/*--

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ΕΝΑ ΛΑΝΘΑΝΟΝ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΤΟΥ ΙΒΗΡΙΤΗ

                                             Λόγιος Καισάριος Δαπόντες
Πηγή εικόνας : Enciclopedia DOMI (Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ), Editura DOMI A.E., Atena, ediția 2002-2005 [s.a.], vol. 7, p. 481, s.v. „Δαπόντες, Καισάριος”
                                                                 * * * * * * * 
Ὁ Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἁγιορεῖτες ἁγίους τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἐλάσσων λόγιος καὶ δάσκαλος, ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως ὡς ὅσιος τὸ 1803 στὴν ἔκδοση τοῦ Νέου Ἐκ­λογίου, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ σύνθεση ἀνάγεται στὸ 1797.1 Στὴ συνέχεια ὁ ὅσιος περιλαμβάνεται καὶ στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτη στὶς 13 Σεπτεμβρίου, ὅπου μὲ συντομία ἀναγράφεται «Ὁ Ὅσιος Νέος Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης ὁ γεννηθεὶς ἐν ἔτει ͵αχπϚ ´. ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται», καὶ γιὰ τὸν βίο του γίνεται παραπομπὴ στὸ Νέον Ἐκλόγιον.2 Ἔκτοτε ὁ βίος καὶ ἡ ἀκολουθία του περιλαμβάνονται στὶς γνωστὲς ἐκδόσεις τῶν Συναξαρίων.3

Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, ὡστόσο, ἀμφισβήτησε τὴν κατάταξη τοῦ Ἱερόθεου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἰσχυριζόμενος πὼς ὁ Νικόδημος τὸν ἐνέταξε «εὑρὼν φανταστικὸν αὐτοῦ βίον μετὰ θαυμάτων συνοδευόμενον γραφέντα ὑπὸ φανατικοῦ φίλου τοῦ Ἱεροθέου». Στὴν ἄποψή του αὐτὴ ὅμως προφανῶς ἔσφαλλε, τουλάχιστον ἂν θεωρήσουμε ὅτι ἐννοοῦσε πὼς ὅλα τὰ ἀναφερόμενα ποὺ περιέλαβε ὁ Νικόδημος στὸν βίο ἦταν φανταστικά, ἀλλὰ καὶ σὲ κάποιους ἄλλους ἰσχυρισμούς του, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Εἶχε, ὡστόσο, δίκιο ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξη φανατικοῦ φίλου τοῦ Ἱερόθεου καὶ στὸ ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς ἁγιοποίησής του εἶχε ξεκινήσει ἀρκετὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καὶ τὸ 1797. 

Αὐτὴ τὴν προσπάθεια θὰ προσπαθήσουμε νὰ παρακολουθήσουμε στὴ συνέχεια λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν καὶ πηγὲς ποὺ ἀγνοοῦσε τότε ὁ Εὐστρατιάδης. Ἐὰν συνοψίσουμε τὰ ὅσα γνωρίζουμε γιὰ τὸν Ἱερόθεο τὸν Ἰβηρίτη, ἐκτὸς τῶν ὅσων περιλαμβάνει ὁ βίος του στὸ Νέον Ἐκλόγιον, θὰ δοῦμε πὼς αὐτὰ δὲν εἶναι λίγα καὶ εἶναι ἐπίσης ἀρκετὰ καλὰ τεκμηριωμένα. Ὁ Ἱερόθεος, μοναχὸς τῆς μονῆς Ἰβήρων, ἦταν παράλληλα δάσκαλος καὶ εἶχε ἐκδώσει καὶ ἕνα βιβλίο τὸ 1720Βιβλιογραφικὰ ἔγινε περισσότερο γνωστὸς ἐξ αἰτίας τῆς ἀμφιλεγόμενης ἀνάμειξής του στὴν καταδίκη τοῦ Μεθόδιου Ἀνθρακίτη. Μάλιστα, ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης εἶχε ἀσχοληθεῖ διεξοδικὰ μαζί του καὶ μὲ τὸν ρόλο του ὡς κατηγόρου στὴν πολυσυζητημένη δίκη καὶ καταδίκη τοῦ Μεθόδιου Ἀνθρακίτη · ἀπὸ τὴν ἔρευνά του εἶχε καταλήξει νὰ ἀποκτήσει μιὰ πολὺ ἀρνητικὴ ἰδέα γι’ αὐτόν, τὴν ὁποία μάλιστα τὴν ἐξέφρασε μὲ ἔντονους χαρακτηρισμούς.6  

Ἡ ὅλη ὑπόθεση εἶναι ἀρκετὰ γνωστή, ὥστε ἐδῶ νὰ μὴν εἶναι ἀναγκαῖο παρὰ ἕνα πολὺ σύντομο διάγραμμα. Τὸ 1719, ὁ Ἱερόθεος, ἀφοῦ γνώρισε τὴ διδασκαλία καὶ τὰ «τετράδια» τοῦ Μεθόδιου Ἀνθρακίτη στὴν Καστοριὰ ὡς μαθητής του, τὸν κατάγγειλε γιὰ αἱρετικὲς ἀποκλίσεις ἀρχικὰ στοὺς ἄρχοντες τῆς Καστοριᾶς καὶ κατόπιν, ἐπειδὴ ἡ καταγγελία του δὲν βρῆκε ἀνταπόκριση, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη μέσω τοῦ Ἰωαννίκιου Λήμνου. Οἱ ἐνέργειες αὐτὲς τοῦ Ἱερόθεου προκάλεσαν τελικὰ τὸ 1723 τὴν καταδίκη τοῦ διακεκριμένου πρώιμου διαφωτιστῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.7

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁ Ἱερόθεος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος δάσκαλος τοῦ σχολείου τῆς Σκοπέλου, ὅπου εἶχε ὡς μαθητὴ τὸν Κωνσταντίνο, μετέπειτα Καισάριο, Δαπόντε. Τὴν ἄφιξή του στὴ Σκόπελο καὶ τὴ δράση του ἐκεῖ μνημονεύει κατ’ ἀρχὰς ὁ ἴδιος ὁ Δαπόντες, δηλώνοντας ἀφενὸς ὅτι τὸν ἔφερε στὴ Σκόπελο ὁ πατέρας του Στέφανος τὸ 1724 καὶ ἀφετέρου δίνοντας μιὰ πολὺ σύντομη σκιαγράφηση τοῦ βίου του.8 Ὅπως γράφει: «τὸν ἔφερε ὁ πατέρας μου ἐπὶ τούτου διὰ λόγου μου, ἀπὸ τὸ ἅγιον Ὄρος, ἀπὸ τῶν Ἰβήρων τὴν μονήν, μὲ τὸ μέσον τοῦ πρώην Ἄρτης Νεοφύτου· μετὰ δέκα χρόνους δὲ παραιτήσας τὸ σχολεῖον ὑπέστρεψεν εἰς τῶν Ἰβήρων». Σὲ ἄλλο ἔργο του μὲ τὸν χαριτωμένο ποιητικό του τρόπο τὸν ἀναφέρει καὶ πάλι:

