/*--

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Oλόκληρη τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο τούς συντηρεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός, σοφοποιός καί θεοποιός χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη, πού διατηρεῖ τή ζωή καί τήν ὕπαρξη τῶν ὄντων, τή λειτουργία τῶν κτισμάτων, τήν πνευματική προαγωγή τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κάπου στά συγγράμματά του λέγει: «Κἄν γάρ τι τῶν κτισμάτων ὑπό τῶν πατέρων προσαγορευόμενον ἀκούσῃς θεῖον, μή διά τήν οἰκείαν φύσιν τήν κτιστήν οὖσαν εἰρῆσθαι νόμιζε τοιοῦτον ἀλλά διά τήν ἐνοικοῦσαν αὐτῷ θείαν δωρεάν τοῦ Πνεύματος...» (Ἀντιρρητικός 7,3 σελ. 463 ἔκδ. Χρήστου, τ. 3ος), δηλ. ὅταν ἀκούσουμε τούς πατέρες νά ὀνομάζουν ἕνα κτίσμα θεῖον, ὅπως π.χ. οἱ θεῖοι ἄγγελοι, ὁ θεῖος πατήρ, τά θεῖα λείψανα κ.λπ., δέν πρέπει νά νομίζουμε πώς αὐτά καθ’ ἑαυτά εἶναι θεῖα καί ἱερά, ἀλλ’ ἐπειδή ἐνοικεῖ μέσα τους ἡ θεία χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἶναι καί αὐτά θεῖα. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐκχέεται παντοῦ καί ἰδιαιτέρως στόν ἄνθρωπο. Ὅταν λέμε χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, δηλ. αὐτό πού μποροῦμε νά πάρουμε ἀπ’ τό Θεό, μέ ἄλλαλόγια τό Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, πού καθαρίζεται ἀπ’ τήν ἁμαρτία καί δέχεται μέσα του τήν ἀκτίνα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, λάμπει ὁλόκληρος. Λάμπει τόσο πολύ, πού ἀκόμη σκορπάει αὐτή τή χάρη, πού παίρνει καί στά οἰκεῖα του ἀντικείμενα, δηλ. στά πράγματά του.

Τέτοια παραδείγματα ἔχουμε τά πρόσωπα τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ἔχουμε πληροφορίες ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων πώς τά σουδάρια καί τά σιμικίνθια τοῦ Παύλου κάνανε θαύματα: «Δυνάμεις τε οὐ τάς τυχούσας ὁ Θεός ἐποίει διά τῶν χειρῶν τοῦ Παύλου, ὥστε καί ἐπί τούς ἀσθενοῦντας ἀποφέρεσθαι ἀπό τοῦ χρωτός αὐτοῦ σουδάρια καί σιμικίνθια καί ἀπαλλάσεσθαι ἀπ’ αὐτῶν τάς νόσους καί τά πονηρά πνεύματα ἐκπορεύεσθαι» (19, 11-12). Ὁ ἑρμηνευτής Οἰκουμένιος γράφει πώς τά σουδάρια ἦταν λινοειδῆ ὑφάσματα πού τά ἔβαζαν στό κεφάλι τους καί τά σιμικίνθια ἦταν τά μαντήλια πού κρατοῦσαν στό χέρι τους γιά νά σφογγίζουν τούς ἱδρῶτες, τόν πτύελον, τά δάκρυα «καί τά ὅμοια» (P.G. 118,249). Αὐτά, λοιπόν, τά πανιά, πού τά εἶχαν γιά προσωπική χρήση τῶν ἀναγκῶν τους, κάνανε θαύματα, ἐπειδή εἶχαν ἔλθει σέ ἐπαφή μέ τό πρόσωπο καί τά χέρια τοῦ Παύλου, πού εἶχαν τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Τόσο πολύ ὁ Κύριος τιμᾶ τούς φίλους του τούς ἁγίους, ὥστε καί τά ἐνδύματά τους καί τ’ ἄλλα ἀντικείμενά τους καί αὐτή τή σκιά τους δίνει τή δύναμι νά θαυματουργοῦν. Πόσο μᾶλλον δίνει θαυματουργική χάρι στά ἱερά λείψανά τους» (Νικολάου Σωτηροπούλου. Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, σελ. 360). Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ τή σκιά τοῦ Πέτρου. Οἱ ἄνθρωποι ἔφερναν στίς πλατεῖες, ἐκεῖ δηλ. πού μιλοῦσε ὁ Πέτρος, τούς ἀσθενεῖς «ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἄν ἡ σκιά ἐπισκιάσῃ τινί αὐτῶν» (Πραξ. 5,15). Ἡ σκιά τοῦ Πέτρου, πού ἦταν μιά ἀμυδρά εἰκόνα τῆς ὑπάρξεώς του, εἶχε χάρη καί ἔκανε καλά τούς ἀρρώστους. Ἡ σκιά τοῦ Κυρίου δέν ἔκανε θαύματα, ἐνῶ ἡ σκιά τοῦ Πέτρου θεράπευε. Βλέπουμε νά ἐφαρμόζεται ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου πού λέγει πώς οἱ μαθητές του θά κάνουν μεγαλύτερα θαύματα (ἐννοεῖται μέ τή δύναμή Του) ἀπό τόν ἴδιο (Ἰωάν. 14, 12).

