/*--

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

«ΜΗ ΠΡΟΣΕΥΞΩΜΕΘΑ ΦΑΡΙΣΑΪΚΩΣ ΑΔΕΛΦΟΙ»

Ἡ προσευχή ὡς ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ τό ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Πρόκειται γιά ἐσωτερικό δημιουργικό ἔργο, πού βοηθᾶ στό οὐσιαστικό ἄνοιγμα καταρχήν πρός στό Θεό τῆς ἀγάπης καί ἐν συνεχείᾳ πρός τό συνάνθρωπο.

Πολλοί ἀρνοῦνται τήν ἀξία καί τήν ὠφέλειά της. Ἄλλοι τήν ἐκλαμβάνουν ὡς αὐτόματη μαγική καί ἀνταποδοτική ἐνέργεια. Ὁρισμένοι ἀντιμετωπίζουν τήν προσευχή μέ εὐσεβιστικό καί αὐτοδικαιωτικό τρόπο. Ἄλλοι ἐναντιώνονται στό Θεό, διότι «δέν τούς ἀκούει». Ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι πού προσεύχονται τελωνικά, μέ πλήρη συναίσθηση τῆς πνευματικῆς τους ἀποτυχίας. Στήν ποιότητα καί τήν ἀξία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἀναφέρεται τό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14).

Σέ μερικούς πού παρουσιάζονταν σίγουροι γιά τήν εὐσέβειά τους, περιφρονώντας τούς ἄλλους, ὁ Χριστός εἶπε τήν παραβολή: Δυό ἄνθρωποι, ὁ Φαρισαῖος καί ὁ τελώνης, ἀνέβηκαν στό ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά κάνοντας τήν ἑξῆς προσευχή σχετικά μέ τόν ἑαυτό του. – Θεέ μου σέ εὐχαριστῶ πού δέν εἶμαι σάν τούς «ἄλλους» ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἤ καί σάν αὐτόν ἐδῶ τόν τελώνη. Ἐγώ νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα καί δίνω στό ναό τό δέκατο ἀπό τά εἰσοδήματά μου. Ὁ τελώνης ἀντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω καί δέν τολμοῦσε οὔτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό. Χτυποῦσε τό στῆθος του καί ἔλεγε: - Θεέ μου σπλαχνίσου με τόν ἁμαρτωλό. 

Καί κλείνει τήν παραβολή ὁ Χριστός ὡς ἑξῆς: -Σᾶς βεβαιώνω πώς ὁ τελώνης ἔφυγε γιά τό σπίτι του ἀθωωμένος καί συμφιλιωμένος μέ τό Θεό, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὄχι. Διότι ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τόν ταπεινώνει θά ὑψωθεῖ. Μέ τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου ἀνοίγει τό κατανυκτικό Τριώδιο. Μία περίοδος κατεξοχήν προσευχῆς, ἄσκησης, νήψης, ἡσυχίας καί καταλλαγῆς μέ τό Θεό καί τούς συνανθρώπους.

Κι ἐνῶ ἡ περίοδος αὐτή ἀποτελεῖ εὐκαιρία ἀφαίρεσης τῆς μάσκας τῆς ὑποκρισίας, ὁ κόσμος ἀναδεικνύει τό «εἰδεχθές προσωπεῖο τῶν παθῶν». Κι ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τά παιδιά της σέ περισυλλογή καί στροφή πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο, ὁ κόσμος ἐπιζητεῖ τή διάχυση, τό θόρυβο καί τή λατρεία τῶν παντοειδῶν «ἀστέρων καί εἰδώλων». Καί παρά τό γεγονός ὅτι μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο κατακοσμήθηκαν τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων καί περιθωριοποιήθηκε ὁ παγανισμός καί ἡ εἰδωλολατρία, ἐσχάτως «πολιτιστικοί σύλλογοι» καί δημοτικές ἀρχές ἀνά τήν ἐπικράτεια ἐνθαρρύνουν τήν ἀναβίωση «παλαιῶν ἐθίμων», εὐτελίζοντας τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί προσφέρον-
τας χαμηλῆς ποιότητας «ψυχαγωγία».