Καὶ οὕτως ἔγιναν αὐτὰ θεοῦ τῇ συνεργείᾳ
κ’ ἦλθεν ὁ Ἱερόθεος, καὶ δύο συνοδίᾳ,
ἀπὸ γεννήσεως Χριστοῦ εἰς χρόνους τοὺς χιλίους
εἴκοσι τρεῖς ἢ τέσσαρας μὲ τοὺς ἑπτακοσίους.9

Τὴν ἄποψη αὐτὴ ἀμφισβητοῦν οἱ εἰδήσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ μιὰ δεύτερη πηγή, δηλαδὴ τὶς δημοσιευμένες ἐπιστολὲς τοῦ ἀρχείου τοῦ Νεόφυτου Ἄρτης. Ὁ Εὐστρατιάδης ποὺ τὶς ἐξέδωσε, θεωρεῖ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἱερόθεος προσπάθησε καὶ ἐξασφάλισε τὴ θέση τοῦ διδασκάλου σὲ αὐτὸ τὸ σχολεῖο μέσω τοῦ Νεόφυτου, ὁ ὁποῖος καὶ χρηματοδότησε τὴ σύστασή του δανείζοντας ἐντόκως τὴν κοινότητα 1.000 γρόσια. Πάντως, ἡ διδασκαλία τοῦ Ἱερόθεου στὴ Σκόπελο, πέραν τῶν ὅποιων προβλημάτων μνημονεύονται ἀπὸ τὸν Σωφρόνιο Εὐστρατιάδη,10 φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε καρποφόρα.

Ὁ Ἱερόθεος δίδαξε, ἐπίσης, καὶ στὴ σχολὴ τῆς μονῆς Ἰβήρων, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις, κινδύνευε νὰ κλείσει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀπουσίας του στὴ Σκόπελο.11 Κατὰ τὸν Δαπόντε, μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ Ἱερόθεος «διὰ ἡσυχίαν ὑπῆγεν εἰς τὰ Γιοῦρα τὸ ἐρημονῆσι Γύαρον ὀρθῶς λεγόμενον· ἐδῶ ἀπέθανεν· αἰωνία του ἡ μνήμη! εὐγῆκεν ἅγιον λείψανον, καὶ θαυματουργεῖ ἡ κάρα του, ὁποῦ εἶναι εἰς τῶν Ἰβήρων, ἐθαυματούργησε δὲ καὶ ζωντανός. Ἐμεταγλώττισε, καὶ ἐτύπωσε τὸ βιβλίον τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ».12 Ὅλες οἱ ἄλλες πληροφορίες γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἱερόθεου προέρχονται ἀπὸ τὸν βίο του, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν θάνατό του, ποὺ δίνει ὁ Δαπόντες, ἀντλοῦνται ἀπὸ μιὰ τρίτη πηγή, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω.

Ἀπὸ τὸ ἀμέσως προηγούμενο παράθεμα βλέπουμε ὅτι ὁ Δαπόντες ἤδη ἀναφέρεται στὸ «ἅγιον λείψανον» τοῦ Ἱερόθεου καὶ στὰ θαύματα ποὺ ἔκανε τόσο ἐκεῖνος, ἐνῶ ζοῦσε, ὅσο καὶ σὲ ἐκεῖνα ποὺ μετὰ τὸν θάνατό του πραγματοποιοῦσε θαυματουργικὰ ἡ κάρα του. Ἐπίσης, σὲ δύο καταλόγους ποὺ περιλαμβάνουν ἀνέκδοτα ἔργα τοῦ Καισάριου Δαπόντε, περιέχεται καὶ μνεία ἑνὸς ἔργου τοῦ ἴδιου, ἐπιγραφόμενο «Βίος τοῦ ὁσίου Ἱεροθέου τοῦ ἐκ Καλαμάτας τῆς Πελοποννήσου ὅστις ἐτελεύτησε τῷ ἔτει 1732».13 Δὲν γνωρίζουμε ἀπὸ ποῦ ἄντλησαν τὴν πληροφορία αὐτὴ ὁ Γ. Ζαβίρας καὶ ὁ Κ. Σάθας, ποὺ τὴν ἀναφέρουν, πιθανὸν ὅμως νὰ ἔχουν κοινὴ πηγή, καθὼς ἡ διατύπωση καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἶναι σχεδὸν πανομοιότυπη. Ἐπὶ πλέον, δίνεται ἐσφαλμένη χρονολογία θανάτου τοῦ Ἱερόθεου τὸ 1732, ἐνῶ γενικῶς αὐτὴ τοποθετεῖται στὶς 13 Σεπτεμβρίου 1745. Πιθανὸν τὸ λάθος προῆλθε ἀπὸ κάποια σύγχυση μὲ τὴ χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἱερόθεος ἔφυγε γιὰ πρώτη φορὰ καὶ γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ σχολεῖο τῆς Σκοπέλου, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἐκ νέου καὶ νὰ παραμείνει ἐκεῖ τουλάχιστον μέχρι τὸ 1739.14

Ὁ προαναφερθεὶς «Βίος τοῦ ὁσίου Ἱεροθέου», ὅμως, δὲν περιλαμβάνεται στοὺς γνωστοὺς καταλόγους τῶν ἔργων του, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Δαπόντε, 15 οὔτε ἀπαντᾶ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ χειρόγραφα ἁγιολογικά του κείμενα ποὺ βρίσκονται στὸ Ἅγιο Ὄρος ἢ κάπου ἀλλοῦ, ἀπὸ ὅσο τουλάχιστον γνωρίζω. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὕπαρξη τοῦ βίου δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ, διότι ἦταν γνωστὸς καὶ στὸν σύγχρονό του Εὐγένιο Βούλγαρη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι «τὸν βίον συνέγραψε διὰ στίχων πολιτικῶν Κωνσταντῖνος ὁ Δαπόντες».16 Ἑπομένως, ἂν καὶ τὸ ἔργο δὲν ἔχει ἐντοπιστεῖ, πρέπει νὰ κυκλοφοροῦσε σὲ χειρόγραφη μορφὴ ὅσο ζοῦσε ὁ Δαπόντες καὶ ἔφερε τὸ ὄνομά του. Ἄλλωστε, μεταξὺ τόσο τῶν δημοσιευμένων ὅσο καὶ τῶν ἀδημοσίευτων ἔργων του17 περιλαμβάνονται καὶ ἄλλοι βίοι ἁγίων, δὲν θὰ ἦταν ἑπομένως περίεργο ἂν εἶχε συγγράψει καὶ τὸν βίο τοῦ παλαιοῦ του δασκάλου, τὸν ὁποῖο δείχνει νὰ ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα.

