/*--

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Η πρόνοια του Θεού συνέχει τον κόσμο

Ιερός Αγίου Αντωνίου πόλεως Αγίου Νικολάου
«Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου». «Σταυρέ του Χριστού Πανάγιε σώσον ημάς τη δυνάμει Σου».

Την περίοδο αυτή της ποικίλης κρίσεως φανερώνεται η αγάπη μας στο Θεό, η εμπιστοσύνη μας στην θεία πρόνοιά Του. Με λυπεί βαθύτατα η απιστία του κόσμου. Δεν έχουμε συνέλθει. Βαδίζουμε στα χειρότερα. Καταντήσαμε σάρκες και έφυγε από μας το πνεύμα του Θεού. Σας ερωτώ: Πιστεύουμε στην πρόνοια του Θεού;

Η πρόνοια του Θεού είναι αυτή η οποία συνέχει τον κόσμο. Τι είναι οι φυσικοί νόμοι; Η πρόνοια του Θεού. Μας το είπε ο Θεός ότι Αυτός είναι που δίδει ζωήν και πνοήν και τα πάντα. Αυτός μας χορηγεί τα εγκόσμια και τα υπερκόσμια αγαθά. Και πέραν από τους φυσικούς νόμους, υπάρχουν και οι πνευματικοί νόμοι και αυτοί είναι φανέρωση της Θείας Πρόνοιας. Ο Θεός αγαπάει το πλάσμα Του και το φροντίζει, χαρίζοντάς του τα απαραίτητα, αυτά που του χρειάζονται. Αυτό πρέπει να το πιστεύει ο καθένας μας και να μην ανησυχεί. Αν δεν το πιστεύει, θα ταλαιπωρείται, θα έχει ανασφάλειες, άγχος, θα βιώνει τραγικά αδιέξοδα. Ο Θεός είναι παρών, είναι δίπλα μας. Έτσι να Τον αισθανόμαστε. Η Παναγία είναι η Τροφός, η Μητέρα μας. Τι Της λέμε τώρα; «Την πάσαν ελπίδαν μου εις Σε ανατίθημι». Το κάνουμε όμως;

Ένας Μοναχός βρισκόταν σε μία παραθαλάσσια περιοχή του Αγίου Όρους. Πήγε να μαζέψει ξύλα που τα είχε βγάλει η θάλασσα από μία φοβερή θαλασσοταραχή. Ενώ συνέλεγε τα ξύλα, είδε μία ανθρώπινη σκιά καθισμένη σε ένα βράχο. Όταν πλησίασε βλέπει έκπληκτος μία μοναχή να κρατά βιβλίο ανοικτό και γραφίδα. «Τι θες κυρά μου εδώ στο Άγιον Όρος; Θέλεις καμιά βοήθεια;» την ερώτησε.

 Και η φαινόμενη Μοναχή του απάντησε: «όχι δε θέλω βοήθεια, εγώ είμαι η Κυρά του τόπου και αυτή τη δουλειά κάνω από τη μία άκρη του Αγίου Όρους ως την άλλη. Να επιβλέπω και να φροντίζω για τις ανάγκες του τόπου. Στο βιβλίο αυτό σημειώνω την είσοδο και την έξοδο των Πατέρων. Είναι ένα βιβλίο Θείας Πρόνοιας για σας».

Μόλις τα είπε αυτά η μοναχή έγινε άφαντος. Τότε κατάλαβε πως ήταν η Παναγία που του φανέρωσε τη στοργική Της παρουσία στο Άγιον Όρος.

Παρακαλεί ο δίκαιος το Θεό: «Πλούτον και πενίαν μη μοι δος Κύριε. Σύνταξον δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη», δηλαδή μη με κάνεις Κύριε ούτε πλούσιο μήτε πτωχό. Και η μία και η άλλη κατάσταση φέρουν δυστυχία. Χάρισέ μου μόνο τα απαραίτητα στη ζωή. Για τα απαραίτητα πρέπει να φροντίζουμε και όχι για τα περιττά. Ο Θεός τιμωρεί την πλεονεξία μας. Το μάννα που έριχνε ο Θεός καθημερινά στους Ισραηλίτες στην έρημο, αν το κρατούσαν για την επόμενη μέρα, σάπιζε. Έτσι τα οικονόμησε ο Θεός, να μην είναι πλεονέκτες και να έχουν εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια.

Τι λέμε στην Κυριακή Προσευχή: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον..». Αλλά εμείς τα περισσεύματα τα αποθηκεύουμε στα ψυγεία και στις αποθήκες μας. Και σαν τον πλούσιο της παραβολής μεγαλώνουμε τις αποθήκες, να ζήσουμε ευτυχείς για πολλά χρόνια. Ψυχή μου αναπαύου, φάγε, ευφραίνου, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά. Την ίδια νύκτα απαιτούσαν οι διάβολοι την ψυχή του άφρονος. Έτσι συμβαίνει πάντοτε. Πολλές φορές, ενώ έχουμε νιώσει όλοι μας την Παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την Πρόνοιά Του για μας. Και αυτό είναι παγίδα του διαβόλου. Ο διάβολος ρίχνει στάχτη στα μάτια μας για να απιστούμε, για να γίνεται η καρδιά μας γρανιτένια και να αμφισβητεί την παρουσία του Θεού.

Διηγήθηκε γέροντας ένδακρυς: «Πήγα στο Άγιον Όρος δεκατεσσάρων ετών το 1950. Κάποτε στενοχωρήθηκα και είπα. Θα πάω στους γονείς μου. Όπως καθόμουν ούτε κοιμόμουν ούτε ξύπνιος ήμουν, βλέπω μία γυναίκα σεμνή μπροστά μου να μου λέει. Τι έχεις; Της απαντώ: στενοχωριέμαι και θα φύγω. Εκείνη μου λέει: Ποιος σε έφερε εδώ; Της απάντησα: Η Παναγία. Ε αφού σε έφερα εγώ εδώ τότε γιατί στενοχωριέσαι; Αυτό ήταν. Μου πέρασαν όλα και ξαλάφρωσα».

Κάποιος είχε φτιάξει μία μονάδα ιχθυοτροφείου και όλη την ημέρα έλεγε: «δόξα σοι ο Θεός». Παρατηρούσε το ιχθυοτροφείο και έβλεπε πράγματα υπερφυσικά. Έλεγε ότι το μικρό ψαράκι, από τη στιγμή που θα γονιμοποιηθεί, έχει ένα σακουλάκι με υγρό, για να τρέφεται, μέχρι να μεγαλώσει και να μπορεί να πιάνει κανένα μικροοργανισμό από το νερό. Δηλαδή, προνόησε ο Θεός γι’ αυτό. Και αν προνόησε ο Θεός, γι’ αυτούς τους μικροοργανισμούς, για τη φύση, θα αδιαφορήσει ποτέ για τον άνθρωπο; Όμως, ο άνθρωπος δεν τα πιστεύει αυτά και κανονίζει τη ζωή του δίχως το Θεό. Και γι’ αυτό οι αποφάσεις του είναι ξεκομμένες, αυτονομημένες από το Θεό. Λένε μερικοί εγωιστικά: «Θα κάνω ένα δύο παιδιά». Το Θεό δεν τον βάζουν στο λογαριασμό. Προγραμματίζουν τα πάντα χωρίς το θέλημα του Θεού και δεν τους βγαίνει πάντοτε σε καλό.

