/*--

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ευγνωμονώ αυτό το μοναστήριι,, όπως ευγνωμονώ τη φλόγα γιια το φως της..

«Ο άνθρωπος δεν φανερώνει τον εαυτό του με την ιστορία του, αλλά αγωνίζεται να ξεχωρίσει από αυτή» Ρ. Ταγκόρ

Κάθε άνθρωπος είναι πρωτίστως πολιτιστική ύπαρξη. Κάποιοι από εμάς  έχουμε βαθιά τις ρίζες μας στην παράδοση, στους μύθους, στους θρύλους του  τόπου μας, στα παιδικά βιώματα, στο μικρό εκκλησάκι του χωριού που εναποθέταμε όλες μας τις ελπίδες, στη μάνα μας, στην Παναγιά, στα πανηγύρια, στα  ακούσματα της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής. Πολλές φορές σκέφτομαι  πόσο τυχερός είμαι, από αυτή τη σκοπιά, σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα μέσα στα διαμερίσματα μιας μεγαλούπολης. 

Ο καθένας μας, λοιπόν, έχει ανάγκη να γνωρίσει καλύτερα την προσωπική  του ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς του, του τόπου του και γενικότερα της  πατρίδας του, για να μπορεί ν’ αγωνίζεται να ξεχωρίσει μέσα από αυτήν δημιουργώντας έτσι τη δική του αυθεντική προσωπικότητα. Παραφράζοντας τη ρήση του Spegler, θα έλεγα πως «αν δεν γράψεις για τον τόπο σου, δεν γράφεις για κανένα, αν δεν γράψεις για την εποχή σου, δεν γράφεις για καμία», που σημαίνει ότι προϋπόθεση για την κατανόηση του ευρύτερου πολιτισμού είναι η αυτογνωσία. 

Είναι αλήθεια πως, αυτό που θα ανακαλύψω αν ψάξω στο βάθος της ύπαρξής μου, είναι το Μοναστήρι του χωριού μου. Στους στοχασμούς μου, στον ύπνο μου και στα όνειρά μου βασιλεύει μένοντας πάντα ξέχωρο και μοναχικό. Η ιστορία του χωριού μου, αλλά και της γύρω περιοχής έχει τη σφραγίδα του χιλιόχρονου αυτού μοναστηριού. Τα προσωπικά μου βιώματα με το μοναστήρι έχουν να κάνουν περισσότερο με πρόσωπα, ιστορικές τοποθεσίες, συναισθήματα και γεγονότα γύρω από τη μακραίωνη ιστορία του. Γράφοντας τη δική μου ιστορία δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να βάζω ένα προσωπικό λιθαράκι στην ιστορία του τόπου μου. 

Όταν τώρα επισκέπτομαι το μοναστήρι, εκείνες τις ώρες νιώθω ότι κάνω ανακωχή με το θάνατο, γι’ αυτές στις λιγοστές ώρες που βρίσκομαι εκεί νιώθω, αν όχι αθάνατος, τουλάχιστον είμαι 1000 χρονών, όπως και το μοναστήρι. Όταν ήμουνα μικρός, είχα την εντύπωση ότι το μοναστήρι ήταν ένα κτίσμα που ήταν σφραγισμένο με τη βούλα της αιωνιότητας. Εκείνος ο μεγάλος τρούλος του μαγειρειού, που η εσωτερική κάπνα του ήταν ένας άλλος εσωτερικός τοίχος, μου προκαλούσε δέος. Τα αιώνια πράγματα δεν έχουν παρελθόν, γιατί αν είχαν δεν θα ήταν αιώνια. Ήταν ένα με τον ήλιο, με τη βροχή, με το φεγγάρι που φέγγιζε τις νύχτες τον κατάμαυρο αυτό τρούλο, τις μελωδίες που συντρόφευαν τα όνειρά μου, τα φτερουγίσματα των γρύλων. Αυτές οι εικόνες είναι σκηνές ενός φιλμ που βρίσκεται στο πιο κρυφό βάθος της ψυχής μου που έρχονται τις νύχτες με τα ακοίμητα αστέρια στα όνειρά μου. 

Γράφοντας τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου, κτίζω το δικό μου μοναστήρι, αυτό που είναι μέσα μου, με τα ίδια θεμέλια, αλλά δίχως πέτρες, με πολλά παράθυρα που βλέπεις από έξω προς τα μέσα, με πολλά κανδήλια, με πολύ λιβάνι για να μοσχομυρίζει ο τόπος κατάνυξη και ευλάβεια κι ο καπνός να χορεύει στο ρυθμό της μουσικής των γρύλων ανεβαίνοντας στο σκοτεινό θόλο του ναού. Τώρα που γράφω για το μοναστήρι, ένα κομμάτι της ζωής μου, συνειδητοποιώ ότι σπατάλησα τις μέρες μου, τα χρόνια μου για να μαθαίνω τις πιο ασυνάρτητες ανοησίες σαν τα κομμάτια ενός παζλ που δεν συνδέονται μεταξύ τους. 

Ένα σωρό κομματάκια και θρύψαλα που τώρα χορεύω πάνω στα συντρίμμια τους. Η πολλή μάθηση άσπρισε τα μαλλιά μου κι από τότε που γνώρισα τον Ηράκλειτο άρχισα να τα βάφω μπας και προλάβω τα χρόνια που έχασα! 

Μάνα μου και Παναγιά κρυφή παρηγοριά μου 

Θυμάμαι, ήταν στην αρχή του εμφυλίου πολέμου, όταν ξαφνικά εκεί που τρώγαμε ακούσαμε τουφεκιές και σε λίγο η καμπάνα του χωριού να χτυπά. Βγαίνοντας έξω είδαμε τους συγχωριανούς να τρέχουν, τα παιδιά να κλαίνε, 

«Έρχονται οι αντάρτες» φωνάζανε, «φύγετε!». Οπότε μ’ αρπάζει η μάνα μου από το χέρι και τρέξαμε και εμείς να φύγουμε. Όμως φεύγοντας περάσαμε από ένα ξέφωτο μέρος, ακριβώς δίπλα από το μοναστήρι, καλούμενο Γκιρίζι και οι σφαίρες σφυρίζανε δίπλα μας, αλλά καμιά από αυτές δεν πέτυχε κανέναν. Και λέει η μάνα μου, «Ήταν η παναγιά δίπλα μας και μας βοήθησε!». 

Στις δέκα λέξεις της μητέρας μου η μία ήταν «Παναγία μου». Όταν στη συνέχεια μέναμε στο παρακάτω χωριό, αρρώστησα βαριά κι όταν έσβηνε η ζωή μου λιποθυμισμένος, δεν θα ξεχάσω αυτό το διάλογο, σαν να ήταν τώρα. 

-«Παναγία μου, Παναγία μου.» 

-Μανούλα, είπα, γιατί κλαις, γιατί θα πεθάνω; 

- Όχι παιδί μου, δεν θα σ΄ αφήσει η Παναγιά να πεθάνεις. 

- Μα η Παναγιά μανούλα είναι στο μοναστήρι, είναι πολύ μακριά. 

-Όχι παιδί μου είναι μαζί μας, ήρθε και αυτή μαζί μας. Είναι δίπλα στο προσκεφάλι σου. 

Μια μέρα, στο ίδιο χωριό, ειδοποιούν τη μάνα μου – η μάνα μου ήταν γυναίκα αντάρτη και μάλιστα καπετάνιου του ΕΛΑΣ – να επισκεφτεί μια ομάδα των ΤΕΑ που στρατοπέδευε σ΄ ένα λοφάκι του χωριού της Οξύνειας. Θεώρησε ότι ήταν καλύτερα να πάρει και μένα μαζί της, μωρό τριών χρονών, με την ελπίδα ότι θα ευαισθητοποιούνταν να μην την πειράξουν ή τη βιάσουν. Αυτό που μόνο θυμάμαι ήταν ότι άρχισαν να δέρνουν τη μάνα μου με χέρια και με πόδια και εγώ να φωνάζω «μανούλα, μανούλα» και να κλαίω. Η επίδραση αυτής της σκηνής ήταν τραυματική για μένα και από τότε άρχισα να ψευδίζω. Ήταν η μεγάλη απογοήτευση της μάνας μου, γιατί η δεύτερη ευκαιρία για να σπουδάσει ο ένας τουλάχιστον γιο της, να γίνω δηλαδή παπάς ή δάσκαλος, χάθηκε. Ο μεγάλος ο γιος της, τον οποίο προόριζε να σπουδάσει, είχε πάθει μηνιγγίτιδα και με αποτέλεσμα να νεκρωθεί ένα τμήμα του εγκεφάλου του κυρίως αυτό που έχει σχέση με τους αριθμούς. Για το λόγο αυτό γεννήθηκα 10 χρόνια μετά τη γέννηση του αδερφού μου. 

Η μάνα μου πήγαινε συχνά στο μοναστήρι και παρακαλούσε την Παναγιά να της χαρίσει ένα γιο για να τον σπουδάσει. Και η Παναγιά της έδωσε αγόρι. Τρεις φράσεις της μάνας μου θυμάμαι, γιατί έγιναν τραγούδι που κάθε φορά το αφουγκράζομαι με ένα βουβό θαυμασμό γι αυτήν. Τρεις φράσεις που τα λόγια έβγαιναν από τα βάθη της αλήθειας, έτσι ακριβώς όπως την περιέγραψε ο Ηράκλειτος με τρεις λέξεις έτοιμες να εκραγούν σαν βόμβες («Ήθος ανθρώπου δαίμων»): 

- Θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος γιατί έχεις αραιά δόντια». 

- Θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος γιατί είσαι εκλεκτικός στα φαγητά. 

- Πω..πω, τι σοφό είναι αυτό που είπες. Μόνο ένα παιδί που προορίζεται να γίνει μεγάλος άνθρωπος θα μπορούσε να το πει. 

Η πίστη της μάνας σε μένα με έσωσε. Κάθε φορά που μου τα έλεγε αυτά ένιωθα τη γλυκιά πνοή μιας περαστικής αύρας που έκανε χαρούμενη την καρδιά μου. Φαίνεται πως οι ερμηνείες που είναι πρακτικές είναι πολύ πιο πειστικές («Οκόσων όψις ακοή μάθησις ταύτα εγώ προτιμέω»: Ηράκλειτος). Όταν αργότερα αξιώθηκα να διαβάζω διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και τις αντίστοιχες παιδαγωγικές θεωρίες, τότε συμπέρανα ότι οι μεγάλες μανάδες μπορεί να μη γνωρίζουν ψυχολογικές και παιδαγωγικές θεωρίες, αλλά τις βιώνουν στη πράξη. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί απλά τις καταγράφουν. 

Πέρασαν χρόνια πολλά, όταν επισκέφτηκα την αδερφή της μάνας μου και μου είπε: «τώρα που σε βλέπω ότι έγινες καθηγητής στο πανεπιστήμιο θυμάμαι τη μάνα σου που σε θαύμαζε ό,τι και να έλεγες. Εμένα μου φαίνονταν ανοησίες αυτά που έλεγες. Τώρα διερωτώμαι: μήπως είχε δίκιο κι εγώ δεν τα καταλάβαινα;». Ο παππούς μου (ο πατέρας της μάνας μου ήταν παπάς) με έπαιρνε από μικρό και έκανα τον ψάλτη στους εσπερινούς, κυρίως, και στις μικρές γιορτές, στους όρθρους. Περίμενε με ιώβεια υπομονή να διαβάσω τους ψαλμούς στην πανέμορφη βυζαντινή τους γλώσσα. Αυτό που μου έχει απομείνει ως δεξιότητα, είναι να αποστηθίζω πολύ εύκολα κείμενα και να καταλαβαίνω αρχαία κείμενα. 

Πολλές λέξεις που άρχιζαν από κάπα τις απέφευγα. Θυμάμαι πως ένιωθα ενοχές που δεν τις απήγγειλα. Νόμιζα ότι ο Παππούς μου δεν το έπαιρνε χαμπάρι. Κι όμως, το ήξερε αλλά το έκρυβε. Είχαμε κάνει φαίνεται μυστική συμφωνία. Μια μέρα μου είπε «πως έχω μεγάλη βελτίωση» στην ανάγνωση και ν’ αρχίσω σιγά-σιγά να μην αποφεύγω τις λέξεις που ψεύδιζα. Θυμάμαι πως ντράπηκα και το πρόσωπό μου κοκκίνισε λίγο. Ο παππούς μου το κατάλαβε αμέσως και μ’ αγκάλιασε και με φίλησε. Ήμουν τετάρτη τάξη του Δημοτικού, όταν η μάνα μού ανακοίνωσε ότι η Παναγιά θα με έκανε καλά. Υπάρχει μια ειδική ευχή της Παναγιάς για παιδιά που ψευδίζουν και θα πηγαίναμε στο μοναστήρι για να τη διαβάσει ο παππούς σου. «Η Παναγιά δεν σε έκανε καλά όταν αρρώστησες; Θα σε κάνει καλά και τώρα», μου είπε. Έτσι πήγαμε στο εκκλησάκι του Μοναστηριού (Όσο πιο παλιό το εκκλησάκι, τόσο μας φαινόταν ότι ήταν πιο κοντά στο Θεό). 

Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, ο ήλιος έδυε. Εγώ το ήξερα καλά πως η Παναγιά ήταν εκεί και μας περίμενε. Πήγαμε στο ναό. Ήμασταν όλοι γονατιστοί. Ο παππούς μου ακούμπησε το πετραχήλι στο κεφάλι μου και δεν ήταν στην πύλη, όπως συνηθίζεται, γιατί από την πύλη θα έβγαινε η Παναγιά για να με απαλλάξει από αυτή την αναπηρία. Η μάνα μου κρατούσε μια λαμπάδα, που τρεμόσβηνε ανάμεσα στο μισοσκόταδο και στη λάμψη με τα γλυκά χρώματα του δειλινού, που μικρά παράθυρα από ψηλά, άφηναν να εισχωρεί γύρω από αυτή. Θεϊκή υποβλητικότητα. Μέσα στη σιγαλιά, ακούγονταν η φωνή του παππού μου σαν να ύφαιναν με τα λόγια την αιώνια αρμονία, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τη μουσική της αγάπης. Εγώ, όλη τη διάρκεια αυτής της τελετουργίας, είχα τα μάτια κλειστά και ταξίδευα στο χρόνο, τότε που η Παναγιά μας έσωσε από τις σφαίρες που περνούσαν δίπλα μας, τότε που ήμουνα βαριά άρρωστος και με ακούμπησε με το «θαυματουργό της χέρι». Όλη την ώρα αυτής της τελετουργίας ένιωθα το μυστικό αόρατο άγγιγμά της. Μετά από αυτή την υποβλητική τελετουργία, δεν ξαναψεύδισα 

Ο Παππούς μου 

Ο παππούς μου τύχαινε να είναι και πατέρας μου, μια και ο φυσικός πατέρας ήταν στα βουνά και στις φυλακές. (Τον γνώρισα για πρώτη φορά όταν ήμουνα δέκα χρονών). Ο παππούς που ήταν παπάς του χωριού μου και του μοναστηριού. Κάθε μήνα ζούσαμε μαζί με τον παππού την τελετουργία του καφέ. Ανάβαμε μαζί το τζάκι, περιμέναμε να γίνουν τα κάρβουνα. Τον καφέ τον ψήναμε με ένα μηχανισμό σαν σούβλα, όπου περίπου στη μέση υπήρχε ένας κύλινδρος με ένα μικρό πορτάκι. Εκεί μέσα βάζαμε κόκκους άψητου καφέ με ρεβίθια ξερά και λίγο κριθάρι και τα ψήναμε όλα μαζί. Ανοίγαμε κάθε τόσο το πορτάκι και παρατηρούσαμε αν πήραν το κατάλληλο χρώμα.. Όλο το σπίτι πλημμύριζε από τη μυρωδιά του αυτοσχέδιου καφέ, που ακόμα τρέχει μέσα στις φλέβες μου. Μετά ξεκινούσε η δεύτερη φάση, αυτή του αλέσματος. Στην αυλή του μοναστηριού υπήρχε ένα πέτρινο, μεγάλο γουδί με σιδερένιο γουδοχέρι. Σ΄ ένα χάλκινο δοχείο βάζαμε το ψημένους κόκκους και κατόπιν σε μια σήτα, για να κοσκινίσουμε τον καφέ. Το γουδί ήταν δίπλα από ένα πεζούλι στην είσοδο του μοναστηριού, για να είναι προσβάσιμο στους χωριανούς. 

Μετά καθόμασταν έξω στο πεζούλι, δίπλα ακριβώς από την κυρία είσοδο του μοναστηριού. Είχε μια καταπληκτική θέα. Ιδιαίτερα τα απογεύματα, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση αφήνοντας να απολαύσουμε τις χρυσαφένιες του ανταύγειες, σημάδι πως το πρόσωπο του ουρανού σε λίγο θα σκεπαζόταν με το μαύρο πέπλο της νύχτας και ο φόβος θα παραμόνευε στο σκοτάδι. Όταν πια η έρημη νύχτα απλώνονταν, τα άστρα άρχισαν να τρεμοσβήνουν σαν λαμπυρίθρες, η μελαγχολική μουσική των γρύλων μας γαλήνευε τη θλίψη και ζυγώναμε όλο και περισσότερο στη μεγαλοσύνη αυτού του κόσμου. Ξαφνικά σωπαίναμε και νιώθαμε τη γοητεία και το φόβο της μοναξιάς και του θανάτου. Μου άρεσε να στοχάζομαι ανάμεσα στα άστρα και να σκέφτομαι πως ίσως σε κάποιο από αυτά να υπήρχε ζωή. Κι η γη μόνη της είναι και ζει τη δική της μοναξιά, ένιωθα, χωρίς αυτό να μπορώ να το αρθρώσω σε σκέψη. 

Εκεί με το παππού μου συζητούσαμε κάθε φορά που τελείωνε η τελετουργία του καφέ. Πηγαίναμε μέσα στο εκκλησάκι του μοναστηριού, ανάβαμε ένα κεράκι στην Παναγιά, κάναμε το σταυρό μας και μετά καθόμασταν στο πεζούλι. Μου εξιστορούσε το γενεαλογικό δέντρο και φαίνεται πως αισθάνονταν πολύ τυχερός και υπερήφανος γι’ αυτό, αφήνοντας να εννοηθεί πως έφερε πάνω του ένα βαρύ φορτίο και πάσχιζε να φανεί αντάξιος της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Όλα αυτά προσπαθούσε να τα μεταφέρει και σε μένα. Μου μιλούσε πολλές φορές για τους προπαπούδες μου κι αυτό μ’ άρεσε πάρα πολύ. Αλλά ο παππούς μου δεν το έκανε τυχαία. «Οι προγονοί μας κατάγονται από την Κόνιτσα της Ηπείρου», μου έλεγε. Ήταν μια οικογένεια από πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Ήταν χριστιανός και προύχοντας της περιοχής ο πατέρας τους και προπάππους μας. Στο σπίτι του είχε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες. Ήταν λόγιος και διάβαζε πάρα πολύ. 

Ο Μπέης ερωτεύτηκε την κόρη του και ήθελε να την πάρει οπωσδήποτε. Εξάλλου ήταν εξουσία και μπορούσε να το κάνει. Προσπαθούσε να του εξηγήσει του Μπέη ο προπάππους μας πως δεν είναι δυνατόν μια χριστιανή να παντρευτεί ένα Οθωμανό, αλλά αυτός δεν χαμπάριζε. «Θα την πάρω», έλεγε, «θες δε θες». Ο προπάππους μας έδωσε εντολή στα πέντε αγόρια να ετοιμάσουν έξη μουλάρια με έξη φορτία από βιβλία και να βρίσκονταν όλοι στο κατώγι του σπιτιού. Είπε στα παιδιά ότι θα έκανε μία τελευταία προσπάθεια να πείσει το Μπέη να μην επιμείνει άλλο. Αν όμως δεν τα κατάφερνε να πείσει τον μπέη κατακτητή, θα χτυπούσε συνθηματικά το πάτωμα με την πίπα του 3 φορές προσπαθώντας ν’ αδειάσει το περιεχόμενο της και αυτό θα ήταν το μήνυμα να ανέβουν επάνω, για να εξοντώσουν τον Μπέη και τους συνοδούς του. Έξω από το χωριό θα έπαιρναν έξι διαφορετικές κατευθύνσεις για να μη τους πιάσουν όλους και ξεκληριστεί η οικογένεια. Ένας από αυτούς ήταν ο Στάμος που κατόπιν έγινε παπάς και τον αποκαλούσαν Παπαστάμο, ο οποίος μετά από πολλές μέρες περιπλάνησης βρέθηκε στο χωριό Μπόζοβο Γρεβενών, όπου και εγκαταστάθηκε. 

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός μάλιστα είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Παπαστάμο, αν κρίνει κανείς από ένα περιστατικό, που μάς μετέφεραν χωριανοί κοντινών περιοχών: Όταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λένε, πέρασε από τη Γεωργίτσα, παρακείμενο χωριό του Μποζόβου, μερικοί κάτοικοι από το Μπόζοβο, που παρακολούθησαν το κήρυγμα του Αιτωλού, τον παρακάλεσαν να περάσει και από το Μπόζοβο. «Δεν χρειάζεται να έρθω.», είπε ο ιερός κήρυκας. «Εκεί έχετε ιερέα τον Παπαστάμο, που είναι ανώτερος από μένα» κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης ξεπρόβαλε μέσα από τα χείλη του, που ήταν χαμένα ανάμεσα στο άσπρο μουστάκι του και τα γένια. «Ο πατέρας μου», έλεγε ο παππούς μου, «ήταν εγγονός του Παπαστάμου κι όταν απελευθερώθηκε το χωριό μας από τους τούρκους, άφησε όλη του την περιουσία στο Μπόζοβο κι ήρθε εδώ στους Σταγιάδες για να ζήσει στη λεύτερη Ελλάδα». «Και (συνέχιζε) «εδώ, σ’ αυτό το μοναστήρι, μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων ο Παύλος Μελάς. Από τον πατέρα μου!». 

Τα λόγια του παππού φαίνεται πως δεν ήταν της φαντασίας του. Στο πλαίσιο της αναζήτησης στοιχείων για τη διερεύνηση της ιστορίας του μοναστηριού, βρήκαμε μια επιστολή του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του, γραμμένη στις 27 Αυγούστου το 1904 στο Μοναστήρι, όπου, μεταξύ άλλων, έγραφε ο Παύλος Μελάς: « Άκούσαμεν τον έσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ό γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα.». Όταν το διάβασα αυτό, δάκρυα συγκίνησης κύλισαν απ’ τα μάτια μου και μια λάμψη ξεπήδησε στο βάθος της ύπαρξής μου, εκεί που φωλιάζουν οι μνήμες με χίλια σχήματα και με χίλιες πτυχές σαν τα χίλια χρόνια ζωής αυτού του μοναστηριού. Μια περηφάνια γεννήθηκε μέσα μου από τους σφυγμούς της ζωής των προγόνων μου, που χορεύουν μέσα στο αίμα της καρδιάς μου στο ρυθμό μιας μουσικής που ζει και πεθαίνει την κάθε στιγμή. 

Μου εξιστορούσε ο παππούς πολλά γεγονότα για τον προπάππου μου, από όπου αντλούσα δύναμη μέσα μου για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στις αξίες που μου κληρονόμησε. Κάποια στιγμή με ρώτησε: 

-Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Θα γίνεις παπάς για να συνεχίσεις την παράδοση; 

-Δεν ξέρω παππού, ακόμα είμαι πολύ μικρός για να αποφασίσω. Θα μου άρεσε να γίνω δάσκαλος. 

-Πάντως αν γίνεις παπάς, να γίνεις παντρεμένος παπάς και όχι ανύπαντρος. 

-Τι διαφέρει παππού ο παντρεμένος από τον ανύπαντρο παπά; 

Θυμάμαι σαν ήταν χτες. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου, με πλησίασε πιο πολύ σαν ήθελε να μου εξηγήσει κάτι. Ο παππούς μου μιλούσε πάντα ευθέως για όλα τα πράγματα. 

- Να σου πω παιδί μου, το πιο ευτυχισμένο κομμάτι της ζωής μου ήταν την περίοδο που ήμουνα αρραβωνιασμένος με τη γιαγιά σου. Δεν πρέπει να χάσεις αυτά τα συναισθήματα. Κι ακόμη, αν ήμουνα ανύπαντρος παπάς, δεν θα είχα παιδιά, ούτε εσένα να τα λέμε τώρα. Δεν είναι καλύτερα για σένα που είσαι στη ζωή; 

Όταν αργότερα, ως μαθητής Γυμνασίου, ήμουν υπότροφος του Οικοτροφείου της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών, ΄δεχόμουν σε αντάλλαγμα της φιλοξενίας πιέσεις να πάω να σπουδάσω στη Χάλκη και να γίνω ανύπαντρος παπάς. Δεν υπήρχε για μένα τότε καμιά άλλη επαγγελματική διέξοδος. Αλλά τα λόγια του παππού μου φτερούγιζαν στο μυαλό και στην καρδιά μου, ενισχύοντας την προσωπική μου διαίσθηση. Έλεγα μέσα μου, «προτιμώ να μη γίνω τίποτα, παρά να παραβλέψω τα λόγια του σοφού παππού μου». 

Το πεζούλι και το ηλιοβασίλεμα 

Το πεζούλι του μοναστηριού δημιουργούσε δυο πέτρινους «καναπέδες» ένθεν και ένθεν της κυρίας εσόδου του μοναστηριού. Σ’ αυτό το πεζούλι κάναμε με τον παππού μου πολλές συζητήσεις. Όταν μεγάλωσα κι είχα φιλοσοφικές ανησυχίες, μου άρεσε να βυθίζομαι σε σκέψεις και στις ρήσεις των μεγάλων φιλοσόφων. Αδυναμία μου ήταν πάντα ο σκοτεινός φιλόσοφος ο Ηράκλειτος. Ήταν τα αστέρια που τρεμόσβυναν σαν τους στοχασμούς μου; Ήταν η αόρατη φλόγα του σκοταδιού μέσα στις σκοτεινές σπηλιές του μυαλού μου - στίγματα από το «πυρ το αείζωον»; Έβλεπα τόσα πράγματα τη νύχτα, που δεν μπορούσα να τα δω τη μέρα. Κι όταν ακόμη μεγάλωσα και περνούσα τις διακοπές μου στο μοναστήρι, αποφεύγαμε να κάνουμε φιλοσοφικές συζητήσεις μέσα στο προαύλιο του μοναστηριού. Στο πεζούλι ζούσαμε στον κόσμο των αισθήσεων και της αμφισβήτησης, αλλά την ώρα που περνούσαμε την κυρία πύλη και μπαίναμε στο προαύλιο του μοναστηριού εκεί ήτανε ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος της αυστηρότητας, των τύψεων - όλων αυτών που κουβαλούσες μέσα σου εισερχόμενος -, της ελπίδας, αλλά και της λύτρωσης και της επικοινωνίας με το θείο. 

