/*--

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Η Γέννησις του Κυρίου

Θά χτυπήσουν γιορταστικά τά σήμαντρα. Θά νοιώσουν εὐλαβικές ψυχές τό σκίρτημα τῆς χαρᾶς, ὅταν μέσα στούς ὁλόφωτους ναούς θ’ ἀκούσουν τά ἀθάνατα κι ἄφθαστα σέ θρησκευτικό παλμό καί ποιητική καί θεία μυσταγωγία τροπάρια τῶν Χριστουγέννων. «Χριστός γεννᾶται δξάσατε, Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε», θά ψάλλη μελωδικά ἡἘκκλησία, κι ἔτσι πού θα βρεθοῦν οἱ χριστιανοί ἀπ’ τήν ἔξω παγωνιά τῆς νύχτας στήν γλυκειά ζεστασιά τῆςἘκκλησίας, κι ἔτσι πού θά βλέπουν ν’ ἀνεβαίνη ἀνάλαφρα ὁ μυρωμένος λευκός καπνός τοῦ θυμιατοῦ, θά νοιώσουν τίς ψυχές ν’ ἀνεβαίνουν ἀνάλαφρες κι αὐτές σε μιά νοητή φάτνη τοῦ Λυτρωτοῦ τῆς ανθρωπότητος, «ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν Του».

Τί κι ἄν ἐπέρασαν τόσοι αἰῶνες ἀπ’ τό θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως; Για μᾶς, πού ζοῦμε σήμερα, ἔχει τήν ἴδια σημασία καί φέρνει τήν ἴδια χαρά τό οὐρανόσταλτο καί θεῖο μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου στούς βοσκούς τῆς Βηθλεέμ: «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ». Τότε τό ἄκουσαν οἱ εὐλογημένοι βοσκοί τῆς Βηθλεέμ. Σήμερα τό ἀκοῦμε ἐμεῖς. Ὕστερα ἀπό χρόνια θά τό ἀκούσουν ἄλλοι. Εὐτυχισμένοι ὅσοι θά διώξουν τόν ὕπνο ἀπ’ τά μάτια τους, ὅσοι ξετιναχθοῦν ὀρθοί στήν νύχτα τήν κοσμική τῆς ἁμαρτίας ἤ τῆς ἀδιαφορίας γιά ἀνώτερα πνευματικά ζητήματα καί πάρουν τήν ἀπόφασι, πού πῆραν οἱ βοσκοί τῆς Βηθλεέμ. Εὐτυχισμένοι ὅσοι ποῦν: «Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν». 

Αὐτοί θά νοιώσουν ὅλο τό βαθύ πνευματικό νόημα τοῦ Ἀγγελικοῦ μηνύματος καί θά στολίση τήν ψυχή τους ἡ γιορτινή χαρά τοῦ λυτρωμοῦ. Ἔτσι ξεκίνησαν αὐτοί οἱ Ἀστρονόμοι, οἱ Μάγοι, ἀπ’ τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς νά ἔρθουν νά προσκυνήσουν Ἐκεῖνον πού γενεές ἀνθρώπων περίμεναν νά δοῦν. Κι αὐτοί, οἱ τρεῖς Μάγοι, μᾶς δείχνουν σήμερα τόν δρόμο.Ἦταν οἱ ἄνθρωποι πού κοίταζαν ψηλά. Ἦταν τά ἐρευνητικά ἐκεῖνα πνεύματα, πού δέν σταματοῦσαν στήν ὑλιστική θεωρία τῆς ζωῆς. Ἦταν οἱ ἄνθρωποι τῶν θυσιῶν. Γιατί θυσίες χρειαζότανε, νά κινδυνεύσουν σέ κακοτοπιές ἀνάμεσα σ’ ἄγνωστους λαούς, νά φέρουν δῶρα, κι ἀκόμα νά ταπεινωθοῦν, πανίσχυροι αὐτοί, μπροστά σ’ ἕνα νήπιο πάνω στά ἄχυρα τῆς φάτνης.