Τι λένε τα νέα ζευγάρια: «Θα κάνουμε παιδιά όταν είμαστε έτοιμοι». Και εδώ προγραμματισμός και ύστερα ταλαιπωρούνται και όχι μόνο δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, αλλά τους έρχονται και χειρότερα. Πόσα παραδείγματα δεν έχουμε; Παλαιότερα ό,τι κι αν έκαναν, έλεγαν: «Πρώτα ο Θεός». Σήμερα έχουμε κοσμικό προγραμματισμό, δίχως το Θεό, με πνεύμα ολιγοπιστίας. Υπάρχουν, αγαπητοί μου, αμέτρητες ευλογίες στη ζωή μας της θαυμαστής πρόνοιας του Θεού. Τις καταλαβαίνουμε όμως; Ο Θεός βλέπει τις ανάγκες μας, τον πόθο μας γι’ αυτόν. Ακούει την προσευχή μας και ό,τι είναι για το καλό μας, μας το δίδει. Μην απιστείτε. Μην επηρεάζεστε. Σας ομιλώ εκ πείρας. Αφήστε το πνεύμα του κόσμου και του διαβόλου.

Πριν από μία εικοσαετία, κάποιος Γέροντας με τους δύο υποτακτικούς του, πήγαν σε κάποιο κελί και έκαναν αγρυπνία στην εορτή του Ευαγγελισμού. Όταν έφυγαν, περνώντας από τις Καρυές, ρώτησε ο υποτακτικός τον Γέροντα, αν έχει ευλογία να αγοράσουν ψάρια, γιατί μόνο εκείνη την ημέρα έχει κατάλυση ιχθύος στο Άγιον Όρος τη Μεγάλη Σαρακοστή. Ο Γέροντας του απάντησε: «αν είναι θέλημα της Παναγίας να φάμε ψάρια, θα μας τα φέρει μόνη της». Είχε πίστη. Ήλθαν στο κελί τους και βρίσκουν μία σακούλα κρεμασμένη στην πόρτα ψηλά, με ψάρια τηγανισμένα και κάτω ένα σκεύος με ψαρόσουπα, με μια πέτρα επάνω για να μην το ανοίξουν οι γάτες. Τους τα είχε φέρει κάποιος γείτονας μοναχός. Εδόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν την Παναγία για την πρόνοιά Της. Τυχαίο ήταν αυτό; Όλα είναι τυχαία για τους ολιγόπιστους.

Μου έλεγε ένας μοναχός σε ένα Μοναστήρι: Συζητούσαμε ένα Σαββατόβραδο με κάποιο μοναχό πως θα μπορούσαμε να προμηθευτούμε καθαρό κερί για την Αγία Τράπεζα. Το πρωί στη Θεία Λειτουργία ήρθε ένας προσκυνητής και απόθεσε στην εικόνα του Αγίου τρία μεγάλα στρογγυλά κομμάτια από καθαρό κερί. Εμείς τα κοιτάξαμε με θαυμασμό. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, ρωτήσαμε τον προσκυνητή γιατί έφερε το κερί και εκείνος μας απήντησε πως χθες το βράδυ είδε τον Άγιο Γεώργιο στον ύπνο του και του είπε ότι αυτό το κερί που είχε στην αποθήκη από τις μέλισσές του να το φέρει εδώ γιατί ο Άγιος το έχει ανάγκη. Δεν είναι αυτό θαύμα;

Η Παναγία είναι αυτή που ικετεύει το Θεό για μας. Ρωτούσαν τον Γέροντα Φιλάρετο: «Τι θέλεις Γέροντα να σε οικονομήσουμε;» και εκείνος απαντούσε: «Ό,τι θέλω η Παναγία θα μου το στείλει» και έτσι γινόταν. Το πίστευε. Και όταν το πιστεύεις, σε ακούει ο ουρανός. Ο Θεός είναι καλός οικονόμος και μας φροντίζει ακόμη και σε λεπτομέρειες για τις υλικές ανάγκες μας. Μην περιμένεις όμως πρώτα να σου δώσει ο Θεός, αλλά εσύ να δώσεις όλο τον εαυτό σου στο Θεό. Γιατί εάν ζητάς συνέχεια από το Θεό και δεν αφήνεις τον εαυτό σου με εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, αυτό δείχνει ότι δεν τον αγαπάς, έχεις κρατούμενα. Και η σχέση μαζί Του είναι συμφεροντολογική, η αγάπη σου δεν είναι ανιδιοτελής, ευχαριστιακή προς το Θεό. Όσοι άνθρωποι δίδονται ολοκληρωτικά στο Θεό στεγάζονται κάτω από το μεγάλο τρούλο του Θεού και προστατεύονται από τη Θεία Πρόνοιά Του. Και η εμπιστοσύνη στο Θεό είναι μία συνεχής μυστική προσευχή, που φέρνει αθόρυβα τις δυνάμεις, τις ευλογίες του Θεού εκεί που χρειάζονται αλλά και την ώρα που χρειάζονται.

Ο π. Τύχων όταν είχε πάει στο καλύβι του Τιμίου Σταυρού δεν είχε Ναό, αν και του ήταν απαραίτητος. Δεν είχε χρήματα για να φτιάξει. Είχε μόνο μεγάλη πίστη στο Θεό. Μια μέρα προσευχήθηκε πολύ γι’ αυτό. Πίστευε ότι ο Θεός κάποτε θα του οικονομούσε τα χρήματα που χρειαζόταν για να φτιάξει το Ναό. Πηγαίνοντας στις Καρυές τον φώναξε από μακριά ο Γέροντας της Σκήτης του Προφήτη Ηλία και του είπε: «Κάποιος καλός Χριστιανός από την Αμερική μου έστειλε αυτά τα δολάρια για να τα δώσω σε κάποιον ασκητή που δεν έχει Ναό. Εσύ δεν έχεις Ναό. Παρ’ τα και φτιάξε». Δάκρυσε ο π. Τύχων από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη στον καλό Θεό, που σαν καρδιογνώστης είχε φροντίσει για το Ναό και του είχε στείλει μάλιστα όσα χρήματα χρειάστηκαν.  Το ίδιο δε συνέβη με τον Άγιο Νεκτάριο όταν έκτιζε το Μοναστήρι του στην Αίγινα; Οι μοναχές απορούσαν για την άμεση ανταπόκριση του ουρανού στα αιτήματα του Αγίου.