Στη φοιτητική περίοδο της ζωής μου, ορφανεμένος από τη μάνα και με ανύπαρκτο τον πατέρα κάπου στις εξορίες, τα καλοκαίρια και τις διακοπές τα περνούσα στο μοναστήρι, το μόνο καταφύγιο και αποκούμπι που μου είχε απομείνει μέσα στην απίστευτη φτώχια και την ανασφάλεια της μετεμφυλιακής εποχής. Έγινε το μοναστήρι την περίοδο αυτή για μένα και τον αδελφικό μου φίλο Ζήση, το σπίτι μας. Και ο Ηγούμενός του, με το κοσμικό όνομα Γεννάδιος Βαδέλλας, πατέρας μας. Δεν υπήρχαν άλλοι μοναχοί στο μοναστήρι. Έρχονταν για πολύ λίγο καιρό και μετά έφευγαν. Προτιμούσαν τα μοναστήρια που ήταν πιο κοντά στον «πολιτισμό». Αυτό το μοναστήρι ήταν πολύ απομακρυσμένο. 

Ένα καλοκαίρι αντάμωσα εκεί τον πατέρα Δωρόθεο. Ήταν μοναχός του Αγίου Όρους και δεν γνωρίζω αν αποβλήθηκε από εκεί ή έφυγε ο ίδιος. Ο π. Δωρόθεος δεν ήταν ένας συνηθισμένος καλόγερος κι ούτε των υπερκόσμιων λογισμών. Συνήθως οι μοναχοί είναι πολύ κλειστοί στον εαυτό τους. Δεν εκδηλώνουν εύκολα τα συναισθήματά τους, είναι απόμακροι. Είχε μια γνήσια ανθρωπιά, αν και δεν έκανε παρέα με ανθρώπους. Όταν καθόμασταν στο πεζούλι και συζητούσαμε και έβλεπε έναν άνθρωπο να πλησιάζει στο μοναστήρι, κλειδωνόταν στο κελί του. Η μόνη συντροφιά του ήταν το κάπνισμα. Κάπνιζε γύρω στα 100 τσιγάρα την ημέρα. Ήταν 45 χρονών. Η μοναξιά ήταν η ίδια η ζωή του. 

Ένα βράδυ, την ώρα που το φως με το σκοτάδι έσμιγαν, ξεπρόβαλε μια γυναικεία φιγούρα ξαφνικά στα 20 μέτρα. Βλέπω τον π. Δωρόθεο να τσακίζεται κυριολεκτικά να φεύγει λες κι ερχόταν ο διάβολος. Την άλλη μέρα, στο πεζούλι, τον ρώτησα: γιατί πάτερ Δωρόθεε έφυγες με τέτοιο τρόπο χτες το βράδυ; 

-Μα είμαι μοναχός και πρέπει να τηρώ αυστηρά τους ιερούς κανόνες. 

Ο π. Δωρόθεος είχε την ιδιότητα του μοναχού που αγωνίζονταν να μείνει ξεχωριστή, αλλά τηρώντας αυστηρά τις αρχές και τις αξίες της μοναχικής ζωής. Κουβαλούσε πάνω του μια λεβεντιά και μου έδινε την εντύπωση ότι είχε μέσα του λυμένα και τακτοποιημένα όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. 

-Πάτερ Δωρόθεε γιατί καπνίζεις τόσο πολύ, θα πεθάνεις. 

-Το ξέρω αλλά δεν με νοιάζει, μπορεί να είναι προτιμότερο. 

Μετά από λίγους μήνες πέθανε σε ένα άλλο μοναστήρι από έμφραγμα, 45 χρονών. Τα λόγια του πήγαιναν κατευθείαν στην καρδιά μου και άλλοτε με μελαγχολούσαν και άλλοτε μου έφερναν χαρά. Δεν μου μιλούσε ποτέ για αγίους και ασκητές, όπως συνηθίζεται πολύ με τους καλόγηρους. Μου έδινε την εντύπωση ότι η ψυχή του ποθούσε τη ζωή και από εκεί αντλούσε τον πόθο της αγάπης χωρίς να προδίδει –τουλάχιστον ενώπιόν μας - τους κανόνες της μοναχικής ζωής. Ζούσε σε ένα δικό του όνειρο. 

Ήταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Δίπλα μας το παγόνι άνοιγε τα πανέμορφα φτερά του και ένα σπουργιτάκι το περιτριγύριζε. Για μια στιγμή το έχανες από τα μάτια σου και νάτο πάλι κοντά στο παγόνι. Παρατηρούσαμε συνεχώς αυτή τη σκηνή και οι δυο μας. Σε μια στιγμή λέω στον π. Δωρόθεο: 

-Πάτερ, λες το σπουργίτι να ζηλεύει την ουρά του παγονιού; 

-Μάλλον θα το λυπάται που έχει τόσο βάρος στην ουρά του και δεν είναι λεύτερο σαν αυτό να πετάει. 

Μετά σώπασε και το βλέμμα του καρφώθηκε απέναντι στην πλαγιά που τη διέσχιζε ένα φιδωτό δρομάκι ανάμεσα σε θεόρατα πεύκα και μες τη σιωπή του ουρανού με τις χρυσαφένιες ανταύγειες ν’ ακούγεται η μουσική μιας φλογέρας ενός τσοπάνου. Το βλέμμα του εναλλάσσονταν από άγριο σε γαλήνιο και ένιωθα ότι μ’ απαγόρευε να του κάνω ερωτήσεις. Το βλέμμα του εξακολουθούσε να είναι καρφωμένο στην πλαγιά, κυριευμένο από έναν απόμακρο πόθο, μια άφταστη ελπίδα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, λες και αντίκριζε το «μεγάλο αντίπερα» στο πιο μακρινό τέρμα της ζωής. Κατόπιν, το βλέμμα γαλήνεψε, σαν να δέχτηκε τη βουλή της μοίρας του, όπως ένα πουλί μες στο κλουβί, που όταν του ανοίγουν τη πόρτα για να πετάξει, συνειδητοποιεί πως τα φτερά του είναι αδύναμα και πεθαμένα. Γύρισε προς εμένα με ένα βλέμμα εξομολόγησης και ειλικρίνειας, λες και τα μάτια του ήταν παραδομένα σε μια φωτεινή οπτασία. Καθώς βυθίζονταν στα δικά μου μάτια, είπε: 

-Αριστοτέλη (ποτέ δεν με αποκαλούσε Τέλη, όπως συνήθιζαν οι άλλοι στο μοναστήρι), ξέρεις τι θα ήθελα τώρα να κάνω κι ας πέθαινα την άλλη στιγμή; 

- Τι πάτερ Δωρόθεε; 

Μια σιωπή μερικών λεπτών ακολούθησε και κατάλαβα πως ήθελε να μιλήσει για πράγματα που βρίσκονται πέρα από κάθε ελπίδα. Αυτή η στιγμή μας έκανε να μελαγχολήσουμε κι οι δυο. 

Βλέπεις, Αριστοτέλη, αυτό το μονοπάτι απέναντι στην πλαγιά;. 

Ναι π. Δωρόθεε 

Θα ήθελα να είμαι εκεί και να το διασχίζω περπατώντας αγκαλιασμένος με μια γυναίκα. 

Για λίγο τα έχασα. 

«Κι ας πέθαινα την άλλη στιγμή». Είπε, και τελείωσε τη φράση του, που έδωσε αληθινό νόημα στην επιθυμία του, γιατί ο θάνατος δίνει αξία στη ζωή. Με το θάνατο ήθελε να εξαγοράσει ό,τι πράγματι είναι πολύτιμο στη ζωή. 

- Πάτερ Δωρόθεε του απάντησα, τι σ’ ανάγκασε τότε να γίνεις μοναχός; 

Δεν έγινα με τη θέλησή μου, αλλά με κάνανε. Με έταξε ο πατέρας μου, όταν κινδύνεψε στη θάλασσα και με πήγε στο Άγιο Όρος όταν ήμουνα 12 χρονών Συνηθίζεται αυτό στην Κεφαλονιά. 

Ο π. Δωρόθεος δεν ήταν παρά ένας μουσαφίρης της ζωής. Μετά από καιρό έτυχε να διαβάσω το «Αναφορά στον Γκρέκο» του Ν. Καζαντζάκη. Διάβασα την ίδια ακριβώς ιστορία. Ένας άλλος μοναχός από την Κεφαλονιά, ταγμένος από τον πατέρα του, πήγε στο Άγιο Όρος 12 χρονών. Όταν έγινε 45 χρονών, πήγε σ’ ένα μετόχι στη Χαλκιδική κι όταν αγκάλιασε μια γυναίκα, μετά από ανεπιτυχή πάλη με τον εαυτό του, ήταν η μοναδική στιγμή στη ζωή του που ένιωσε τόσο κοντά το θεό. 

Ο αιώνιος χρόνος και η Βεργίνα 

Στο προαύλιο του μοναστηριού, εκεί που ήταν το γουδί με το μεγάλο σιδερένιο γουδοχέρι, υπήρχε και μια μεγάλη σιδερένια σφαίρα διαμέτρου 40 περίπου εκατοστών. Υπήρχαν πολλοί μύθοι για τη σιδερένια αυτή σφαίρα. Άλλοι λέγανε πως έπεσε από τον ουρανό και μάλιστα δίπλα από το μοναστήρι, όπου υπήρχε μια μεγάλη οπή που δημιουργήθηκε με το πέσιμό της. Άλλοι πάλι λέγανε ότι παλαιότερα οι άνδρες ήταν πολύ πιο χειροδύναμοι και έκαναν αθλήματα με τη σφαίρα αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι σε μια περιοχή κάπου δυο χιλιόμετρα από το Μοναστήρι που ονομάζεται Βεργίνα. Εκεί υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αρχαίων τάφων, όπου πηγαίναμε και σκάβαμε και βλέπαμε τα κόκαλα πεθαμένων. 

Μας έκανε εντύπωση το ύψος των σκελετών αυτών. Θα πρέπει να πλησίαζαν τα δυο μέτρα. Οι κνήμες ήταν περίπου μιάμιση φορές πιο μεγάλες από εκείνες ενός συνηθισμένου ψηλού ανθρώπου. Οι χωριανοί, μη γνωρίζοντας την αξία τους, τα έβρισκαν στα χωράφια, τα πετούσαν πιο πέρα και συνέχιζαν το όργωμα. Τα παλιά τα χρόνια όλο και κάποιο αντικείμενο ανακάλυπταν και κανείς δεν ξέρει ποια ήταν η τύχη τους. Τη Βεργίνα περιγράφει και ο Αντώνης Τασίκας στο βιβλίο του «Οι Ίωνες» (1988): «Από το χάρτη του Πτολεμαίου σε μια ξυλογραφία του Ουλμ του 1486, η περιοχή Βεργίνα φαίνεται να συμπίπτει με τη βόρεια ορεινή Εστιώτιδα.. (Το όνομα Εστιώτιδα προέρχεται από το ότι, σύμφωνα με το μύθο, η περιοχή αυτή δόθηκε από το Δία στη θεά Εστία). Στη βόρεια Εστιώτιδα ανήκε και η πολιτεία της Οξύνειας, που εκτείνεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ποίου όρους και κοντά στον ποταμό Ίωνα – στη σημερινή Μύκανη –. 

Σε ένα άλλο λεπτομερέστερο χάρτη του Jonhson, της εποχής του 1600 περίπου, σημειώνεται στη θέση της περιοχής Εστιώτιδας η ύπαρξη της Αρχαίας Βουδείας, που ιδρύθηκε προς τιμή της θεάς Αθηνάς, η οποία έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τη γη. Ο ποταμός που ξεκινά από την περιοχή αυτή λέγεται Βούδειος και καταλήγει στον Ίωνα ποταμό. Αυτή η περιοχή σήμερα ονομάζεται Βεργίνα.» (Τασίκας, 1988). Από τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν από χωρικούς της περιοχής και ανήκουν από την παλαιολιθική και τη νεολιθική εποχή, μέχρι και την εποχή του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, φαίνεται πως στη Βεργίνα υπήρξε διϊστορικά ακμαίος πολιτισμός. (Εργαλεία, αντικείμενα από χρυσό, νομίσματα με τη μορφή του Φιλίππου, αγγεία με μυθολογικές αναπαραστάσεις και διάφορα άλλα ευρήματα βρέθηκαν έκαναν κατά καιρούς αισθητή την παρουσία τους στους χωρικούς που όργωναν και θέριζαν στην περιοχή και έπλαθαν μύθους με το δέος που προκαλούν τα απομεινάρια των χαμένων στο παρελθόν προγόνων τους). Το 1969 παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ένα σπάνιο αγγείο με ανάγλυφες τις παραδόσεις του μύθου της Νιόβης και των Νιοβιδών κατασκευασμένο από μέλανα πηλό. Το αγγείο αναπαριστά τον Απόλλωνα να ση-μαδεύει και να σκοτώνει τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης μετά από παράκληση της θεάς Άρτεμις προσβληθείσας από τη Νιόβη που υπερηφανεύτηκε ότι αυτή είχε 12 παιδιά, 6 αγόρια και 6 κορίτσια, ενώ η Άρτεμις είχε μόνο ένα. 