Ἄς ἔλθουμε τώρα σέ μιά ἄλλη περίπτωση, πού ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος γράφει πώς ὁ Χριστός «πολλούς ἐθεράπευσεν, ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῶ ἵνα αὐτοῦ ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας» (3, 10), δηλ. πέφτανε οἱ ἄνθρωποι πάνω στό Χριστό, ἔστω καί νά τόν ἀκουμπήσουν, γιά νά γίνουν καλά ἀπό τίς ἀρρώστειες τίς σωματικές ἤ νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τίς μάστιγες τῶν πονηρῶν πνευμάτων πού εἶχαν. Μιά τέτοια περίπτωση ἰδιάζουσα εἶναι καί ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα, πού ἡ παράδοση θέλει τό ὄνομά της νά εἶναι Βερονίκη. Αὐτή, πού πῆγε καί κρυφά ἀκούμπησε τό ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ κι ἔγινε καλά ἀπό τήν ἀρρώστεια της, «ἔλεγεν γάρ ὅτι ἐάν ἅψωμαι κἄν τῶν ἱματίων αὐτοῦ σωθήσομαι καί εὐθύς ἐξηράνθη ἡ πηγή τοῦ αἵματος αὐτῆς, καί ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπό τῆς μάστιγος...». (Μάρκ. 5, 28-29). Ἀκούμπησε τό ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ καί ἔγινε καλά. Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς, Ἐπίσκοπος Ταυρομενίας, λέγει πώς τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου τοῦ Χριστοῦ (τό ἄκρο τοῦ ρούχου του) ἦταν ἱερότατο «ὡς Θεοῦ σαρκός ἐφαπτόμενον» (P.G. τ. 122, 285). Εἶχε τό ροῦχο τοῦ Ἰησοῦ πάρει χάρη, ἐπειδή ἀκουμποῦσε στή σάρκα τοῦ Θεοῦ. Βέβαια στό θαῦμα συνήργησε ὄχι μόνο ἡ χάρη τοῦ ἱματίου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ἡ πίστη τῆς γυναικός. Ὁ μέγας ἑρμηνευτής τῶν Γραφῶν, ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, λέγει πώς ἀπό μόνο του τό ἱμάτιο δέν εἶχε δύναμη, ἀλλ’ ἐπειδή ἐνοικοῦσε μέσα σ’ αὐτό ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπόκτησε δύναμη· «οὐδέν γάρ τῶν ἐν τοῖς κτίσμασι φέρει τινά δύναμιν ἰατρικήν, ἤ γοῦν ἑτέραν τινά ἰδίαν, ἀλλά θεόσδοτον», δηλ. κανένα κτῖσμα, οὔτε καί οἱ ἄγγελοι δέν ἔχουν ἀπό μόνα τους, κάποια ἰατρική δύναμη, ἀλλ’ ὅ,τι ἔχουν τό ἔχουν ἀπό τό Θεό (P.G. τ. 72ος, στήλ. 637). Ἄλλωστε τό ὅτι τά ροῦχα τοῦ Κυρίου εἶχαν χάρη φαίνεται κι ἀπό τό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως· «Καί τά ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα λευκά λίαν οἵα γναφεύς ἐπί τῆς γῆς οὐ δύναται λευκᾶναι» (Μάρκ. 9,3). 

