετέφεραν σ’ αὐτὴ καὶ μέρος ἀπὸ τὸ ὠμοφόριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸ ὁποῖο καὶ τοποθέτησαν στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸ ναὸ τῆς Κυκκώτισας.

Θα ἤθελα νὰ κλείσω τὸ παρὸν ἄρθρο μὲ τὰ ὅσα ἀποφαίνεται ὁ μακαριστὸς βυζαντινολόγος Κώστας Χατζηψάλτης, ποὺ πρόσφερε τόσα στὰ Κυπριακὰ Γράμματα, σχετικὰ μὲ τὴν παράδοση γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο στὴν Κύπρο:

«Καίπερ μὴ ἔχοντες θετικὰς μαρτυρίας περὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς μονῆς τῶν Ἱερέων κατὰ τὸν 4ον αἰῶνα, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἀπίθανον, εἰς ἣν θέσιν κεῖται νῦν ἡ Μονή, οἱ Ἅγιοι Εὐτύχιος καὶ Νικόλαος νὰ ἔρριψαν ἴσως τὰ πρῶτα σπέρματα μιᾶς μοναχικῆς ζωῆς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, καὶ ἀσχέτως πρὸς τοὺς ἀκριβεῖς χρόνους τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς ταύτης, τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγίων Εὐτυχίου καὶ Νικολάου διετηρήθησαν ζῶντα εἰς τὴν μοναχικὴν παράδοσιν ὡς κτητόρων τῆς Μονῆς. Οὕτω, κατὰ τὸν 14ον μ.Χ. αἰῶνα, ἐπὶ Φραγκοκρατίας ἐν Κύπρῳ, ἡ Μονὴ τῶν Ἱερέων ὀνομάζεται καὶ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου καὶ, εἰς χρόνους εἰς ἡμᾶς ἀγνώστους, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μονῆς, ἡ ἀρχῆθεν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου, ὡς εἴδομεν, ἀφιερώθη εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον, ὡς ἔχει καὶ σήμερον οὕτω»7. 

Σημειώσεις : 

1Λεοντίου Μαχαιρᾶ, Ἐξήγησις τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου, ἡ oποία λέγεται Κρόνακα τουτέστιν Χρονικόν, εκδ. Ἄντρος Παυλίδης, Λευκωσία, 19952, 127: «Καὶ ὁ ‘μιράλλης ἐπῆρεν τὰ ξύλα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ Μύρα, ὁποῦ ἦτον ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ἔβαλεν καὶ ‘παρακάτζαν τους· καὶ βοηθῶντος τοῦ θεοῦ ἐπῆρεν τὸ κάστρον καὶ ἐκούρσεψεν, ὅσον ἐμπόρησεν, καὶ ἐπῆρεν καὶ τὴν εἰκόναν τοῦ μεγάλου Νικολάου καὶ ἔφερέν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἔβαλέν την εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον τοὺς Λατίνους».
2 Ἐφραὶμ Ἀθηναίου, Ἡ Περιγραφὴ τῆς Σεβασμίας καὶ Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Κύκκου, Ἑνετίησι 1751, σσ. 46-47.
3 Ἐφραὶμ Ἀθηναίου, ὅπ.π., σσ. 47-48.
4 Κυπριανοῦ Ἀρχιμανδρίτου, Ἱστορία χρονολογικὴ τῆς Νήσου Κύπρου, Ἑνετίησιν 1788, σσ. 536-537.
5 Κώστα Χατζηψάλτη, «Περὶ τῆς ἐν Πάφῳ Μονῆς τῶν Ἱερέων καὶ τῶν κατὰ παράδοσιν ἱδρυτῶν αὐτῆς Ἁγίων Εὐτυχίου καὶ Νικολάου», Κυπριακαὶ Σπουδαί, τ. ΙΣΤ’, 1952, 1-8.
6 Κώστα Χατζηψάλτη, ὅπ.π., σ. 5
7 Κώστα Χατζηψάλτη, ὅπ.π., σ. 7

Του Δρος Γιώργου Κάκκουρα
Θεολόγου


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...