Τέλος, ἕνα βασικὸ στοιχεῖο ποὺ σαφῶς ὑποδηλώνει πὼς εἶχε ὄχι μόνο τὴν πρόθεση ἀλλὰ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ συγγράψει τὸν βίο, εἶναι δύο ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ ἀπέστειλε ὁ Μελέτιος ὁ Ἰβηρίτης καὶ περιέχονται στὸν κώδικα Βυτίνας 1, τὸν γνωστὸ πολυμιγῆ κώδικα ποὺ ἀνῆκε στὸν Δαπόντε.18 Μάλιστα, στὴν πρώτη ἀπὸ αὐτές, μὲ χρονολογία 1751, περιέχεται καὶ ἡ πληροφορία ποὺ ἀναφέρει ὁ Δαπόντες γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἱερόθεου στὰ Γιοῦρα καὶ τὸ ἁγιασμένο λείψανό του. Εἴμαστε ἤδη σχεδὸν 45 περίπου χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ Νέου Ἐκλογίου, καὶ ἀρκετὰ ἴσως χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ λανθάνοντα βίου τοῦ Ἱερόθεου ἀπὸ τὸν Δαπόντε. Οἱ δύο αὐτὲς ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν κώδικα Βυτίνας ἐκδόθηκαν πρὶν ἀπὸ χρόνια ἀπὸ τὸν Τάσο Γριτσόπουλο,19 ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἔκδοσή τους ἀποσκοποῦσε νὰ ἀντικρούσει, ὄχι πολὺ πειστικὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν πραγματικὰ πολὺ ἔντονη κριτικὴ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἱερόθεου, τὴν ὁποία ἀσκοῦσε στὸ προαναφερθὲν ἔργο του ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, καὶ νὰ ἀποκαταστήσει ἔτσι τὴ φήμη τοῦ ὁσίου Ἱερόθεου, ὁ ὁποῖος καταγόμενος ἀπὸ τὴν Καλαμάτα λατρεύεται καὶ σήμερα σὲ αὐτήν. Ὁ Τ. Γριτσόπουλος, βέβαια, προεισαγωγικὰ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναιρέσει οἱαδήποτε παρόμοια σκέψη περὶ τῶν προθέσεών του στὴν πραγμάτευση τοῦ θέματος, ὡστόσο τὸ κείμενό του μᾶλλον τὸν διαψεύδει.

Ἔτσι, τελικά, ἂν καὶ ἔμπειρος ἱστορικός, δὲν ἐπικεντρώθηκε στὰ σημαντικὰ στοιχεῖα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολές, ἀλλὰ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἀναίρεση σημείων τῆς παρουσίασης καὶ τῆς κριτικῆς τοῦ Σωφρόνιου Εὐστρατιάδη. Ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολές, αὐτὴ ποὺ φέρει τὴ χρονολογία 26 Ἰανουαρίου 1751, εἶχε γραφεῖ σὲ ἀπάντηση προηγούμενης ἐπιστολῆς τοῦ Δαπόντε, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε νὰ πληροφορηθεῖ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ πρώην δασκάλου του ἀπὸ τὸν Μελέτιο τὸν Ἰβηρίτη. Ὁ ἱερομόναχος Μελέτιος, προσφιλέστατος μαθητὴς καὶ συνοδὸς τοῦ Ἱερόθεου, εἶχε χρηματίσει, ἐπίσης, δάσκαλος στὴ Σκόπελο μαζὶ μὲ ἐκεῖνον. Ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ καὶ πάλι ἀπάντηση σὲ προηγούμενο γράμμα τοῦ Δαπόντε, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πρώτη ἐπιστολὴ τοῦ Μελέτιου, ζήτησε νὰ τοῦ γράψει ἐπὶ πλέον πολὺ πιὸ συγκεκριμένες πληροφορίες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἱερόθεου, π.χ. γιὰ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων του, τὶς σπουδές του, τὸν μοναστικό του βίο κ.λπ. Σὲ αὐτὰ ἀπαντᾶ ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ Μελέτιου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν φέρει χρονολογία ἀλλὰ μόνο ἡμερομηνία, 15 Ἀπριλίου.

Σὲ αὐτὴ πράγματι δίνονται ἀπὸ τὸν Μελέτιο συγκεκριμένες ἀπαντήσεις σχετικὰ μὲ τὰ περισσότερα βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἱερόθεου, ὀνόματα γονέων, δασκάλων, ἔτη ἀναδείξεως στοὺς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης κ.λπ. Πότε ἀκριβῶς ἔστειλε τὶς ἐπιστολές του ὁ Δαπόντες ζητώντας τὶς σχετικὲς μὲ τὸν Ἱερόθεο πληροφορίες δὲν μπορεῖ νὰ προσδιοριστεῖ μὲ ἀκρίβεια. Προφανῶς θὰ τὸ ἔπραξε ἀφοῦ πληροφορήθηκε τὸν θάνατο τοῦ πρώτου του δασκάλου, ποὺ εἶχε συμβεῖ τὸ 1745, καὶ πρὶν ὁ ἴδιος λάβει τὸ μοναχικὸ σχῆμα, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν 26η Ὀκτωβρίου 1753, ἀφοῦ καὶ οἱ δύο ἀπαντητικὲς ἐπιστολὲς ἀπευθύνονται ὄχι πρὸς τὸν Καισάριο ἀλλὰ πρὸς τὸν Κωνσταντίνο Δαπόντε ὡς ἄρχοντα καμινάρη, ἀξίωμα τὸ ὁποῖο ἔφερε μετὰ τὸ 1743 στὴ Μολδαβία, ὅταν βρισκόταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἰωάννη Μαυροκορδάτου.20

Ὅταν ὅμως γράφτηκε ἡ πρώτη ἐπιστολὴ πρὸς αὐτόν, δηλαδὴ στὶς 26 Ἰανουαρίου 1751, εἶχαν πλέον μεσολαβήσει πολλὰ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Δαπόντε στὴ Μολδαβία ἀποτελοῦσε παρελθόν, εἶχε ἤδη κάνει τὸ ταξίδι του στὸν Χάνη τῆς Κριμαίας, εἶχε φυλακιστεῖ γιὰ εἴκοσι μῆνες καὶ ἀποφυλακιστεῖ στὶς 27 Νοεμβρίου 1748 καὶ τότε πιὰ βρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται λοιπὸν μᾶλλον εὔλογο ἡ πρώτη ἐπιστολὴ τοῦ Δαπόντε πρὸς τὸν Μελέτιο νὰ χρονολογεῖται μετὰ ἀπὸ ὅλα τὰ συνταρακτικὰ γιὰ τὴ ζωή του γεγονότα, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ πράγματα εἶχαν ἠρεμήσει καὶ ἀποκτήσει καὶ πάλι μιὰ ὁμαλότητα, δηλαδὴ πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἄτυχου σύντομου γάμου του μετὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1749 ἢ λίγο νωρίτερα.