Τά ἱμάτια τοῦ Κυρίου κατά τή Μεταμόρφωση εἶχαν χάρη καί ἄστραφταν, γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά πεῖ πώς ὁ Κύριος «καί διά τούτων ἔδειξε, τίνες αἱ στολαί τῆς δόξης, ἅς ἐνδύσονται κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα οἱ ἐγγίζοντες Θεῷ, καί τίνα τά ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, ἅ διά τήν παράβασιν Ἀδάμ ἀπεκδυσάμενος, γυμνός ἑωρᾶτο καί κατησχύνετο», δηλ. τά ἀστραφτερά καί γεμάτα χάρη ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ εἶναι σημάδια τῆς δόξης, πού θά ἔχουν οἱ στολές τῶν ἀνθρώπων, πού θά ντυθοῦν στήν ἄλλη ζωή, ἀλλά καί σημεῖο τῆς ἀναμαρτησίας τοῦ Ἀδάμ πρίν ἀπό τή πτώση του. Τέτοια χάρη εἶχαν καί τά ροῦχα καί τά παπούτσια τῶν τριῶν παίδων, πού ἦσαν μέσα στήν κάμινο τοῦ πυρός. Ὁ Θεός δέν φύλαξε μόνο τά σώματά τους, ἀλλά καί τά ροῦχα τους καί τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς τους· «... καί ἐθεώρουν τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, ὅτι οὐχ ἥψατο τό πῦρ τοῦ σώματος αὐτῶν, καί αἱ τρίχες αὐτῶν οὐ κατεκάησαν καί τά σαράβαρα αὐτῶν οὐκ ἠλλοιώθησαν, οὐδέ ἡ ὀσμή τοῦ πυρός ἦν ἐν αὐτοῖς» (Δαν. 3, 94). Τά σαράβαρά τους, δηλ. τά ροῦχα τους δέν πάθανε τίποτε, γιατί ὁ Θεός τά γέμισε μέ χάρη. Βλέπουμε πώς καί τά ροῦχα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ ἔχουν χάρη. Ἄλλωστε ἡ μηλωτή τοῦ προφήτη Ἠλία ἔδωσε πολλή χάρη στόν Ἐλισσαῖο, δηλ. τή διπλῆ χάρη τοῦ προφήτη Ἠλία. Κρατῶντας τή μηλωτή τοῦ Ἠλία ὁ Ἐλισαῖος κτύπησε τά νερά τοῦ Ἰορδάνη κι ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασε τήν ἀπέναντι ὄχθη· «καί ἔλαβεν τήν μηλωτήν Ἠλιοῦ... καί ἐπάταξεν τά ὕδατα καί διερράγησαν ἔνθα καί ἔνθα καί διέβη Ἐλισαιέ» (Γ´ Βασ. 2,14 καί 15). Ἄρα τό ροῦχο τοῦ Ἠλία εἶχε χάρη. Δέν ἦταν ἕνα κοινό ἱμάτιο. Καταλαβαίνουμε πώς τά ἱμάτια καί τά ροῦχα τῶν ἁγίων δέν εἶναι συνηθισμένα ἐνδύματα, ἀλλ’ ἔχουν ἐπάνω τους τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμη θά θέλαμε νά θίξουμε καί κάτι ἄλλο. Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στό ἕκτο κεφάλαιο στίχ. 13 μᾶς ἀναφέρει μιά σημαντική εἴδηση γιά τό θέμα μας. Ὅταν ὁ Κύριος εἶχε στείλει τούς μαθητές του σέ μιά προκαταρτική περιοδεία, τούς ἔδωσε τή δυνατότητα νά κάνουν καί θαύματα. Νά τί λέγει τό Εὐαγγέλιο· «καί δαιμόνια πολλά ἐξέβαλλον καί ἤλειφον ἐλαίῳ πολλούς ἀρρώστους καί ἐθεράπευον». Τό ἴδιο λέγει καί ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος. Νά προσκαλοῦμε τούς πρεσβυτέρους καί νά μᾶς διαβάζουν εὐχές καί νά μᾶς ἀλείφουν μέ ἔλαιο καί ἀνάλογα μέ τήν πίστη, πού ἔχουμε, θά γίνουμε καλά ἀπό τίς ἀρρώστειές μας· «προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν ἀλείψαντες ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα...» (Ἰακ. 5, 14-15). Τώρα οἱ ἑρμηνευτές τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος ἤ ὁ Βίκτωρ ὁ Πρεσβύτερος Ἀντιοχείας σημειώνουν ὅτι τό ἔλαιο εἶναι σύμβολο τῆς ἱλαρότητος, αἴτιο τοῦ φωτός, ἰᾶται τούς κόπους τοῦ ἀνθρώπου κ.λπ. Εἶναι σύμβολο τό ἀλειφόμενο ἔλαιο τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καί φέρνει πολλές φορές τήν ἴαση τοῦ νοσήματος καί τό φωτισμό τῆς καρδιᾶς. Βέβαια ἐκεῖνο, πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται στό λάδι· «ὅτι γάρ ἡ εὐχή τό πᾶν ἐνήργει, παντί που δῆλον· τό δέ ἔλαιον, ὥς γε οἶμαι σύμβολον τούτων ὑπῆρχε» (Βίκτωρος παρά Κράμερ, σελ. 324). Βλέπουμε πώς τό ἔλαιο, ὅταν ἁγιάζεται, ἔχει στόν πιστό ἄνθρωπο καί θεραπευτικές ἰδιότητες καί δέν εἶναι κοινό λάδι. Θά ἤθελα ἀκόμη νά ἀναφέρω καί τήν περίπτωση τῆς ἀναστάσεως ἑνός ἀνθρώπου μέ τά ὀστᾶ τοῦ προφήτου Ἐλισαίου. Ἄς ἀκούσουμε τί λέγει ἡ Γραφή πάνω σ’ αὐτό. «Ὁ Ἐλισαῖος πέθανε καί τόν ἔθαψαν. Κάθε χρόνο τήν ἄνοιξη ἔμπαιναν στή χώρα Μωαβίτες ἐπιδρομεῖς. Κάποτε, ἐκεῖ πού ἔθαβαν ἕναν ἄνθρωπο, εἶδαν ξαφνικά μιά ὁμάδα ἐπιδρομέων· τότε ἔρριξαν βιαστικά τό πτῶμα μέσα στόν τάφο τοῦ Ἐλισαίου καί ἔφυγαν. Μόλις ὅμως ἦρθε σ’ ἐπαφή μέ τά ὀστᾶ τοῦ Ἐλισαίου ὁ νεκρός ζωντάνεψε καί στάθηκε στά πόδια του». (Δ´ Βασ. 13,20). Ἄρα τά ὀστᾶ τοῦ Ἐλισαίου δέν ἦταν κοινά ὀστᾶ, ἀλλά μέσα τους εἶχαν χάρη καί τήν μετέδιδαν μάλιστα. Ἦταν ζωογόνα.