Τα ίχνη της ιστορικής αυτής δραστηριότητας και ακμής μάς οδηγούν στη σκέψη ότι ίσως δεν είναι τυχαίο που στη γύρω περιοχή υπάρχει και το μοναστήρι Σταγιάδων, κτισμένο το 1004, ένα από τα πλουσιότερα μοναστήρια της Ελλάδας μέχρι το 1910, αλλά σήμερα το πιο φτωχό. Βούδειος ποταμός δεν υπάρχει πια, αλλά μια μικρή ρεματιά, δίπλα σε ένα λόφο που μοιάζει με τεράστιο τύμβο, για τον οποίο οι χωριανοί είχαν να λένε πολλές θαυμαστές ιστορίες. Στην κορυφή αυτού του λόφου υπάρχει ένας τεράστιος ογκόλιθος από πυρόλιθο σε σχήμα σφαίρας – που η παράδοση λέει ότι «έχει πέσει από τον ουρανό». Μέσα σ’ αυτό το λόφο, λένε οι παραδόσεις, υπάρχει ένα εκκλησάκι (ξωκλήσι ίσως του μοναστηριού). Όταν έπεσε η Πόλη, εκείνη την ώρα λειτουργούσε ένας ιερέας και αυτόματα η εκκλησία βυθίστηκε μαζί με τους εκκλησιαζομένους, γι αυτό και μυρίζει συνεχώς θυμίαμα. 

Από αυτούς που απομυθοποιούν ορισμένες παραδόσεις, υποστηρίζεται πως ίσως να υπήρχε κάποτε εκεί ένα εκκλησάκι. Eξ άλλου, πάνω από τις αρχαιότητες συνηθιζόταν να χτίζονται εκκλησίες. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να υπάρχει κάτω από αυτό τον περίεργο λόφο, που η μορφολογία του εδάφους οδηγεί στην ιδέα ότι αυτός δεν είναι φυσικός, αλλά τεχνητός. Άλλοι λένε ότι τα ερείπια μιας εκκλησιάς να σκεπάστηκαν από κατολισθήσεις που έγιναν στην περιοχή, όπως έγινε και με την περίπτωση του χωριού «Σκιαδάρι», που βρισκόταν πάνω από το Μοναστήρι, οι οποίες ανάγκασαν τους χωριανούς να μετοικήσουν σε κοντινές περιοχές. Οι ιστορίες παλιών χωρικών λένε πως στην κορυφή αυτού του λόφου υπήρχε μια τρύπα από όπου έβγαινε μυρωδιά θυμιάματος. Οι τσοπάνοι της περιοχής έπαιζαν με τη φλογέρα τους κοντά στην τρύπα κι ακούγονταν αντίλαλοι. 

Για να λύσουν την περιέργειά τους μερικοί βοσκοί άρχισαν να σκάβουν, οπότε ανακάλυψαν κάτι που έμοιαζε με τρούλο εκκλησίας. Αλλά η παράδοση λέει πως άρχισε να αμέσως να βρέχει καταρρακτωδώς οπότε οι τσοπάνοι αναγκάσθηκαν να φύγουν. Όταν επέστρεψαν την άλλη μέρα, βρήκαν στην κορυφή αυτόν τον πυρόλιθο. Από τότε λέγεται ότι όποιος τολμάει να σκάψει, αμέσως πέφτει καταρρακτώδης βροχή! Εμένα πάντως μου άρεσε πολύ αυτός ο μύθος και τον πίστευα. Συνήθιζα να ξαπλώνω στο λόφο και η σκέψη μου ήταν μέσα στο εκκλησάκι, σ’ αυτούς που ζουν σε άλλες διαστάσεις του χρόνου. Εγώ, έλεγα μέσα μου, κάθε μέρα γυρνάω με το χρόνο, αλλά αυτοί μέσα δεν γερνούν, αφού όπως αποφάσισε η φαντασία των χωρικών, ο χρόνος σταμάτησε να τρέχει. Ακόμη και αλήθεια να μην ήταν, οι ιστορίες σε έκαναν να νιώθεις ένα δέος για το χθες που παραμένει ζωντανό μέσα στο σήμερα. Άρχισα να προβληματίζομαι με την έννοια του χρόνου και να διακρίνω τις πολλές του οπτικές, μία από τις οποίες φανερωνόταν στα όνειρα. 

Αυτό όμως που με συγκλόνισε, ήταν ένα όνειρο που είδα μικρός μια βραδιά που γύρισα από τη Βεργίνα. Έβλεπα ένα αεροπλάνο να προσπαθεί ώρες ολόκληρες να μην πέσει. Περνούσε κοντά από το έδαφος και ξαναπάλι έπαιρνε ύψος. Περνούσε πάνω από το κεφάλι μου και εγώ κρυβόμουνα μεσ’ τα κοτέτσια μη με δει και πέσει επάνω μου. Σε μια στιγμή έπεσε στο έδαφος κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Ξυπνήσαμε έντρομοι και εγώ και η μάνα μου. Ο θόρυβος προήλθε από ένα πιάτο που το έριξε η γάτα από το τραπέζι. Όλη αυτή η χρονική περίοδος του ονείρου δεν ήταν παρά η στιγμή, που έπεσε το πιάτο. Το πρόβλημα λύθηκε για μένα. Αυτοί μέσα στο εκκλησάκι, μέχρι που να πάρουμε πάλι την Πόλη, θα είναι μια στιγμή, όπως στο όνειρο. Όταν στο πανεπιστήμιο γνώρισα τη θεωρία του Αϊνστάιν, για μένα είχε μία παράξενη οικειότητα. Αυτοί μέσα στο εκκλησίασμα δεν τρέχουν πια στη διάσταση του χρόνου με την ταχύτητα του φωτός, όπως εμείς, μέχρι «να πάρουμε την Πόλη». Αργότερα κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα συλλογικό ευσεβή πόθο, που σήμερα ηχεί αστείος, δεν παύει όμως να φανερώνει ένα ανικανοποίητο όνειρο των απελευθερωμένων από τους Τούρκους χωρικών, που το μοιράζονταν τον παλιό καιρό, χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους, οι έλληνες όλων των περιοχών. 

Την Πόλη την ήξερα από τη Γιαγιά μου, γιατί ήταν η πατρίδα της. Πρόγονοί της κατάγονταν από την Πόλη και εκείνη, όταν ήταν μικρή, πήγαινε εκεί στους συγγενείς της. Το σόι της το αποκαλούσαν «Αναγνώστες» γιατί ήξεραν γράμματα και αναγίνωσκαν τις Κυριακές στην εκκλησία τα ψαλτήρια. Η συνύπαρξη του χθες μέσα στο σήμερα μου φαίνονταν σαν τις πολλές διαστάσεις στο χώρο και στο χρόνο. Με βοήθησαν αυτά τα βιώματα, το όνειρο και το εκκλησάκι. Όταν πήγα στο γυμνάσιο, στις εκθέσεις ήμουν πάτος. Πόσο να με βοηθούσαν οι γλωσσικές εμπειρίες από το ψαλτήρι; Η γλώσσα στο χωριό φτωχή, ιδιάζουσα, διαφορετική από εκείνη των ανύπαρκτων βιβλίων στο μονοθέσιο σχολείο μας. Ζούσα σε μια γλωσσική σχιζοφρένεια. Δεν μιλούσαμε τη γλώσσα που μαθαίναμε στο σχολείο και ντρεπόμασταν όταν γράφαμε με αυτή που μιλούσαμε. Όταν έγραφα τη γλώσσα που μιλούσαμε στο χωριό, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, ούτε καμιά λογοτεχνική αξία γι’ αυτούς που τη βαθμολογούσαν. Ακόμα και στο μάθημα των μαθηματικών, ενώ ήμουνα πολύ καλός και έλυνα όλες τις ασκήσεις (μάλιστα στην πρώτη Γυμνασίου μέσα στα 120 παιδιά μόνο εγώ βρήκα τη λύση και των δύο προβλημάτων), δεν πήρα το βαθμό άριστα (που ήταν 20) αλλά μόνο 15 γιατί δεν ήξερα να εκφράσω πώς σκέφτηκα να το λύσω. Κάθε εβδομάδα που γράφαμε έκθεση, η καθηγήτριά μου συνήθιζε να ζητά από τους μαθητές να διαβάσουν την καλύτερη έκθεση. Μια φορά όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, η καθηγήτρια ανακοίνωσε στην τάξη ότι πρώτη από τις εκθέσεις ήταν η δική μου. Ξαφνιάστηκα.. Το θέμα της έκθεσης ήταν: «Το καλύτερό μου δώρο». 

Μερικά πράγματα μου είναι ακόμα ανεξήγητα. Δεν ξέρω – ούτε τότε ήξερα – γιατί έγραψα αυτή την έκθεση. Περιληπτικά η έκθεση έλεγε τα εξής: Όταν η μάνα μου γύριζε στο χωριό από την Καλαμπάκα, μου έφερνε πάντα ένα δώρο. Προτιμούσε να παίρνει λίγο ψωμί από το χωριό, για να τρώει το μεσημέρι και με τα λεφτά που γλύτωνε έπαιρνε ένα μικρό δωράκι. Οι συγχωριανοί της την  κορόιδευαν συνεχώς γιατί έτσι όπως με καλομάθαινε, όταν θα μεγάλωνα, θα την πετούσα έξω από το σπίτι. Αυτή τη φορά μου έφερε ένα ρολόι. Το έβαλα στο χέρι μου και έτρεχα παντού και έφτασα στη Βεργίνα. Πήγα στο παρεκκλήσι και ξάπλωσα. Γι αυτούς που ήταν μέσα, τα ρολόγια ήταν σταματημένα, ενώ για μας τους ζωντανούς το ρολόγι έπρεπε να τρέχει κάνοντας τικ-τακ Έτσι όπως καθόμουνα, έβαλα το χέρι στο αυτί και δεν άκουγα τους κτύπους του ρολογιού. Το άνοιξα και είδα ότι ήταν «κούφιο». (Η καθηγήτρια μου διόρθωσε αυτή τη λέξη και την αντικατέστησε με τη φράση «ήταν άδειο, χωρίς μηχανισμό», όμως για μένα η λέξη κούφιο, είχε τη σημασία της). Τελείωνα με την πρόταση «Τότε, αντί ν’ απογοητευτώ, μια χαρά ξεπήδησε από μέσα μου». Με ρώτησε η καθηγήτρια 

«Πες μας, γιατί χάρηκες και δεν απογοητεύτηκες»; «Κυρία, δεν θα ήθελα να μετρώ κάτι που δεν υπάρχει» της είπα. Η συμμαθήτριά μου, που πάντα σχεδόν η έκθεσή της έβγαινε πρώτη, γέλασε ειρωνικά παρασύροντας και τους άλλους μαθητές. «Παιδιά, λέει η καθηγήτρια, «μη γελάτε, εμένα πάντως η έκθεση αυτή με έκανε και δάκρυσα». Πολλά χρόνια αργότερα διαβάζοντας Ταγκόρ, βρήκα την απάντηση που αν ήξερα να εκφραστώ θα την έλεγα τότε: «Ο Καιρός είναι ο πλούτος της αλλαγής, μα το ρολόι, που είναι η παρωδία του, το κάνει να είναι μόνο αλλαγή και όχι πλούτος». 

Υπάρχουν πολλές δοξασίες για το παρεκκλήσι αυτό στο λοφάκι της Βεργίνας. «Όταν κάποιοι πάνε να σκάψουν εκεί», λένε, «τότε γίνεται κατακλυσμός με αστραπές και τους αναγκάζει να φεύγουν». Ένας από τους χωριανούς μάς έλεγε ότι πήγε να σκάψει, ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός. Παρόλα αυτά, μετά από λίγο, άρχισε να βρέχει και αναγκάστηκε να φύγει. ‘Άλλοι που επιχείρησαν να σκάψουν, πέθαναν σε λίγες μέρες. Δεν είναι δύσκολο οι άνθρωποι να δώσουν τη δική τους ερμηνεία στις συμπτώσεις. 

Ήταν το 1986, μετά την ανακάλυψη του τάφου του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο στη θέση Βεργίνα. Τηλεφωνήθηκα με τον Ανδρόνικο και του εξιστόρησα όλη την παράδοση για το παρεκκλήσι και για τα αρχαία που είχαν βρεθεί. Θα πρέπει να πω μέχρι το 1986 η Βεργίνα δεν είχε χαρτογραφηθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία, τη στιγμή που οι αρχαιοκάπηλοι την ήξεραν και τη λεηλατούσαν κατ’ εξακολούθηση. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τη Βεργίνα, έβρισκα πάντα τα ίχνη παράνομων ανασκαφών. Ο κ. Ανδρόνικος λόγω της αρρώστιας του, είπε ότι δεν μπορεί να έρθει και με σύστησε στον έφορο της αρχαιολογικής υπηρεσίας της Λάρισας, όπου υπάγεται η περιοχή. Έτσι ήταν Μάιος του 1986, όταν δώσαμε ραντεβού στα Τρίκαλα για να οδηγήσω τους ειδικούς αρχαιολόγους στη Βεργίνα. Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη με ήλιο που εναλλασσόταν με περιοδικές βροχές. Πάντως όταν βρεθήκαμε κοντά στη Βεργίνα, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Εξιστόρησα στους αρχαιολόγους για τις παραδόσεις του παρεκκλησιού. Στη διαδρομή προς στις παρειές του λόφου οι αρχαιολόγοι έβλεπαν μικρά νεολιθικά και παλαιολιθικά εργαλεία και αντικείμενα που εγώ δεν θα τους έδινα καμιά σημασία. Φτάνοντας όμως κοντά στο λόφο και ανηφορίζοντας, έπιασε μια καταρρακτώδης βροχή συνοδευομένη με αστραπές και βροντές και αναγκαστήκαμε να φύγαμε, καθώς ήμασταν εκτεθειμένοι στο ύψωμα. 

