/*--

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ

Η λέξη αυτή, αρετή και προνόμιο μαζί, είναι αντικείμενο πραγματείας για πολλούς αρχαίους στοχαστές. Ο Αριστοτέλης είναι κυρίως αυτός ο οποίος προσπάθησε να αποσαφηνίσει τη σημασία της. Δεν είναι όμως μόνο η φιλοσοφία που εγκωμιάζει την ελευθερία ως μέγιστο αγαθό, αλλά και η Ορθόδοξη πίστη. 

Στη αρχή της Γενέσεως, η στάση του Θεού δημιουργού δεν ήταν καθόλου αυταρχική απέναντι στους πρωτόπλαστους. Αντιθέτως τους άφησε να επιλέξουν. Υπάρχει το εξής ρητορικό ερώτημα: είναι ο άνθρωπος σε θέση να καθορίσει την ελευθερία του πλησίον του; Είναι ένα ερώτημα που συναντάει κυρίως κανείς στους κόλπους των αναρχικών παρατάξεων.

Ειρήσθω εν παρόδω, πως αυτές οι αναρχικές οργανώσεις ευαγγελίζονται για όλους τους ανθρώπους ελευθερία και ισότητα που στην πραγματικότητα απορρέουν από το δόγμα του Χριστιανισμού. Στο βωμό των συμφερόντων τους που αποβλέπουν στην καθιέρωση ενός ασύδοτου πνεύματος, θυσιάζουν μια πολύ σημαντική παράμετρο. Την ύπαρξη του Εωσφόρου, δηλαδή του διαβόλου.

Ο υιός της απωλείας εστιάζει στην πλάνη του ανθρώπου και στην υπονόμευση της αλήθειας του Χριστού που είναι αρρήκτως συζευγμένη με την ελευθερία « Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς». Η επιταγή του Χριστού προς τους ανθρώπους είναι η απαξίωση της υλικής ευμάρειας και η προσήλωση σε πνευματικά ιδεώδη, όπως η καλλιέργεια της υπομονής, της αγάπης και της ταπείνωσης.

Συνεχίζοντας να μιλούμε δεοντολογικά, η παραίνεση αυτή του Θεανθρώπου αποβλέπει στην πραγματική όντως ελευθερία και χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη. Συνεπώς κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ελεύθερος από τη στιγμή που ο τομέας της δραστηριοποίησης του καθορίζεται από τα χρήματα. Μια ακόμη θεία προοικονομία επέτρεψε τον Αριστοτέλη να πει τη φράση «ελεύθερον το έμψυχον». Είναι πραγματικά ελεύθερος μόνο αυτός του οποίου η ψυχή συναπαρτίζεται από αρετές.

Προς συμπλήρωση των παραπάνω θέσεων καταχωρείται το απόφθεγμα του Αγίου Εφραίμ: « παρρησία συγκεκραμμένη γέλωτι καταστρέφει ευχαίρως τας ψυχάς επί γης». Δηλαδή, η ελευθερία συνοδευόμενη με τη χαρά που προκύπτει από την ηδονή των υλικών πραγμάτων καθίσταται τροχοπέδη στη σωτηρία της ψυχής. Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται εναργέστερα η ακόλουθη συνύπαρξη της ελευθερίας και υλικής ευμάρειας. Στην ουσία, οι σύγχρονες ιδέες της ελευθερίας εμφορούνται από τη ραθυμία πολλών που αρνούνται να εργαστούν, περιορίζοντας το ιδανικό της ελευθερίας μόνο στον εργασιακό τομέα. Επίσης, υπολανθάνει και η απροθυμία αυτής της γενιάς ανθρώπων να περισταλούν την προσωπικότητά τους προς όφελος της κοινωνίας.

Η καθολική ισχύ και απήχηση των πεποιθήσεων αυτών οδηγεί σε δύο πιθανά σενάρια.

Πρώτο: ο κόσμος άγεται και φέρεται από τις βολές ανθρώπων ψυχικά κολασμένων. 
Δεύτερο: επαληθεύεται η θεωρία του Αριστοτέλη για διαβάθμιση των ανθρώπων. 

Το δεύτερο σενάριο φαίνεται να επικρατεί. Ο Σταγειρίτης λοιπόν φιλόσοφος γράφει στα πολιτικά του: η κοινωνία των ανθρώπων αποτελείται από τρία είδη ανθρώπων. Τους απολαυστικούς, που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την ιδιοτελές τους, τους πολιτικούς, που έχουν κάπως ισοσκελίσει την προσωπική με την κοινωνική ζωή και τους θεωρητικούς, κάνοντας μνεία για τους φιλοσόφους που καλλιεργούν την αρετή και παρατηρούν τη φύση. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων [70%] είναι απολαυστικοί, ένα μικρό ποσοστό [25%] είναι οι πολιτικοί και ελάχιστοι είναι οι θεωρητικοί [5%]. Σε μια δημοκρατούμενη πολιτεία, αυτοί που έχουν την πρωτοκαθεδρία είναι οι απολαυστικοί, καθώς υπερέχουν αισθητά.

Εν κατακλείδι, αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλη συνηγορεί στον λόγο του Θεού. Πώς; Ο Χριστός καλεί να μη μεριμνούμε πολύ για την καθημερινότητα. Οι θεωρητικοί κάνουν το θέλημα του Θεού και ασκούν την αρετή κατά μόνας. Δεν ενδιαφέρονται για την πρόσκτηση αγαθών παρά μόνο γνώσεων και αρετών. Είναι οι λίγοι που θα περάσουν από τη μικρή πόρτα και θα σωθούν. Ενώ οι πολλοί που θα περάσουν από τη μεγάλη πόρτα θα απολεσθούν. 

Οι απολαυστικοί, είναι πράγματι οι περισσότεροι και θα οδηγήσουν τον αυτόν τον μάταιο προσωρινό -ούτως ή άλλως - κόσμο, κατά παραχώρηση του Θεού, στην καταστροφή. Το καθήκον του χριστιανού όμως για τη χειραφέτηση από τα υλικά αγαθά και την αγάπη προς τον πλησίον δεν μεταβάλλεται επ’ουδενί  Εξάλλου δεν ήρθαμε να αλλάξουμε τον κόσμο αλλά να απελευθερωθούμε από τη φθαρτή φύση και να αγαπήσουμε το Θεό-συνάνθρωπο μέσα σ’ αυτήν, κατά το «Βλέπεις τον αδελφό σου, βλέπεις Κύριο το Θεό σου».

πηγή : Κοίτα ψηλά
Περιδική Έκδοση των Νέων του Λυκείου της Κατακόμβης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...