Ἄς ἔλθουμε τώρα καί στήν Ἐκκλησία μας. Ὑπάρχουν πολλοί, πού κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία πώς πέφτει στήν εἰδωλολατρεία, στίς δεισιδαιμονίες καί τιμᾶ πράγματα πού τήν ἀπομακρύνουν ἀπό τό γνήσιο πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Χριστοῦ. Π.χ. Λένε γιά τίς εἰκόνες καί τά ἅγια Λείψανα καί τά εὐλαβῆ ἀντικείμενα πώς δέν εἶναι τίποτε, ἀλλ’ ἁπλῶς σύμβολα. Δέν ἀναγνωρίζουν τήν ἐνοικοῦσα χάρη τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτά. Ἐμεῖς ὅμως εἶδαμε προηγουμένως πῶς ἡ ἁγία Γραφή τά ὑποστηρίζει ὅλα αὐτά καί δέν τά κατακρίνει. Γιά νά δοῦμε τώρα τί λένε καί οἱ Πατέρες πάνω σ’ αὐτά. Ὁ μέγας θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, νά τί λέγει· «Οὐ γάρ διέστη τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὡσπερ οὐδέ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος διέστη ἡ Θεότης ἐπί τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου» (Δεκάλογος τῆς κατά Χριστόν νομοθεσίας. Φιλοκαλ. τ. δ΄, σελ. 118). Ἄς τό ἑρμηνεύσουμε αὐτό πλατύτερα· κατά τό θάνατο τοῦ Κυρίου, ἡ ψυχή καί τό σῶμα διαιρέθησαν, δηλ. τό σῶμα ἔμεινε στό τάφο καί ἡ ψυχή του κατέβηκε στόν Ἅδη, ἀλλ’ ἡ Θεότητα ἔμεινε καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, γι’ αὐτό καί τό σῶμα του δέν ὑπέστη διαφθορά, δέν ἀλλοιώθηκε. Ἔτσι καί τά λείψανα τῶν ἁγίων ἔχουν μέσα τους πολλή χάρη. Μπορεῖ, συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος, τό σῶμα τοῦ μάρτυρος (ἤ κάποιου ἁγίου) νά εἶναι ἔρημο ψυχικῆς ἐνεργείας, «ἀλλ’ ἐκεῖνο σκόπει, ὅτι τῆς ψυχῆς αὐτῆς ἑτέρα παρακάθηται μείζων αὐτῶ δύναμις ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις, πᾶσιν ὑπέρ τῆς ἀναστάσεως ἀπολογουμένη, δι’ ὥν θαυματοποιεῖ» (ΕΠΕ, 37. 54), δηλ. μέσα στό σῶμα τοῦ μάρτυρος (ἤ τοῦ ἁγίου) ἀντί γιά τήν ψυχή του παρακάθεται ἄλλη ἀνώτερη δύναμη, «ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις», ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μέ τά θαύματα πού κάνει, ἀπολογεῖται ὑπέρ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θά συνεχίσει καί θά πεῖ· «ὁ Θεός μοίρασε τούς μάρτυρες, «τάς ψυχάς λαβῶν αὐτός, τά δέ σώματα ἡμῖν ἔδωκε, ἵνα ὑπόμνησιν ἀρετῆς διηνεκῶς τά ἅγια τούτων ὀστέα ἔχωμεν» (ΕΠΕ 37, 232-234). Τά ἅγια λείψανα μέ τή χάρη πού ἔχουν μέσα τους, μᾶς τά ἔδωσε ὁ Θεός, γιά νά μᾶς ὑπενθυμίζουν τήν ἀρετή τους καί γιά νά μᾶς σπρώχνουν νά τούς μιμηθοῦμε. Πολλές φορές χρειαζόμαστε μιά ὑπενθύμηση γιά νά ἐντείνουμε τόν ἀγῶνα μας στήν πνευματική μας ζωή. Προσκυνῶντας τά ἅγια λείψανα, βλέπουμε τόν ἀγῶνα τῶν ἁγίων, τήν ὑπομονή τους, τό μαρτύριό τους καί μέ αὐτόν τόν τρόπο βάζουμε καί ἐμεῖς ἀρχή μετανοίας καί ἀγῶνος. Ὁ ἅγιος, ἐγκωμιάζοντας τόν ἅγιο μάρτυρα Ἰουλιανό πού ἐσώζετο ὁ τάφος του καί τά λείψανά του στό χωριό Δάφνη τῆς Ἀντιόχειας, λέγει· 

 «Ἕνας νωθρός πού ἔρχεται ἐδῶ καί βλέπει τά κατορθώματα τοῦ ἁγίου «κἄν ἁπάντων νωθρότατος ᾖ εὐθέως ἐξάλλεται καί θερμότερος γίνεται καί πρός τόν πόλεμον ἐκπηδᾶ» (ΕΠΕ 37, 232). Λαμβάνοντας θάρρος ἀπό τό σῶμα τοῦ ἁγίου, πού ἀξιώθηκε νά αἱματοβαφεῖ ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως πρός τό Χριστό, ἀγωνίζεται περισσότερο.  