Τέτοια θαύματα έχουμε δει κι εμείς πολλά στη ζωή μας. Στα έργα της Εκκλησίας, στα Μοναστήρια που κτίσαμε, που συντηρήσαμε, στους Ναούς που οικοδομούμε, σε όλα τα έργα της Εκκλησίας, στη φιλανθρωπία και την άσκηση της αγάπης της στον κόσμο. Όλα έγιναν από το μηδέν. Περιουσία δεν έχουμε, χρήματα δεν υπήρχαν, η πίστη των ανθρώπων τα έκανε όλα αυτά τα έργα. Έχουμε δει πολλές θεοσημείες. Βιβλίο μπορώ να γράψω γι’ αυτές. Όταν αφήνεται ο άνθρωπος ολοκληρωτικά στο Θεό, ο Θεός δεν τον αφήνει αβοήθητο. Όταν από φιλότιμο κάνουμε το Θεό να χαίρεται με τη ζωή μας και με τα έργα που κάνουμε, τότε Εκείνος αναλαμβάνει εξολοκλήρου το έργο και δίδει άφθονες τις ευλογίες Του, την ώρα που τις χρειαζόμαστε και όλη η ζωή μας μετά, περνάει με ευλογίες της Θείας Πρόνοιας.

Γράφει ο Γέρων Παΐσιος: «Όταν ήμουν στον πόλεμο είχα ένα Ευαγγέλιο και το έδωσα με την καρδιά μου σε κάποιον. Ύστερα έλεγα μέσα μου, αχ να είχα ένα Ευαγγέλιο, πόσο θα με βοηθούσε εδώ που είμαι. Μετά από λίγο καιρό έστειλαν δέματα για τον καθένα στρατιώτη. Ήταν διακόσια δέματα. Μόνο στο δικό μου δέμα είχαν βάλει ένα παλιό Ευαγγέλιο, με ένα σημείωμα. “Αν χρειάζεσαι κι άλλα βιβλία, γράψε μας να σου στείλουμε”. Είχα αυτή την παρουσία του Θεού στον πόλεμο και ποτέ δε φοβήθηκα τις οβίδες. Έπεφταν δίπλα μου και δεν έσκαγαν».

«Όταν ήμουν στην Μονή Στομίου χρειάστηκα μία φορά ένα καντήλι για το Ναό. Κοίταξα την εικόνα της Παναγίας και δεν είχε καντήλι και παραπονέθηκα. Έκανα το λογισμό αυτόν και δεν τον είπα με το στόμα μου. Τις επόμενες μέρες κατέβηκα στην πόλη και την ώρα που περνούσα έξω από ένα σπίτι, ακούω μία κοπέλα να λέει στον πατέρα της: “Πατέρα ο καλόγερος”. Τότε εκείνος ήλθε και μου είπε: “Πάτερ έταξα ένα καντήλι στην Παναγία. Πάρε αυτά τα χρήματα να το αγοράσεις”. Μπορώ να μην αναλύομαι σε δάκρυα όταν βλέπω αυτά τα πράγματα, όταν βλέπω πως ό,τι ζητήσω του Θεού μου το δίδει;».

Όποιος παρακολουθεί τις ευεργεσίες του Θεού μαθαίνει να εξαρτά τον εαυτό του από τη Θεία Πρόνοια. Νιώθει σαν το μωρό στην κούνια, που αν το αφήσει για λίγο η μητέρα του αρχίζει να κλαίει, μέχρι να τρέξει πάλι κοντά του. Το πρώτο που απαιτείται για μας είναι να αφεθούμε στην αγκαλιά του Θεού κι ύστερα δεν θα στερηθούμε τίποτε.

Συνεχίζει ο π. Παΐσιος: «Όταν έφτιαχνα το Μοναστήρι δεν έφθαναν τα τσιμέντα. Οι εργάτες μάλασαν τσιμέντο, αλλά υπολειπόταν το ένα τρίτο για να τελειώσει η πλάκα των κελιών. Έρχονται και μου λένε: “Τα τσιμέντα τελειώνουν, να αραιώσουμε το μπετόν για να φθάσει για όλη την πλάκα”. Όχι τους λέω. Συνεχίσετε κανονικά. Να φέρουμε άλλα δε γινόταν. Έπρεπε να πάνε οι μάστορες δύο ώρες ως την πόλη. Και τότε δεν υπήρχαν δρόμοι. Πότε να πάνε και πότε να γυρίσουν; Βλέπω ότι είχαν ρίξει τα δύο τρίτα της πλάκας. Μπήκα τότε στο Εκκλησάκι και λέω, τι θα γίνει τώρα Παναγία μου; Σε παρακαλώ βοήθησέ μας. Μετά βγήκα έξω. Έβλεπα και τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Και η πλάκα τελείωσε και τα τσιμέντα περίσσεψαν. Και οι εργάτες το κατάλαβαν. Είχαν δει και αυτοί το θαύμα».

Ο Θεός αξιοποιεί τα πάντα για το καλό μας. Πολλές φορές ξεκινάμε να κάνουμε μία δουλειά και παρουσιάζονται ένα σωρό εμπόδια. Πως θα καταλάβουμε αν τα εμπόδια αυτά είναι από το Θεό; Να εξετάσουμε τότε αν φταίμε εμείς. Εάν δεν φταίμε το εμπόδιο θα είναι από το Θεό και είναι για το καλό μας. Γι’ αυτό δεν πρέπει κανείς να στενοχωριέται, αν δεν έγινε αυτό που ήθελε ή αν καθυστέρησε να τελειώσει. Ο Χριστός από ψηλά βλέπει τον καθένα μας πως ενεργεί και ξέρει πως και πότε θα επέμβει. Αυτό που χρειάζεται είναι εμείς να του λέμε τις επιθυμίες μας και να αφήνουμε σε Εκείνον να τα κανονίζει όλα.

Δεκαπέντε Αυγούστου του έτους 1985 στην αγρυπνία των Ιβήρων, στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, έφτασε η είδηση ότι έπιασε φωτιά στα όρια των Μονών Σταυρονικήτα και Κουτλουμουσίου. Ο αέρας που φυσούσε δυνατά την εξάπλωσε γρήγορα. Τι έγινε τότε; Διέκοψαν την αγρυπνία στην Μονή Ιβήρων, έβαλαν την παράκληση της Παναγίας και η απάντησή Της ήταν γρήγορη και θαυμαστή. Ξέσπασε μια καταρρακτώδης βροχή εκεί που ήταν η πυρκαγιά. Σε άλλα μέρη του Αγίου Όρους δεν έριξε ούτε σταγόνα. Η Παναγία άκουσε τις προσευχές των πατέρων, είδε τα δάκρυά τους, έδειξε το θαύμα Της και σκόρπισε μια χαρά σε όλους που απολαμβάνουν την ιδιαίτερη προστασία και τις άπειρες ευεργεσίες Της. Τυχαίο ήταν κι αυτό; Δοκιμασία ήταν για να ιδούν πως η Παναγία είναι μαζί τους.