Κι ὅμως, πληρώθηκε ὁ κόπος τους. Βρῆκαν αὐτόν πού ζήτησαν μέ πόθο.Ἔνοιωσαν τή χαρά, πού δίνει ἡ ἐπαλήθευσι τῆς προσδοκίας. Γράφηκαν γιά πάντα στό βιβλίο τῆς ἀληθινῆς θρησκείας. Παίρνοντας αὐτούς σάν φωτεινό παράδειγμα προτρέπει καί ἐμᾶς μελωδικά ἡ ὑμνωδία τῆς Ἐκκλησίας μας: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Ἀκολουθήσωμεν λοιπόν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ μετά τῶν μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων». Κι ἄν αὐτοί τότε πέρασαν χῶρες καί βουνά καί ποταμούς καί δάση, σήμερα ἐμεῖς δέν ἀντιμετωπίζομε τέτοιες ἀνάγκες. Κοντά μας εἶναι ὁ Χριστός. Κι ἄν κάποια ψυχικά ἐμπόδια φράζουν τό δρόμο μας ἀκόμα, ἄν βουνά ἐγωϊσμῶν καί βράχοι τά πάθη τά ἀνθρώπινα ὀρθώνωνται μπροστά μας, κι ἄν  ἄ γ ρ ι α  ἀγκάθια μᾶς ξεσχίζουν, ὑπάρχει τρόπος νά ξεριζωθοῦν, νά καταπέσουν. Ἀρκεῖ νά θέλη, καί τότε γίνεται παντοδύναμος ὁ ἄνθρωπος. Ποιός εἶν’ αὐτός, πού σάν θελήσης, ἄνθρωπε, μπορεῖ νά σέ κρατήση μακρυά ἀπό τῆς Βηθλεέμ τό δρόμο; Ποιός εἶν’ αὐτός πού νά μπορῆ νά σοῦ στερήση τή χαρά νά γνωρίσης τόν Σωτῆρα σου, ἀφοῦ Αὐτός κατέβηκε στή γῆ γιά σένα;

Ἐμπρός, λοιπόν, στή Βηθλεέμ μέ ὁδηγό τό φωτεινό ἀστέρι τῆς ἐλπίδος. Ἔτσι ξεκίνησαν οἱ Μάγοι. Τί κι ἄν δέν ἔχουμε ἡμεῖς τά δῶρα τῆς Ἀνατολῆς τά πλούσια; Τί θά σοῦ φέρουμε, Χριστέ, τώρα πού ἦρθες στή γῆ σάν ἄνθρωπος γιά μᾶς. Ἔτσι ψάλλει ἡ ἄφθαστη ὑμνωδία τῆς Ἐκκλησίας μας: «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;Ἕκαστον γάρ τῶν ὑπό Σοῦ γενομένων κτισμάτων τήν εὐχαριστίαν Σοι προσάγει. ΟἱἌγγελοι τόν ὕμνον, οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα, οἱ Μάγοι τά δῶρα, οἱ Ποιμένες τό θαῦμα, ἡ γῆ τό σπήλαιον», ἡμεῖς δέ; Ἄς ἦταν νά σοῦ προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας!… Νά σοῦ προσφέρουμε τήν ἀφοσίωσί μας, τήν ἀμετάκλητη ἀπόφασί μας καί προσπάθεια νἄχουμε πάντα ὁδηγό τό νόμο τῆς ἀγάπη Σου! Τότε τά δῶρα μας αὐτά θά λάμπουν πιό πολύ ἀπ’ τό χρυσό τῶν Μάγων καί θά μοσχομυρίζουν πιό πολύ ἀπ’ τό λιβάνι καί τή σμύρνα.Ἕνα γλυκό στό ὀρφανό, ἕνα ροῦχο στό κουρελιασμένο, ζεστά παπούτσια στό ξυπόλυτο, ἕνα παιχνίδι στό φτωχό, πού λαχταρᾶ ν’ ἀγγίξη στά χεράκια του κάτι, πού βλέπει στίς βιτρίνες ἤ μέ παράπονο πικρό στά χέρια ἄλλων ἀρχοντοντυμένων.

Ἀλλοιῶς δέν θἄρθουμε ποτέ στή Βηθλεέμ τῆς χαρᾶς. Ἀλλοιῶς γιορτή δέν γίνεται κι οὔτε λέγεται γιορτή τοῦ στομαχιοῦ τό φόρτωμα. Οὔτε «εἰρήνη» ἔρχεται στή γῆ καί «εὐδοκία» στούς ἀνθρώπους, ὅταν ἡμεῖς δέν φέρουμε τήν εἰρήνη στήν ψυχή μας. Δέν γιατρεύουν τά γιατρικά, πού μένουν σφραγισμένα στῶν φαρμακείων τίς βιτρίνες. Οὔτε κι ὁ ἄνθρωπος θά βρῆ εὐδαιμονία, ὅταν ὁ χριστιανισμός μένη γραμμένος στίς ταυτότητες καί δέν ἐγγίζη τήν ψυχή μας.

Ἀπολυτίκιον, Ἦχος δ΄

Ἡ Γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τό φῶς τό γῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γάρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπό ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σέ προσκυνεῖν τόν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καί σέ γινώσκειν ἐξ ὕψους Ἀνατολήν· Κύριε δόξα σοι.

Τοῦ Γ. Π. Σωτηρίου

πηγή : " Ο ΠΟΙΜΗΝ  "Μηνιαίον εκκλησιαστικόν περιοδικόν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μυτιλήνης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...