Οἱ δειλοί παίρνουν θάρρος πρός τόν ἀγῶνα. «Διά τοῦτο παρακατέθετο ἡμῖν τά σώματα τῶν ἁγίων ὁ Θεός, ἕως τοῦ καιροῦ τῆς ἀναστάσεως, ἵνα ἔχωμεν ὑπόθεσιν φιλοσοφίας μεγίστης» (ὅπ.π., σελ. 234). 

Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι προσκυνοῦν τά ἅγια λείψανα καί τρυγοῦν πολλές εὐεργεσίες· «μυρίας ἐτρύγησαν ἰάσεις ἀπό τῆς ἁγίας ταύτης θήκης» (ὅπ.π. σελ. 236). Ἔγιναν πάρα πολλές θεραπεῖες ἀσθενῶν. Θεραπεύονται οἱ πάσης φύσεως ἀρρώστειες.

Ταπεινώνονται οἱ ὑπερήφανοι, πού καυχῶνται γιά τά πλούτη τους. Ὅταν προσκυνοῦν τά ἅγια λείψανα, βλέπουν πώς ὑπάρχει πλοῦτος ἀνώτερος ἀπό τό δικό τους καί φεύγουν πιό ὑγιεῖς πνευματικά.

Ὁ φτωχός, ὅταν ἀσπάζεται τά σώματα τῶν ἁγίων, δυναμώνεται, ἀφοῦ ἡ φτώχεια καί τά βάσανά του δέν φτάνουν τά μαρτύρια καί τά πάθη τοῦ ἁγίου (ὅπ.π., σελ. 237). 

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πού κάθεται μέσα στά ἅγια λείψανα καί συνοικεῖ μέ τούς ἁγίους, «καί εἰς ἑτέρους πρόεισι τούς μετά πίστεως ἐφεπομένους αὐτῇ καί ἀπό ψυχῆς εἰς σώματα καί ἀπό σωμάτων εἰς ἱμάτια καί ἀπό ἱματίων εἰς ὑποδήματα καί ἀπό ὑποδήματα εἰς οἰκίας ἐκτρέχει» (τοῦ αὐτοῦ ΕΠΕ, 33, 52). Καί θά καταλήξει ὁ ἅγιος νά πεῖ· «Πόθεν οὖν οὐ τοῦτον μόνον τόν σταυρωθέντα, ἀλλά καί τά ὀστᾶ τῶν ὑπέρ αὐτοῦ σφαγέντων πεφρίκασι δαίμονες;» (ὁμιλ. δ΄, εἰς τόν ἅγιον ἀπόστολον Παῦλον, ἐκδόσεις «ΛΟΓΟΣ», σελ. 39). Οἱ δαίμονες δέν φοβοῦνται μόνον τόν ἐσταυρωμένο, ἀλλά καί τά ὀστᾶ τῶν ἁγίων πού ἐσφάγησαν ὑπέρ αὐτοῦ. Ἀκόμη καί τίς θῆκες τῶν λειψάνων φοβοῦνται οἱ δαίμονες, ἀφοῦ καί αὐτές ἔχουν χάρη καί κάνουν θαύματα, ὅπως ἡ θήκη τῶν λειψάνων τοῦ Ἐλισαίου. Δύο ἄλλοι νηπτικοί πατέρες ὁ Κάλλιστος καί Ἰγνάτιος οἱ Ξανθόπουλοι λένε πώς πολλοί ἀπό τούς ἁγίους καί ζῶντες καί μετά θάνατο πῆραν χάρη. Ζῶντες ἔκαναν φοβερά πράγματα, ὅπως π.χ. πέρασαν ποταμούς ἀβάτους, «δρόμους τε μακρούς καί πολυημέρους, ἀκαριαίως διώδευσαν· καί ἕτερα ἐξαίσια, ἐν οὐρανῷ, ἐν γῇ, ἐν ἡλίῳ, ἐν θαλάσσῃ, ἐν ἐρημίαις, ἐν πόλεσιν, ἐν παντί τόπῳ καί χώρᾳ, ἐν θηρίοις καί ἑρπετοῖς καί ἁπλῶς ἐν πάσῃ τῇ κτίσει καί πᾶσι τοῖς στοιχείοις ἐξειργάσαντο καί διά πάντων ἐδοξάσθησαν...