Ο Θεός συχνά επιτρέπει να γίνει αυτό που είναι για το συμφέρον των πολλών και όχι του ενός. Δεν κάνει ποτέ ο Θεός ένα καλό μόνο του, αλλά τρία τέσσερα καλά μαζί. Ούτε ποτέ επιτρέπει να γίνει ένα κακό, εάν δεν βγουν απ’ αυτό πολλά καλά. Όλα τα αξιοποιεί για το όφελός μας και τα στραβά και τα επικίνδυνα. Στη ζωή μας, το καλό με το κακό είναι ανακατεμένα. Μπαίνουν προσωπικά συμφέροντα και ανακατεύονται. Ο Θεός όμως και το μπερδεμένο το αξιοποιεί. Επιτρέπει να γίνεται μόνο ό,τι μπορεί να βγει σε καλό, γιατί αγαπά το πλάσμα του. Παραχωρεί ένα μικρό πειρασμό για να μας προστατέψει από ένα μεγαλύτερο. Οι ευεργεσίες του Θεού ραγίζουν την καρδιά μου και λέω: «τι θέλει από μας ο καλός Θεός και μας τα δίδει όλα με τόση αγάπη;». Τι θέλει; Θέλει την αγαθή μας διάθεση, που θα την εκδηλώνουμε έστω και λίγο με τον φιλότιμο αγώνα μας, με τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας. Όλα τα άλλα τα δίδει Εκείνος. Δεν χρειάζονται μπράτσα στην πνευματική ζωή. Το παντοδύναμο χέρι του Θεού κρατά τα αδύναμα χέρια μας. Ένα ζητά από μας ο Θεός: «Να μην τον εμποδίζουμε να μας ευεργετεί».

Αυτός που αφήνετε στα χέρια του Θεού, χωρίς κανένα δικό του σχέδιο, περνά μέσα στο σχέδιο του Θεού. Και το σχέδιο του Θεού έχει άπειρη σοφία και αγάπη. Όσο ο άνθρωπος είναι γαντζωμένος στον εαυτό του μένει πίσω. Δεν προχωράει πνευματικά, γιατί εμποδίζει το έλεος του Θεού. Ο Θεός κάθε στιγμή χαϊδεύει με την αγάπη Του τις καρδιές όλων των ανθρώπων, αλλά εμείς δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει πουρί. Όταν ο άνθρωπος καθαρίσει την καρδιά του συγκινείται, γιατί βλέπει τις ευεργεσίες και τις καλοσύνες του Θεού. Μήπως πιστεύετε ότι ο Θεός δεν πονάει γι’ αυτούς που ταλαιπωρούνται; Ο Θεός δεν αδιαφορεί. Είναι πιστός εις τέλος, είναι αμεταμέλητα τα χαρίσματα και οι δωρεές Του. Όσοι αγωνίζονται και συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους και τις ευεργεσίες του Θεού και εμπιστεύονται τον εαυτό τους στη μεγάλη Του ευσπλαχνία, ανεβάζουν την ψυχή τους στον παράδεισο, με πολλή σιγουριά και με λιγότερο κόπο πνευματικό. Να έχουμε ευγνωμοσύνη στο Θεό και για το πολύ και για το λίγο.

Όμως δεν φανερώνουμε εμείς στη ζωή μας αυτήν την ευγνωμοσύνη. Τι δείχνουμε; Απιστία! Ανασφάλεια! Λένε μερικοί: «Πιστεύω ότι ο Θεός θα με βοηθήσει» και από την άλλη μαζεύουν χρήματα, είναι τόσο σκληρόκαρδοι που δεν δίδουν ούτε στον άγγελό τους νερό. Αυτοί εμπαίζουν το Θεό γιατί δεν εμπιστεύονται τον ε- αυτό τους στο Θεό, αλλά στα χρήματα. Αν δεν σταματήσουν να αγαπούν τα χρήματα και να στηρίζουν σ’ αυτά την ελπίδα τους, δεν θα μπορέσουν ποτέ να στηρίξουν την ελπίδα τους στο Θεό. Φιλαργυρία και ευλάβεια δεν πάνε μαζί. Όποιος είναι φιλάργυρος είναι άπιστος, δεν είναι χριστιανός. Δεν λέω να μην έχουν οι άνθρωποι μια οικονομία στην άκρη για ώρα ανάγκης. Αλλά να μη στηρίζουν την ελπίδα τους στα χρήματα και να δίδουν σ’ αυτά την καρδιά τους.  Όποιος κάνει σχέδια δικά του, χωρίς να εμπιστεύεται το Θεό, αυτός βασανίζεται. Το βλέπουμε την περίοδο αυτή της κρίσεως. Δεν έχουμε καταλάβει τη δύναμη και την καλοσύνη του Θεού. Δεν τον βάνουμε νοικοκύρη στη ζωή μας, γι’ αυτό ταλαιπωρούμαστε.

Λέγει ο π. Παΐσιος: «Όταν έμενα στο Σινά, στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης, το νερό ήταν ελάχιστο και είχα κάνει μία στερνίτσα και μάζευα τρία κιλά νερό το εικοσιτετράωρο. Όταν πήγαινα να πάρω νερό, έβαζα το ντενεκάκι να γεμίσει και έλεγα τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Έβρεχα με το χέρι μου λιγάκι μόνο το μέτωπο γιατί αυτό με βοηθούσε. Μου το είχε πει ένας γιατρός να το κάνω. Έπαιρνα λίγο νερό για να πιω και μάζευα και λίγο για τα πουλάκια και τα ποντικάκια που είχε το ασκητήριό μου. Αυτό ήταν το νερό που είχα. Ακόμη και για να πλύνω ένα ρούχο. Μου ήταν αρκετό. Τι χαρά και τι ευγνωμοσύνη ένιωθα γι’ αυτό το λίγο νερό! Έκανα Δοξολογία γιατί στην έρημο είχα νερό».

«Και όταν ήλθα στο Άγιο Όρος και έμεινα για λίγο στη Σκήτη των Ιβήρων, εκεί είχε πολύ νερό. Είχε μία στέρνα που ξεχείλιζε και το νερό έτρεχε έξω. Στο Άγιον Όρος ξέχασα την ευεργεσία του Θεού για το νερό. Ενώ στο Σινά βούρκωναν τα μάτια μου για το λίγο νερό που είχα, στο Άγιον Όρος ξεχάστηκα από την αφθονία του νερού. Ξεχνιέται κανείς με τις πολλές αφθονίες. Και εμείς ξεχάσαμε το Θεό στην πλησμονή μας. Το λέει η Αγία Γραφή».