Ὅταν ἔγραψε τὴ δεύτερη ἐπιστολή του ζητώντας τὶς ἐπὶ πλέον πληροφορίες, εἶχε ἤδη χάσει τὴ νεογέννητη κόρη του καὶ τὴ σύζυγό του, ποὺ εἶχαν ἀποβιώσει ἀντιστοίχως στὶς 14 Σεπτεμβρίου καὶ 6 Ὀκτωβρίου 1751, ἀφοῦ καὶ πάλι ἡ προσφώνηση τοῦ Μελέτιου δείχνει ὅτι δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη μοναχός. Τὸ μακρὸ διάστημα ποὺ πολλὲς φορὲς ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ νὰ φτάσει μιὰ ἐπιστολὴ στὸν προορισμό της, δὲν ἐπιτρέπει νὰ τοποθετήσουμε μὲ ἀπόλυτη ἀσφάλεια τὴ δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ Μελέτιου στὶς 15 Ἀπριλίου τοῦ 1752, ἂν καὶ ἡ χρονολόγηση αὐτὴ φαίνεται μᾶλλον πιθανή. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Δαπόντες εἶχε ἀποφασίσει νὰ συγγράψει τὸν βίο τοῦ Ἱερόθεου τοῦ Ἰβηρίτη στὸ διάστημα αὐτό. Ἡ προηγούμενη ἐνασχόλησή του, ἄλλωστε, μὲ τὶς ἀκολουθίες ἁγίων εἶχε ἤδη ὁδηγήσει στὴν ἔκδοση δύο σχετικῶν βιβλίων.21 Ἦταν μάλιστα πρόδηλο τὸ ἐνδιαφέρον του νὰ συγγράψει γιὰ ἱερὰ πρόσωπα συνδεόμενα μὲ τὸν τόπο γέννησής του, τὴ Σκόπελο, ὅπως δείχνει ἡ ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ρηγίνου, ἐπισκόπου Σκοπέλου.

Ἔτσι, ὁ Δαπόντες συνέλεξε πληροφορίες γιὰ τὸν Ἱερόθεο ἀπὸ τὸ πλησιέστερο καὶ προσφιλέστερο πρόσωπο τοῦ πρώην δασκάλου του, τὸν ἱερομόναχο Μελέτιο. Προφανῶς στὴ συνέχεια ἔκανε χρήση αὐτῶν στὸν ἔμμετρο βίο τοῦ Ἱερόθεου, ὁ ὁποῖος λανθάνει. Πότε τὸν συνέγραψε καὶ πῶς κυκλοφόρησε παραμένει καὶ αὐτὸ ἄγνωστο. Ὡστόσο, ἕνα βασικὸ στοιχεῖο συνηγορεῖ στὴν τοποθέτηση τῆς συγγραφῆς τοῦ βίου μεταξὺ τοῦ 1753, ἴσως μετὰ τὴν εἰσδοχή του στὴν τάξη τῶν μοναχῶν, καὶ τοῦ Μαΐου τοῦ 1757, ὁπότε μετέβη στὴ μονὴ Ξηροποτάμου στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐντὸς εἴκοσι περίπου ἡμερῶν ἀναχώρησε γιὰ τὸ γνωστὸ ὀκταετὲς ταξίδι ζητείας γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἡ ἔνδειξη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ χρονικὸ αὐτὸ διάστημα, ὀφείλεται στὴν προαναφερθεῖσα μνεία τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Ἱερόθεου ἀπὸ τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη. Τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ Βούλγαρη ἀναφέρει: «Κατὰ τὰ ͵αψμε΄ Σεπτεμβρίου γ΄ [sic] ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον ἐν ὑπολήψει ἁγιότητος ὁ Ὅσιος Ἱερόθεος ὁ ἐκ Καλαμάτας τῆς ἐν Πελοποννήσῳ, καὶ ἐτάφη ἐν τῇ νήσῳ, ἥτις νῦν μὲν Γιούρα, Γύαρον δὲ πάλαι ἐλέγετο· οὗ τὸν βίον συνέγραψε διὰ στίχων πολιτικῶν Κωνσταντῖνος ὁ Δαπόντες, ὁ διὰ τοῦ θείου καὶ μοναχικοῦ σχήματος μετονομασθεὶς Καισάριος ».22 

Ἂν λάβουμε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐν λόγω ἐπιστολὴ τοῦ Βούλγαρη πρὸς τὸν Καθολικὸ Ἰανσενίτη κληρικὸ Leclerc γράφτηκε πιθανότατα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σχολαρχίας του στὴν Ἀθωνιάδα,23 ἡ ὁποία ἔληξε τὸ 1759, ἑπομένως κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ὁ Δαπόντες, μοναχὸς ἤδη, ταξίδευε γιὰ ζητεία, εἶναι λογικὸ νὰ ὑποθέσουμε πὼς ὁ Βούλγαρης βρῆκε τὸν βίο στὸ Ἅγιο Ὄρος. Φαίνεται, ἐπίσης, πιθανὸν νὰ τοῦ τὸν ἔστειλε ὁ γνωστός μας ἤδη ἱερομόναχος Μελέτιος ὁ Ἰβηρίτης, ὁ βιβλιοθηκάριος τῆς μονῆς, μὲ τὸν ὁποῖον διατηροῦσε ἀλληλογραφία καὶ ὁ Εὐγένιος, ζητώντας του κυρίως νὰ τοῦ στείλει βιβλία ποὺ θὰ ἦταν χρήσιμα στὴ Σχολή. 24 Εἶναι εὔλογο, ἄλλωστε, νὰ θεωρήσουμε πὼς ὁ Μελέτιος, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς καὶ συνασκητὴς τοῦ Ἱερόθεου καὶ πηγὴ τῶν πληροφοριῶν τοῦ Δαπόντε, ἀλλὰ καὶ ἡ μονὴ Ἰβήρων διέθεταν ἕνα ἀντίγραφo τοῦ βίου.

Κατὰ συνέπεια, ὁ βίος ποὺ συνέγραψε ὁ Δαπόντες, πιθανότατα κυκλοφόρησε μέσα στὸ ἁγιορείτικο περιβάλλον καὶ δὲν ἔλαβε μεγάλη ἐξάπλωση, τότε τουλάχιστον. Ἦταν ὅμως, ἴσως, εὐρύτερα γνωστὸς στὴν ἀθωνικὴ πολιτεία καὶ εὔκολα διαθέσιμος στὸν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, ὅταν ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ συγγράφει τὸ Νέον Ἐκλόγιον, στὸ ὁποῖο καὶ τελικὰ τὸν περιέλαβε. Παράλληλα, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ὑπῆρχε ἔντονα ἀκόμη ζωντανὴ ἡ προφορικὴ παράδοση γιὰ τὸν Ἱερόθεο στὴ μονὴ Ἰβήρων, ἢ καὶ κάποιες σημειώσεις τοῦ Μελέτιου μὲ περιεχόμενο παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῶν ἐπιστολῶν πρὸς τὸν Δαπόντε.