Μετά από μία μια διαδρομή περίπου 500 μέτρων, ο ουρανός έγινε πάλι πεντακάθαρος. Αποφασίσαμε να ξαναγυρίσουμε, αλλά μόλις φτάσαμε πάλι στις παρειές άρχισε μια νέα βροχή μεγαλύτερης έντασης από την προηγούμενη. Μας έπιασε όλους ένα ανεξήγητο δέος και αλληλοκοιταχθήκαμε χαμογελώντας, σαν να διαβάζαμε τη σκέψη που μας γεννήθηκε προς στιγμή, αλλά ντρεπόμασταν να την εξωτερικεύσουμε. Ότι δηλαδή, ο θρύλος που συνδέεται με την περιοχή των αρχαιοτήτων άσκησαν μια επιρροή πάνω μας, χωρίς καν να τους πιστεύουμε! Στα πεντακόσια μέτρα πιο κάτω, ο ουρανός ήταν πάλι ολογάλανος. Μια ηρεμία κυριάρχησε στη γύρω φύση και το ανάλαφρο ανοιξιάτικο αεράκι μας έφερνε τη μουσική του φλύαρου ρυακιού που περνούσε δίπλα στο παρεκκλήσι. Εμείς δρασκελούσαμε τα γελούμενα ρυάκια ανάμεσα στα πανάρχαια δέντρα με τα λουλούδια να ξεθυμαίνουν το άρωμά τους ευγνωμονώντας τη βροχή για τη ζωή που τα παρέχει. Γυρίζοντας πίσω, αγναντέψαμε για τελευταία φορά το λόφο, ενώ ανάμεσα στα βουνά και τα λαγκάδια ξεπρόβαλε το μοναστήρι πάνω σε μια χρυσαφένια ανταύγεια του ήλιου που έγερνε προς τη δύση. 

Με το συμβάν αυτό το παιδί μέσα μου ήρθε σε σύγκρουση με τον ενήλικα επιστήμονα. Αυτό το γεγονός να ήταν άραγε μόνο σύμπτωση; Μα τέτοια σύμπτωση; Γιατί κανένας μας δεν ήθελε να επιχειρήσουμε για τρίτη φορά να βρεθούμε στο λόφο; Δεν θέλαμε να διαψεύσουμε το μύθο άραγε; Ποια είναι τα όρια μεταξύ γνώσης και μύθου; Η σκέψη μου συμβιβάστηκε με τα λόγια του αγαπημένου μου Ηράκλειτου: 

«Συλλάψιες όλα ουχ όλα, 
Συμφερόμενον διαφερόμενον, 
Συνάδον διάδον, 
Εκ πάντων εν 
Και εξ ενός πάντα.» 

Δηλαδή: 

«Συναρμογές όλα και ουχ όλα, 
Εκείνα που συγκλίνουν κι εκείνα που απομακρύνονται. 
Εκείνα που συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν. 
Από τα πάντα το ένα 
Κι από το ένα τα πάντα.» 

Εκείνα που «συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν», σαν το μονοπάτι που είναι ανήφορος και κατήφορος, αλλά το μονοπάτι είναι ένα. Το παιδί μέσα μου χρειάστηκε να συνυπάρξει με τον ενήλικα, σαν μια μουσική αρμονία της καρδιάς και του μυαλού, του μύθου (που είναι παιδί της ακοής και της αφήγησης) και της πραγματικότητας, όπως την ερμηνεύει η λογική και η επιστήμη.. 

Το μαγειρειό με τον τρούλο

Όταν έβλεπες το μοναστήρι από μακριά, δέσποζε ένας μαύρος τρούλος που πάντα κάπνιζε. Στα 1000 χρόνια ζωής του πολλές πυρκαγιές εξαφάνισαν κειμήλια, βιβλιοθήκες που, όπως αναφέρεται, ήταν οι πλουσιότερες όλων των μοναστηριών της περιοχής. Λόγω των πυρκαγιών, πολλά τμήματα του μοναστηριού ξανακτίστηκαν. Το μόνο τμήμα του που δεν φοβόταν τη φωτιά, ήταν το μαγειρειό. Για το λόγο αυτό επιβίωσε για 770 χρόνια. Ήταν το μέρος του μοναστηριού που δεν φοβόμουνα καθόλου. Ένιωθα να με προστατεύει η φωτιά με τη λάμψη και τη ζεστασιά της. Δεν ξέρω, γιατί αλλά οι τρούλοι συνήθως υποδηλώνουν ναούς και όχι μαγειρειά. Εδώ φαίνεται ότι ήταν ο ναός της λατρείας του γήινου ανθρώπου. Πιθανόν γι αυτό μου άρεσε τόσο πολύ το μαγειρειό. Παρατηρούσα τον καπνό ν’ ανεβαίνει, έφτανε στον τρούλο, έκανε βόλτες και μετά από ένα από τα πολλά παραθυράκια του τρούλου έβγαινε και ταξίδευε στον ουρανό. Κοίταξε έλεγα μέσα μου, η φωτιά έχει δυο παιδιά τη στάχτη και τον καπνό. Ενώ ο καπνός ταξιδεύει για τον ουρανό η στάχτη είναι καταδικασμένη να είναι κολλημένη στη γη. Η φωτιά μοιάζει με τον πόλεμο. «Πόλεμος πάντων πατήρ πάντων βασιλεύς, τους δε θεούς ανέδειξε τους δε ανθρώπους, τους δε δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους». Η στάχτη τα απομεινάρια της ματαιότητας… 

Μαγειρεύαμε σ’ αυτό το μαγειρειό. Ο ηγούμενος, πατέρας Γεννάδιος, ήταν καταπληκτικός μάγειρας. Στη ζωή μου δεν έχω δοκιμάσει νοστιμότερα φαγητά. Όταν φυσούσε κι ο άνεμος δεν είχε αναπαμό και το μουγκρητό του αέρα περνούσε απ’ τα παράθυρα του τρούλου και εγκλώβιζε τον καπνό στο εσωτερικό του μαγειρειού, εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στα δάκρυα και βήχαμε. Αφιλόξενο το μαγειρειό σ’ αυτές τις ανεμοδαρμένες νύχτες. Αν κοιτούσες ψηλά προς τον τρούλο έβλεπες ένα μαύρο πέπλο, το σάβανο από καπνό και θάνατο, η άλλη όψη της ύπαρξής μας. Τότε σβήναμε τη φωτιά και με ένα φανάρι μέσα στο βουβό σκοτάδι πηγαίναμε στο πιο απομακρυσμένο κελί του μοναστηριού, όπου κει μας περίμενε η θαλπωρή του τζακιού. Όταν πάλι τα βράδια ήταν ήρεμα με ολόγιομο φεγγάρι, η φεγγαροφώτιστη σιωπή της νύχτας περνούσε μέσα από τα ανεμοδαρμένα και καπνισμένα ανοίγματα του τρούλου και μαζί με τη λάμψη της φωτιάς γαλήνευε τη θλίψη μας και γίνονταν μια γλυκιά μελωδία στις μοναξιές των καρδιών όλων μας που αναζητούν να βρουν φωνή στη σιωπή του θεού που ξαπλώνεται παντού. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα οι επιθυμίες γίνονται λωλές και η ζωντανή πνοή του θεού θρονιαζόταν στο άδυτο της καρδιάς μας. 

Όταν μετά από πολλά χρόνια επέστρεψα στο χωριό μου αντίκρισα το μοναστήρι χωρίς τον τρούλο του μαγειρειού. Μια μαχαιριά πέρασε απ΄ την καρδιά μου σπάζοντας μερικές απ’ τις χορδές δοξαριού κι η θλιβερή μουσική του θανάτου ξεχύθηκε μέσα μου. Επτακόσια εβδομήντα χρόνια ιστορίας εξαφανίστηκαν κάτω από τις ερπύστριες μιας μπουλντόζας. Η αλαζονεία του νεοέλληνα να κτίζει πάνω στα συντρίμμια της ιστορίας του, μέσα στην άγνοια και την απαιδευσιά, που περιφρονεί το παλιό μη γνωρίζοντας την αξία του και την ομορφιά της αυθεντικότητας. Γκρέμισμα στο βωμό της ανοικοδόμησης! Όπως τότε, που οι βυζαντινοί έκτιζαν τους χριστιανικούς ναούς στα συντρίμμια των αρχαίων ναών. Αισθανόμουν ότι ο θεός του γκρεμισμένου τρούλου δεν θα το συγχωρούσε ποτέ αυτό… 

Ο πατέρας Γεννάδιος πέθανε και το μοναστήρι το ανέλαβαν μια ομάδα από νέες μοναχές που έδωσαν τη ζωή τους για την επιβίωση αυτού του μοναστηριού. Δεν ήταν μόνο ο τρούλος του μαγειρειού που γκρεμίστηκε. Και ο τρούλος του ορθόδοξου ελληνισμού είχε αρχίσει κι αυτός να γκρεμίζεται. Την περίοδο εκείνη η χώρα μας περνούσε τη φάση της μετάβασης από το μονοκομματικό κράτος της «δεξιάς» σε ένα κράτος ψηφοθηρικού αναχρονιστικού λαϊκισμού και ενός πρωτόγονου «προοδευτισμού» που θεωρούσε ότι από μόνο του το αδιάκριτο γκρέμισμα και η πολεμική ενάντια σε ορισμένους θρησκευτικούς θεσμούς θα απέβαιναν αυτομάτως προς όφελος των φτωχότερων τάξεων - γιατί έτσι δήθεν επιτυγχάνεται η αφύπνισή τους και παραχωρείται σ’ αυτές ένα μέρος δύναμης και εξουσίας. Τότε καταλάβαμε κι εμείς που ελπίζαμε σε αλλαγές, ότι άλλο είναι τα λόγια στα βιβλία και άλλο η πραγματικότητα. Συνειδητοποιήσαμε ότι όσο στείρος υπήρξε ο συντηρητικός λογιοτατισμός, η απροσάρμοστη προγονοπληξία και η υποκριτική χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα «εθνικοφροσύνη», άλλο τόσο άγονος και αντιδιαλεκτικός αποδεικνύεται ο κοντόφθαλμος οικονομισμός, ο ανιστόρητος «εκσυγχρονισμός» και ο ψηφοθηρικός λαϊκισμός, που, αντί να χτίζει δίκαιους νόμους, υπέθαλψε κατά τη «μεταπολίτευση» τις εχθρικές βλέψεις των πολιτών απέναντι στα μοναστήρια. «Από το ένα άκρο στο άλλο! Πότε άραγε θα μπορέσουμε να βρούμε το χρυσό κανόνα του μέτρου σ’ αυτή τη χώρα»; Σκέφτομαι τώρα, καθώς έρχεται στο νου μου ένα περιστατικό, που με ξαναέφερε κοντά στο μοναστήρι μετά από πολλά χρόνια απουσίας μου από το χωριό Σταγιάδες: 

Το μοναστήρι Σταγιάδων ήταν από τα πλουσιότερα, έγινε όμως ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο από το οποίο είχε λίγα έσοδα από τη ξυλοκοπή. Οι κάτοικοι όμως του διπλανού χωριού, την εποχή που προανέφερα, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από καμιά υπεύθυνη κρατική υπηρεσία. (Επισυνάπτω ορισμένα δημοσιεύματα που έκανα στον τοπικό τύπο χωρίς φυσικά καμιά ανταπόκριση από τους αρμόδιους φορείς. Αυτά βρίσκονται στη διεύθυνση: http://pse.primedu.uoa.gr/users/stajia/Articles.html ). Αυτό που δεν έκαναν οι Τούρκοι επί 400 χρόνια το κάνουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια, να καταστρέφουμε μόνοι μας την πολιτιστική μας κληρονομιά, δείχνοντας πως για μας η ιστορία δεν σημαίνει τίποτα. 

Πάνω από το μοναστήρι, σε τρία χιλιόμετρα περίπου, υπήρχαν τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι το 1912. Εκεί υπήρχαν βρίσκονταν τα τελωνεία, που η ονομασία τους σώζεται μέχρι σήμερα. Στην τοποθεσία αυτή είχαν κατασκηνώσει ελληνικά στρατεύματα. Γύρω στο 1910-12 υπηρετούσε ως Λοχίας ο μετέπειτα αντιβασιλέας Κονδύλης. Ένας τσοπάνος από το χωριό Κακοπλεύρι, περίπου 4 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, κατά λάθος μπήκαν τα πρόβατά του σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Οι τούρκοι στρατιώτες κατέσχεσαν το κοπάδι με τα πρόβατα και άρχισαν να τα σφάζουν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον ελληνικό στρατό και ο Κονδύλης αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά για να τους εμποδίσει. Ένας όμως στρατιώτης είπε στον Κονδύλη ότι δεν χρειάζεται να επέμβουν και να σκοτώνονταν άδικα. Πήγε λοιπόν ο στρατιώτης, ο οποίος και μιλούσε την τουρκική γλώσσα και ανήγγειλε στην τούρκικη στρατιωτική πλευρά πως το κοπάδι με τα πρόβατα ανήκουν στο μοναστήρι. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής απελευθέρωσε αμέσως τα πρόβατα και είπε ότι ζητάει συγγνώμη από τον Ηγούμενο γι’ αυτή την περιπέτεια. (Πηγή Κωνσταντίνος Σιούτας, κάτοικος 

Ο Ηγούμενος π Γεννάδιος Βαδέλλας 

Την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου Ηγούμενος του Μοναστηριού ήταν ένας ιερωμένος μοναχός ο π. Μόδεστος. Όλοι στο χωριό μιλούσαν για τον π. Μόδεστο. Η μάνα μου τον είχε σαν παράδειγμα. Ο π. Μόδεστος κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής πήγαινε σε όλα τα γύρω χωριά και κήρυττε το λόγο του θεού. Όμως τα χρόνια περάσανε και ήρθε ο εμφύλιος και ο κόσμος διαιρέθηκε στα δύο. Αν δεν ήσουνα στη μία πλευρά, αμέσως σε κατέτασσαν στην άλλη. Ο π. Μόδεστος ως γνήσιος εκπρόσωπος της χριστιανικής ιεροσύνης ήταν αντίθετος με αυτούς που κήρυτταν ότι η θρησκεία ήταν το όπιο του λαού και έπρεπε να αφανιστεί. Επειδή πάνω του κουβαλούσε μια λεβεντιά και αξιοπρέπεια το έλεγε η ψυχή του και πήγαινε στα χωριά και από τον άμβωνα της εκκλησίας το διακήρυττε. 