Όλα τα αγαθά που έχουμε στη ζωή μας είναι δώρα του Θεού, από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα. «Ανοίξαντός Σου την χείρα τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος». Όλο τον κόσμο, μας τον έδωσε ο Θεός από αγάπη. Όλα εξυπηρετούν το πλάσμα Του, τον άνθρωπο. Ζώα, πτηνά, μικρά και μεγάλα, φυτά, θάλασσα. Και στο τέλος έστειλε τον Υιό Του τον Μονογενή και θυσιάστηκε για μας. Αυτό βιώνουμε κάθε Μεγάλη Εβδομάδα. Ας μην αδιαφορούμε γι’ αυτές τις μεγάλες ευεργεσίες Του. Να μην είμαστε ολιγόπιστοι και προπάντων να μην Τον πληγώνουμε με τη μεγάλη μας αχαριστία και αναισθησία. Αλλά να Τον ευχαριστούμε και να Τον δοξολογούμε. Πολλές φορές, αγαπητοί μου, έχουμε μέσα μας λογισμούς αμφιβολίας, απιστίας. Απιστούμε στα θαύματα, στις επεμβάσεις του Θεού, στη Θεία Πρόνοια, στην παρουσία Του. Ακόμη και στην ύπαρξή Του. Ο Θεός έκανε το θαύμα και πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο. Ο Θεός είναι «ο ελεών και τρέφων ημάς εκ των πλουσίων Αυτού δωρεών». Αυτό λέμε κάθε φορά που καθόμαστε στο τραπέζι και τρώμε.

Στον Μονοξυλίτη, μετόχιο της Μονής Διονυσίου, ήταν ένας Γέροντας ο οποίος ήταν σκληρός από τη φύση του και δούλευε πολύ όλη την ημέρα. Κανένας μοναχός δεν μπορούσε να μείνει κοντά του. Ο Γέρων Βησσαρίων, επειδή ήταν μαθημένος στη δουλειά, έμεινε μαζί του. Μια μέρα, όταν είδε ότι είχε τελειώσει το ψωμί, είπε στον Γέροντα να ζυμώσουν. Ο Γέροντας όμως είπε να ζυμώσουμε την Κυριακή. Ο μοναχός Βησσαρίων, αν και δεν συμφωνούσε, από υπακοή είπε: «Να ‘ναι ευλογημένο». Ετοιμάσαμε το Σαββατόβραδο το προζύμι, βάλαμε αρχή να ζυμώνουμε και τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Βρίσκαμε μέσα στο ζυμάρι αίμα, σε σχήμα μακαρονιού, που δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε, γιατί τα χέρια μας δεν ήταν κομμένα. Πετούσαμε αυτά τα κομμάτια, αλλά τελικά το ψωμί απέτυχε. Τότε του είπα ότι ο Θεός μας έδειξε σημείο επειδή ζυμώναμε την Κυριακή. Το κατάλαβε.

Πως μπορεί κανείς να είναι Χριστιανός και να απιστεί σ’ αυτά που διδάσκει η Εκκλησία; Αναφέρω μία περίπτωση: Η Παλαιά Διαθήκη γράφει ακριβώς για πόσα χρήματα θα προδιδόταν ο Χριστός. Και ότι τα χρήματα αυτά οι Εβραίοι δεν θα τα βάλουν στο ταμείο του Ναού, γιατί είναι τιμή αίματος, αλλά θα αγόραζαν ένα χωράφι για να θάβουν τους ξένους. Ξεκάθαρα πράγματα, με λεπτομέρειες. Ακόμη και για τα ρούχα που φορούσε ο Χριστός υπάρχει αναφορά ότι θα έβαναν κλήρο: «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλαν κλήρο». Και όλα αυτά λέχθηκαν αιώνες πριν τη Γέννηση του Χριστού. Πως λοιπόν εγώ να έχω λογισμό απιστίας στο Θεό, στη Θεία Οικονομία Του;

Ο Απόστολος Παύλος πριν πιστέψει ήταν διώκτης των Χριστιανών και πήγαινε στην Δαμασκό για κακό σκοπό, να θανατώσει τους Χριστιανούς. Στο δρόμο που βάδιζε του παρουσιάζεται ο Χριστός και του λέγει: «Σαούλ τι με διώκεις;» κι αυτός Του είπε: «Ποιος είσαι Κύριε;». «Εγώ είμαι ο Χριστός που εσύ καταδιώκεις. Θα πας στην πόλη και θα βρεις τον Ανανία να σε βαπτίσει». Βλέπετε λεπτομέρειες προστασίας και θαυματουργικής επέμβασης του Θεού. Πώς να τα ξεχάσει ο Παύλος όλα αυτά;

Αν διαβάσουμε το Ευαγγέλιο θα δούμε θαυμαστά γεγονότα, που φανερώνουν ότι πάνω από μας είναι το Παντοδύναμο Χέρι του Θεού που κυβερνά τον κόσμο. Τον κόσμο δεν τον κυβερνούν οι δοκούντες άρχειν, αυτοί δηλαδή που νομίζουν ότι τον κυβερνούν. Αυτοί είναι αξιολύπητοι. Ελάχιστοι απ’ αυτούς έχουν φόβο Θεού. Ένας είναι ο Κυβερνήτης του κόσμου. Αυτός που έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, όπως γράφει η Αποκάλυψη. Γι’ αυτό πρέπει να έχει και τον μόνο λόγο στη ζωή μας. Άκουσα τον Πρόεδρο της Ρωσίας να μιλά πως τον βάπτισε κρυφά η γιαγιά του, πως του είχε βάλει ένα σταυρό στο στήθος και τον σταυρό αυτόν όταν πήγε στα Ιεροσόλυμα τον άφησε στον Πανάγιο Τάφο. Δεν ντρέπεται να μιλά και να λέει πως πιστεύει στο Θεό και εκκλησιάζεται. Ποιοι πολιτικοί εδώ στον τόπο μας έχουν αυτήν την ομολογία; Και θέλουμε μετά μ’ αυτά τα πρόσωπα που μας κυβερνούν να ξεπεράσουμε την κρίση. Χειρότερα θα μας έλθουν από κάθε άποψη.