Ὁ Καισάριος Δαπόντες πρέπει νὰ περιέλαβε στὸν βίο ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ τοῦ εἶχε γράψει ὁ Μελέτιος στὶς ἐπιστολές του, διότι βλέπουμε νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνει μὲ ἐλάχιστες παραλλαγὲς ὁ Νικόδημος στὴ δική του ἐκδοχὴ τοῦ βίου, προσθέτοντας ὅμως καὶ ὁρισμένα θαύματα. Δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ὁρισμένες πληροφορίες τοῦ βίου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀκριβεῖς. Αὐτὲς ἀφοροῦν σὲ συγκεκριμένα θέματα, ὅπως τὴν οἰκογενειακὴ κατάσταση τοῦ Ἱερόθεου, τὰ τῶν χειροτονιῶν του καὶ τῶν ταξιδίων ζητείας στὴν Κωνσταντινούπολη, τὶς Παρίστριες Ἡγεμονίες καὶ τὴ Ρωσία. Κατὰ τὰ ἄλλα, τὸ περιεχόμενο τοῦ βίου ἐντάσσεται στὸν γενικὸ τύπο τῶν ἁγιογραφικῶν κειμένων μὲ τὴ χρήση πλήθους κοινῶν τόπων, τοὺς ὁποίους συναντᾶμε διαχρονικὰ στοὺς περισσότερους βίους ἁγίων.

Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι πὼς μποροῦμε νὰ παρακολουθήσουμε ἐν τῇ γενέσει της τὴ διαμόρφωση τοῦ βίου, ἔστω καὶ ἂν λείπει ὁ μεσαῖος κρίκος τῆς ἁλυσίδας. Σύμφωνα μὲ τὰ προαναφερθέντα, διαθέτουμε τὰ στοιχεῖα, στὰ ὁποῖα βασίστηκε ὁ ἀρχικὸς βίος, δηλαδὴ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Μελέτιου καὶ τὴ μεταγενέστερη ἐπίσημη ἔνταξη τοῦ Ἱερόθεου στὴ χορεία τῶν ὁσίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὸν βίο ποὺ περιλήφθηκε πρῶτα στὸ Νέον Ἐκλόγιον τοῦ Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτη καὶ κατόπιν σὲ διαδοχικὲς ἐκδόσεις τοῦ Συναξαριστῆ. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς λείπει εἶναι ὁ βίος ποὺ συνέγραψε ὁ Δαπόντες, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, δὲν μπορεῖ νὰ διέφερε αἰσθητὰ ἀπὸ τὴν πηγή του.

Τὰ ὑπάρχοντα δεδομένα μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι στὴν πραγματικότητα ὁ ἀληθινὸς ἁγιογράφος τοῦ Ἱερόθεου ἦταν ὁ συνασκητὴς καὶ μαθητής του Μελέτιος. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ «φανατικὸς φίλος» ποὺ ὑποθέτει ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παλαιὰ παράδοση τῶν συγγραφέων βίων ἁγίων δημιούργησε τὸν πυρήνα τῆς λατρείας τοῦ Ἱερόθεου ἀρχικὰ στὸν στενὸ κύκλο τῶν πατέρων τῆς μονῆς. Τὸν διεύρυνε στὴ συνέχεια μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ ἔδωσε στὸν ἄλλο κοινό τους μαθητή, τὸν Καισάριο Δαπόντε. Ἡ σχέση τοῦ κειμένου τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Μελέτιου μὲ τὰ μεταγενέστερα κείμενα τῶν συναξαρίων εἶναι τόσο στενή, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ὅτι τὸ ἐνδιάμεσο ἔργο τοῦ Δαπόντε καί, πιθανότατα, ἡ πηγὴ ὅλων τῶν μεταγενέστερων βίων διέφερε ἰδιαίτερα ἀπὸ ἐκεῖνες. Εἰδάλλως, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι κυκλοφοροῦσε στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἕνας ἀκόμη βίος γραμμένος ἀπὸ τὸν Μελέτιο, ὁ ὁποῖος χρησίμευσε ὡς πρότυπο γιὰ τὸν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, γεγονὸς ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ θὰ ἀναιροῦσε τὴν ἄποψη πὼς ὁ Μελέτιος ἦταν ἡ πηγὴ κάθε περαιτέρω ἁγιογραφίας ποὺ ἀφοροῦσε τὸν Ἱερόθεο.

Μολονότι δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ ἀποκλειστεῖ τελείως ἡ πιθανότητα νὰ εἶχε συγγράψει καὶ ὁ Μελέτιος βίο τοῦ Ἱερόθεου, αὐτὴ δὲν φαίνεται ἰδιαίτερα πιθανή, ἀφοῦ γνώριζε τὴν ἀνάλογη πρόθεση τοῦ Δαπόντε καὶ δὲν τοῦ ἀναφέρει πὼς ἤδη ἔχει γράψει ἢ σκόπευε νὰ γράψει καὶ ἐκεῖνος ἕνα βίο. Ὁ Μελέτιος ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ὁ κεντρικὸς πυρήνας τῆς ἀνάπτυξης τῆς λατρείας τοῦ Ἱερόθεου στὴ μονὴ Ἰβήρων. Ὡστόσο, ἀπὸ ἄποψη πολιτικῆς ποὺ θὰ ἀποσκοποῦσε στὴ διάδοση τῆς λατρείας αὐτῆς καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κάτι ποὺ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὸ μοναστήρι εἶχαν κάθε λόγο νὰ ἐπιδιώκουν, ἡ συγγραφὴ τοῦ βίου ἀπὸ τὸν Δαπόντε παρουσίαζε πολὺ περισσότερα πλεονεκτήματα. Ὁ Δαπόντες τότε εἶχε ἤδη ἐκδώσει δύο βίους καὶ εἶχε πολλὲς διασυνδέσεις μὲ φαναριώτικους κύκλους ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπαν ἐνδεχομένως καὶ τὴ δημοσίευση καὶ τοῦ βίου τοῦ Ἱερόθεου καθὼς καὶ τὴν εὐρύτερη κυκλοφορία του στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ μεγαλύτερη διάδοσή του. Τέλος, ἂν κυκλοφοροῦσε στὸ Ἅγιο Ὄρος βίος τοῦ Ἱερόθεου γραμμένος ἀπὸ τὸν Μελέτιο, εἶναι βέβαιο πὼς ὁ Βούλγαρης, μὲ τὸν ὁποῖο σχετιζόταν, θὰ τὸν γνώριζε καὶ θὰ τὸν ἀνέφερε, ἂν μή τι ἄλλο παράλληλα μὲ ἐκεῖνον τοῦ Δαπόντε.