Ὅμως, πραγματική «ἀγωγή τῆς ψυχῆς» ἐπιτυγχάνεται μέ τήν κατ’ ἰδίαν ἀλλά καί τήν κοινή προσευχή, πού ἐκφράζεται μέ τή λατρεία τῆς ἐκκλησίας καί ἔχει κατεξοχήν κοινωνικό χαρακτήρα. Καί οἱ δύο αὐτές μορφές προσευχῆς στηρίζονται στό εὐαγγέλιο. «Ὅταν προσεύχεσθε», διδάσκει ὁ Χριστός, «νά μήν εἶστε σάν τούς ὑποκριτές, πού τούς ἀρέσει νά στέκονται καί νά προσεύχονται στίς συναγωγές καί στά σταυροδρόμια, γιά νά κάνουν καλή ἐντύπωση στούς ἀνθρώπους…

Ἐσύ, ἀντίθετα, ὅταν προσεύχεσαι, πήγαινε στό πιό ἀπόμερο δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν πατέρα σου· κι ὁ Πατέρας πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις θά σέ ἀνταμείψει φανερά» (Ματθ. 6, 5-6). Σέ ἄλλο σημεῖο τονίζεται ἡ ἀξία τῆς κοινῆς προσευχῆς. «Σᾶς βεβαιώνω», λέει ὁ Χριστός, «πώς ἄν δύο ἀπό σᾶς συμφωνήσουν στή γῆ γιά ἕνα πράγμα πού θά ζητήσουν, ὁ Οὐράνιος Πατέρας θά τό κάνει. Γιατί ὅπου εἶναι συναγμένοι δύο ἤ τρεῖς στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι κι ἐγώ ἀνάμεσά τους» (Ματθ. 18,19-20). Ἐδῶ σαφῶς ὑπονοεῖται ἡ κοινή προσευχή καί κατ’ ἐπέκταση ἡ κοινή λατρεία.

Πολλοί θεολόγοι καί κληρικοί ὑποτιμοῦν τήν προσωπική προσευχή καί τονίζουν μόνο τήν ἀξία τῆς κοινῆς λατρείας καί εἰδικότερα τῆς θείας Λειτουργίας. Ὅμως, στήν ἐκκλησιαστική παράδοση γίνεται φανερό, ὅτι ἡ μία μορφή προσευχῆς προϋποθέτει καί τροφοδοτεῖ τήν ἄλλη. Παράδειγμα ὁ Μ. Βασίλειος πού ἀσκοῦνταν καί προσεύχονταν προσωπικά, ἐνῶ ταυτόχρονα συνέταξε τό θαυμάσιο κείμενο τῆς Λειτουργίας του. Καί ὅπως ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχή γιά νά καρπίσει χρειάζεται τελωνικό καί ταπεινό φρόνημα, ἔτσι καί στή θεία Λειτουργία πού ἀποτελεῖ μάθημα ταπεινώσεως, ὠφελεῖται ὁ Χριστιανός ὅταν λατρεύει τό Θεό μέ καρδιά συντετριμμένη· ὅταν ἀνανεώνει τή θυσιαστική ἀγάπη καί συμφιλιώνεται μέ τούς συνανθρώπους του.

Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς οὐσιαστικά δέν ἀπευθύνεται στό Θεό. Χρησιμοποιεῖ τόν ναό καί τήν προσευχή, γιά νά προβάλει τόν ἑαυτό του ἀπορρίπτοντας τούς «ἄλλους». Αὐτοδικαιώνεται καί καυχιέται γιά τίς ἐξωτερικές του ἀρετές. Ἐνῶ παράλληλα κατακρίνει τόν τελώνη, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός μίμηση. Ἡ προσευχή τοῦ τελώνη ἀποτελεῖ ἔκφραση εἰλικρινοῦς μετανοίας, λυτρωτικοῦ πένθους καί ταπείνωσης, κραυγή ἐκζήτησης τοῦ θείου ἐλέους καί εὐκαιρία αὐτογνωσίας.

Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία προτρέπει: «Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς», ἀλλά μέ συντριβή καί ταπείνωση προσλαμβάνοντας ἀδελφικά τοὺς «ἄλλους».

π. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

πηγή : «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ»,
Ἱερὰ Μητρόπολις Σερβίων & Κοζάνης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...