Λένε μερικοί: «αν δε δω θαύμα δεν πιστεύω». Ο Χριστιανός δεν πρέπει να επιζητεί να ιδεί θαύματα στη ζωή του για να πιστέψει. Όποιοι θέλουν θαύματα για να πιστέψουν είναι σαν τους Εβραίους, που είδαν τόσα θαύματα και όμως παρέμειναν άπιστοι. «Ει Υιός η του Θεού καταβάτω από του σταυρού και ίδωμεν και πιστεύσωμεν». Πρώτα είναι η πίστη και ύστερα έρχεται το θαύμα. Πρώτα αγαπούμε το Θεό και τον πιστεύουμε απόλυτα και ο Θεός επιβραβεύει την πίστη μας και την αγάπη μας σ’ Αυτόν με το θαύμα. Το θαύμα είναι της Πίστεως το ακριβό παιδί. Διαβάζουμε στα Γεροντικά για Μοναχούς που ζούσαν μέσα στην ατμόσφαιρα της παρουσίας του Θεού. Έβλεπαν θεοσημείες, ήξεραν πότε θα γίνουν κάποια γεγονότα. Τα πρόλεγαν, προφήτευαν, γνώριζαν ακόμη και την ημέρα του θανάτου τους. Δεν έβαναν ποτέ στη ζωή τους τη λογική που κλονίζει την πίστη. Ο Απόστολος Πέτρος με την πίστη βάδιζε πάνω στα κύματα. Μόλις έβαλε τη λογική του βούλιαζε.

Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης όταν του γνώρισε ο Θεός ότι πρόκειται να κοιμηθεί έφυγε για το Άγιον Όρος και αναπαύθηκε στο κελί του. Είπε μάλιστα στους μοναχούς του κελιού να μην το πουν σε κανένα. Και έγινε η κηδεία του μόνο με δύο – τρία πρόσωπα. Και τους παρήγγειλε ακόμη όταν θα κάνουν ανακομιδή των οστών του να τα πάνε σε ένα μέρος δύσβατο και να τα αφήσουν εκεί, γιατί δεν ήθελε να τιμηθεί ως Άγιος. Γι’ αυτόν τον τίμησε ο Θεός.

Το 1945 έγινε μεγάλη νεροποντή στο Άγιον Όρος με πολλές καταστροφές. Ο Γέρων Γερόντιος βρέθηκε τότε στο δρόμο προς τις Καρυές πεζοπορώντας. Κατάφερε μπήκε σε μία σπηλιά μέχρι να σταματήσει η βροχή. Τη νύχτα, ενώ προσευχόταν με το κομποσχοίνι του, άκουσε ποδοβολητά αλόγου. Βγήκε έξω και βλέπει ένα φωτεινό καβαλάρη. Του είπε: «Έλα μέσα άνθρωπέ μου. Που πας με αυτή τη βροχή;». Εκείνος του απάντησε: «Βιάζομαι γιατί κινδυνεύει το Μοναστήρι μου» και έφυγε. Την άλλη μέρα έμαθε ότι έπαθε μεγάλη ζημιά η Μονή Ξενοφώντος. Η νεροποντή παρέσυρε τον κήπο, τον κηπουρό, τη μισή σκήτη. Τότε κατάλαβε ότι ο φωτεινός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Γεώργιος, που έτρεχε να βοηθήσει το Μοναστήρι που τιμάται στο όνομά του και κινδύνευε.

Υπάρχουν περιπτώσεις που φανερώνεται έκδηλα η γνώση του θελήματος του Θεού στη ζωή των ανθρώπων. Στη Μονή Κουτλουμουσίου ζούσε ένας Μοναχός. Απλός, εργατικός, ευλαβής μοναχός. Όταν γέρασε, με μία βαριά γρίπη που τον έριξε στο κρεβάτι, ήλθε ο γιατρός και είπε στους Πατέρες να μην απομακρυνθούν από κοντά του γιατί σε λίγο θα τελειώσει η ζωή του. Ο π. Χαράλαμπος, έτσι τον έλεγαν, όταν το άκουσε, κάτω από τις κουβέρτες απάντησε: «Τι λες γιατρέ; Εγώ δεν πεθαίνω εάν δεν έλθει το Πάσχα, να πω το Χριστός Ανέστη». Πράγματι, πέρασαν δύο μήνες, ήλθε το Πάσχα, είπε το Χριστός Ανέστη, κοινώνησε και μετά αναπαύθηκε. Το φιλότιμο αυτό γεροντάκι είχε γίνει πραγματικά παιδί του Θεού και μαζί με το Θεό καθόριζε την ημέρα του θανάτου του.

Ο μοναχός Ηλίας ζούσε στο Άγιον Όρος. Όταν έπαθε πνευμονία, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί και ο γιατρός είπε ότι θα πεθάνει. Αυτός όμως είπε στο μοναχό που τον υπηρετούσε: «μην ακούς το γιατρό. Εγώ θα πεθάνω στο κελί μου. Δεν θα μ’ αφήσει η Παναγία να πεθάνω έξω από το Άγιον Όρος». Θεωρείται μεγάλη τιμωρία για έναν μοναχό του Αγίου Όρους να πεθάνει έξω από το περιβόλι της Παναγίας. Και όντως την επομένη έπεσε ο πυρετός και μπήκαν στο Άγιον Όρος. Τη Δευτέρα της Πέμπτης Εβδομάδος των Νηστειών είπε στον υποτακτικό του: «Την Κυριακή που θα ‘ρθει, η Παναγία θα με πάρει. Να ετοιμάσεις όλα τα απαραίτητα μαζί με 150 κεριά και να σου δώσω την ευχή μου». Επικαλείτο συνεχώς την Παναγία: «Παναγία μου πάρε με να ησυχάσω». Θέλω να ησυχάσω. Ήλθε η Κυριακή, ο μοναχός του έβαλε εδαφιαία μετάνοια και του φίλησε το χέρι. Ο Γέρων Ηλίας επικαλέστηκε την Παναγία και όταν ο Ιερέας διάβαζε την ευχή εις ψυχορραγούντα, αυτός κοιμήθηκε. Αυτοί που παρα- βρέθηκαν στην κηδεία του ήταν 150. Έφθασαν ίσα – ίσα τα κεριά.

Το δόσιμό μας, στο Θεό άνευ όρων μας αποκαλύπτει τις Θείες βουλές Του. Η εμπιστοσύνη μας στο Θεό έχει μητέρα την πίστη. Την ασφάλεια του Θεού δεν την γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι. Τις ασφάλειες του κόσμου τις ξέρουν, που καταλήγουν όμως ανασφάλειες. Πριν κάνεις οτιδήποτε, πριν ξεκινήσεις την ημέρα σου, κάνε το σταυρό σου και πες «Χριστέ μου, Παναγία μου βοήθησέ με». Αυτή είναι η ασφάλεια του Θεού. Και υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια από την εμπιστοσύνη στο Θεό;

Λέγει ο π. Παΐσιος: «Μια φορά ήταν να μου πάρουν αίμα. Ήλθαν νοσοκόμοι. Έρχεται ο πρώτος, δεν μπόρεσε να βρει φλέβα. Έρχεται ο δεύτερος, τα ίδια. Έρχεται ο τρίτος, που ήταν και ειδικευμένος και αυτός τίποτε. Εκείνη την ώρα περνούσε ο τέταρτος. Είδε που με παίδευαν και ήλθε να δοκιμάσει κι αυτός. Έκανε πρώτα το σταυρό του. Ζήτησε τη βοήθεια του Θεού και αμέσως βρήκε τη φλέβα. Οι άλλοι κατά κάποιον τρόπο είχαν εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό τους. Μεγάλη υπόθεση να αφήνεσαι στα χέρια του Θεού».