Πάντως στὶς ἐπιστολές του ὁ Μελέτιος ἀκολουθεῖ καὶ ἀναπαράγει ὅλους σχεδὸν τοὺς γνωστοὺς τόπους τῶν βίων ἁγίων: τὰ «θαυμάσια» γιὰ τὸν χρωματισμό τους λείψανα τοῦ ὁσίου, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἤδη ἀντικείμενο προσκύνησης τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν· τὴ ρήση ἑνὸς «προφήτη» στὴν ἔγκυο μητέρα του ὅτι «καλὸν τέκνον γεννήσεις»· τὰ ἰδιαίτερα σωματικὰ καὶ πνευματικά του χαρίσματα, τὴν πρωιμότητα καὶ τὴ μεγάλη του ἱκανότητα στὸ σχολεῖο, ὅπου στὰ ἑπτά του χρόνια ἔμαθε μόλις σὲ ἑπτὰ μῆνες νὰ διαβάζει ὄχι μόνο τὴν Ὀκτώηχο καὶ τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Ἀνθολόγιο καὶ ἐν ὀλίγοις ὅλη τὴν ὕλη ποὺ διδάσκονταν στὰ κοινὰ σχολεῖα· τὴν ἀποστροφή του πρὸς τὸν ἔγγαμο βίο καὶ τὴν ἀπροθυμία του νὰ νυμφευθεῖ τὴν κόρη μὲ τὴν ὁποία τὸν εἶχαν μνηστεύσει οἱ γονεῖς του, καὶ τὴν διὰ τῆς θείας πρόνοιας ἀποφυγὴ τοῦ γάμου αὐτοῦ λόγω τοῦ θανάτου τῶν γονέων του· τὴν ἀρχική του ἀπόφαση νὰ σπουδάσει, ποὺ τὴν ἀκολούθησε ἡ μεταστροφή του καὶ ἡ φυγή του ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια γιὰ νὰ ἀσκητεύσει, στὴν περίπτωσή του στὸ Ἅγιο Ὄρος· τὸν πόθο του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν πίστη του· τὸν σκληρότατο ἀσκητικό του βίο· τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὅσο ζοῦσε· τὴν πρόγνωση τοῦ θανάτου του. Σὲ αὐτὰ προστίθενται καὶ ὁ ἀντιαιρετικός του ζῆλος, ἡ δράση του δηλαδὴ κατὰ τοῦ Μεθόδιου Ἀνθρακίτη, ποὺ τόσο ἐντυπωσίασε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, ὥστε τοῦ προσέφεραν τὴ δυνατότητα νὰ ἀρχιερατεύσει σὲ κάποια ἐπαρχία, ἀλλὰ αὐτὸς τὴν ἀποποιήθηκε θέλοντας νὰ συνεχίσει τὴν ἄσκησή του, κ.λπ.25 

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Μελέτιος ὑποβάλλει καὶ στὸν Δαπόντε τὴ γενικὴ γραμμὴ ποὺ βλέπουμε νὰ ἀκολουθεῖ ὁ βίος σὲ ὅλες τὶς ἑπόμενες γνωστὲς ἐκδόσεις του καὶ πιθανότατα καὶ στὴ λανθάνουσα μορφή του. Ἔτσι, καὶ σὲ αὐτὸν τὸν νεότερο βίο συναντοῦμε συγκεντρωμένα τὰ λίγο ὣς πολὺ κοινὰ στοιχεῖα ποὺ ἀπαντοῦν στὶς ἁγιογραφίες κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξη πραγματικῶν ἱστορικῶν στοιχείων μὲ πλῆθος ἄλλων ὑπερβολικῶν καὶ ὄχι σπάνια φανταστικῶν, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν δοκιμασμένα καὶ δημοφιλῆ πρότυπα κοινῶς ἀποδεκτὰ τόσο ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ τῆς βυζαντινῆς περιόδου καὶ τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ παράδοση καὶ ἡ δοκιμασμένη συνταγὴ τοῦ σεβαστοῦ καὶ δημοφιλοῦς ἀναγνώσματος δὲν μεταβλήθηκε στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἂν καὶ νεωτερισμοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ εἰσχωροῦν στὸ εἶδος, στὴ μορφή του τουλάχιστον, ἐφόσον ὁ Καισάριος Δαπόντες, ποὺ μὲ τόση εὐκολία στιχουργοῦσε, εἰσήγαγε καὶ ἐδῶ τὸν πολιτικὸ στίχο. Μήπως ὅμως αὐτὸ δὲν συγκινοῦσε τὴ βαθιὰ συντηρητικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο του δὲν μᾶς διατηρήθηκε ἀντιγραμμένο μέχρι σήμερα;