Καί μετά τέλος δέ, ἐνίων καί τά σεβάσμια σώματα τό ἀδιάλυτον φέρουσι, προδήλως τήν ἐνοικοῦσαν αὐτοῖς καί πᾶσι τοῖς βεβαιοπίστοις ὑπέρ φύσιν χάριν καί δύναμιν πιστούμενα» (Φιλ. τ. δ΄, σελ. 290). Τά ἅγια λείψανα πιστοποιοῦν τή χάρη τοῦ βαπτίσματος, πού ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἀφήνει ἄφθορα τά ἅγια λείψανα, ὡς σημεῖον τῆς ἀφθαρσίας γιά τήν ἄλλη ζωή. Κάπως ἔτσι, ἀλλά σέ λαμπρότερη κατάσταση θά εἶναι καί τά σώματά μας κατά τή Δευτέρα Παρουσία. Τήν ἴδια χάρη λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἔχουν καί οἱ εἰκόνες καί τά εὐλαβῆ ἀντικείμενα μέσα στήν Ἐκκλησία, τό Εὐαγγέλιο καί τό λάδι τῶν εἰκόνων κ.λπ. Ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος παραμένει καί στίς ψυχές καί στά σώματα, καί στούς τάφους καί στούς χαρακτῆρες καί στίς ἅγιες εἰκόνες τους, «οὐ κατ’ οὐσίαν, ἀλλά χάριτι καί ἐνεργείᾳ» (P.G. τ. 94, 1249).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ἄς ἀναφέρουμε τώρα ἀρκετά παραδείγματα γιά νά δοῦμε τήν ἀλήθεια αὐτή τῆς Ἐκκλησίας μας.

1. Ἀπό τό λειμωνάριο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Μόσχου. (Φιλοκαλ. ΕΠΕ, τ. 2ος, σελ. 90). 

Τό παράδειγμα, πού ἀναφέρει ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ὁ Ἠλιώτης, γιά κάποιον ἀγωνιστή μοναχό, πού ἀσκήτευε στό ὄρος τῶν Ἐλαιώνων. Τόν πολεμοῦσε δαίμονας τῆς πορνείας. Μιά μέρα, λοιπόν, καθώς τόν εἶχε ἐπιτεθεῖ μέ μανία, ὁ γέροντας ἄρχισε νά μήν ἀντέχει ἄλλο, καί λέγει στό δαίμονα «Ἕως πότε οὐκ ἐνδίδως μοι; Ἀπόστα λοιπόν, συνεγήρασαί μοι». Τότε φαίνεται ὀφθαλμοφανῶς ὁ δαίμονας καί τοῦ λέγει· Κάνε μου ὅρκο πώς δέν θά πεῖς σέ κανέναν αὐτά, πού θά σοῦ πῶ καί δέν θά σέ ξαναενοχλήσω. «Καί ὤμοσεν ὁ γέρων ὅτι. Μά τόν κατοικοῦντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐκ εἴπω σοι λέγειν τινί, ἅπερ εἴπῃς μοι. Λέγει αὐτῷ ὁ δαίμων· «Μή προσκυνήσῃς ταύτῃ τῇ εἰκόνι καί οὐκ ἔτι σε πολεμῶ. Εἶχε δέ ἡ εἰκών τό ἐκτύπωμα τῆς Δεσποίνης ἡμῶν ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας βασταζούσης τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν». Τότε λέγει ὁ μοναχός στό δαίμονα. Ἄφησε νά τό σκεφθῶ. Πῆγε τότε καί ἐπεσκέφθηκε τόν ἀββᾶ Θεόδωρο τόν Ἠλιώτη καί τοῦ διηγήθηκε τό συμβάν. Αὐτός ἀπάντησε. Τό ὅτι ὁρκίσθηκες, κακῶς ἔκανες. Ἀλλά τό ὅτι μοῦ τό φανέρωσες καλῶς ἔκανες. «Συμφέρει δέ σοι εἰς τήν χώραν ταύτην μή ἐᾶσαι πορνεῖον εἰς ὅ μή εἰσέρχῃ, ἤ ἵνα ἀρνήσῃ τοῦ προσκυνεῖν τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν μετά τῆς αὐτοῦ Μητρός».

2. Τό παράδειγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου καί τοῦ ἁγίου Ἰουλιανοῦ τοῦ μάρτυρος.

Ὁ χρησμός τοῦ Ἀπόλλωνος ἦταν νά ἀνορύξει τά ὀστᾶ τοῦ ἁγίου καί νά τά μεταφέρει σέ ἄλλο τόπο γιά νά δώσει χρησμό. «Ἀνάρρηξον τάς θήκας, ἀνόρυξον τά ὀστᾶ, μετάστησον τούς νεκρούς» (Κατάστρεψε τίς θῆκες, ξεπαράχωσε τά ὀστᾶ, μετάφερε σέ ἄλλο σημεῖο τούς νεκρούς) (ΕΠΕ, 37, 58 καί ἑξ.). Ὁ Παραβάτης μετακίνησε μόνον τά ὀστᾶ τοῦ μάρτυρος. Ὅλους τούς ἄλλους τούς ἄφησε. Βλέπουμε πώς τά ἅγια λείψανα ἐμπόδιζαν τούς δαίμονες νά δώσουν χρησμό.