Οι άνθρωποι βάζουν στόχους και προσπαθούν να τους πετύχουν δίχως Θεό, χωρίς να αφουγκράζονται ποιο είναι το θέλημα του Θεού και χωρίς να συμμορφώνονται προς αυτό. Αν ο άνθρωπος δεν εμπιστευθεί το Θεό, θα βασανίζεται. Οι άνθρωποι συνήθως καταφεύγουν πρώτα στους ανθρώπους, στην ανθρώπινη παρηγοριά και όταν απογοητευτούν από τους ανθρώπους, τότε καταφεύγουν στο Θεό. Μόνο η Θεία Παρηγορία είναι η αληθινή παρηγορία. Γι’ αυτό δε φτάνει η πίστη στο Θεό. Χρειάζεται και η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν και η εμπιστοσύνη ελκύει τη βοήθειά Του. Εμπιστοσύνη στο Θεό μέχρι θανάτου. Και τότε βλέπει καθαρά το χέρι του Θεού που τον σώζει. Ο άνθρωπος αν θέλει να μη βασανίζεται πρέπει να πιστέψει στο «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», που είπε ο Χριστός. Η αυτοπεποίθηση είναι ο μεγαλύτερος και χειρότερος εχθρός μας, γιατί μας τινάζει ξαφνικά αλύπητα στον αέρα και μας αφήνει στους δρόμους δυστυχισμένους.

Όταν ο άνθρωπος έχει αυτοπεποίθηση δένεται με τα πρόσωπα και τα πράγματα αυτού του κόσμου και παλεύει μόνος του. Και συνήθως, πρόσωπα που τα αγαπούμε πολύ, που τους δίνουμε την καρδιά μας, μας διαψεύδουν και μας απογοητεύουν πολύ εύκολα. Ο καλός Θεός οικονομάει πολύ σοφά να δούμε με τη Θεία επέμβασή Του την αποτυχία μας αυτή, που προήλθε από την αυτοπεποίθησή μας. Θα ‘ρθει καιρός που όλος ο κόσμος θα πιστέψει γιατί θα φτάσει σε αδιέξοδο και θα επέμβει ο Χριστός. Ο Θεός δεν βοηθάει τεμπέληδες. Να γνωρίζετε ότι ο Θεός βοηθάει σε ό,τι δεν γίνεται ανθρωπίνως. Δηλαδή, όπου δεν φτάνει ο άνθρωπος βοηθάει ο Θεός. Ό,τι μπορεί να κάνει κανείς, πρέπει να το κάνει και ό,τι δεν μπορεί, να το αφήνει στο Θεό. Ο Θεός για να βοηθήσει θέλει και τη δική μας προσπάθεια.

Τι διαβάζουμε αυτές τις ημέρες; Ο Νώε εκατό χρόνια παιδευόταν για να φτιάξει την κιβωτό. Δεν μπορούσε τάχα να κάνει κάτι ο Θεός ώστε να τελειώσει γρήγορα η κιβωτός; Κουράστηκε ο Νώε. Πόσοι δεν θα τον κορόιδεψαν, όταν τον έβλεπαν να ταλαιπωρείται. Αυτός είχε πίστη στο Θεό και έκανε ό,τι του είπε. Και του είπε πώς να τη φτιάξει, με λεπτομέρειες και του έδωσε και τις δυνάμεις. Γι’ αυτό να κάνουμε εμείς ό,τι μπορούμε για να κάνει και ο Θεός ό,τι εμείς δεν μπορούμε. Ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία της ψυχής μας, για τη σωματική μας συντήρηση, ο Θεός θα μας το δώσει πλουσιοπάροχα και θα έχουμε την ευλογία Του. Ό,τι μας στερεί, είτε για να μας δοκιμάσει, είτε για να μας προφυλάξει, να το δεχόμαστε με χαρά. Ξέρει ο Θεός τι πρέπει να κάνει για μας. Εμείς όμως αδημονούμε και το θέλουμε σύντομα και πολλές φορές για άλλους λόγους. Τελικά πολλές φορές μας δίδει ο Θεός κάτι που του ζητούμε επίμονα, ενώ Εκείνος δε θέλει να μας το δώσει. Μας το δίδει όμως, θα ‘λεγα από υπακοή και τελικά γίνεται ο μεγαλύτερός μας εφιάλτης. Και λέμε στο Θεό να το πάρει πίσω.

Ο Θεός ακούει τις προσευχές των ανθρώπων που Τον αγαπούν και Τον εμπιστεύονται. Ήταν στην Μονή του Αγίου Παύλου ένα γεροντάκι. Κάποτε έλαβε ένα γράμμα ότι η μητέρα του κοιμήθηκε. Δεν είχαν τηλέφωνα τότε. Πηγαίνει σε ένα μοναχό και του λέει: «Σε θερμοπαρακαλώ να κάνεις κομποσχοίνι για τη μητέρα μου». Ήταν αγωνιστής μοναχός και προσευχόταν όλη νύχτα. Προσευχόταν 40 μέρες. Την 40η ημέρα την ώρα που έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον την δούλην Σου Μαρία», βλέπει μια γυναίκα να μπαίνει μέσα στο κελί του και να του λέει με πολλή ευγένεια: «Ήλθα να σε ευχαριστήσω γιατί αυτά τα κομποσχοίνια που μου έκανες πολύ με ωφέλησαν και βρήκε ανάπαυση η ψυχή μου» και εξαφανίσθηκε. 

Έλεγε ένας μοναχός: «Όλα κουράζουν τον άνθρωπο. Μόνο η προσευχή δεν κουράζει. Η προσευχή κάνει θαύματα. Ό,τι θέλω το ζητώ από το Θεό με θερμή προσευχή. Είχε τελειώσει κάποτε το λάδι του. Άναψε τότε το καντήλι μπροστά στην εικόνα των Αγίων του κελιού του και με πίστη και απλότητα τους είπε: “Άγιοί μου κανονίστε. Το λάδι τελείωσε. Να οικονομήσετε λίγο λαδάκι για να σας ανάβω το καντήλι και να τρώγω κι εγώ”. Την άλλη μέρα που ανέβηκε στις Καρυές βρίσκει ένα δοχείο λάδι με το όνομά του, χωρίς να γράφει ποιος το στέλνει. Ευχαρίστησε τους Αγίους για την γρήγορη βοήθειά τους.