Σημειώσεις 

1. [Νικόδημος Ἁγιορείτης], Νέον Ἐκλόγιον Περιέχον Βίους ἀξιολόγους διαφόρων Ἁγίων, καὶ ἄλλα τινὰ ψυχωφελῆ Διηγήματα. Ἐκλεχθὲν ἐκ πολλῶν, καὶ διαφόρων Βιβλίων, εἰς ἁπλῆν τε φράσιν μεταγλωττισθέν, Καὶ νῦν πρῶτον τύποις ἐκδοθέν, Διὰ συνδρομῆς φιλοχρίστου τινὸς Χριστιανοῦ, εἰς κοινὴν τῶν Ὀρθοδόξων ὠφέλειαν, Βενετία 1803, σ. 394-399. Πρβλ. ἐπίσης Ἀκολουθία ᾀσματικὴ καὶ ἐγκώμιον τῶν Ὁσίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω διαλαμψάντων. Συγγραφέντα μὲν ὑπὸ τοῦ ἐν μοναχοῖς ἐλαχίστου Νικοδήμου Ἁγιορείτου προτροπῇ καὶ ἀξιώσει τῆς Ἱερᾶς καὶ κοινῆς Συνάξεως πάντων τῶν Μοναστηριακῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους Πατέρων. Νῦν δὲ πρῶτον τύποις ἐκδοθέντα ὑπὸ τοῦ Γεωργίου Μελισταγοῦς. Διὰ συνδρομῆς τῆς Σεβασμίας ὁμηγύρεως τῶν ἐν Ἄθω Πατέρων. Εἰς κοινὴν τῶν μοναχῶν, καὶ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων λαϊκῶν χριστιανῶν ὠφέλειαν, Ἀθῆναι 1847, σ. 89-91.
2. Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, Πάλαι μὲν Ἑλληνιστὶ συγγραφεὶς ὑπὸ Μαυρικίου διακόνου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Νῦν δὲ δεύτερον μεταφρασθεὶς ἀμέσως ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Χειρογράφου Συναξαριστοῦ καὶ μεθ’ ὅσης πλείστης ἐπιμελείας ἀνακαθαρθείς, διορθωθείς, πλατυνθείς, ἀναπληρωθείς, σαφηνισθείς, ὑποσημειώσεσι διαφόροις καταγλαϊσθείς, καὶ εἰς τρεῖς Τόμους διαιρεθείς, ὑπὸ τοῦ ἐν μοναχοῖς ἐλαχίστου Νικοδήμου Ἁγιορείτου [..]. Συνεργείᾳ καὶ σπουδῇ τῶν ἐλαχίστων Ἱερομονάχων Στεφάνου καὶ Νεοφύτου τῶν Ἁγιορειτῶν, τ. Α΄, Βενετία 1819, σ. 47. Διηγήματα. Ἐκ­λεχθὲν ἐκ πολλῶν, καὶ διαφόρων Βιβλίων, εἰς ἁπλῆν τε φράσιν μεταγλωττισθέν, Καὶ νῦν πρῶτον τύποις ἐκδοθέν, Διὰ συνδρομῆς φιλοχρίστου τινὸς Χριστιανοῦ, εἰς κοινὴν τῶν Ὀρθοδόξων ὠφέλειαν, Βενετία 1803, σ. 394-399.
3. Κ. Δουκάκης, Ἀδάμαντες τοῦ Παραδείσου, χ.χ. [1885], σ. 167-222. (Ἀκολουθία καὶ βίος καὶ οἶκοι κδ΄. Τοῦ ἴδιου, Μέγας Συναξαριστής, πάντων τῶν Ἁγίων τῶν καθ’ ἅπαντα τὸν μῆνα Σεπτέμβριον ἑορταζομένων ἤτοι Τοπάζιον τοῦ Νοητοῦ Παραδείσου βιβλίον ψυχωφελέστατον, Ἀθῆναι 1894, σ. 154-163. 
4. Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, Μητροπολίτης, πρώην Λεοντοπόλεως, Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι χ.χ., σ. 213 καὶ διεξοδικὰ στὸ ἄρθρο του «Ἱερόθεος Πελοποννήσιος ὁ ’Ιβηρίτης καὶ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης ὁ ἐξ Ἰωαννίνων», Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, τ. Α΄, Παρίσι 1932-1933, σ. 257- 315 καὶ ἰδιαίτερα σ. 298 καὶ ἑξῆς.
5. Λόγοι καὶ παραινέσεις τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Εἰς ἁπλῆν φράσιν μεταγλωττισθέντες καὶ βίοι Ἁγίων τινῶν, μεταφρασθέντες καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς, Εἰς ὠφέλειαν τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, παρ’ Ἱεροθέου Ἱερομονάχου Ἰβηρίτου [...], Βενετία 1720, βλ. Émile Legrand, Biblio­graphie hellénique où Description raisonnée des ouvrages publiés par des Grecs aux dix-huitième siècle, Οeuvre posthume completée et publiée par mgr Louis Petit [...] et Hubert Pernot, τ. 1, Paris 1918-1928, ἀρ. 129, σ. 163.
6. Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, Παρίσι 1932, τ. Α΄, σ. 261-278, καὶ κυρίως στὶς σ. 273-274 ὅπου ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Ἱερόθεου ὡς «ὑποκριτοῦ Μωραΐτου φθονεροῦ καὶ ἀπαισίου».
7. Ἄλκης Ἀγγέλου, «Ἡ δίκη τοῦ Μεθοδίου Ἀνθρακίτη (ὅπως τὴν ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος)», Τῶν Φώτων, Ἀθήνα 1988, σ. 23-37. Βασιλικὴ Μπόμπου-Σταμάτη, «Ὁ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης καὶ τὰ «Τετράδια », Ἑλληνικά, τ. 45 (1995), σ. 111-127, ἰδίως σ. 111.
8. Κωνσταντίνος Σάθας, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη ἢ Συλλογὴ ἀνεκδότων μνημείων τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τόμ. Γ΄, Βενετία 1872, σ. 111-112.
9. Κωνσταντίνος Καισάριος Δαπόντες, Κῆπος Χαρίτων, ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Ἀθήνα 1997, σ. 123.
10. Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, τ. Α´, σ. 260, 283-298. ενα λανθανον εργο του καισαριου δαποντε
11.Στὸ ἴδιο. Τρύφων Εὐαγγελίδης, Ἡ Παιδεία ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀπὸ τῆς ἁλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, Ἀθήνα 1936, σ. 89.
12. Κ. Σάθας, ὅ.π., τ. Γ ΄, σ. 112. Τὶς πληροφορίες τοῦ Δαπόντε ἐπαναλαμβάνει ὁ Émile Legrand, Éphémérides Daces ou Chronique de la Guerre de Quatre Ans (1736-1739) par Constantin Dapontès secrétaire du Prince Constantin Maurocordato, publiée, traduite et annotée par Émile Legrand, τ. 3, Paris 1888, σ. Χ-ΧΙ.
13. Γεώργιος Ἰωάννου Ζαβίρας, Νέα Ἑλλὰς ἢ Ἑλληνικὸν Θέατρον ἐκδοθὲν ὑπὸ Γεωργίου Π. Κρέμου, Ἀθῆναι 1872, σ. 393. Μὲ μικρὴ παραλλαγὴ γράφει τὰ ἴδια καὶ ὁ Κ. Σάθας, Νεοελληνικὴ Φιλολογία. Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς καταλύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, Ἀθῆναι 1868, σ. 504.
14. Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης, Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, τ. Α΄, σ. 293, 296.
15. Κωνσταντῖνος-Καισάριος Δαπόντες, Λόγοι πανηγυρικοὶ εἰς ἁπλοῦς στίχους εἰς ἐγκώμιον διαφόρων ἁγίων, Βενετία 1778, σ. 118-120. Émile Legrand, Ephémérides Daces ou Chronique de la guerre de quatre ans (1736-1739) par Constantin Dapontès, ὅ.π., σ. lxxiii-lxxv.
16. Ἐπιστολὴ Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως πρὸς Πέτρον Κλαίρκιον περὶ τῶν μετὰ τὸ σχίσμα ἁγίων τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν γενομένων ἐν αὐτῇ θαυμάτων. Ἐκδιδομένη νῦν τὸ πρῶτον ὑπὸ Ἀνδρέου Κορομηλᾶ, κατὰ τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, ἀριθ. 215. 1844, σ. 31. Μανουὴλ Γεδεών, «Λόγιοι καὶ βιβλιοθῆκαι τῆς ἐν Ἄθῳ Μονῆς τῶν Ἰβήρων», Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἔτος Δ΄ (1983-1984), σ. 508-509.
17. Γιὰ τὴν ἐργογραφία τοῦ Δαπόντε, βλ. Δημήτριος Π. Πασχάλης, «Καισάριος Δαπόντες (1714- 1784)», Θεολογία, τ. 13 (1935), σ. 241-250.