Ο τότε μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών διεμήνυσε στους κληρικούς των μοναστηριών να κατέβουν στα Τρίκαλα γιατί κινδυνεύουν. Ο π. Μόδεστος αρνήθηκε ν’ αφήσει το ποίμνιό του. Σε ένα κήρυγμά του τόνισε πως αν εγκαταλείψουμε το ποίμνιό μας, ποιος θα θάβει τους νεκρούς, ποιος θα εξομολογεί και θα μεταλαβαίνει τον κόσμο; Μια Κυριακή πρωί πήγε στο ναό για τη θεία λειτουργία και είδε συνθήματα γραμμένα πάνω στις αγιογραφίες και εξοργίστηκε κι έβγαλε ένα πύρινο λόγο κάνοντας τον κόσμο να δακρύσει. Προφανώς συνελήφθη και ο π. Μόδεστος είχε ένα οδυνηρό τέλος. Βασανίστηκε, εξευτελίστηκε αφού τον ξεγύμνωσαν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο και τελικά θανατώθηκε βάναυσα. 

Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου το μοναστήρι είχε καταληφθεί από τον ΕΛΑΣ και είχε γίνει κέντρο παραγωγής ρουχισμού για τις ανάγκες των οπλιτών του. Μετά τον εμφύλιο υπήρχε ένας μοναχός, ο π. Μελέτης. Ο π. Μελέτης δεν επικοινωνούσε πολύ με το περιβάλλον και εμείς, μικρά παιδιά τότε, πηγαίναμε και τον κοροϊδεύαμε θεωρώντας ότι αυτό είναι ένα παιγνίδι. Ήταν πολύ διασκεδαστικό για μας να τον εκνευρίζουμε κι εκείνος να μας πετάει πέτρες ή να μας κυνηγάει. Το 1955 ο τότε Μητροπολίτης και Σταγών Δωρόθεος χειροτόνησε ως ηγούμενο τον π. Γεννάδιο Βαδέλλα. Θυμάμαι ότι όλο το χωριό πήγε στην τελετή της χειροτονίας ελπίζοντας ότι αυτό το μοναστήρι θα αρχίσει πάλι να λειτουργεί. Το μοναστήρι ήταν στα μαύρα του τα χάλια. Πριν από ένα χρόνο είχε καεί το ¼ περίπου του μοναστηριού από μια αβλεψία του π. Μελέτη και μάλιστα στο σημείο όπου υπήρχαν τα ιερά κειμήλια. Ήταν νύχτα όταν έπιασε φωτιά και οι χωριανοί μικροί-μεγάλοι μεταφέραμε νερό από μια βρύση που απείχε περίπου 1500 μέτρα μακριά από το μοναστήρι. Όταν ξημέρωσε, ο παππούς μου με πήρε από το χέρι και τραβήξαμε προς το μοναστήρι. Δεν έβγαλε λέξη στο δρόμο και ήταν βυθισμένος σε σκέψεις. Ήταν ένα πρωινό καταγάλανο, αλλά μια μελαγχολική σιωπή κυριαρχούσε παντού. Όταν αντικρίσαμε την καμένη πλευρά του μοναστηριού δάκρυα τρέξανε από τα μάτια του παππού μου.  Φαίνεται ότι ήταν η οδύνη και η θλίψη στη θέα ενός μοναστηριού 950 χρονών που ερειπώνεται και στη σκέψη ότι οι τελευταίες ιστορικές μαρτυρίες του, όπως είναι τα ιερά κειμήλια είχαν χαθεί. 

Αναφέρεται ότι πολλά ιερά κειμήλια του μοναστηριού μεταφέρθηκαν στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων για περισσότερη ασφάλεια. Αυτά όμως παραδόθηκαν χωρίς πρωτόκολλα παραλαβής κι έτσι δεν μπορεί πια το μοναστήρι Σταγιάδων να τα διεκδικήσει. Ο καινούργιος Ηγούμενος του μοναστηριού, π. Γεννάδιος, ανέλαβε την υποχρέωση να δώσει ξανά ζωή στο μοναστήρι. Και τα κατάφερε. Ήταν μια πολύ έντονη προσωπικότητα ο π. Γεννάδιος κι είναι για μένα πολύ δύσκολο να τον σκιαγραφήσω με λόγια, γιατί θεωρώ ότι θα τον αδικήσω, παρόλο που έζησα για πολλά χρόνια σαν να ήμουν ένα από τα δύο παιδιά του. Ο δεύτερος γιος ήταν ο Ζήσης, που κατάγονταν από το διπλανό χωριό Αγναντιά. Με το Ζήση είχαμε γνωριστεί στο οικοτροφείο της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών. Ο Ζήσης προηγούνταν ένα χρόνο στις τάξεις του τότε εξαταξίου Γυμνασίου. Είχαμε πολλά κοινά. Έπρεπε να σπουδάσουμε οπωσδήποτε, κόντρα σε όλα τα εμπόδια. Ήταν η προσδοκία της μάνας για μένα και για κείνον η προσδοκία του πατέρα του. Ο πατέρας του Ζήση πέθανε όταν ο ίδιος ήταν στην 3η τάξη Γυμνασίου, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στο χωριό του. Μέσα σ’ αυτή την απελπισία του πήγε στον τότε Μητροπολίτη κ. Δωρόθεο και του ζήτησε να τον πάρει οικότροφο στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. 

Την περίοδο εκείνη το χωριό του Ζήση είχε διαφορές με την Μητρόπολη και αιτία ήταν ένα δάσος του Μοναστηριού, που το διεκδικούσε η κοινότητα του χωριού. Τότε λοιπόν διημείφθη η εξής στιχομυθία: 

- Από πού είσαι παιδί μου; 

- Από την Αγναντιά, Σεβασμιότατε. 

- Α’ από το χωριό που διεκδικεί την περιουσία του Μοναστηριού. Θα σε κάνω δεκτό μόνο αν πάψει το χωριό να έχει διεκδικήσεις από το μοναστήρι. 

-Στο άκουσμα αυτού του όρου, είδε τη γη να χάνεται από τα πόδια του και κατέρρευσε χάνοντας τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, άκουσε μια φωνή να λέει 

- Εντάξει παιδί μου θα σε πάρω. 

Το ίδιο σχεδόν συνέβη και σε μένα. Όταν πέθανε η μάνα μου, ήταν αδύνατο κι εγώ να σπουδάσω γιατί φρόντιζε να μου στέλνει κάθε βδομάδα ένα τροβά (σακίδιο) με ψωμί, λίγο τυρί και όσπρια με τα οποία συντηρούμουν στη ζωή. Μάλιστα στη τετάρτη τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου μη μπορώντας η μητέρα μου να μου στείλει τον τροβά με τα λιγοστά τρόφιμα, μου έστειλε μια κατσίκα για να ζω με το γάλα της. Τη βόσκαγα το απόγευμα που ήμουνα ελεύθερος από το σχολείο παίρνοντας μαζί μου και τα βιβλία για να μελετήσω τα μαθήματά μου. Στη γειτονιά μια οικογένεια με το όνομα Πόχου συγκινήθηκε πολύ από το πείσμα μου να συνεχίζω τις σπουδές μου με αυτές τις άθλιες συνθήκες, εκτός του ότι μου έδιναν φαγητό που και που, ανέλαβαν να πληρώνουν το αντίστοιχο ποσό που χρειάζονταν για να παίρνει και τη δικιά μου κατσίκα ο βοσκός που περισυνέλλεγε όλες τις κατσίκες της γειτονιάς. 

Ένα βράδυ όμως ο βοσκός μου ανακοίνωσε πως η κατσίκα μου χάθηκε μέσα στο δάσος κάτω από τα Μετέωρα. Μια απελπισία κυρίευσε όλο το είναι μου κι έτρεξα αμέσως στο εικόνισμα της Παναγιάς που πάντα είχα μαζί μου. Ήταν ένα ξύλινο εικόνισμα το οποίο θα πρέπει να ήταν τουλάχιστο 100 χρονών. Η μάνα μου είπε ότι ήταν από τον προπάππου μας που είχε έρθει από τη Κόνιτσα, τον Παπαστάμο. Έπεσα στα γόνατά μου και άρχισα να προσεύχομαι. Παναγιά μου, έλεγα, βοήθησε να βρω την κατσίκα μου. Σιγοψιχάλιζε εκείνο το βραδινό σούρουπο και σε ελάχιστο χρόνο βρέθηκα μέσα στο δάσος. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας που όλο και πύκνωνε ακουγόταν ο αντίλαλος της φωνής μου από τα βράχια των Μετεώρων. 

«Μαριάνααα!!» (αυτό ήταν το όνομα της κατσίκας μου). Περιπλανιόμουν ώρες ολόκληρες μέσα στο αφέγγαρο και βροχερό αυτό σκοτάδι με συντροφιά τον αντίλαλο της φωνής μου από τους βράχους των Μετεώρων, φωνάζοντας συνέχεια το όνομά της κρατώντας βαθιά στην καρδιά μου την ελπίδα ότι η Παναγιά θα με βοηθήσει Μετά από μιάμισυ ώρα περίπου, άκουσα από μακριά ένα μπέεεε. Τότε ο αντίλαλος της φωνής μου έγινε τραγούδι. Μέσα μου κύματα φόβου και ελπίδας ξέσπασαν, δάκρυα και σταγόνες της βροχής έσμιξαν και οι χορδές της καρδιάς μου έπαιζαν στους ρυθμούς της χαράς και του πόνου. Ο αντίλαλος της «Μαριάνας» και του «μπέεε» όλο και έσμιγαν πιο πολύ, όλο και σίμωναν και ο αέρας τις έκανε μελωδίες. Ανταμώσαμε σε ένα ρέμα αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα που έγιναν και αυτά σταγόνες της βροχής, το ξεχείλισμα της θλίψης που μαζί με το τραγούδι του ρεματιού έγιναν αγάπη, πόνος, χαρά κι όλα μαζί έκαναν τη ζωή γλυκιά πέρα απ’ το θάνατο. Συγκινούμαι πάντα καθώς σκέφτομαι αυτή τη σκηνή και παρ’ όλες τις δυσκολίες της ζωής, θυμάμαι με νοσταλγία αυτό το ζώο που είχε τόση εμπιστοσύνη σε μένα και εγώ του όφειλα τόσα πολλά. 

Η μάνα μου από πολύ μικρή ηλικία φρόντιζε να με συντροφεύει πάντα ένα ζωάκι. Το πρώτο μου ζωάκι ήταν μια κότα που μόλις την πλησίαζα χαμήλωνε για να τη χαϊδεύω. Η οικογένειά μας είχε μερικές κατσίκες και πρόβατα τα οποία τα νοίκιαζαν σε βοσκούς. Κάθε άνοιξη πήγαινε στο κοπάδι, διάλεγε ένα αρνάκι ή κατσικάκι και μου το έφερνε. Θυμάμαι που μου έλεγε: αυτό είναι το δώρο μου για σένα. Είναι δικό σου, γι αυτό πρέπει να το φροντίζεις, γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για τη ζωή του. Μανάρια τα αποκαλούσαν αυτά τα ζωάκια. Ανέπτυσσες θαυμάσια σχέση μαζί τους. Κολακευόσουνα από το γεγονός ότι ήθελαν να είναι πάντα κοντά σου. Σου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και όταν τα άφηνες για λίγο βέλαζαν, γιατί σε ήθελαν κοντά τους. Με τη σχέση αυτή αναπτυσσόταν μια τρυφερότητα με τον κόσμο που ζούσαμε και καλλιεργούνταν μέσα μου η υποχρέωση να προστατεύω το ανυπεράσπιστο πλάσμα. «Υπάρχεις όταν αγαπάς τον κόσμο που ζεις» ένιωθα και δεν θα μάθω ποτέ πώς το ήξερε αυτό η μάνα μου. 

Την άλλη χρονιά, τέρμα οι τροβάδες και οι κατσίκες και έτσι η τελευταία ελπίδα μου ήταν να γίνω δεκτός στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. Πήγα κι εγώ στη μητρόπολη και ζήτησα να γίνω δεκτός από τον τότε Μητροπολίτη κ. Διονύσιο, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Δωρόθεο. Θυμάμαι όλη τη στιχομυθία λες και ήταν χτες. 