Το ίδιο δεν έγινε στην Παναγία την Πορταΐτισσα; Είπε η Παναγία: «Δίνετε ελεημοσύνη. Εγώ θα φροντίζω για σας. Δεν θα πεινάσετε ποτέ. Όσο θα είναι η εικόνα μου στο Μοναστήρι, δεν κινδυνεύει το Άγιον Όρος να πάθει τίποτε». Και μια φορά που ο προσμονάρης μοναχός, κουρασμένος, δεν έδωσε ελεημοσύνη σε κάποιον προσκυνητή και αυτός έφυγε και έκλαιγε γιατί πεινούσε, του παρουσιάστηκε, λίγο πιο έξω από το Μοναστήρι, η Παναγία και του έδωσε ένα νόμισμα, απ’ αυτά που ήταν κρεμασμένα στην εικόνα Της, λέγοντάς του: «Πήγαινε να τους το δώσεις να σου δώσουν τροφή». Όταν τους το έδωσε, κατάλαβαν καλά ότι η Παναγία ήταν αυτή που φανερώθηκε στον ξένο, αυτή πήρε από την εικόνα της το νόμισμα. Αυτή είναι η Μητέρα τους κι όταν έχεις μητέρα την Παναγία δεν φοβάσαι τίποτα.

Όλοι οι Άγιοι ξέρουν πότε και πως να μας βοηθήσουν. Αυτοί διαπορθμεύουν το έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού είναι η Θεία Παρηγορία που νιώθουμε μέσα μας. Όταν δεν ανοίγει ο δρόμος προς το Θεό, κάτι φταίει στον άνθρωπο. Να το βρούμε. Ίσως δημιουργηθεί η απορία σε σας: «Καλά, δε γνωρίζει ο Θεός τις ανάγκες μας; Είναι ανάγκη να του ζητούμε να μας δώσει κάτι;». Ο Θεός έχει όλη την καλή διάθεση για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Θέλει και τη δική μας συμβολή και μάλιστα όταν πονούμε και τον παρακαλούμε, πολύ συγκινείται ο Θεός και επεμβαίνει. «Κρούετε και ανοιγήσετε. Ζητείτε και ευρήσετε.» Ο Θεός για τον κάθε άνθρωπο ενεργεί ξεχωριστά, όπως συμφέρει τον καθένα καλύτερα. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία μας. Ο Χριστός ρώτησε τον παράλυτο: «θέλεις υγιής γενέσθαι;». Αν κάποιος δεν θέλει να πάει στον παράδεισο, ο Θεός δεν τον παίρνει με το ζόρι, εκτός και αν είναι αδικημένος και έχει άγνοια, οπότε δικαιούται τη Θεία Βοήθεια.

Ζητά κανείς βοήθεια και ο Θεός και οι Άγιοι τη δίδουν άμεσα. Μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου έχουν κιόλας βοηθήσει. Τόσο γρήγορα βρίσκεται ο Θεός δίπλα σου. Ό,τι καλό κάνουμε, έχουμε, είναι από το Θεό. Ό,τι ανοησίες κάνουμε είναι δικές μας. Λίγο η χάρις του Θεού να μας αφήσει, τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε. Πολλές φορές κατακρίνουμε ανθρώπους για τα έργα τους. Δεν είναι σωστό. Η κατάκριση είναι μεγάλη αμαρτία. Τι έλεγε ένας μοναχός: «εάν με εγκατέλειπε η χάρις του Θεού θα έκανα χειρότερα απ’ ό,τι κάνουν όλοι οι αμαρτωλοί». Όπως αν λιγοστέψει το οξυγόνο μέσα μας, αμέσως πεθαίνουμε, έτσι και στην πνευματική ζωή λίγο να μας αφαιρέσει τη Θεία Χάρη χαθήκαμε. Όλα όσα αγαθά έχουμε είναι δώρα του Θεού. Οι αρετές μας είναι μια συνέχεια από μηδενικά. Εάν δεν βάλει τη μονάδα ο Χριστός στην αρχή είναι χαμένος ο κόπος μας.

Ο Θεός «δεν μπορεί» να μας αφήσει μόνους. Όπως οι γονείς όταν φέρνουν ένα παιδάκι στον κόσμο το φροντίζουν, το αγαπούν και πονούν γι’ αυτό, έτσι και ο Θεός, Αυτός που μας έφερε στον κόσμο, που κουράστηκε να μας κάνει ό,τι μας έκανε, τώρα και να θέλει να μας αφήσει δεν μπορεί, γιατί μας πονάει. Είμαστε μαζί Του στο Πανάχραντο Σώμα Του. Λίγο φιλότιμο να δείχναμε δεν θα χανόμασταν. Γνωρίζουμε από άλλα πράγματα πως όταν κάτι έχει κερδίσει την καρδιά μας, τίποτε άλλο δεν μας επηρεάζει. Εάν ο Χριστός κερδίσει την καρδιά μας, όλος ο κόσμος να μας πολεμά, δεν μπορεί να μας επηρεάσει. Θέλω να γνωρίζετε ότι η βοήθεια του Θεού δεν εμποδίζεται ούτε από τους ανθρώπους ούτε από τους δαίμονες. Το θέλημα του Θεού θα γίνει. Δεν είναι τίποτε δύσκολο για το Θεό ούτε για ένα Άγιο. Το εμπόδιο είναι σε μας τους ανθρώπους. Είναι η ολιγοπιστία μας, με την οποία εμποδίζουμε τη θεία δύναμη να μας πλησιάσει.

Πάντοτε να λέμε «πρώτα ο Θεός» ή «αν θέλει ο Θεός». Ένας άνθρωπος είχε αποφασίσει να πάει στο αμπέλι του για δουλειά. Αφ’ εσπέρας είπε στη γυναίκα του: «Αύριο πρωί – πρωί θα πάω στο αμπέλι». Εκείνη του απάντησε: «Αν θέλει ο Θεός θα πας». Λέει εκείνος: «θέλει δε θέλει εγώ θα πάω». Την άλλη μέρα ξεκίνησε. Στο μεταξύ πιάνει τέτοια βροχή, που αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Φτάνει στο σπίτι του, χτυπά την πόρτα. «Ποιος είναι;»,ρωτά η γυναίκα του και λέει εκείνος με πείρα πλέον: «Αν θέλει ο Θεός, ο άνδρας σου είμαι».

Αγαπητοί μου,
Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Σας μίλησα για την εμπιστοσύνη μας στην πρόνοια του Θεού. Αν έχουμε πίστη χίλιες κρίσεις να μας πλήξουν, δεν πρόκειται να πεινάσουμε, να στερηθούμε τίποτε. Ο Θεός φροντίζει και για τα σπουργίτια που πετούν. Να έχουμε εμπιστοσύνη λοιπόν στην πρόνοια του Θεού και να παρακαλούμε τον Σταυρωθέντα Κύριό μας, με την αήττητη και ακατάλυτη Θεία Δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού Του να μη μας εγκαταλείψει ποτέ.


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...