/*--

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Παπα- Χαράλαμπος Διονυσιάτης

Χριστιανός χωρίς ἐκκλησιασμό, χωρίς προσευχή, χωρίς ἐξομολόγησιν, χωρίς Θ. Κοινωνία, εἶναι ἕνα ξέφραγο ἀμπέλι, ὅπου ἀνά πᾶσαν στιγμήν ἡ πόρτα εἶναι ἀνοιχτή νά μποῦν μέσα οἱ κλέφτες, δηλαδή οἱ δαίμονες, νά τό ἁλωνίσουν.

Λοιπόν, ἀγαπητέ, λέγομεν, ὅτι ὁ Χριστιανός ὅταν βαπτιστεῖ βάζει μέσα του τήν θείαν χάριν βάζει μέσα του τόν Χριστόν. Ὅμως μέ τήν ἁμαρτίαν, τόν διώχνει πάλιν ἔξω. Χριστός καί ἁμαρτία, πράματα ἀντίθετα. Γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά βροῦμε μέσα μας τόν Θεόν, ὅσον στέκει μπροστά σάν τοῖχος ἡ ἁμαρτία. Ὅμως, εὐτυχῶς, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τό κατάλληλο φάρμακο, γιά νά πέση αὐτός ὁ τοῖχος. Αὐτό εἶναι ἡ μετάνοια καί ἐξομολόγησις. Ἔρχονται πολλοί καί ἐνδιαφέρονται γιά νοεράν προσευχήν. Ἐμεῖς πρῶτα λέγομεν: «Ἐξομολογήθηκες καμιά φοράν; κοινωνᾶς; ζεῖς χριστιανικά;» κλπ. Ἄν πῆ ναί, τότε προχωροῦμε. Ἄν ὄχι, μή χάνουμε λόγια ἄδικα. Πρῶτα λοιπόν, τέκνον, βάζουμεν ἀρχήν μέ τήν μετάνοιαν καί ἐξομολόγησιν. Κατόπιν ἀκολουθοῦμε τήν συμβουλήν ἑνός κατάλληλου πνευματικοῦ.

Όπως ὅταν ἕνας ἰσχυρός μαγνήτης κολλήση μέ τό σίδερο, τό τραβᾶς μέ ὅλη σου τήν δύναμιν ἀλλά δέν ξεκολλᾶ, ἔτσι καί ὁ νοῦς ὅπου συναντᾶ τήν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά, ἕλκεται, γλυκαίνει, κολλᾶ τόσον πολύ, ὥστε ἄν τύχη καί κάποιος σέ φωνάξει, σοῦ κτυπᾶ τήν πόρταν, ἀκούεις μέν ἀλλά καί θέλοντας δέν μπορεῖς εὔκολα νά ξεκολλήσης. Αὐτό παραμένει ὅσον ὁ Θεός θέλει. Ἄλλοτε ὅμως συστέλλεται, ἄλλοτε διαστέλλεται. Ὅταν συσταλεῖ ὁ νοῦς, ἐπιστρέφει ξανά στήν φυσιολογικήν του κατάστασιν. Ὅμως ὅπως ὅταν βουτήξης ἕνα σφουγγάρι σ’ ἕνα μυροδοχεῖο καί μετά τό στίψης, ἐκεῖνο τό ἄρωμα κολλάει γερά καί δέν βγαίνει, ἔτσι καί ὁ νοῦς γεμίζει μέσα του ἀπό τό θεῖο μύρο. Μπορεῖ τήν ἡμέρα νά δουλεύης ἐργόχειρο, στόν κῆπο, στά ντουβάρια, ὁ νοῦς ὅμως, ὅπως εἶναι ποτισμένος βαθειά μέ τήν γλυκύτητα τοῦ θείου μύρου καί χωρίς νά θέλει, εὔχεται ἀδιάλειπτα καί συχνά-πυκνά ξεχειλοῦν γλυκύτατα δάκρυα, ἀπό μόνην τήν ἐνθύμησιν τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας μας.