3. Ἄλλο θαυμασιώτατο παράδειγμα.

Σέ ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου πρός τούς ἁγίους μάρτυρες διαβάζουμε τά ἑξῆς· Οἱ τάφοι τῶν μαρτύρων ἦταν σέ ἐξοχικό μέρος καί ἐκεῖ στήν πανήγυρή τους πήγαιναν πολλοί, ἀλλά ἔπεφταν στό πάθος τῆς μέθης. Μέθαγαν καί ἀσχημονοῦσαν. Τότε ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἱεράρχης ἤλεγξε τό πάθος τῆς μέθης καί προέτρεψε τούς μεθυσμένους νά κάνουν τό ἀκόλουθο· «Ἀεί μέν, ἀγαπητοί, κακόν ἡ μέθη, μάλιστα δέ ἐν ἡμέρᾳ μαρτύρων». Αὐτοί πού μεθοῦν, θά ἔχουν διπλῆ κόλαση. Ἔλα, λέγει, ἐσύ πού μεθᾶς. Πήγαινε στό τάφο τοῦ μάρτυρος..., ἆρον εὐλογίαν ἀπό τοῦ τάφου· ... περιπλάκηθι τήν σορόν, προσηλώθητι τῇ λάρνα- κι· οὐχί τά ὀστᾶ μόνον τῶν μαρτύρων, ἀλλά καί οἱ τάφοι αὐτῶν καί αἱ λάρνακες πολλήν βρύουσιν εὐλογίαν» (ἐκδόσεις ΛΟΓΟΣ, τ. 5ος, σελ. 229). Μέχρι ἐδῶ ὅλοι τό καταλαβαίνουμε. Προτρέπει ὁ ἅγιος τόν ἐπιρρεπῆ στή μέθη νά πάει νά προσκυνήσει τά λείψανα καί τόν τάφο τοῦ μάρτυρος, γιά νά πάρει εὐλογία. Ἀκοῦστε τί καταπληκτικά λόγια λέγει παρακάτω. «Λάβε ἔλαιον ἅγιον, καί κατάχρισόν σου ὅλον τό σῶμα, τήν γλῶτταν, τά χείλη, τόν τράχηλον, τούς ὀφθαλμούς, καί οὐδέποτε ἐμπεσῆ εἰς τό ναυάγιον τῆς μέθης» (ὅπ.π.). Τόν προτρέπει νά λάβει λάδι ἀπό τό τάφο τοῦ μάρτυρος (προφανῶς ἔκαιαν κανδήλα) καί νά χρισθεῖ καί θά τοῦ φύγει τό πάθος τῆς μέθης. Γιατί λέγει τό ἔλαιον ὑπενθυμίζει «τῶν ἄθλων τῶν μαρτύρων, καί πᾶσαν ἀκολασίαν χαλινοῖ, καί κατέχει ἐν μεγάλῃ καρτερίᾳ καί περιγίνεται τῶν τῆς ψυχῆς νοσημάτων» (ὅπ.π.). Τό λάδι τοῦ μάρτυρος σέ κάνει δυνατό νά ξεπεράσεις τά νοσήματα καί τήν ἀκολασία τῆς ψυχῆς. Βλέπετε πώς δέν εἶναι ἀφελές καί δεισιδαιμονία, αὐτό πού κάνουν οἱ χριστιανοί μας καί παίρνουν λαδάκι ἀπό τούς ἁγίους καί χρίονται. Ἔχει μέσα του πολλή χάρη.

4. Ἄλλο παράδειγμα.

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία πού δέν μποροῦσε νά μπεῖ στό ναό γιά νά προσκυνήσει τό τίμιο ξύλο καί προσευχήθηκε στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν ἔβαλε ἐγγυήτρια καί ἔτσι κατόρθωσε νά μπεῖ νά προσκυνήσει καί νά πάρει χάρη. «Κλαίουσα δέ ὁρῶ Ἱερό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. τοῦ τόπου ἐν ᾧ ἱστάμην, ἐπάνω τήν εἰκόνα τῆς παναγίας Θεοτόκου ἐστῶσαν· καί φημί πρός αὐτήν ἀκλινῶς ἀτενίσασα· παρθένε Δέσποινα..., σέ δίδωμι τῶν ἐκ σοῦ τεχθέντι Θεῷ ἐγγυητήν ἀξιόχρεων...» (Πρακτικά τῶν ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔκδοσις Καλύβης τοῦ Τιμίου Προδρόμου Σκήτης τῆς ἁγίας Ἄννης, σελ. 293, τ. Γ΄). Βλέπουμε προσευχήθηκε στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν ἔβαλε ἐγγυητήν καί ἔτσι μπόρεσε νά περάσει στό ναό καί νά προσκυνήσει.