-Σεβασμιότατε, πρέπει να σπουδάσω οπωσδήποτε. Αυτή είναι η κληρονομιά του Παππού μου και της μάνας μου

Καλά κάθισε παιδί μου στο διάδρομο και περίμενε. Βέβαια εγώ είχα και το μεγάλο πρόβλημα ότι ήμουνα γιος αριστερού πατέρα κι αυτό σήμαινε αποπαίδι της κοινωνίας. Βγήκα στο διάδρομο κι άρχισα να προσεύχομαι στην Παναγιά. Μεταφέρθηκα νοερά στο εκκλησάκι του μοναστηριού και θυμόμουνα τη στιγμή που μετά την παράκληση προς την Παναγιά έπαψα να ψευδίζω. Παναγιά μου, έλεγα, όπως τότε με βοήθησες κι έπαψα να ψευδίζω, δώσε φώτιση στο Δεσπότη να με κάνει δεκτό στο οικοτροφείο. 

- Σε μια στιγμή έρχεται κάποιο καλογεράκι και μου λέει ότι ο Δεσπότης δεν βρίσκει στο τηλέφωνο τώρα το Διευθυντή του οικοτροφείου και γι αυτό λέει να έρθεις αύριο. Την άλλη μέρα δεν πήγα στο σχολείο και βρέθηκα στη Μητρόπολη και ζήτησα να δω τον Μητροπολίτη. 

Παιδί μου ο Μητροπολίτης έφυγε για την Αθήνα για να συμμετάσχει στην Ιερά Σύνοδο. Θα λείψει ένα μήνα. 

Όταν το πληροφορήθηκα αυτό άρχισα να κλαίω χωρίς σταματημό. Παναγιά μου είπα γιατί μ’ εγκατέλειψες. Με το πολύ κλάμα φαίνεται πως κάποιοι από το γραφείο ευαισθητοποιήθηκαν και με παρηγορούσαν ότι ο θεός δεν αφήνει κανένα να χαθεί και κάτι άλλο θα έβρισκα να κάνω στη ζωή μου. Υπήρξε μια αναστάτωση στο γραφείο και βγήκε από το γραφείο ένας που θα πρέπει να είχε κάποιο αξίωμα και ζήτησε να περάσω στο γραφείο του. Όλη την ώρα που ήμουνα στο γραφείο οι λυγμοί δεν μπορούσαν να σταματήσουν και ένας απέραντος πόνος με είχε κυριεύσει μαζί με μια οργή. Πώς είναι δυνατόν ο Δεσπότης να λέει ψέματα και να με κοροϊδέψει. 

- Άκου παιδί μου, καταρχήν εσύ δεν είσαι ορφανός από πατέρα, δεύτερον ο πατέρας σου είναι κομμουνιστής δηλ. άθρησκος και τρίτον το οικοτροφείο είναι πλήρες. Μη κλαις, κάτι θα βρεις να κάνεις στη ζωή σου. 

- Πάτερ πότε θα επιστρέψει ο Σεβασμιότατος; 

- Ακριβώς σε 20 μέρες. 

Κατόρθωσα αυτές τις μέρες να επιβιώσω ξοδεύοντας μια εβδομάδα στο νοσοκομείο όπου είχα μεταφερθεί από πείνα. Κάθε μέρα επισκεπτόμουν τη Μητρόπολη ρωτώντας αν ήρθε ο Δεσπότης. Την εικοστή μέρα πράγματι ήρθε και με δέχτηκε. Συνήθως ήμουνα πολύ δειλό παιδί, αλλά εκεί βρήκα κουράγιο από την Παναγιά του Μοναστηριού, που ένιωθα ότι με προστάτευε. 

 -Σεβασμιότατε, είμαι το παιδί που είχα έρθει πριν από είκοσι μέρες και μου είπατε να έρθω την επόμενη, ενώ εσείς ξέρατε ότι θα φεύγατε. Εγώ αυτές τις μέρες παρά λίγο να πεθάνω από την πείνα. 

- Παιδί μου είναι αδύνατο να σε κάνω δεκτό, γιατί δεν υπάρχει άλλο κρεβάτι 

 - Μπορείτε να αγοράσετε ένα κρεβάτι σεβασμιότατε! 

 -Δυστυχώς παιδί μου δεν είναι δυνατόν να γίνεις δεκτός 

Τότε με έπιασαν πάλι οι λυγμοί σωριάστηκα κάτω στη γωνία του γραφείου και σπαράζοντας από απόγνωση, είπα στο Δεσπότη: 

- Ή με κάνετε δεκτό στο οικοτροφείο ή φωνάξτε την αστυνομία να με βγάλει από δω. Εγώ δε φεύγω, θέλω να σπουδάσω. 

Με κοίταξε καλά, φαίνεται ότι συγκινήθηκε από τη στάση μου αυτή (απ’ ότι έμαθα μετά και ο ίδιος ήταν πολύ φτωχό παιδί και σπούδασε στη Χάλκη της Πόλης). Πήγε στο γραφείο του, πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου το έβαλε στο αυτί του, πήρε έναν αριθμό και είπε. 

-Τον κ. Τύμπα παρακαλώ. 

 - Κ. Διευθυντά, να αγοράσετε τώρα ένα κρεβάτι και να το βάλετε στην ιματιοθήκη. Σας στέλνω ένα καινούργιο οικότροφο. 

Στο δρόμο ήμουν το πιο ευτυχισμένο άτομο και μονολογούσα, Παναγία μου σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες για ακόμη μια φορά. 

Ο Μπαρμπαμανώλης 

Ο Μπαρμαμανώλης ήταν ο ένας και μοναδικός υπάλληλος του Μοναστηριού την περίοδο της ηγουμενίας του π. Γενναδίου. Ο Μπαρμαμανώλης καταγόταν από το χωριό Σταγιάδες. Στο μοναστήρι επικρατούσε πάντα άκρα ησυχία που μερικές φορές διακόπτονταν από ένα μακρινό γαύγισμα ενός σκύλου ή από τα κελάηδισμα των πουλιών. Ξαφνικά μερικές φορές ακούγαμε το Μπαρμπαμανώλη να συζητά και αναρωτιόμασταν ποιος μας επισκέφτηκε. Ο π. Γεννάδιος μας έλεγε ο Μπαρμαμανώλης είναι και μιλάει στο γάιδαρό του. Ο γάιδαρός του ήταν το μεταφορικό μέσο του μοναστηριού. Συνήθως, όταν ο Ηγούμενος πήγαινε στην Μητρόπολη ή στην Καλαμπάκα για να ψωνίσει, μετέφερε τον Ηγούμενο το καλοκαίρι σε μια απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων στη θέση εικόνισμα ή το χειμώνα στο χωριό Οξύνεια, που απείχε μιάμιση περίπου ώρα περπάτημα. Από εκεί έπαιρνε ένα παμπάλαιο λεωφορείο σαν αυτά που βλέπουμε τώρα στην Ινδία και στο Μπαγκλαντές ή οποιασδήποτε άλλες μεταφορές χρειαζόταν. 

Σε μας ο Μπαρμπαμανώλης ήταν πολύ φειδωλός στην κουβέντα του και με το ζόρι προσπαθούσαμε να του βγάλουμε μια λέξη. Μόνο στο γάιδαρό του ήταν φλύαρος. Εμένα και το Ζήση μας αγαπούσε πολύ ο Μπαρμπαμανώλης, αλλά ουδέποτε το έδειχνε. Όταν ο γάιδαρός του αρρώστησε, ήταν συνέχεια κοντά του. Επιστρέφοντας μάλιστα μια στιγμή από το χωριό ακούσαμε με το Ζήση μοιρολόγια που έβγαιναν από το χώρο όπου ήταν η κατοικία του γαϊδάρου. Την ώρα που τρώγαμε ο Ζήσης ειρωνεύτηκε το Μπαρμπαμανώλη που έκλαιγε για ένα γάιδαρο. Ο Μπαρμπαμανώλης είπε δυο λόγια μόνο: «Πού ξέρετε εσείς από πόνο». Ένα παραπέτασμα υψώνονταν ανάμεσα σε μας και Μπαρμπαμανώλη. Δυο διαφορετικοί κόσμοι. 

Με το τσιγκέλι βγάζαμε τις λέξεις από το στόμα του Μπαρμπαμανώλη. Είχε την τάση να θεωρεί ότι η ιστορία της ζωής του είναι κάτι που δεν αφορά τους άλλους. Το ένα τρίτον της ζωής του και παραπάνω ο Μπαρμπαμανώλης το πέρασε σε πολέμους. Ήταν το 1909 όταν ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος ευρισκόμενος σε διένεξη με τον Ε. Βενιζέλο κατασκήνωσε στο μοναστήρι Σταγιάδων. Όταν ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι οι αντίπαλοι ήξεραν πού βρίσκεται και ότι γαλλομαροκινό στράτευμα κατευθυνόταν στο μοναστήρι, αναχώρησε για τη Γερμανία μέσω Σερβίας ακολουθούμενος και από δέκα κατοίκους του χωριού μεταξύ των οποίων και ο Μπαρμπαμανώλης. 

Γιατί Μπαρμπαμανώλη δεν μας λες τίποτα για το ταξίδι σου στη Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι πήγες εκεί με το Βασιλιά; 

Ναι, αληθεύει,

 Να σας πω εγώ λέει ο π. Γεννάδιος. Μόλις έφτασε στη Γερμανία ήταν ανεπιθύμητος, γιατί αυτός και η παρέα του θεωρήθηκαν πράκτορες των αντιπάλων. Έτσι φύγανε και φτάσανε στην Κρήτη και από εκεί πήγαν στη Μικρά Ασία φτάνοντας μάλιστα μέχρι την Άγκυρα. 

Τι να έκρυβε άραγε ο Μπαρμπαμανώλης στα κατάβαθα της ψυχής του; Ίσως αυτό να κρατάει ξύπνια την ύπαρξή του. Όλο αυτό το βάρος το σήκωνε μόνος πάνω στους ώμους του. Δεν χρειάζονταν βοήθεια. Η σιωπή μέσα στην καρδιά του ήταν το πέπλο που σκέπαζε τις πληγές του. Το βλέμμα του ήταν πάντοτε σαν να ατένιζε το τίποτα, σ’ ένα δρόμο ερημωμένο από ανθρώπινες αξίες. Μόλις βράδιαζε μαζευόμασταν στο εκκλησάκι εγώ, ο Ζήσης, ο Μπαρμπαμανώλης και ο π. Γεννάδιος. Δεν χτυπούσαμε σήμαντρα και καμπάνες, εκτός και αν ήταν μεγάλοι εσπερινοί. Ο Ζήσης ως καλύτερος ψάλτης καθόταν στο δεξί ψαλτήρι κι εγώ στο αριστερό. Ο π. Γεννάδιος υποκαθιστούσε τον ιερέα (ο π. Γεννάδιος δεν ήταν ιερωμένος, διότι θεωρούσε ανάξιο τον εαυτό του να κατέχει αυτή τη θέση, ήταν απλά ένας μοναχός). Ο Μπαρμπαμανώλης ήταν το εκκλησίασμα. Καθόταν δίπλα μου και πολλές φορές αλληλοκοιταζόμασταν κάτω από το φως των κανδηλιών που τρεμοσβήνανε και με το βλέμμα μας γκρεμίζαμε τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στα νιάτα και τα γηρατειά με ένα χαμόγελο. 

Οι όρθροι ποτέ δεν μου δημιουργούσαν κατάνυξη, αλλά οι αναμνήσεις από τους εσπερινούς ακόμα αγγίζουν τις χορδές της καρδιάς μου με μια ουράνια μουσική. Δεν ξέρω γιατί. Ήταν το πέπλο της νύχτας σαν το συμπλήρωμα της μέρας, όπως ο θάνατος που είναι το τελευταίο συμπλήρωμα της ζωής; Ένιωθα ότι ο εσπερινός έφραζε τις θύρες που οδηγούν στις αισθήσεις μας και στις πλανερές φαντασίες. Στον εσπερινό έβλεπες τη μέρα σαν λουλούδι να μαραίνεται και να συνειδητοποιείς ότι τίποτε δεν κρατά για πάντα και, αντί να θρηνείς, να το σκέπτεσαι και να χαίρεσαι. Τα πρωϊνά, αντίθετα, με γέμιζαν με πόθους, με επιθυμίες, προσδοκίες. Το γλυκοχάραμα απλώνει με σπατάλη το φως στα πρόσωπα όλων μας και σου δίνει φτερά για να πετάξεις σε ένα κόσμο αισθησιακό και σου κάνει γλυκιά τη ζωή πέρα απ’ το θάνατο. Αυτό ο π. Γεννάδιος το σεβόταν και ουδέποτε με πίεσε να συμμετέχω σε όρθρο. Μόνο τις Κυριακές και στις μεγάλες γιορτές πήγαινα, αλλά πάντα μετά την τρίτη καμπάνα. 

Ήταν ένα θαυμάσιο καλοκαιρινό απόγευμα του 1960 και εγώ μαθητής της έβδομης προς την όγδοη τάξη του τότε Γυμνασίου και οικότροφος του Ορφανοτροφείου της Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών. Ήμασταν πολύ χαρούμενοι, γιατί ο Ζήσης πέτυχε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Θεσσαλονίκης και απολαμβάναμε στο γνωστό πεζούλι αυτή τη μεγάλη επιτυχία. Ο Ζήσης ήταν ο πρώτος από το χωριό του στη μεταπολεμική περίοδο που έμπαινε σε Πανεπιστήμιο. Στο χωριό του μάλιστα χτύπησε και η καμπάνα του χωριού του ως ένα από τα χαρμόσυνα γεγονότα. Σε μια στιγμή ξεπροβάλλει από την πύλη του Μοναστηριού ο Μπαρμπαμανώλης και μας ανακοινώνει να ετοιμαστούμε για τον Εσπερινό. Σε λίγο ακούστηκε και το σήμαντρο, σημάδι πως αυτός ο Εσπερινός δεν θα ήταν σας τους άλλους, αλλά θα είχε μια επισημότητα μιας και ο Άγιος που θα τιμούσαμε ήταν από τους πιο αγαπημένους του π. Γενναδίου. 