Λέγομεν ὅτι ἡ νοερά προσευχή εἶναι γιά ὅλους τούς χριστιανούς. Ἡ νοερά προσευχή, λέγεται καί καρδιακή. Ρωτᾶς ἄν καί ἡ προφορική μπορεῖ νά λέγεται καρδιακή. Ἡ προσευχή, ἄν δέν εἶναι καθαρή, οὔτε ἡ νοερά οὔτε ἡ προφορική, μπορεῖ νά λέγεται καρδιακή. Καρδιακή εἶναι ἡ προσευχή, ὅταν τόν νοῦν τόν καταπίνει κυριολεκτικά ἡ καρδία. Ἐκεῖ βόμβες νά πέφτουν, τό σπίτι νά καίεται, ὁ νοῦς, δέν ἐννοεῖ νά βγῆ ἀπό τήν καρδιά, ἔστω κι ἄν κινδυνεύει νά καῆ. Γι’ αὐτό χρειάζεται νά καλλιεργοῦμε καί τίς ἀρετές, ἀλλά καί τήν ἀδιάλειπτον εὐχήν. Ὅσο μποροῦμε τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ἀπό τά χείλη καί τήν καρδιά νά μή λείπη. Ὅταν συνηθίσης νά λές συνέχεια τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», τόσο γλυκαίνεσαι, τόσο σέ τραβᾶ νά λές συνέχεια αὐτήν τή μικρήν εὐχούλα, ὥστε οὔτε πεινᾶς, οὔτε νά μιλήσης θέλεις, οὔτε νά λές ὅ,τιδήποτε ἄλλο.

Λοιπόν, θέλεις νά σοῦ πῶ κι ἐμεῖς οἱ ἀγράμματοι, πῶς διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφή; Ἀφοῦ προσευχηθῶ πέντε-ἕξι ὧρες, κατόπιν διαβάζω Ἁγία Γραφή καί κατά προτίμησιν τετραυάγγελο. Σέ διαβεβαιῶ ἀδελφικά, ὅτι τόσον ἀνοίγει ὁ νοῦς μου, τά καταλαβαίνω τόσον καθαρά, πού ἀπό τήν πολλή συναίσθησι δέν ἀντέχω. Ἀφήνω τό βιβλίο καί κλαίω μέ πολλή συγκίνησιν ὥραν πολλήν.

Όποιος δέν βλέπει στήν προσευχή, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, τόν Χριστό, αὐτός δέν ἔμαθε νά προσεύχεται. Ἄχ! νά ᾽ξερες τί εἶναι νά δῆς τόν Χριστό μέ τά μάτια! Μόλις τόν βλέπεις, μέσα σου γεμίζεις μιά ἀπερίγραπτη χαρά. Ὅμως σέ καταλαμβάνει κι ἕνα ἀσυγκράτητο δέος, ὥστε αὐθόρμητα λυγίζουν τά πόδια, πέφτεις μπροστά του μπρούμυτα καί μέ ἀσταμάτητους λυγμούς, μένεις ἐκστατικός. Ἐκεῖ τί νά πῆς παρουσία Θεοῦ. Μόνο θαυμάζεις, συντρίβεσαι καί κλαῖς ἀσταμάτητα. Μωρέ ὄχι μιά μέρα καί δυό, τρεῖς μῆνες δέν μποροῦσα νά σταματήσω τά δάκρυα. Ὁ γλυκύτατος πόθος σέ κατακαίει. Ὅσο καί νά θέλεις δέν μπορεῖς νά βαστάξης τόν ἑαυτό σου. Μετά τούς τρεῖς μῆνες, λιγόστευσαν τά δάκρυα, ἀλλά ἡ μνήμη δέν ἐξαλείφεται».

πηγή : ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ,

Περιοδική ἔκδοση Ἱ.Ν. Ἁγ. Γεωργίου Γιαννιτσῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...