5. Θαύματα μποροῦν νά κάνουν τά εὐλαβῆ ἀντικείμενα καί λείψανα καί ἀπό τήν ἀρνητική πλευρά.

Π.χ. Οἱ χωρικοί, πού πῆγαν νά στερεώσουν τήν κιβωτό τῆς Διαθήκης, ἐνῶ δέν ἦταν Ἱερεῖς ἔπεσαν νεκροί (Β´ Βασιλ. 6,6). 

Τέλος θά θέλαμε νά δοῦμε σύντομα ποιές προϋποθέσεις χρειάζονται γιά νά θαυματουργήσουν.

Πρώτη προϋπόθεση εἶναι νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος πίστη γιά νά θαυματουργήσουν τά ἅγια λείψανα καί οἱ εἰκόνες. Ἐνῶ τό ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ ἔκανε καλά τήν αἱμορροῦσα, καμμιά θαυματουργική δύναμη δέν ἔδειξαν ὁ χιτῶνας καί τά ἱμάτια στούς στρατιῶτες κάτω ἀπό τό Σταυρό, πού τά μοίρασαν παίζο- ντας ζάρια καί ρίχνοντας κλῆρο. Τά ἅγια λείψανα δέν εἶναι μαγικά ἀντικείμενα. Δίνουν τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἅμα καί ὁ ἄνθρωπος δώσει τήν καλή του προαίρεση. Πίστη καί χάρη κατορθώνουν πολλά. Χωρίς πίστη δέν γίνεται τίποτε.

Δεύτερη προϋπόθεση εἶναι νά πλησιάζει κάποιος τά ἀντικείμενα αὐτά μέ εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ. Ἡ συνήθεια δέν συνηγορεῖ στή μετάδοση τῆς χάριτος. Ἄπειρες φορές προσκυνᾶμε τίς εἰκόνες καί τά ἅγια λείψανα, μά λίγες φορές, ὅταν πηγαίνουμε μέ πίστη, καταλαβαίνουμε τίς ἐνέργειες.

Τρίτη προϋπόθεση. Νά ἐπιθυμοῦμε νά μιμηθοῦμε τό ζῆλο καί τή ζωή τῶν ἁγίων, πού προσκυνοῦμε τίς εἰκόνες καί τά λείψανα. Νά φέρνουμε μπροστά μας τή ζωή τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου προσκυνᾶμε τά λείψανα ἤ τήν εἰκόνα καί νά προσπαθοῦμε νά μιμηθοῦμε τά σημεῖα, πού εἶναι ἐφικτά στή ζωή μας.

Τέταρτη προϋπόθεση. Νά ἔχουμε ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τίς εἰκόνες, τά ἅγια λείψανα καί τά ἁγιαστικά μέσα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔστω κι ἄν αὐτό εἶναι τό λαδάκι τῆς κανδήλας ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο. Δέν εἶναι αὐτό δεισιδαιμονία οὔτε ἁπλοϊκότητα καί χαζομάρα. Ἐδῶ μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Χρυσόστομος, τά χρησιμοποιοῦσαν κι ἐμεῖς δέν θά τά χρησιμοποιήσουμε. Σπίτι μας νά ἔχουμε εἰκόνες, ἁγιασμό κ.λπ. καί νά κάνουμε χρήση αὐτῶν, γιά νά μᾶς βοηθᾶνε στόν ἀγῶνα μας.

Τέλος, θά ἤθελα νά ἀναφέρω μιά γνώμη τοῦ Χρυσοστόμου καί θά κλείσω τό θέμα. Ὁ ἅγιος λέγει πώς ἐκεῖνο, πού ὠφελεῖ πρῶτα τόν πιστό, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. «Μετά γάρ τήν διά λόγου δύναμιν, δευτέραν ἔχουσι τάξιν οἱ τῶν ἁγίων τάφοι, πρός τό διεγείρειν πρός τόν ἴσον ζῆλον τάς τῶν θεωμένων αὐτούς ψυχάς» (ΕΠΕ, 34, 374), δηλ. δεύτερο μεγάλο μέσο γιά νά κάνουμε τόν ἄνθρωπο νά μιμηθεῖ τούς ἁγίους καί νά ἀποκτήσει τό ζῆλο τους, εἶναι τά ἅγια λείψανα. Καί χάρη ἔχουν καί ὑπομνηστικά τῆς ἀρετῆς εἶναι.

Ἄς εὐχηθοῦμε νά κατανοήσουμε σωστά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τά ἅγια λείψανα καί τίς εἰκόνες καί τά εὐλαβῆ ἀντικείμενα, ὥστε νά γίνουν βοηθοί μας στόν πνευματικό μας ἀγῶνα.

Μητροπολίτου Ἐδέσσης Πέλλης
& Ἀλμωπίας κ.κ. Ἰωήλ

πηγή :  ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ,
 Περιοδική ἔκδοση Ἱ.Ν. Ἁγ. Γεωργίου Γιαννιτσῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...