Εκείνο το βράδυ φιλοξενούσαμε και έναν καλόγερο από τα Μετέωρα, ο οποίος είχε πολύ καλή φωνή κι όταν έψελνε δημιουργούσε ένα κατανυκτικό κλίμα. Στις περιπτώσεις αυτές εγώ κι ο Μπαρμπαμανώλης καθόμασταν σε διπλανά στασίδια, ο καλόγερος έκανε το δεξιό ψάλτη και ο Ζήσης τον αριστερό. Μόλις τελειώσαμε τον εσπερινό, επήγαμε για φαγητό στην καμάρα. Το φαγητό ήταν μια τελετουργία που πάντα περιλάμβανε και κρασί από αυτό που φτιάχναμε στο μοναστήρι. Μάλιστα το βάζαμε σε ένα ειδικό χώρο, όπου υπήρχε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ένα ορθογώνιο πλαίσιο γεμάτο με άμμο θαλάσσης στην οποία βυθίζαμε τα μπουκάλια με το κρασί ανάποδα, με το λαιμό προς τα κάτω. Ο π. Γεννάδιος έλεγε πως το κρασί είναι κάτι ζωντανό και χρειαζόταν φυσικό ήχο για να έχει συντροφιά και να γίνει καλό, γι αυτό αφήναμε και τη βρύση ανοιχτή, εκτός βέβαια που το τρεχούμενο νερό πρόσφερε στο χώρο και την κατάλληλη υγρασία. Είχαμε πιει και κρασί 10 ετών, σκέτο βάλσαμο. 

Την περίοδο εκείνη, ήμουν πολύ επηρεασμένος από τη θρησκευτική οργάνωση της Χριστιανικής Αδελφότητας της Ζωής, μια και ο Διευθυντής του Οικοτροφείου ήταν φανατικός οπαδός της. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατήχησης θεωρούσα κι εγώ τον εαυτό μου σαν τον εκλεκτό του θεού, ως ένα παιδί των υπερκόσμιων λογισμών με μια ακραία υποκριτική στάση απέναντι στ’ ανθρώπινα προβλήματα, τέλος πάντων, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη που είχε το προνόμιο να κατέχει την αλήθεια της ζωής μια και είχα μυηθεί στον τρόπο που προσεγγίζεται το θείο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Εσπερινού είχα τα μάτια μου κλειστά και επικοινωνούσα με το θεό. Ο π. Γεννάδιος σαν ένας γνήσιος πατέρας μου και με την αποκλίνουσα σκέψη που τον διέκρινε περίμενε την κατάλληλη στιγμή για μια γόνιμη συζήτηση. Ο π. Γεννάδιος δεν μιλούσε ποτέ σαν ένας άνθρωπος που κατείχε την αλήθεια και ήταν πολύ παράξενο αυτό για έναν άνθρωπο που κατέχει μια συγκεκριμένη με θρησκευτική ταυτότητα στον κόσμο της χριστιανικής Εκκλησίας. Ποτέ ο π. Γεννάδιος δεν έκανε διαφωτιστικό κήρυγμα του στυλ «πρέπει» εκείνο «πρέπει» το άλλο. Ούτε ποτέ προσπάθησε να μας πείσει σε κάτι, απλά κατέθετε τα επιχειρήματά του στην οποιαδήποτε διαλογική συζήτηση. 

Μια φορά μάλιστα μας έπιασε στα πράσα να διαβάζουμε με το Ζήση ένα βιβλίο του Νίτσε. Εξοργίστηκε μεν, αλλά είπε απλά «αυτό το βιβλίο δεν έχει θέση μέσα στο μοναστήρι, αν θέλετε διαβάστε το, αλλά έξω από δω».  Με αφορμή αυτό το γεγονός κάναμε κι εμείς αυστηρή κριτική για θέματα εκκλησιαστικά. Δεχόταν κάθε κριτική και μάλιστα, όταν η κριτική αυτή συνοδευόταν από βαριές φράσεις από τη μεριά μας, συνήθιζε να κάνει το σταυρό του και να λέει «να σας συγχωρήσει ο θεός γι’ αυτά που λέτε». Η πατρική αγάπη που είχε για μας τα συγχωρούσε όλα. 

Σ’ εκείνο τον Εσπερινό ο Μπαρμπαμανώλης που καθόταν δίπλα μου, όταν άνοιγα τα μάτια μου ένοιωθα ότι με κοιτούσε παράξενα. Το βλέμμα του εναλλάσσονταν κι αυτό στο ρυθμό που χόρευε το φως από τα καντήλια που τρεμοέσβηναν. Δεν είπε όμως κουβέντα. Όταν καθίσαμε στην καμάρα για φαγητό τελειώνοντας το φαγητό βασίλευε στα πρόσωπά μας μια ευφορία ιδιαίτερα από το «οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου». Ο Μπαρμπαμανώλης που λίγες φορές στη ζωή του μιλούσε εκείνο το βράδυ απευθυνόμενος σε μένα με ένα ύφος αγάπης και ειρωνείας, με ρώτησε 

-Τέλη, απόψε στον Εσπερινό σε έπιασε ο ύπνος; 

Κανείς δεν κατάλαβε αυτή την ειρωνική ερώτηση εκτός από μένα. Έχουν περάσει από τότε 50 περίπου χρόνια και παραμένει αλώβητη από το χρόνο. Ο π. Γεννάδιος με ένα μειδίαμα απάντησε για μένα στον Μπαρμπαμανώλη: 

-Όχι, Μπαρμπαμανώλη, δεν κοιμόταν ταξίδευε σε ανύπαρκτους κόσμους. 

Και απευθυνόμενος σε μένα είπε 

-Θύμισέ μου αύριο να πάω στη βιβλιοθήκη για να σου δώσω ένα βιβλίο για να το διαβάσεις. 

- Την άλλη μέρα ο Ζήσης αναχώρησε για το χωριό του και ο π. Γεννάδιος με κάλεσε να καθίσουμε σ’ εκείνο το δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα δωμάτιο. Καθίσαμε στα σκαμνάκια και μου έδωσε ένα βιβλίο γραμμένο από έναν Αρχιμανδρίτη της Μητρόπολης Χαλκίδας, που είχα ξεχάσει το όνομά του, αλλά μου το θύμισε τις προάλλες ο Ζήσης που τον επισκέφτηκα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ο Αρχιμανδρίτης Καλύβας. Αυτό που μου είπε ο π. Γεννάδιος ήταν μόνο λέξεις. 

«Το θεό δεν το βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου, αλλά μόνον όταν τα έχεις ανοικτά, γιατί ο θεός είναι δίπλα σου, είναι στις καλές πράξεις που βοηθούν το συνάνθρωπο, είναι γενικότερα στην αγάπη του κάθε τι τριγύρω σου». 

Διάβασε αυτό το βιβλίο που το έγραψε ένας ιερωμένος που έζησε σ’ αυτήν τη θρησκευτική οργάνωση. Έζησα πολλά χρόνια κοντά στον π. Γεννάδιο όπως και κοντά στον παππού μου, αλλά ουδέποτε τους είδα είτε έξω είτε μέσα στην εκκλησία να κλείνουν τα μάτια για να επικοινωνήσουν με το θείο. Ο παππούς μου μόνο διάβαζε ή απήγγειλε ψαλμούς στους εσπερινούς, στους όρθρους και τις μεσονύκτιες παρακλήσεις που τις έκανε κάθε νύχτα, αλλά στο σπίτι μεταξύ δύο και τρεις τα μεσάνυχτα. Πολλές φορές ξυπνούσα κι έβλεπα τον παππού μου κοντά στο εικόνισμα του δωματίου και η φωνή του με νανούριζε. Ακόμα και σήμερα όταν ξυπνάω τη νύχτα κι έχω αϋπνίες σκέφτομαι τις στιγμές αυτές και με νανουρίζει η φωνή του παππού μου. 

Ο π. Γεννάδιος δεν τα είχε και τόσο καλά με υποκρισίες και φαρισαϊσμούς. Την περίοδο εκείνη μάλιστα επισκέπτονταν πολλοί ιερωμένοι της αδελφότητας αυτής το μοναστήρι, και μπορεί σε μας να ήταν κριτικός, απέναντί τους όμως με πολύ αγάπη και σεβασμό τους συμπεριφέρονταν. Σε πολλές συζητήσεις που γίνονταν μπορεί να διαφωνούσε, αλλά πάντα η κριτική του ήταν καλοπροαίρετη κι όχι δογματική. Έλεγε απλά ότι διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη ερμηνεία, όπως και με πολλές άλλες. Τελευταία φορά που συνάντησα τον π. Γεννάδιο ήταν λίγους μήνες πριν πεθάνει. Σπούδαζα τότε στην Αγγλία κι όταν κατέβηκα στην Αθήνα τον επισκέφτηκα σε ένα παλιοημερολογίτικο μοναστήρι, όπου τον γηροκομούσε ένας ιερωμένος που ήταν παραπαίδι του π. Γενναδίου. Παραπαίδι σημαίνει ότι ήταν κοντά του, όταν ήταν παιδί πριν χειροτονηθεί ως καλόγερος. Μου είπε ότι στην ηλικία ήταν λίγο πάνω από από 73 χρονών. «Μόνο υπέφερα σ’ αυτή τη ζωή. 

Δεν κατατάλαβα να υπάρχει κανένα νόημα γιατί να ζω. Γεννήθηκα ορφανός και παρέμεινα όλα αυτά τα χρόνια ορφανός από την ίδια τη ζωή». «Π. Γεννάδιε», είπα, «αν υπάρχει άλλη ζωή, ήσουν τόσο καλός άνθρωπος που θα πας στον παράδεισο. Μόνο για την αγάπη που είχες για μένα και το Ζήση και μόνο γι’ αυτό». 

- Ποιον παράδεισο παιδί μου κι εκεί θα ζήσω τη δεύτερη κόλαση. 

Για τον π. Γεννάδιο οι φτωχοί και οι καταφρονεμένοι και οι έχοντες την εξουσία ήταν όλοι ίδιοι. Θυμάμαι ένα γεγονός που με εντυπωσίασε. Έρχεται ο πρόεδρος της περιοχής και λέει στον π. Γεννάδιο ότι σε λίγο πρόκειται ο Νομάρχης να επισκεφτεί το μοναστήρι και πρέπει να του ετοιμάσετε φαγητό. 

Έχετε κότες για να σφάξουμε; 

Άκου πρόεδρε απαντάει ο π. Γεννάδιος σήμερα το τραπέζι μας έχει ψωμοτύρι, Αν θέλει ο Νομάρχης να φάει μαζί μας το μεσημέρι, θα φάει κι αυτός ψωμοτύρι. 

Την περίοδο που ήμασταν φοιτητές, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν ανώμαλη με κορύφωμα τη Χούντα του 1967. Και πριν από την χούντα στα γύρω χωριά επικρατούσε τρομοκρατία. Εμείς ως φοιτητές, αλλά και ως νέοι αγνοούσαμε τον κίνδυνο και το κόστος που είχε να μιλάς ελεύθερα. Μόλις επικράτησε η χούντα καλέσανε τον π. Γεννάδιο στη Μητρόπολη και του ανακοίνωσαν πως δεν ήταν δυνατόν να φιλοξενούνται στο μοναστήρι άτομα που έχουν «κομμουνιστικές» αντιλήψεις. Ακούγοντας αυτά ο π. Γεννάδιος αγανάκτησε λέγοντας πως η κατηγορία είναι συκοφαντική. Τα παιδιά έχουν δημοκρατικές αντιλήψεις και για μένα μπράβο στο κουράγιο τους να τις εκθέτουν. Αν όμως θέσετε όρο να φύγουν τα παιδιά από το μοναστήρι, τότε σας χαιρετώ κι εγώ. Ο π. Γεννάδιος έβλεπε τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις και λειτούργησε σαν πραγματικός πατέρας μας. 

Αντί επιλόγου 

Στην αρχή του κειμένου είπα ότι «όταν ήμουνα μικρός είχα την εντύπωση ότι το μοναστήρι ήταν ένα κτίσμα που ήταν σφραγισμένο με τη βούλα της αιωνιότητας». Σήμερα το πιστεύω. Με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (που για μένα Ευρώπη σημαίνει «Ένωση Πολιτιστικών Εθνοτήτων») και με την έμφαση που δίνει η Ευρώπη στην πολιτιστική της κληρονομιά, το Μοναστήρι Σταγιάδων πράγματι έχει τη σφραγίδα της αιωνιότητας. Το Μοναστήρι δεν είναι μόνο τόπος θρησκευτικής λατρείας, αλλά είναι ένα μνημείο που έχει μερίδιο σ’ αυτό που συνιστά την ταυτότητα του ελληνισμού. Θα είναι ένα παντοτινό μνημείο που θα αντιστέκεται στην πολιτιστική μας άλωση και στην αυτοκαταστροφή μας. 

"Αν τα παρεληλυθότα μνημονεύης, άμεινον περί μελλόντων βουλεύσει". Ισοκράτης 

Με άλλα λόγια, "αν δεν έχεις παρελθόν, δεν έχεις και μέλλον" και το μοναστήρι είναι το παρελθόν μας, είμαστε εμείς.

Αυτοβιογραφικό Αφήγημα

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΡΑΠΤΗΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΓΙΑΔΩΝ
15 Αυγούστου 2008


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...