18. Βασίλειος Χ. Χαραλαμπόπουλος, «Κατάλογος χειρογράφων κωδίκων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς Βυτίνης», Δελτίον Ἱστορικής καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τ. 14 (1960), σ. 393-401.
19. Τάσος Γριτσόπουλος, «Ἱερόθεος Ἰβηρίτης ὁ Πελοποννήσιος», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν, τ. 32 (1963), σ. 94-111.
20. Ὁ καμινάρης ἦταν ὁ εἰσπράκτορας τῶν φόρων ἀπὸ τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὸν καπνὸ στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες. Γιὰ τὸν Κωνσταντίνο-Καισάριο Δαπόντε ὑπάρχει ἐκτεταμένη βιβλιογραφία καὶ πρωτίστως τὰ ἴδια τὰ ἔργα του, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀντλοῦνται καὶ οἱ περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή του. Ἐνδεικτικὰ θὰ ἀναφερθοῦν ἐδῶ ὁρισμένα μόνον ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἔργα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ ἀντλοῦνται οἱ πληροφορίες για τὴ ζωὴ τοῦ λογίου, ποὺ θα ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια: Κωνσταντίνος- Καισάριος Δαπόντες, Κῆπος Χαρίτων. Émile Legrand, ὅ.π. Κωνσταντῖνος Ν. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. 3, Βενετία 1872. Δημήτριος Π. Πασχάλης, ὅ.π., Θεολογία, τ. 13 (1935), σ. 224-250. Εὐθύμιος Θ. Σουλογιάννης, «Καισάριος Δαπόντες (1714-1784). Ἡ ζωή, ἡ μόρφωση καὶ οἱ γνωριμίες του», Θησαυρίσματα, τ. 34 (2004), σ. 447-457. Σωτήριος Ν. Καδᾶς, «Χειρόγραφο μὲ αὐτόγραφες σημειώσεις τοῦ Καισάριου Δαπόντε», Ἀφιέρωμα στὸν Μανουὴλ Κριαρά, Πρακτικὰ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου (3 Ἀπριλίου 1987), Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 183-235. Γιῶργος Κεχαγιόγλου, «Ἀνέκδοτα στοιχεῖα γιὰ τὸν Καισάριο Δαπόντε ἀπό τὸ χειρόγραφο Βυτίνας ἀρ. 1», Ὁ Ἐρανιστής, τ. 18 (1986), σ. 35-56. Μάχη Παΐζη-Ἀποστολοπούλου, «Πῶς ὁ Κωνσταντῖνος Δαπόντες ἔγινε Καισάριος », Ἀρχεῖο Πεπαρηθιακῶν Μελετῶν, τ. Α΄, σ. 111-122. Τῆς ἴδιας, «Τὸ χειρόγραφο τοῦ “Χρονογράφου τοῦ Δαπόντε” καὶ ἡ λύση τοῦ αἰνίγματος. Τὸ χφ. Κυριαζῆ 4 τῆς Γενναδείου», Ὁ Ἐρανιστής, τ. 24 (2003), σ. 87-94. Εὐδόκιμος Ξηροποταμηνός, «Καισάριος Δαπόντες», Γρηγόριος Παλαμᾶς, τ. 6 (1922), σ. 530-569. Μιλτιάδης Δ. Πολύβιος, «Ἡ ζητεία τοῦ Καισάριου Δαπόντε γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου», Κληρονομία, τ. 24 (1992), σ. 183-203.
21. Βιβλίον περιέχον τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους τοῦ θαυματουργοῦ. Τῆς Ὁσίας Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος. Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος τοῦ θαυματουργοῦ. Νεωστὶ χάριν εὐλαβείας τυπωθὲν [...] Ἐπιμελείᾳ καὶ διορθώσει Κωνσταντίνου Δαπόντε Ἀναγνώστου τοῦ ἐκ νήσου Σκοπέλου. Νῦν κατὰ τὸ Βουκουρέστιον Ἁγιωτάτῃ Μητρόπολει ͵αψλ´. Βίβλος Ἱερὰ περιέχουσα τὴν ἅπασαν ἀκολουθίαν τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ρηγίνου ἐπισκόπου Σκοπέλων. Τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον εἰς τὸν τίμιον καὶ ζωοποιὸν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος  ἡμῶν Χριστοῦ. Μετάφρασιν διὰ στίχων πολιτικῶν εἰς τὸν λόγον περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ τῆς δευτέρας παρουσίας μετὰ προσθήκης διαλόγων δύο κατὰ Ἀλφάβητον. Νῦν πρῶτον τυπωθεῖσα ἀναλώμασι τοῦ τιμιωτάτου καὶ ἐλλογιμωτάτου ἐν ἄρχουσι μεγάλου γραμματικοῦ κυρίου Κωνσταντίνου Δαπόντε τοῦ ἐκ νήσου Σκοπέλων, καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀφιερωθεῖσα τῷ ὑψηλωτάτῳ καὶ εὐσεβεστάτῳ Αὐθέντῃ, καὶ Ἡγεμόνι πάσης Μολδοβλαχίας Κῳ Κῳ Ἰωάννῃ, Ἰωάννῃ, Νικολάου Βοεβόδα Μαυροκορδάτῳ. In Venezia: Appresso Francesco Pitteri, MDCCXLVI (1746).
22. Ἐπιστολὴ Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως, ὅ.π., σ. 31.
23. Stephen K. Batalden, Cathrine II’s Greek Prelate Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806, New York 1982, σ. 11.
24. Μανουὴλ Ἰ. Γεδεών, «Λόγιοι καὶ βιβλιοθῆκαι τῆς ἐν Ἄθῳ Μονῆς τῶν Ἰβήρων», Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἔτος Δ΄ (1883-1884), σ. 510, 512, 523-524.
25. Ἀπὸ τὴ μεγάλη καὶ διαρκῶς ἐμπλουτιζόμενη βιβλιογραφία γύρω ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ βλ. ἐνδεικτικά, Cyril Mango, Βυζάντιο ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης, μετάφραση Δημήτρης Τσουγκαράκης, Αθήνα 1988, σ. 292-293. Evelyne Patlagean, «Sainteté et pouvoir», The Byzantine Saint, University of Birmingham Fourteenth Spring Symposium of Byzantine Studies, edited by Sergei Hackel, [London] 1981, σ. 92 καὶ ἑξῆς. Δημήτριος Ζ. Σοφιανός, Οἱ βυζαντινοὶ ἅγιοι τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου μέσα ἀπὸ τὶς πηγὲς καὶ τὰ κείμενα, Ἵδρυμα Γουλανδρῆ – Χόρν, Ἀθήνα 1993. Βλ. ὅμως κυρίως Cyril Mango, «The Saints», The Byzantines, edited by Guglielmo Cavallo, translated by Thomas Dunlop, Teresa Lavender Fagan, Charles Lambert, The University of Chicago Press, Chicago and London 1997, σ. 255-280, ἰδιαίτερα δὲ τὶς σελίδες 259-275, ὅπου μὲ τὴ βαθιά, μεγάλη γνώση του ὁ Mango παρουσιάζει συνοπτικὰ μὲν ἀλλὰ ἐνδελεχῶς τὸ ὅλο σχῆμα ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ ἁγιογραφίες. Ἡ ἀντιπαραβολὴ τοῦ σχήματος αὐτοῦ μὲ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Μελέτιου καὶ τοὺς ἀκόλουθους γνωστοὺς βίους φανερώνει πόσο κοντὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ στὸ παραδοσιακὸ εἶδος τῆς ἁγιογραφίας καὶ μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νὰ διακρίνουμε τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τοὺς «τόπους» τοῦ βίου. Γιὰ τοὺς «τόπους» βλ. ἐπίσης N. Delierneux, «L’exploitation des “topoi” hagiographiques: du cliché figé à la réalité code», Byzantion, τ. 70 (2000), σ. 57-90.

Ἑλένη Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη

πηγή : http://www.ionio.gr/central
Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστοίας 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...